Σ. Σεφεριάδης: η ακροδεξιά, η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και η ανάγκη της ανατρεπτικής Αριστεράς

Εισήγηση του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη στη συζήτηση «Άνοδος Ακροδεξιάς, νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, ανταγωνιστική Αριστερά», στο 22ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας

Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση σε αυτήν την τόσο καίρια και κρίσιμη συζήτηση, που όλοι νομίζω καταλαβαίνουμε τη σημασία της για το παρόν, κυρίως όμως για το μέλλον της Αριστεράς που παραμένει Αριστερά, της «ανταγωνιστικής» Αριστεράς σύμφωνα με τον τίτλο του τραπεζιού, μιας Αριστεράς ανατρεπτικής. Δεν το λέω τυχαία αυτό το «ανατρεπτική»· απηχεί την περίοδο και πάνω απ’ όλα τα συμπεράσματα που καλούμαστε ‒αλλά μετά την εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ είμαστε πλέον και σε θέση‒ να βγάλουμε, και που θα μπορούσαν νομίζω να συνοψιστούν σε μια μόνο φράση: πως ειδικά στην εποχή μας, μια εποχή οργανικής συστημικής κρίσης, Αριστερά μπορεί να υπάρξει μόνο αν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της ρήξης, της αναγκαιότητα της ανατροπής, όχι ως απλό σύνθημα, αλλά ως συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική που να διατρέχει με επάρκεια ολόκληρο το φάσμα από το οραματικό στο εξαιρετικά πρακτικό (και το αντίστροφο). Αφ’ εαυτού του αυτό είναι βέβαια ένα βαθιά πολιτικό συμπέρασμα είναι καθαρή πολιτική ‒και πρέπει πιστεύω σ’ αυτήν την πολιτική να ρίξουμε το βάρος μας, να δούμε τους τρόπους με τους οποίους θα συνδυάσουμε τις διαφορετικές μας οπτικές, θα διεξαγάγουμε τις αντίστοιχες συζητήσεις, και θα διαμορφώσουμε και τις οργανωτικές απολήξεις αυτών των συζητήσεων.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην τοποθέτησή μου σκέφτομαι να αναφερθώ σε τρία πράγματα:

  • (α) το πρώτο αφορά την οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης που αντιμετωπίζουμε και που καθιστά την ανατροπή απαραίτητη·
  • (β) το δεύτερο τη σκιαγράφηση ενός ιστορικού νόμου. Το λέω αυτό με επιτηδευμένη έμφαση ξέροντας, βέβαια, πως ο όρος «νόμος» ακούγεται βαρύγδουπος ‒όμως ο λόγος δεν είναι ότι ισχυρές κανονικότητες και συμπεράσματα δεν προκύπτουν και δεν μπορούν αν συναχθούν από την ιστορία, αλλά ότι οι καθ’ ύλην υποτίθεται αρμόδιοι (οι ερευνητές, οι «διανοούμενοι», οι πανεπιστημιακοί όπως η αφεντιά μου) όχι μόνο δεν επερωτούν, συχνά ούτε καν μελετούν την αντίστοιχη εμπειρία. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο νόμος; Ότι όταν η αριστερά αποτυγχάνει να δώσει διέξοδο στη κρίση, τότε αναδύεται η επιθετική ακροδεξιά. Τέλος, τρίτο και τελευταίο τμήμα της τοποθέτησης, το κυριότερο:
  • (γ) τι κάνουμε, πώς απαντούμε;

Αλλά ας ξεκινήσω επιχειρώντας μια συνοπτική σκιαγράφηση της περιόδου…

Ι

Η άποψη ότι η μεγάλη κρίση που ξέσπασε το 2008 αποτελεί απλώς δυσάρεστο παρελθόν δε συγκαταλέγεται μόνο στη θλιβερή ρητορική της απερχόμενης κυβέρνησης, συνιστά εδώ και καιρό στρατηγική επικοινωνιακή επιλογή των κυρίαρχων. Κρίση; Ναι, υπήρξε, διατείνονται ΜΜΕ και διάφοροι «έγκριτοι» αναλυτές, αλλά τώρα πάει πια τέλειωσε και ας κοιτάξουμε με αισιοδοξία στο μέλλον, που θα φέρει ανάκαμψη, με τον α’ ή β’ τρόπο θα φέρει επενδύσεις, θα φέρει ίσως και επανασύσταση του Κράτους Πρόνοιας! Έτσι υποστηρίζεται (κάποτε ρητά, πιο συνηθισμένα υπόρρητα). Ας απαντήσω λοιπόν γρήγορα και επιγραμματικά: Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα· τίποτα δεν είναι πιο μακριά από την πραγματικότητα!

Πρόκειται μάλιστα για μια πραγματικότητα κυριολεκτικά κραυγαλέα, που αποτυπώνεται γλαφυρά όχι στα πρωτοσέλιδα, αλλά στις πορτοκαλί σελίδες των εφημερίδων και σε έντυπα ελίτ όπως οι Financial Times, το Business Week, το Economist ή στα καθ’ ημάς η Ναυτεμπορική.

Και εκεί επικρατεί πραγματικός πανικός: Οι κυρίαρχοι ‒και το τονίζω, όχι εγώ αλλά οι ίδιοι οι κυρίαρχοι‒ είναι απόλυτα βέβαιοι ότι το ερώτημα δεν είναι αν θα ξεσπάσει νέα βαθιά κρίση ή όχι (αυτό θεωρείται απολύτως βέβαιο), αλλά το πότε και με ποια αφορμή θα ξεσπάσει. Επ’ αυτού δεν υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος, ούτε όμως και είναι απαραίτητο, να μπει κανείς σε λεπτομέρειες. Αρκεί να επισημανθούν δυο-τρία στοιχεία, όπως

  • τις εξαιρετικά αναιμικές ανακάμψεις της τελευταίας περιόδου, παρά το γεγονός ‒κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό‒ ότι δαπανήθηκαν τεράστια ποσά (αναφέρομαι στην περίφημη ποσοτική χαλάρωση και τα αρνητικά επιτόκια),
  • τους εμπορικούς πολέμους που είτε ξέσπασαν είτε σιγά-σιγά ξεσπούν (κυρίως ανάμεσα σε ΗΠΑ-Κίνα και ΕΕ) και κυρίως
  • το τεράστιο, το ιστορικά ανεπανάληπτο παγκόσμιο χρέος των 243 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που αποτελεί ‒ακούγεται απίστευτο, αλλά έτσι είναι‒ το 317% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Πρόκειται για μια τεράστια, μια γιγάντια αντιπαραγωγική φούσκα που αργά ή γρήγορα θα σκάσει (οι πιο σοβαροί αναλυτές περιμένουν ως το τέλος του χρόνου) και τότε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη το 2008 μια νέα ποσοτική χαλάρωση και ένας νέος δανεισμός από το μέλλον δεν θα είναι δυνατός. Για να ισορροπήσει ξανά τότε το σύστημα, η επίθεση ενάντια στην κοινωνία (αλλά και γενικότερα στον ανθρώπινο πολιτισμό, αν συνυπολογίσουμε και την ήδη ορατή κλιματική καταστροφή) θα πρέπει να γίνει ακόμα πιο έντονη, θα πρέπει να γίνει κυριολεκτικά λυσσαλέα.

Στις περιστάσεις αυτές το τόσες φορές ειπωμένο με ανέμελο ποιητικό οίστρο «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» θα πρέπει να αποβάλλει τον κακώς νοούμενο, τον νεφελώδη οίστρο του, και να τον αντικαταστήσει με έναν οίστρο δημιουργικό και συγκεκριμένο, με απτές και διακριτές αναφορές στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Υποστηρίζω πως αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την Αριστερά ‒μια άποψη που δεν είναι βέβαια πρωτότυπη, αλλά που είναι αναγκαίο να ξαναθυμηθούμε, να ξαναμελετήσουμε, και να επεξεργαστούμε. Στο ζήτημα αυτό θα επιστρέψω, όμως πριν, θέλω λίγο να σταθώ στον ιστορικό νόμο που ανέφερα: πως όταν στην καπιταλιστική κόλαση η Αριστερά αδυνατεί να δώσει τη σοσιαλιστική προοπτική με τρόπο συγκεκριμένο και επεξεργασμένο, τότε το κενό θα τείνε πάντα να το καλύψει η Ακροδεξιά. Δε θα αναφερθώ στο παρόν (το γνωρίζουμε το παρόν και νομίζω πως όλες και όλοι μπορούμε να κάνουμε τους αναγκαίους συνειρμούς) θα δώσω δυο ιστορικά παραδείγματα, ένα απώτερο, ένα πιο πρόσφατο.

ΙΙ

Όλοι ξέρουμε πως την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία βρισκόταν κάτω από την αβάσταχτη πίεση των επιπτώσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών που, με όρους ποσοστού επί του ΑΕΠ, είναι εξόχως συγκρίσιμη με την πίεση που υφίστανται σήμερα τα λαϊκά στρώματα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Τι έγινε τότε στη Γερμανία; Ένας συντηρητικός πολιτικός και βαρόνος των μίντια της εποχής, ο Alfred Hugenburg, πρότεινε, το Δεκέμβριο του 1929, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με βασικό επίδικο το αν η Γερμανία θα σεβόταν τους όρους της Συνθήκης (το λεγόμενο Σχέδιο Young/Γιανγκ που, γενικά μιλώντας, θα μπορούσαμε να αντιστοιχήσουμε με τις σημερινές ευρωσυμβατικές υποχρεώσεις των χωρών. Από το δημοψήφισμα απείχε το ΚΚΓ (γνώριμο αυτό από τότε), ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες (οι εκεί και τότε «Μένουμε Ευρώπη») ψήφισαν υπέρ. Όμως οι ακροδεξιοί και οι ισχνοί τότε ακόμα ναζιστές τάχθηκαν επιθετικά ενάντια στην αποδοχή του Σχεδίου. Η ηγεσία ενάντια στην οικονομική και κοινωνική καταβαράθρωση της χώρας πέρασε έτσι σε αυτούς ‒στην ακροδεξιά‒ στην οποία, μάλιστα, για πρώτη φορά και συμμετείχε ενεργά και το Ναζιστικό κόμμα. Στο δημοψήφισμα η αποδοχή του Σχεδίου Γιανγκ υπερίσχυσε, αλλά στις επόμενες εκλογές (του Σεπτεμβρίου του 1930) η ακροδεξιά εκτινάχθηκε σημειώνοντας αύξηση 5,5 εκατομμυρίων ψήφων! Σταδιακά, η ηγεμονία πέρασε στο Ναζιστικό κόμμα και όλοι ξέρουμε τη συνέχεια.

Συμπέρασμα πρώτο που απηχεί αυτό που έλεγα προηγουμένως: Όταν λόγω της αδυναμίας της να προτείνει μια συνολική και συνεκτική εναλλακτική πρόταση δημοκρατικής εμβάθυνσης και επέκτασης

  • με διεύρυνση της δημοκρατίας στην οικονομία (αντί για την κατ’ όνομα δημοκρατία της μη αντιπροσώπευσης που σήμερα βιώνουμε)
  • έτσιπου οι σχέσεις παραγωγής να πάψουν, όπως σήμερα γίνεται, να αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη των μέσων παραγωγής και τα τεχνολογικά επιτεύγματα να μην οδηγούν στην ανεργία, στην επισφάλεια και στην καταστροφή του πλανήτη αλλά σε μείωση της εργάσιμης μέρας, σε οικολογική διαχείριση των φυσικών πόρων και σε πολιτισμό
  • ‒όταν, δηλαδή η Αριστερά έχει εγκαταλείψει την υπόθεση του σοσιαλισμού και αδυνατεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται, τότε το κενό αυτό θα τείνουν να το καλύψει η ακροδεξιά και ο νεοναζισμός.

Και κάτι περισσότερο: αν η αντιμετώπιση της ακροδεξιάς επιχειρηθεί απλώς ρητορικά, στο όνομα μιας εξωραϊσμένης ή «εξανθρωπισμένης» συστημικής αναπαραγωγής, τότε όχι μόνο το εγχείρημα θα αποτύχει, αλλά και θα οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο.

Ζούμε σε μιαν εποχή που, για να θυμηθούμε έναν μεγάλο πολιτικό κοινωνιολόγο των δεκαετιών ’30 και ’40, τον Karl Polanyi, το «συλλογικό» ‒ρητά και υπόρρητα‒ αντεπιτίθεται ή, καλύτερα, ψάχνει τρόπους να αντεπιτεθεί στην κυριαρχία της αντιδραστικής αγοράς που, για να διαμορφώσει συνθήκες επανάκαμψης της κερδοφορίας, θα καταβαραθρώνει λαϊκά εισοδήματα, θα αναιρεί και θα καταπατά κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, θα καταστρέφει το περιβάλλον.

Εύλογο είναι λοιπόν ότι οι κοινωνίες αντιδρούν. Όμως η κίνησή τους αυτή δεν έχει εγγενές και νομοτελειακά προκαθορισμένο πολιτικό πρόσημο. Αν το πρόσημα αυτό δεν το δώσει η Αριστερά θα το καπηλευθεί και ψευδεπίγραφα θα το διεκδικήσει η ακροδεξιά.

Αλλά ας πάμε στη δεύτερη ιστορία που, χρονικά μιλώντας, είναι και πολύ πιο κοντά μας, είναι του 21ου αιώνα ‒ας πάμε στη Βρετανία του 2009, στα διυλιστήρια του Lindsay στο Linconshire. Πρόκειται βέβαια για μια ιστορία ‒ας πούμε‒ πιο «μικρή» και πιο άγνωστη, μια ιστορία όμως που έχει νομίζω μέσα της όλα τα κρίσιμα συμπεράσματα που χρειαζόμαστε για το παρόν και το μέλλον. Τι έγινε εκεί;

Οικοδόμοι που κατασκεύαζαν μια μονάδα καθαρισμού υπολειμμάτων θείου στο τοπικό διυλιστήριο και είχαν ως τότε μισθούς που καθορίζονταν από συλλογική σύμβαση, έμαθαν ξαφνικά πως ο νέος εργοδότης τους, μια ιταλική εταιρεία (ονόματι IREM) είχε ‒σύμφωνα με τις πρόνοιες της αντίστοιχης ευρωπαϊκής οδηγίας‒ το δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση, να μειώσει τους μισθούς, και να προσλάβει Ιταλούς και Πορτογάλους εργάτες σε συνθήκες γαλέρας. Ξέσπασε τότε ανεπίσημη απεργία (χωρίς κάλυψη από την επίσημη ηγεσία του συνδικάτου που εισηγούνταν αποδοχή και σεβασμό της Ευρωπαϊκής οδηγίας) την οποία απεργία πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν ως «ακροδεξιά» μια και τις πρώτες μέρες μετά το ξέσπασμά της είχε κυκλοφορήσει αφίσα με το σύνθημα «Βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργάτες». Τι έγινε τότε; Η απεργιακή επιτροπή παρενέβη, πρώτον, για να αφαιρέσει τις αφίσες και, δεύτερον, για να μεταφέρει το αίτημα σε σωματεία οικοδόμων στην Ιταλία και την Πορτογαλία, εξηγώντας πως ο αγώνας είναι κοινός: ένας αγώνας Βρετανών, Ιταλών και Πορτογάλων εργατών ενάντια στην ευρωπαϊκή οδηγία! Αποτέλεσμα; Η πολυεθνική (η IREM) υποχώρησε, αναγνώρισε τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, και υποχρεώθηκε να αυξήσει τους μισθούς σε όλες τις χώρες δραστηριοποίησής της!

Εδώ έχουμε δυο τεράστια, δυο εξίσου σημαντικά συμπεράσματα: το πρώτο αφορά το διεθνισμό. Ο αγώνας ενάντια στην ακροδεξιά, τις πολιτικές της ΕΕ που τον επωάζουν και τον καπιταλισμό δεν είναι αγώνας εθνικός, αλλά ένα αγώνας ταξικός που αγκαλιάζει όλους τους εργαζόμενους πέρα και πάνω από εθνότητες. Τέτοιοι αγώνες δε θα ξεσπάσουν βέβαια ταυτόχρονα ‒η εστία τους θα είναι πάντα εθνική, αν όμως υπάρχει το σωστό πολιτικό περιεχόμενο και ο κατάλληλος προσανατολισμός η διάδοσή τους μπορεί να είναι ταχύτατη ‒κι αυτό στην Ελλάδα το βιώσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια του πρόσφατου κινήματος ενάντια στη λιτότητα.

Δεύτερο ‒και εξίσου κρίσιμο‒ συμπέρασμα: η ΕΕ, το κεφάλαιο, οι πολιτικοί του εκπρόσωποι και οι διάφοροι περισπούδαστοι κονδυλοφόροι του (εντός και εκτός ακαδημίας)‒ δεν είναι ανίκητοι. Όπως έγραψα πρόσφατα, ο βασιλιάς δεν είναι μόνο αντιδραστικός είναι και γυμνός. Με σωστή ανάλυση, με κατάλληλη στρατηγική και με πολιτική διορατικότητα, η δύναμη των εργαζομένων είναι τεράστια και ακατάβλητη. Οι προϋποθέσει βέβαια αυτές, που είναι όλες προϋποθέσεις βαθιά πολιτικές, δεν είναι σε καμιά περίπτωση αμελητέες: είναι και δύσκολες και απαιτητικές. Είναι όμως και απόλυτα εφικτές και η επίτευξή τους συνιστά ένα μεγάλο και επιτακτικό καθήκον για την επόμενη περίοδο. Αρκεί βέβαια να βγάλουμε τα συμπεράσματα τόσο από την ιστορία όσο και από την ίδια την εμπειρία μας.

ΙΙΙ

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή μου να πω μια-δυο κουβέντες γι’ αυτήν την τόσο σοβαρή υπόθεση.

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε πως όταν ένας πολιτικός φορέας δεν έχει την πρόθεση ή/και την τεχνογνωσία της ρήξης, όσο μεγάλη επιρροή και αν αποκτήσει, είναι καταδικασμένος να υποκύψει, σταδιακά να ενσωματωθεί και εν τέλει να στραφεί ενάντια στα λαϊκά στρώματα που τον ανέδειξαν. Όλοι εμείς που ζήσαμε  αυτήν την εμπειρία πρέπει να μην επιτρέψουμε ποτέ την επανάληψή της ‒διότι το κόστος (όπως όλοι βλέπουμε την τελευταία περίοδο, αλλά και σήμερα, στις παραμονές των εκλογών) το κόστος είναι τεράστιο: απογοητεύει, αφοπλίζει, «καίει» όπως λέμε, όχι μόνο ένα στρώμα πρωτοπόρων, «καίει» μιαν ολόκληρη γενιά.

Πρέπει αυτήν την εμπειρία (το συγκεκριμένο χαρακτήρα της πολιτικής ανεπάρκειας και των ορίων του ΣΥΡΙΖΑ) να τη μελετήσουμε σε βάθος, να την αναδείξουμε με κάθε λεπτομέρεια και να συζητήσουμε γι’ αυτήν, όχι για τη συζήτηση, αλλά με στόχο κάπου να καταλήξουμε. Φοβάμαι πως αυτό δεν έγινε (ή δε γίνεται) στο βαθμό και στο βάθος που πρέπει και θεωρώ πως είναι απολύτως επιτακτικό να γίνει. Άλλωστε, η πολιτική υποχρέωση αυτής της αναζήτησης είναι και το συνεκτικό στοιχείο όλων αυτών των πολλών δυνάμεων (αλλά και των κοινωνικών τους αναφορών) που αγωνιούν για μιαν αριστερή διέξοδο. Διαφορετικές εκτιμήσεις ασφαλώς θα υπάρξουν, όμως αποκαθιστώντας καταρχάς την ενότητα στη δράση (κάτι που αποτελεί μιαν εντελώς αδιαπραγμάτευτη αρχή), είναι ώρα να κάνουμε έστω και καθυστερημένα αυτή τη συζήτηση. Νομίζω ότι τα συμπεράσματα είναι τόσο κραυγαλέα και προφανή που θα ήταν ιστορικό παράδοξο αν δεν καταφέρναμε να τα αντλήσουμε.

Από τη Δευτέρα μπαίνουμε σε μια νέα, ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Να μην έχουμε αμφιβολία, όμως, ότι αργά ή γρήγορα νέα μεγάλα κινήματα θα ξεσπάσουν. Δεν πρέπει να τα αφήσουμε να φυλλορροήσουν επαναπαυόμενοι στη μαζικότητα που είναι εξόχως πιθανό να αποκτήσουν. Ρόλος της ανατρεπτικής Αριστεράς που πρέπει να οικοδομήσουμε είναι να παρέμβει και να τα εξοπλίσει. Τι άλλο ισχυρότερο όπλο από τα συμπεράσματα της υποταγής του ΣΥΡΙΖΑ; Αυτά τα συμπεράσματα καλούμαστε να βγάλουμε και να προβάλλουμε και στη βάση τους να προχωρήσουμε. Όπως είπα και πριν, δεν είναι κάτι απλό, όμως εκτός από απαραίτητο είναι και απόλυτα εφικτό…