Ρώσικη Επανάσταση

Νέα Μπροσούρα του «Ξ» για τη Ρώσικη Επανάσταση
giotis
Του Παναγιώτη Βογιατζή

book-rosiki_front-page_october-2016

 

Α’ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΚΤΩΒΡΗ

 

                          

Πριν το 1917, η Ρωσία ήταν μια καθυστερημένη, ημιφεουδαρχική χώρα. Το 80% των 150 εκατομμυρίων κατοίκων της ζούσε στην ύπαιθρο και το 70% ήταν αναλφάβητοι. Οι σχέσεις παραγωγής βρισκόντουσαν σε τέτοια καθυστέρηση, ώστε το προϊόν ανά αγρότη έφτανε μόλις το 80.9% του αντίστοιχου προϊόντος στην Αγγλία το 1688, χρονιά που σηματοδοτεί την μεγάλη Βιομηχανική Επανάσταση στην Δύση. Όταν ξέσπασε ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ρωσίας ήταν μόλις το 1/10 αυτού των ΗΠΑ.

Ο νόμος της Συνδυασμένης και Ανισομερούς Ανάπτυξης

Πώς μια τόσο καθυστερημένη χώρα κατάφερε να φέρει σε πέρας μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι ενώ η ίδια η Ρωσία βρισκόταν πολύ πίσω κοινωνικά και οικονομικά σε σχέση με την ανεπτυγμένη Δύση, ο καπιταλισμός σαν σύστημα είχε ωριμάσει αρκετά ώστε να υπάρχουν οι αντικειμενικοί όροι περάσματος στον Σοσιαλισμό. Όπως το έθεσε ο Λένιν, η αλυσίδα έσπασε στον πιο αδύνατό της κρίκο.

Μια καθυστερημένη χώρα δεν μπορεί παρά να προσπαθήσει να αφομοιώσει τις υλικές και ιδεολογικές κατακτήσεις των πιο ανεπτυγμένων κρατών. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα πρέπει να ακολουθήσει πιστά όλους τους σταθμούς από τους οποίους πέρασαν. Αντίθετα, είναι αναγκασμένη να κάνει την πορεία της με άλματα. Οι πρωτόγονοι λαοί πέρασαν από τα τόξα και τα βέλη κατευθείαν στα επαναληπτικά τουφέκια – χωρίς βέβαια αυτό να τους σώσει από την εξαφάνιση.

Αυτή η αντίφαση είχε την αντανάκλασή της και μέσα στο εσωτερικό της Ρωσίας: Η βιομηχανία σ’ αυτή τη χώρα εμφανίστηκε μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1880, αλλά όταν έγινε αυτό, έγινε πάνω στην πιο μοντέρνα βάση: Δίπλα στην μεσαιωνική ύπαιθρο αναπτύχθηκε η πιο συγκεντροποιημένη βιομηχανία της εποχής.

Το 1913 το 41.4% του εργατικού δυναμικού απασχολούνταν σε τεράστια βιομηχανικά συγκροτήματα με περισσότερους από 1000 εργάτες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις ΗΠΑ ήταν μόλις 17.8%.

Η συγχώνευση του βιομηχανικού με το χρηματιστηριακό κεφάλαιο έγινε στη Ρωσία με τρόπο τόσο ολοκληρωμένο, που δύσκολα μπορούσε να βρεθεί κάτι ανάλογο σε κάποια άλλη χώρα, ανεξάρτητα αν αυτή η συγχώνευση ουσιαστικά σηματοδοτούσε την πλήρη υποταγή της ρωσικής βιομηχανίας στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές.

Η επανάσταση του 1905

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε το ρωσικό εργατικό κίνημα, που ενώ ξεκίνησε από το σχολείο του Ναροντνικισμού (ναρόντ = λαός) ενός ρεύματος που είχε τις ρίζες του στην ύπαιθρο και την διανόηση, πέρασε γρήγορα στην επιρροή του Επιστημονικού Σοσιαλισμού, που είχε σαν κύριους εκπροσώπους του τον Πλεχάνοβ[1] αρχικά και τον Λένιν αργότερα.

Η επανάσταση του 1905 ήταν η «πρόβα τζενεράλε» για το 1917. Σ’ αυτή έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους τα Σοβιέτ, επιτροπές των εξεγερμένων εργατών, που διεκδίκησαν άμεσα την εξουσία «πηδώντας» πάνω από τους αστούς, που όπως υπέθεταν όλοι ως τότε, θα ήταν οι ηγέτες της επανάστασης κατά το πρότυπο της Γαλλίας του 1789.

Ξεκινώντας απ’ αυτή την εμπειρία, ο Λέων Τρότσκι υπέδειξε ότι τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, (κατάργηση της φεουδαρχίας, αναδιανομή της γης, δημοκρατικές ελευθερίες) που όλοι συμφωνούσαν ότι είχε μπροστά της η επερχόμενη επανάσταση, δεν ήταν δυνατό να λυθούν από την Αστική Τάξη της Ρωσίας, που γεννήθηκε καθυστερημένα και γέρασε πρόωρα. Ο μόνος δρόμος για τους εργάτες και τους αγρότες της χώρας, ήταν να συνεχίσουν την πορεία τους, μετά την πτώση του Τσάρου, μετατρέποντας την επανάσταση σε σοσιαλιστική. Αυτό το συμπέρασμα αποτέλεσε τη βάση της θεωρίας της «Διαρκούς Επανάστασης» του Τρότσκι, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα (παράρτημα #1).                                                                          

Ο πόλεμος

Μετά την ήττα της επανάστασης του 1905 το εργατικό κίνημα της Ρωσίας βρέθηκε σε υποχώρηση για αρκετά χρόνια. Ωστόσο μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε στα χρόνια μετά το 1905 έδωσε νέα ώθηση στους αγώνες των εργατών, καθώς μάλιστα νέα στρώματα, που δεν είχαν άμεση συμμετοχή στην προηγούμενη ήττα, έβγαιναν στην παραγωγή.

Τον Αύγουστο του 1914 ξέσπασε ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διακοπεί το επαναστατικό κίνημα που βρισκόταν σε εξέλιξη και που προς το καλοκαίρι του 1914 φαινόταν να ξεπερνάει ακόμα κι αυτό του 1905.

Το κόμμα των Μπολσεβίκων, ενώ εκείνη την στιγμή είχε μαζί του το 80% των πολιτικά ενεργών εργατών, λόγω της άρνησής του να υποστηρίξει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο οδηγήθηκε στην παρανομία και έχασε την υποστήριξη σημαντικών τμημάτων της εργατικής τάξης.

Νέα, πιο καθυστερημένα στρώματα βγήκαν στο προσκήνιο, εμποτισμένα με τις ιδέες του πατριωτισμού. Ωστόσο, η “ενότητα του Έθνους” που εμφανίζεται στην αρχή ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν είναι παρά μια μάσκα. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, αποκαλύπτει ο’τι είναι σάπιο σε μια κοινωνία και οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις. Το ίδιο συνέβηκε και στην Τσαρική Ρωσία. Ο πόλεμος απλώς ανέβαλλε τις ταξικές διεργασίες, βαθαίνοντας όμως, ταυτόχρονα, τις αναπόφευκτες επαναστατικές συγκρούσεις που θα ερχόντουσαν.

15 εκατομμύρια άνθρωποι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία αγρότες, οδηγήθηκαν στα χαρακώματα. Πάνω από 1 εκατ. δούλευαν στην πολεμική βιομηχανία, μόνο στην Πετρούπολη και τη Μόσχα. Ο πόλεμος κατάφερε να δημιουργήσει αυτό που έλειπε από τους προηγούμενους αγώνες στην Ρωσία: την ενότητα μεταξύ πόλης και χωριού στην απόφασή τους να ξεμπερδεύουν με τον Τσάρο και τη φαμίλια του.

«Η επανάσταση ξεσπάει όταν όλοι οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί έχουν φτάσει στο κορύφωμά τους. Μα ίσα ίσα γι’ αυτό η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη ακόμα και για τις τάξεις της παλιάς κοινωνίας, δηλαδή για τις τάξεις που είναι καταδικασμένες να εξαφανιστούν. Χωρίς ν’ αποδίνουμε αξία μεγαλύτερη απ’ όσο πρέπει στις βιολογικές αναλογίες, είναι επίκαιρο να θυμηθούμε εδώ ότι ένας τοκετός σε ορισμένη ημερομηνία, γίνεται το ίδιο αναπόφευκτος για το μητρικό όργανο όσο και για τον καρπό του»
(Λ. Τρότσκι, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, σελ. 78).

Κάθε μεγάλη επανάσταση βρίσκει τον προπομπό της στις κορυφές της άρχουσας τάξης, που στερούμενη ενός ξεκάθαρου σχεδίου δράσης, διασπάται ως προς το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει. Το Γενάρη του 1916 ξέσπασε ένα κύμα απεργιών ενάντια στις περικοπές των τροφίμων και τους μαυραγορίτες.

Νιώθοντας την επανάσταση να έρχεται, ένα τμήμα των αστών προσπάθησε να εισάγει κάποιες περιορισμένες μεταρρυθμίσεις. Στα τέλη του 1916 δολοφονήθηκε ο Ρασπούτιν[2] και άρχισαν να διαδίδονται φήμες για ένα «παλατιανό πραξικόπημα» με στόχο την εκθρόνιση του Τσάρου. Τα σημάδια διάσπασης της άρχουσας τάξης άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου.

Η οργή για τα 5 εκατομμύρια των νεκρών και τραυματιών, για την περικοπή της μερίδας του ψωμιού στο στράτευμα κατά το 1/3 τους δυο πρώτους μήνες του ’17 και για τις ελλείψεις σε βασικά είδη διατροφής στις πόλεις, βγήκε στην επιφάνεια. Η ιστορία έπιανε τις δυο άκρες του επαναστατικού νήματος που είχε σπάσει με τον πόλεμο και τις ξανάδενε κόμπο.

Φλεβάρης

«Στους τολμηρούς στα λόγια πολέμαρχους η επανάσταση φαίνεται ανυπεράσπιστη επειδή είναι τρομερά χαοτική: παντού άσκοπες κινήσεις, ρεύματα αντίθετα, ανθρωποστρόβιλοι, πρόσωπα κατάπληκτα και σαν κεραυνοβολημένα, χλαίνες να κροταλίζουνε στον άνεμο, φοιτητές να χειρονομούν, στρατιώτες χωρίς τουφέκια, τουφέκια χωρίς στρατιώτες, γαυριάδες να ρίχνουν στον αέρα, οχλοβοή από μυριάδες φωνές, σίφουνας από ξέφρενες φήμες, φόβοι αβάσιμοι, χαρές απατηλές… Θάφτανε, φαίνεται, να σηκώσεις την σπάθα σου πάνω απ’ όλο ‘κείνο το συρφετό

και θα σκόρπαγε στη στιγμή χωρίς να ζητήσει ρέστα.

Τι φοβερή οφθαλμαπάτη! Χάος μόνο φαινομενικό. Εκεί κάτω συντελείται μια ακαταμάχητη κρυστάλλωση των μαζών πάνω σε καινούριους άξονες.

Εκείνα τα αμέτρητα πλήθη δεν έχουν ακόμα καταλάβει αρκετά τι θέλουν, μα είναι διαποτισμένα από καυτερό μίσος για κείνο που δε θέλουν πια.»

(Λ. Τρότσκι, ο.π.π. σελ. 125).

Η 23η του Φλεβάρη ήταν η Διεθνής Μέρα της Γυναίκας[3]. Από το πρωί, και παρά τις συστάσεις ακόμα και των πιο δυναμικών εργατικών οργανώσεων για αυτοσυγκράτηση, 90.000 εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας στην Πετρούπολη κατέβηκαν σε απεργία και κινήθηκαν προς τη Δούμα (κοινοβούλιο με υποτυπώδεις εξουσίες) ζητώντας ψωμί. Ήταν σαν να ζητούσαν γάλα από ένα κριάρι.

oct1197_414x290

Την επομένη το κίνημα όχι μόνο δεν κόπασε αλλά φούντωσε ακόμη περισσότερο: οι μισοί βιομηχανικοί εργάτες ενώθηκαν με τους απεργούς. Καινούριες συνοικίες, καινούριες ομάδες λαού ρίχνονται στο κίνημα. Το σύνθημα «Ψωμί» σκεπάζεται από άλλα συνθήματα: «Κάτω η απολυταρχία», «Κάτω ο πόλεμος».

Οι αρχές αυτές τις πρώτες μέρες στηρίζονται κυρίως στην αστυνομία, τους μισητούς «Φαραώ»[4] για να καταστείλουν το εξεγερμένο πλήθος, ενώ τα τμήματα ιππικού των Κοζάκων που στέλνονται κρατούν μια ουδέτερη στάση. Στις 25, κι ενώ ολόκληρη η Πετρούπολη συμμετέχει πια στην εξέγερση, αρχίζει ουσιαστικά η συναδέλφωση του λαού με τους στρατιώτες, βασικό στοιχείο για την επιτυχία κάθε επανάστασης. Παρά τις κάποιες αψιμαχίες με τον στρατό, η συναδέλφωση προχωράει τόσο περισσότερο όσο ο φαντάρος βλέπει ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη εξέγερση, ότι ο πολίτης δε θα υποχωρήσει κάποια στιγμή, αφήνοντας τον στρατιώτη ν’ αντιμετωπίσει τη βαριά πειθαρχία του στρατώνα.

Στις 27, κι ενώ όλα είχαν σχεδόν κριθεί, ο Ροντζιάνγκο, πρόεδρος της Δούμας, τηλεγραφούσε στον Τσάρο:

«Η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα, γιατί αύριο θα είναι πολύ αργά»

Και η απάντηση του Τσάρου στο ημερολόγιό του της ίδιας μέρας:

«Πάλι αυτός ο χοντρο-Ροντζιάνγκο μ’ ενοχλεί γράφοντάς μου ένα σωρό ανοησίες, στις οποίες δε θα μπω στον κόπο ούτε ν’ απαντήσω»!

Κι όμως και για τους ίδιους τους εργάτες, η λύση του προβλήματος της εξέγερσης φαινόταν εκείνη τη μέρα πολύ πιο μακρινή απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Η εξήγηση γι’ αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι όλη η επανάσταση έγινε από τα κάτω, χωρίς ουσιαστική καθοδήγηση από κανένα κέντρο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων, του μόνου κόμματος που υποστήριξε την επανάσταση σ’ όλη της την έκταση, μόλις στις 25 του μηνός κάλεσε σε Γενική Απεργία, όταν η απεργία είχε ήδη εξελιχθεί σε ένοπλη εξέγερση.

Προς το βράδυ της 27ης, όλα είχαν τελειώσει στην πρωτεύουσα, ενώ την επομένη, με τη σύλληψη του Τσάρου μέσα στο τρένο του από τους εργάτες των σιδηροδρόμων, έμπαινε και τυπικά τέλος στην χιλιόχρονη μοναρχία, στην οποία άρκεσαν πέντε μόνο μέρες εξέγερσης για να συντριβεί.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιτυχία της επανάστασης του Φλεβάρη δεν οφείλεται καθόλου σε τυχαία γεγονότα, στην ανικανότητα του Τσάρου ή στον «αιφνιδιασμό» της άρχουσας τάξης. Ίσα ίσα, η κυβέρνηση δούλευε από το φθινόπωρο του 1916 εξαιρετικά μεθοδικά πάνω σ’ ένα σχέδιο για το τσάκισμα της επερχόμενης εξέγερσης. Η πρωτεύουσα είχε χωριστεί σε 6 τομείς και κάθε τομέας σε 4 τμήματα με ξεχωριστή διοίκηση και δυνάμεις χωροφυλακής, στρατού και ιππικού.

Το σχέδιο αυτό μπήκε σε εφαρμογή μόλις ξέσπασαν τα γεγονότα, αλλά μάταια, μια και σκόνταψε σε μια ανυπέρβλητη δυσκολία, το ανθρώπινο υλικό. Στην πραγματικότητα, εκείνες τις μέρες δε βρέθηκε ούτε ένα Σύνταγμα Στρατού στο οποίο να μπορεί να βασιστεί η κυβέρνηση. Όπως συνέβηκε πολλές φορές από τότε, αποδείχτηκε ότι κανένας κρατικός μηχανισμός, όσο σκληρός και να ‘ναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις στοιχειακές δυνάμεις που απελευθερώνει μια επανάσταση.

Δυαδική εξουσία

Ξεκινώντας από την εμπειρία της επανάστασης του 1905, οι εργάτες και οι στρατιώτες προχώρησαν στην δημιουργία Σοβιέτ, δηλ. συμβουλίων αντιπροσώπων στα εργοστάσια και το μέτωπο. Την 1η του Μάρτη το κεντρικό Σοβιέτ έθεσε σε εφαρμογή το «Διάταγμα αριθ. 1», που περιλάμβανε τα ακόλουθα:

  1. Άμεση δημιουργία επιτροπών εκλεγμένων και άμεσα ανακλητών αντιπροσώπων σε κάθε χώρο δουλειάς και στρατιωτική μονάδα.
  2. Οι στρατιωτικοί σχηματισμοί περνούν υπό τις διαταγές του Σοβιέτ και των επιμέρους επιτροπών.
  3. Οι διαταγές της στρατιωτικής διοίκησης και της Δούμας πρέπει να γίνονται σεβαστές, εκτός των περιπτώσεων όπου έρχονται σε αντίθεση με τις διαταγές των σοβιέτ.
  4. Όλα τα όπλα πρέπει να τεθούν στην διάθεση των σοβιέτ και να μην παραδίδονται στους αξιωματικούς, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Τα Σοβιέτ απέκτησαν αμέσως την καθολική υποστήριξη του συνόλου των εργατών, των στρατιωτών και των ναυτών. Το μόνο που έμενε ήταν να ενωθούν σε μια πανεθνική βάση, να συλλάβουν τους παλιούς υπουργούς του Τσάρου και να διακηρύξουν ότι όλη η εξουσία θα εκπορευόταν πλέον απ’ αυτά. Έλειπε ωστόσο η πολιτική βούληση των ηγετών της επανάστασης να προχωρήσουν σ’ αυτά τα μέτρα.

Η προσωρινή κυβέρνηση

Τα δυο κόμματα που κυριάρχησαν από την πρώτη στιγμή στο καινούριο πολιτικό στερέωμα ήταν οι «Μενσεβίκοι» και οι «Σοσιαλεπαναστάτες».

Και τα δύο ήταν κόμματα αριστερά, με παραδόσεις μέσα στο λαό, χωρίς όμως εμπιστοσύνη σ’ αυτόν και, για να πούμε την αλήθεια, ούτε και στον εαυτό τους. Πιστεύοντας ακράδαντα ότι η επανάσταση που μόλις είχε συντελεστεί ήταν αστικοδημοκρατική και πως η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν έργο, δίκαιο βεβαίως, αλλά των πολύ μακρινών απογόνων τους, έσπευσαν να παραδώσουν την εξουσία σε μια προσωρινή κυβέρνηση που ελεγχόταν πλήρως από ευγενείς και από το αστικό κόμμα των Κα Ντε (Συνταγματικοί Δημοκράτες). Το ίδιο έργο δηλαδή που θα παιζόταν με κάποιες παραλλαγές στην Ισπανία του ’36, την Ελλάδα του ’44-’45 και αλλού.

Δημιουργήθηκε έτσι μια «παράδοξη» κατάσταση όπου υπήρχαν δυο κέντρα εξουσίας: ο οπλισμένος και οργανωμένος σε σοβιέτ λαός από τη μια και η προσωρινή κυβέρνηση που αντλούσε την όποια δύναμή της από την αναποφασιστικότητα της ηγεσίας της επανάστασης απ’ την άλλη:

«Ο Ροντζιάνγκο δεν τολμούσε να πάει ως το τηλεγραφείο κι έλεγε στον Τσχέϊτζε και στο Σουχάνοβ (σοσιαλιστές ηγέτες): Σεις έχετε την εξουσία, μπορείτε να μας συλλάβετε όλους. Κι αυτοί του απαντούσαν: Πάρτε την εξουσία, όμως μη μας συλλάβετε για προπαγανδιστική δράση».
(Λ. Τρότσκι, ο. π. σελ. 160).

Κανείς μαρξιστής στην Ρωσία δε διαφωνούσε με τη θέση ότι τα άμεσα καθήκοντα της επανάστασης ήταν το γκρέμισμα του φεουδαλισμού, το μοίρασμα της γης στους αγρότες και η εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού καθεστώτος.

Ποιος μπορούσε όμως να φέρει σε πέρας αυτά τα καθήκοντα που στην Δ. Ευρώπη είχαν λυθεί αιώνες πριν; Σίγουρα όχι η πρόωρα γερασμένη αστική τάξη της Ρωσίας, που ήταν δεμένη αξεδιάλυτα με τα απομεινάρια του παλιού καθεστώτος και σερνόταν πίσω από το άρμα των ιμπεριαλιστών, που δεν μπορούσαν να δουν τη Ρωσία παρά σαν μια αφάνταστα επικερδή τους αποικία.

23969-trotsky

Ο Λ. Τρότσκι, εισάγοντας τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης (βλ. παράρτημα #1) μετά την εμπειρία του 1905, εξήγησε ότι στην εποχή του Ιμπεριαλισμού, τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα ήταν δυνατό να επιτευχθούν μόνο κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης, καθώς αυτή κινείται ακόμη πιο πέρα, προς το σοσιαλισμό. Τα γεγονότα του 1917 δικαίωσαν πλήρως αυτή τη θέση.

Πως όμως εξηγείται η οικειοθελής παραχώρηση της εξουσίας από τις μάζες στους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες; Η εξήγηση βρίσκεται στην ίδια τη φύση της επανάστασης, που φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο τους πρωτοπόρους, αλλά ολόκληρο το λαό, σαν σύνολο. Κάθε στιγμή, οι μάζες αναζητούν τον πιο εύκολο δρόμο για την επίτευξη των στόχων που έχουν καθορίσει. Οι ηγέτες των σοσιαλιστικών κομμάτων τους έλεγαν:

«Η επανάσταση νίκησε, έδιωξε τη μοναρχία, τώρα δε μένει παρά να περιμένετε τη Συντακτική Συνέλευση που θα λύσει τα προβλήματα του πολέμου, της γης κλπ».

Η πατριωτική τους στάση στο ζήτημα του πολέμου, σε συνδυασμό με την ελαφριά κριτική εναντίον του Τσάρου, οδήγησε μεγάλα κομμάτια της διανόησης, των μικροαστών και των πιο καθυστερημένων εργατών να τους δώσουν την υποστήριξή τους. Την ίδια στιγμή, ενώ οι Μπολσεβίκοι ηγέτες βρισκόντουσαν στις φυλακές ή την εξορία με την κατηγορία της προδοσίας, αυτοί ήταν τα πιο γνωστά πρόσωπα και καρπώθηκαν όλη τη δόξα μετά την επανάσταση, αφού βρισκόντουσαν σαν ομιλητές σ’ όλες τις συγκεντρώσεις.

Πόσες φορές δεν τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά;

Οι «θέσεις του Απρίλη»

Και το κόμμα των Μπολσεβίκων πάντως, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων παρά μόνο μετά τον ερχομό του Λένιν στην Πετρούπολη από την εξορία.

Ενώ πολλοί ανώνυμοι Μπολσεβίκοι φάνηκαν αληθινοί ηγέτες τις μέρες της εξέγερσης, το κέντρο του κόμματος ουσιαστικά σύρθηκε πίσω από τις εξελίξεις. Η κατάσταση χειροτέρεψε μάλιστα για ένα διάστημα, όταν απελευθερώθηκαν ή γύρισαν από την εξορία οι πρώτοι «παλιοί Μπολσεβίκοι». Συγκεκριμένα, στις 14 του Μάρτη, ο Στάλιν, που είχε αναλάβει την αρχισυνταξία της «Πράβδα»[5], μαζί με τον Κάμενεφ και το Μουράνοβ, καλούσε στο κύριο άρθρο της εφημερίδας για την υπεράσπιση των κατακτήσεων της επανάστασης

«μέσω της υποστήριξης της Προσωρινής Κυβέρνησης, όσο αυτή αγωνίζεται ενάντια στην αντίδραση, για την υπεράσπιση της δημοκρατίας κλπ».

Το άρθρο αυτό προκάλεσε την οξεία αντίδραση του Λένιν, ότι:

«ήταν σαν ζητούσε από τους ιδιοκτήτες των οίκων ανοχής να εγκαταλείψουν την αμαρτία».

Την επόμενη μέρα, ο Κάμενεφ τασσόταν υπέρ της

«υπεράσπισης της εθνικής άμυνας, για να διαφυλαχθούν οι ελευθερίες που έχουμε κερδίσει»,

μ’ άλλα λόγια τη συνέχιση του πολέμου!

Αυτές οι θέσεις, ουσιαστικά προετοίμαζαν το κόμμα των μπολσεβίκων να παίξει το ρόλο της νόμιμης (και ακίνδυνης) αριστερής αντιπολίτευσης μέσα σε μια καπιταλιστική κυβέρνηση.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε ριζικά με την άφιξη του Λένιν.

Στις 3 του Απρίλη έφτασε στην Πετρούπολη και αμέσως ξεκίνησε τη μάχη για μια μεγάλη πολιτική στροφή και για τον θεωρητικό και πολιτικό επανεξοπλισμό του κόμματος. Οι βασικές θέσεις που ανέπτυξε, και που έμειναν στην ιστορία σαν οι «θέσεις του Απρίλη», ήταν:

  1. Ενάντια στον πόλεμο, που εξυπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της ρώσικης άρχουσας τάξης. Μόνο με την πλήρη ανατροπή του κεφαλαίου και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ θα είχε νόημα η συνέχιση του πολέμου, ώστε να υπερασπιστεί το προλεταριάτο τις κατακτήσεις του.
  2. Η Ρωσία βρίσκεται στην παρούσα συγκυρία στο πέρασμα από την πρώτη φάση της επανάστασης, που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, στη δεύτερη φάση της (μέσα από μια αδιάκοπη, ενιαία διαδικασία) που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς.
  3. Καμιά υποστήριξη στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Ξεσκέπασμα των ψεύτικων υποσχέσεών της και όχι «απαίτηση» να πάψει αυτή, κυβέρνηση καπιταλιστών, να είναι ιμπεριαλιστική.
  4. Αναγνώριση του γεγονότος ότι οι Μπολσεβίκοι αποτελούν μικρή μειοψηφία μέσα στα περισσότερα Σοβιέτ. Αυτό απαιτεί κριτική και υπομονετική εξήγηση στις μάζες για να πειστούν για την ορθότητα των απόψεων των Μπολσεβίκων.
  5. Όχι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το καθεστώς των Σοβιέτ αποτελεί απείρως δημοκρατικότερο σύστημα στην υπηρεσία των εργατικών και λαϊκών μαζών.
  6. Δήμευση όλων των γαιών των τσιφλικάδων. Διανομή της γης στους φτωχούς αγρότες.
  7. Άμεση συγχώνευση όλων των τραπεζών της χώρας σε μια πανεθνική τράπεζα, υπό τον έλεγχο του Κεντρικού Σοβιέτ.
  8. Προσαρμογή του προγράμματος του Κόμματος στις νέες συνθήκες που δημιούργησε η επανάσταση.

Οι θέσεις αυτές χαρακτηρίστηκαν «παραλήρημα», από τους αντίπαλους των Μπολσεβίκων, ενώ και μέσα στην ηγεσία του κόμματος δεν έτυχαν αρχικά καθόλου θετικής υποδοχής. Ήταν όμως τόση η κρισιμότητα της κατάστασης, που ο Λένιν δε φοβήθηκε να μείνει «μειοψηφία του ενός», όπως ο ίδιος ανέφερε, μέσα στην ηγεσία του κόμματος μέχρι να πείσει το κόμμα για τις απόψεις του, ενώ ήταν έτοιμος να φτάσει μέχρι και τη διάσπαση αν χρειαζόταν..

Ωστόσο, αυτές ακριβώς ήταν οι θέσεις που περίμενε ν’ ακούσει η χώρα. Έτσι, στη συνδιάσκεψη του κόμματος στα τέλη του Απρίλη η βάση υιοθέτησε τις θέσεις του Λένιν.

Οι επόμενες μέρες και μήνες έδειξαν ξεκάθαρα την ορθότητα των απόψεων αυτών. Οι αστοί και τα φερέφωνά τους δεν έχαναν ευκαιρία να βάζουν τρικλοποδιές στο δρόμο της επανάστασης και ανέβαλλαν συνεχώς τον τερματισμό του πολέμου, ενώ άρχισαν να σχεδιάζουν και νέες εκστρατείες. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα η φωνή των Μπολσεβίκων να ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά.

Τα αριστερά ρεφορμιστικά κόμματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών (ΣΕ) που κέρδισαν σε πρώτη φάση την εμπιστοσύνη των μαζών και κυριαρχούσαν μέσα στα Σοβιέτ δεν έβλεπαν άλλη λύση από το να δώσουν στήριξη στην αστική κυβέρνηση ή –έστω– να συμμετάσχουν σ’ ένα κυβερνητικό συνασπισμό μ’ αυτή. Γι’ αυτούς η εργατική τάξη της Ρωσίας ήταν πολύ ανώριμη για να πάρει την εξουσία. Θα έπρεπε να προηγηθεί μια περίοδος μετεξέλιξης της Ρωσίας σε αστικό κράτος, με ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία κατά τα πρότυπα της Δύσης, στην οποία οι σοσιαλιστές θα κρατούσαν απλώς το ρόλο της νόμιμης αντιπολίτευσης.

Αλλά και η ηγεσία των Μπολσεβίκων πιάστηκαν απροετοίμαστοι όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Έγραφε η ΠΡΑΒΔΑ στις 8 του Απρίλη:

«Όσο για το γενικό σχήμα του συντρόφου Λένιν, μας φαίνεται απαράδεκτο, στο μέτρο που παρουσιάζει σαν τελειωμένη την αστικοδημοκρατική επανάσταση και υπολογίζει σε μια άμεση μετατροπή της σε σοσιαλιστική επανάσταση».

Έτσι εξηγείται το παράδοξο που κυριαρχεί στην ρωσική πολιτική σκηνή σ’ όλη τη διάρκεια του 1917: Ενώ όλη η πραγματική δύναμη βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών, η πολιτική εξουσία –μέσω των συμφιλιωτικών (αριστερών ρεφορμιστικών) κομμάτων– παραχωρείται στους ορκισμένους εχθρούς της επανάστασης, τους αστούς και την παλιά άρχουσα τάξη της τσαρικής μοναρχίας.

Το καθήκον που πέτυχε να θέσει ο Λένιν στο Μπολσεβίκικο κόμμα, αμέσως μόλις γύρισε από την εξορία, ήταν να αποσπάσουν τις μάζες από την επιρροή των Μενσεβίκων και των ΣΕ, να τις βοηθήσουν να κατανοήσουν το μέγεθος της δύναμής τους και να τους δώσουν την προοπτική της κατάληψης της εξουσίας.

Ο πόλεμος κι η επανάσταση

«Όταν οι φωτισμένοι ειρηνιστές προσπαθούν να καταργήσουν τον πόλεμο με λογικά επιχειρήματα, είναι απλούστατα γελοίοι. Μα όταν οι ίδιες οι ένοπλες μάζες παραθέτουν ενάντια στον πόλεμο λογικά επιχειρήματα, αυτό σημαίνει πως ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του».
(Λ. Τρότσκι, ο.π.π. σελ 339)

Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση των φαντάρων με την νέα κυβέρνηση έγινε στα τέλη του Απρίλη. Ο υπ. Εξωτερικών Μιλιουκόβ, νιώθοντας σίγουρος για την δύναμή του, έβγαλε μια ανακοίνωση που ούτε λίγο ούτε πολύ ξανάφερνε στο προσκήνιο όλες τις παλιές διεκδικήσεις της Ρωσίας και προετοίμαζε απόβαση στα Δαρδανέλια για την κατάληψη της Κων/πολης. Αυτό όμως πήγαινε πολύ. Ο ρωσικός στρατός μπορεί να μην είχε φτάσει ακόμη στο σημείο να υποστηρίξει τις ντεφαιτιστικές[6] θέσεις του Λένιν, αλλά δεν είχε και καμιά διάθεση να δώσει την ζωή του κυνηγώντας νέες κατακτήσεις. Έτσι, η υπόθεση της απόβασης ναυάγησε για… «μικροπράγματα»: οι στρατιώτες αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές!

regimiento-bolchevique-1917

Στην Πετρούπολη, 30.000 οπλισμένοι στρατιώτες κατέβηκαν στους δρόμους ακολουθούμενοι από τους εργάτες που αυθόρμητα παρατούσαν τις δουλειές τους. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν και τις επόμενες μέρες, αυτή τη φορά με πρωτοβουλία των Μπολσεβίκων.

Με το πρόσχημα της υπεράσπισης της προσωρινής κυβέρνησης έγινε η πρώτη ανοιχτή κινητοποίηση των αντεπαναστατικών δυνάμεων, που συγκρούστηκαν ανοιχτά με τους διαδηλωτές. Παρ’ όλη την σοβαρότητα της κατάστασης, μόλις το Σοβιέτ διέταξε διήμερη αποχή από τις διαδηλώσεις, όλοι υπάκουσαν. Η ειρήνη επιτεύχθηκε χωρίς κανένα μέτρο καταναγκασμού. Έφτανε δηλαδή στο Σοβιέτ να νιώσει κύριος της κατάστασης, για να γίνει πραγματικά. Η κρίση του Απρίλη οδήγησε έτσι στην επισημοποίηση της διαρχίας.

Η Αστική προσωρινή κυβέρνηση κατέρρευσε, παραχωρώντας τη θέση της σε μια κυβέρνηση συνασπισμού των αστών με τους Μενσεβίκους και τους ΣΕ.

Ωστόσο, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα των «Απριλιανών», ήταν η κατακόρυφη αύξηση της δημοτικότητας των Μπολσεβίκων, ιδίως στα πιο προχωρημένα στρώματα των εργατών και των στρατιωτών. Στα Σοβιέτ των περισσότερων εργατικών συνοικιών της Πετρούπολης, οι Μπολσεβίκοι κατέκτησαν την πλειοψηφία μέσα στον Μάη. Αλλά και ανάμεσα στους στρατιώτες το κλίμα άρχισε να αλλάζει. Οι αστικές εφημερίδες, άθελά τους βέβαια, φρόντιζαν να αυξάνουν το κύρος τους.

«Κάθε διαμαρτυρία από καταπιεζόμενους, κάθε δήμευση γης, κάθε πρόκληση αντεκδίκησης πάνω σ’ έναν μισητό αξιωματικό, αποδινόταν απ’ τις εφημερίδες στους μπολσεβίκους. Οι στρατιώτες συμπεραίνανε απ’ αυτό πως οι μπολσεβίκοι ήτανε δίκαιοι άνθρωποι».
(Λ. Τρότσκι, ο.π. σελ. 371).

Η απόσταση από τα μέσα μόλις του Απρίλη, όταν οι ναύτες της Κριμαίας διακήρυτταν ότι ο Λένιν ήταν ανεπιθύμητος και τον προειδοποιούσαν να μην τολμήσει να τους επισκεφθεί, ήταν ήδη τεράστια.

Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και τους επόμενους μήνες, μ’ έναν ακόμη πιο έντονο τρόπο. Οι σύμμαχοι της Ρωσίας στον πόλεμο εξακολουθούσαν να πιέζουν τη νέα κυβέρνηση να αναλάβει στρατιωτική δράση, αλλά εξίσου έντονες ήταν και οι αντιδράσεις των στρατιωτών.

Στις 21 του Ιούνη, το 1ο Σύνταγμα των πολυβολητών στην Πετρούπολη πήρε σε Γενική Συνέλευση την ακόλουθη απόφαση:

«Από ‘δω και μπρος θα στέλνουμε μονάδες στο μέτωπο μόνο στις περιπτώσεις που ο πόλεμος θα έχει επαναστατικό χαρακτήρα…”

Καθώς το σύνταγμα απειλήθηκε με διάλυση, το σύνταγμα απάντησε πως

«δεν θα δίσταζε το ίδιο να διαλύσει την προσωρινή κυβέρνηση και τις άλλες οργανώσεις που την υποστήριζαν”!

Ανακατατάξεις μέσα στις μάζες

Η κυβέρνηση συνασπισμού περιλάμβανε 16 υπουργούς, από τους οποίους μόνο οι 6 ανήκαν στα συμβιβασμένα αριστερά κόμματα των Μενσεβίκων και των ΣΕ.

Παρ’ όλη τη δύναμη που είχαν στα Σοβιέτ και στην κοινωνία, τα κόμματα των Μενσεβίκων και των ΣΕ δεν τολμούσαν να πάρουν καν την πλειοψηφία στην κυβέρνηση, πολύ περισσότερο να κυβερνήσουν μόνοι τους. Σαν αποτέλεσμα της όλης πολιτικής τους οι εργάτες και οι στρατιώτες άρχισαν να χάνουν την εμπιστοσύνη που τους είχαν δείξει στην πρώτη φάση της επανάστασης, παρότι αυτή είχε ακόμη σημαντικά αποθέματα. Έτσι η φόρμουλα του Λένιν, «να εξηγούμε υπομονετικά», παρέμενε σε πλήρη ισχύ και απέδιδε! Η δημοτικότητα των Μπολσεβίκων αυξανόταν μέρα με την μέρα.

Η οικονομική κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς, ενώ οι εργοδότες είχαν επιδοθεί στην προσφιλή τους τακτική του λοκ άουτ. Από τον Μάρτη μέχρι τον Ιούλη περισσότερες από 350 επιχειρήσεις, με πάνω από 100.000 εργάτες είχαν κατεβάσει τα ρολά, μόνο στην Πετρούπολη. Ακολούθησαν η Μόσχα και οι επαρχίες. Οι βιομήχανοι που δεν κουράζονταν να βρίζουν τους “δειλούς” και τους “προδότες” που αρνιόντουσαν να πολεμήσουν, δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να αφήσουν χωρίς εφόδια το μέτωπο, προσπαθώντας να τσακίσουν οικονομικά το προλεταριάτο, αφού δεν είχαν τη δύναμη να το τσακίσουν στρατιωτικά.

rosiki_epanastasi-soviet

Στις 3 του Ιούνη συνήλθε στην Πετρούπολη το πρώτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Οι Μπολσεβίκοι είχαν ήδη σ’ αυτό το 1/5 των συνέδρων.

Σε συνθήκες τόσο γρήγορης κοινωνικής εξέλιξης, κάθε σύστημα αντιπροσώπευσης, ακόμη και το σοβιετικό, δεν μπορεί παρά να μένει πίσω από τις πραγματικές διαθέσεις των μαζών που αλλάζουν ώρα με την ώρα. Ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των εργασιών του Συνεδρίου αποκάλυψε με πολύ γλαφυρό τρόπο την εικόνα του μέλλοντος της επανάστασης: Από το βήμα, ένας μετριοπαθής «σοσιαλιστής» διατύπωσε το ρητορικό – όπως πίστευε – ερώτημα: Υπάρχει κανένας εδώ μέσα που τολμάει να ισχυριστεί ότι μπορεί μόνος του να διαχειριστεί την εξουσία; Ένα μόνο χέρι σηκώθηκε, μέσα σε μια θύελλα χλευασμών. Το χέρι ήταν του Λένιν και οι χλευασμοί επρόκειτο να κοπούν απότομα πολύ σύντομα…

Το Συνέδριο αυτό πήρε απόφαση για νέα επίθεση των ρωσικών στρατευμάτων στο μέτωπο, μετά από προτροπή του Κερένσκι που είχε γίνει υπουργός Στρατιωτικών και ψήφισε την «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Στρατιώτη» που αποτελούσε μια πολύ μεγάλη υποχώρηση σε σχέση με το «Διάταγμα υπ. αριθ. 1» που είχε ψηφιστεί τον Μάρτη όπως είδαμε πιο πάνω και που ουσιαστικά απαιτούσε τον αφοπλισμό των δυνάμεων της Επανάστασης.

Οι διαθέσεις των μαζών έφτασαν σε σημείο βρασμού. Στις 9 του μήνα η ΠΡΑΒΔΑ δημοσίευσε μια έκκληση για διαδήλωση την επόμενη μέρα. Οι Μπολσεβίκοι σκεφτόντουσαν –και σωστά– πως αν το κόμμα δεν έπαιρνε πάνω του τη διαδήλωση, οι στρατιώτες θα ‘βγαιναν από μόνοι τους στους δρόμους. Το συνέδριο θορυβήθηκε. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ απαίτησε από τους Μπολσεβίκους να ακυρώσουν τη διαδήλωση. Μπροστά στην κατηγορηματική απόφαση του συνεδρίου, που περιλάμβανε και υπαινιγμούς ότι επίκειται δεξιό πραξικόπημα, οι Μπολσεβίκοι αποφάσισαν να επανεξετάσουν το ζήτημα, αφού ήθελαν μια ειρηνική διαδήλωση και όχι μια απ’ ευθείας αναμέτρηση με την κυβέρνηση. Ωστόσο με το επεισόδιο αυτό αποκαλύφθηκε ποιος είχε πραγματικά τη δύναμη να καλεί και να ακυρώνει τις κινητοποιήσεις. Όλη τη νύχτα, οι εκπρόσωποι της πλειοψηφίας του Συνεδρίου διέτρεχαν τους στρατώνες και τα εργοστάσια, εξορκίζοντας τους άντρες να μην κατέβουν στους δρόμους, συναντώντας μια φανερή εχθρότητα. Στο εργοστάσιο Πουτίλοβ, με τους 40.000 εργάτες, δέχτηκαν να τοιχοκολληθεί η έκκληση του Σοβιέτ μόνο αφού διαπίστωσαν πως αυτή δεν ερχόταν σε αντίθεση με τη νέα απόφαση του Μπολσεβίκικου κόμματος. Το 1ο σύνταγμα πολυβολητών, αφού άκουσε την εισήγηση του ίδιου του προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ, ψήφισε την ακόλουθη πρόταση: «Σε συμφωνία με την Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων και τη στρατιωτική τους οργάνωση, το σύνταγμα αναβάλλει την έξοδό του…»

Πλειοψηφία και μειοψηφία του Συνεδρίου των Σοβιέτ αναμετρήθηκαν εκείνες τις μέρες, μα και οι δυο έκαναν ένα βήμα πίσω. Οι Μπολσεβίκοι παραιτήθηκαν από την ένοπλη διαδήλωση, τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού από τον αφοπλισμό των εργατών. Ήταν όμως φανερό ότι τα πράγματα όδευαν προς τη σύγκρουση.

Τις επόμενες μέρες οι επιθέσεις ενάντια στο Μπολσεβίκικο κόμμα δυνάμωσαν σ’ όλα τα σοβιετικά όργανα και τον επίσημο τύπο. Αυτό φαίνεται να τόνωσε την αυτοπεποίθηση των συμφιλιωτών, που αποφάσισαν να κάνουν μια τελευταία προσπάθεια να πλησιάσουν τις μάζες που απομακρύνονταν απ’ αυτούς με μεγάλη ταχύτητα. Έτσι, με πρόταση ενός Μενσεβίκου αντιπροσώπου, το Συνέδριο αποφάσισε να καλέσει για τις 18 του μήνα διαδηλώσεις στην Πετρούπολη και όλες τις μεγάλες πόλεις, «για να δείξουν στους εχθρούς την ενότητα και τη δύναμη της δημοκρατίας». Οι Μπολσεβίκοι δέχτηκαν με ικανοποίηση την πρόκληση. «Θα πάμε στη διαδήλωση της 18», έγραφε η ΠΡΑΒΔΑ, «με τους ίδιους σκοπούς για τους οποίους θέλαμε να διαδηλώσουμε μια βδομάδα πριν».

«Οι αντιπρόσωποι του Συνεδρίου που είχαν συναχτεί στο Πεδίο του Άρεως, διαβάζανε και μετρούσαν τα πανό. Τα πρώτα μπολσεβίκικα συνθήματα έγιναν δεκτά με χλευασμούς. Μα τα ίδια συνθήματα επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά: ”Κάτω οι 10 καπιταλιστές υπουργοί”. ”Κάτω η επίθεση”. ”Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ”. Τα ειρωνικά χαμόγελα πάγωσαν στα πρόσωπα κι έπειτα, αργά, αποσπάστηκαν απ’ αυτά. Οι μπολσεβίκικες σημαίες κυμάτιζαν όσο έβλεπε το μάτι σου…. Ένα από τα εργοστάσια είχε υψώσει τούτο το πανό: ”Το δικαίωμα στη ζωή είναι πάνω απ’ το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας”. Αυτό το σύνθημα δεν το ‘χε υποβάλλει κανένα κόμμα»

(Λ. Τρότσκι, ο. π. σελ. 391)

Οι τελευταίες μέρες του Ιούνη κυλάνε μέσα σε αναβρασμό. Με οποιαδήποτε αφορμή, οι εργάτες κατεβαίνουν σε απεργίες, γίνονται πατριωτικές διαδηλώσεις, συχνά ένοπλες, οι στρατιώτες μοιάζουν να κοιμούνται με το όπλο στο χέρι. Ο μπολσεβίκικος τύπος εξηγεί και προσπαθεί να αποτρέψει μια γενικευμένη σύγκρουση. Ακόμη, ούτε όλες οι στρατιωτικές μονάδες έχουν περάσει με το μέρος τους, ούτε η επαρχία είναι έτοιμη να ακολουθήσει την πρωτεύουσα. Στις 25 του Ιούνη ο Λένιν γράφει:

«Τα ουρλιαχτά της οργής και της λύσσας που ξεσπούν απ’ όλες τις μεριές ενάντιά μας, εκφράζουν το θρηνολόγημα των Καντέτων (σ.σ.: το αστικό κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών) των Σοσιαλεπαναστατών και των Μενσεβίκων μαζί, για την ίδια τους την αδυναμία. Είναι πλειοψηφία. Είναι στην εξουσία. Είναι συνασπισμένοι όλοι μαζί, και βλέπουν πως όλα τους πάνε ανάποδα! Πώς να μη χύσουν τη χολή τους πάνω στους Μπολσεβίκους;”

Τα «Ιουλιανά»

«Ο στρατιώτης βέβαια, από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου, δεν είχε καμιά όρεξη να πεθάνει ούτε να πολεμήσει. Μα το απεχθανόταν αυτό με τον ίδιο τρόπο που κι ένα άλογο του πυροβολικού δεν επιθυμεί καθόλου να σύρει ένα βαρύ κανόνι μέσα στη λάσπη. Σαν το άλογο, ο στρατιώτης δεν πίστευε πως μπορούσε να απαλλαγεί από το φορτίο που είχε πέσει πάνω του. Ανάμεσα στη θέλησή του και στα γεγονότα του πολέμου δεν φαινόταν να υπάρχει καμιά σχέση. Η Επανάσταση του αποκάλυψε τη σχέση αυτή».

(Λ. Τ., ο.π. σελ. 239)

H έκρηξη δεν άργησε να έρθει. Στις 2 του Ιούλη, 4 αστοί υπουργοί αποχώρησαν από την κυβέρνηση, καθώς έβλεπαν ότι οι «Συμφιλιωτές» (Μενσεβίκοι και ΣΕ) δεν μπορούσαν να χαλιναγωγήσουν τις μάζες. Η στιγμή δεν ήταν τυχαία. Υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι η κατάσταση στο μέτωπο πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ο θόρυβος από την παραίτηση των υπουργών διαδόθηκε αμέσως στην πρωτεύουσα, συγκεντρώνοντας την δυσαρέσκεια σ’ ένα μόνο στόχο: καιρός να τελειώνουμε με τον κυβερνητικό συνασπισμό, όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!

Στις 3 του μήνα, όλη η πόλη βρισκόταν στο πόδι. Συνελεύσεις και συγκεντρώσεις γινόντουσαν παντού. Στο εργοστάσιο Πουτίλοβ έφτασε μια αντιπροσωπεία στρατιωτών. Μέσα σε επευφημίες, δήλωσαν πως είχαν πάρει εντολή να κινήσουν την επομένη για το μέτωπο, μα πως αυτοί είχαν αποφασίσει

«να βαδίσουν όχι για το γερμανικό μέτωπο, ενάντια στο γερμανικό προλεταριάτο, αλλά ενάντια στους δικούς τους καπιταλιστές υπουργούς».

Η ίδια κατάσταση επικρατούσε παντού. Ήταν πια αδύνατο να συγκρατήσει κανείς τους εργάτες και τους στρατιώτες. Με το άκουσμα της είδησης ότι και οι ναύτες της Κροστάνδης[7] ετοιμάζονται να βαδίσουν προς την Πετρούπολη, για να υποστηρίξουν τους εργάτες και τους στρατιώτες της πρωτεύουσας, και οι τελευταίοι ενδοιασμοί των Μπολσεβίκων, οι οποίοι ανησυχούσαν μήπως η κίνηση είναι πρόωρη και δεν μπορεί να συγχρονιστεί με την υπόλοιπη χώρα, υποχωρούν. Ομόφωνα αποφασίζουν να καλέσουν την επόμενη μέρα τις μάζες να συνεχίσουν τη διαδήλωση, στο όνομα πια του κόμματος.

Το κίνημα ήταν πραγματικά μεγαλειώδες. Την δεύτερη μέρα περιλάμβανε πάνω από μισό εκατομμύριο άτομα. Αυτό που του έλειπε όμως ήταν η πολιτική προοπτική. Οι μάζες δεν ήθελαν να σπάσουν με το Σοβιέτ, το οποίο έλεγχαν ακόμα οι «Συμφιλιωτές», ήθελαν αυτό να πάρει την εξουσία, μια εξουσία όμως που οι ίδιοι οι ηγέτες του Σοβιέτ πετούσαν από πάνω τους σαν πυρωμένο σίδερο. Πολλά συμπεράσματα έπρεπε ακόμη να βγουν, πριν οι εξεγερμένοι καταλάβουν την προδοσία των «Συμφιλιωτών» σ’ όλη της την έκταση.

Αυτή η έλλειψη προοπτικής έγινε φανερή μετά από 3 μέρες κινητοποιήσεων. Το κίνημα άρχισε να δείχνει σημεία κόπωσης. Τα φιλικά προς τον Μπολσεβικισμό συντάγματα άρχισαν να κινούνται προς την ουδετερότητα, ενώ οι μονάδες που στη διάρκεια των γεγονότων είχαν τηρήσει ουδετερότητα πέρασαν με το μέρος της κυβέρνησης.

Μεγάλο ρόλο έπαιξε σ’ αυτή τη μεταστροφή η παρουσίαση «αδιάσειστων» δήθεν ντοκουμέντων πως ο Λένιν ήταν πράκτορας των Γερμανών, μια κατηγορία που τον επόμενο μήνα περιέλαβε όλους τους Μπολσεβίκους ανεξαιρέτως.

Το κίνημα υποχρεώθηκε σε υποχώρηση. Η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη μπήκαν σε αντεπίθεση. Το τυπογραφείο των Μπολσεβίκων καταστράφηκε. Ο Λένιν και ο Ζηνόβιεφ αναγκάστηκαν να κρυφτούν για να αποφύγουν τη σύλληψη. Πολλές μονάδες που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση διαλύθηκαν. Ο Τρότσκι και πολλοί άλλοι ηγέτες βρέθηκαν στη φυλακή.

Τον Ιούλη η επανάσταση δέχθηκε μια σημαντική ήττα. Ωστόσο η συμμετοχή των Μπολσεβίκων στα γεγονότα ήταν πολύτιμη στο να μπορέσει το κίνημα να την ξεπεράσει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, κάνοντας μια συντεταγμένη και όχι ηρωική αλλά άτακτη οπισθοχώρηση, που θα έφερνε χιλιάδες νεκρούς και τη συντριβή της αυτοπεποίθησης των εργατών.

Το πραξικόπημα του Κορνίλοβ

Ο μήνας που ακολούθησε μπορεί να χαρακτηριστεί «ο μήνας της μεγάλης συκοφαντίας». Οι κατηγορίες και το κυνηγητό ενάντια στους Μπολσεβίκους ήταν στην ημερήσια διάταξη. Όποιος τολμούσε να μιλήσει ανοιχτά υπέρ τους συλλαμβανόταν. Κι όμως, μετά το πρώτο μούδιασμα, η υποστήριξη κι η επιρροή τους συνέχισε ν’ αυξάνεται. Είχαν δώσει τις εξετάσεις τους και τις είχαν περάσει με επιτυχία, την ίδια στιγμή που οι «Συμφιλιωτές» είχαν ξεμπροστιαστεί αμετάκλητα.

russian-rev

Για την άρχουσα τάξη ήταν πια φανερό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρουν οι σύμμαχοί της «Συμφιλιωτές» να αποσπάσουν τις μάζες από τον Μπολσεβικισμό. Έτσι αποφάσισαν να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί: την στρατιωτική δικτατορία.

Για το ρόλο του δικτάτορα επιλέχθηκε ο μοναρχικός στρατηγός Κορνίλοφ, που αποφασίστηκε να βαδίσει προς την πρωτεύουσα για να αποκρούσει τάχα την επικείμενη εξέγερση των Μπολσεβίκων που χρηματοδοτούνταν, εννοείται, από το Γερμανικό Επιτελείο. Αυτή τη φορά το σκηνικό άλλαζε μόνο ως προς το γεγονός ότι ο στρατηγός δεν στρεφόταν μόνο εναντίον των «λενινιστών κατασκόπων», αλλά και εναντίον της επίσημης κυβέρνησης και του Κερένσκι, που στο μεταξύ είχε γίνει πρωθυπουργός και αρχηγός του στρατού.

Οι εργάτες και οι στρατιώτες αντιτάχθηκαν με μια κινητοποίηση άνευ προηγουμένου στα σχέδια της άρχουσας τάξης. Ο ίδιος ο Κερένσκι αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι μόλις χρειάστηκε να γίνουν οχυρωματικά έργα για την άμυνα της πρωτεύουσας, «χιλιάδες εργάτες… με άμισθη εργασία εκτέλεσαν σε μερικές ώρες ένα έργο που χωρίς τη βοήθειά τους θα απαιτούσε πολλές μέρες». Ένας εργάτης του Πουτίλοβ αφηγείται: «Δουλεύαμε εκείνες τις μέρες 16 ώρες το 24ωρο… μοντάραμε κάπου εκατό κανόνια».

Το πραξικόπημα κατέληξε σε οπερέτα. Παρ’ όλη τη συμμετοχή σ’ αυτό της συντριπτικής πλειοψηφίας των στρατηγών των Επιτελείων και την υποστήριξη από την άρχουσα τάξη (που εκδηλώθηκε και με την ραγδαία άνοδο των τιμών στο χρηματιστήριο) βρέθηκε να είναι ανίκανο ακόμη και να πλησιάσει στην Πετρούπολη.

«Οι σιδηροδρομικοί χαλούσαν κι έφραζαν τις γραμμές…Οι ταχυδρομικοί και τηλεγραφικοί υπάλληλοι άρχισαν να κατακρατούν και να στέλνουν στην Επιτροπή Άμυνας τα τηλεγραφήματα και τις διαταγές του Επιτελείου… Το συνδικάτο των τυπογράφων οργάνωσε σε μερικές ώρες την έκδοση των εφημερίδων της Δευτέρας για να ενημερωθεί ο πληθυσμός γύρω από τα γεγονότα…Ο στασιαστής στρατηγός είχε χτυπήσει το πόδι του στη γη κι από τη γη ξεπήδησαν λεγεώνες – μόνο που ήταν λεγεώνες εχθρικές».

(Λ. Τ. ο.π.π. σελ. 206, 2ος τόμος)

Σ’ όλη αυτή τη φάση, οι Μπολσεβίκοι τάσσονται αποφασιστικά ενάντια στην ανάληψη οποιασδήποτε δράσης απέναντι στην κυβέρνηση. Έρχεται πρώτα το καθήκον να διαφυλάξουν την Επανάσταση από τον άμεσο εχθρό Κορνίλοφ. Αυτό είναι το μάθημα του Ενιαίου Μετώπου που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν οι ηγέτες του εργατικού κινήματος λίγα χρόνια αργότερα, στη Γερμανία, μ’ αποτέλεσμα την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία…

Στους ναύτες που τον επισκέπτονταν εκείνες τις μέρες στη φυλακή και ρωτούσαν αν ήταν πια καιρός να συλλάβουν την κυβέρνηση, ο Τρότσκι απαντούσε:

«Όχι, δεν είναι ακόμη καιρός. Στηρίξτε το όπλο στον ώμο του Κερένσκι και ρίξτε εναντίον του Κορνίλοβ. Ύστερα θα κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας με τον Κερένσκι».

Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη, η εξουσία πήγε στους αστούς. Ύστερα, τον Απρίλη, η κυβέρνηση των αστών έδωσε τη θέση της σ’ ένα συνασπισμό κομμάτων, που αποδείχθηκε εξ ίσου ανίκανος. Τον Ιούνη και τον Ιούλη, τα κόμματα αυτά ήρθαν σε αντιπαράθεση, πρώτα ειρηνική κι έπειτα αιματηρή, ακριβώς με τις μάζες στις οποίες στήριζαν τη δύναμή τους. Η αντίδραση έβγαλε απ’ αυτό το σωστό συμπέρασμα πως οι μέρες της μετριοπάθειας είχαν τελειώσει και πως έμπαινε πλέον το δίλημμα: Κορνίλοβ ή Λένιν. Όταν αυτό το δίλημμα μπήκε στην πράξη, ο Κορνίλοβ έπεσε σαν σάπιο φρούτο, παρ’ όλο που εκείνη τη στιγμή ο Λένιν ήταν ακόμα υποχρεωμένος να κρύβεται. Έτσι η μόνη παραλλαγή που δεν είχε ακόμη δοκιμαστεί ήταν η παραλλαγή του Μπολσεβικισμού. Οι εργάτες έφτασαν σ’ αυτήν μέσα απ’ την εμπειρία τους και έμειναν στο εξής σταθερά προσηλωμένοι σ’ αυτή, αποδεικνύοντας περίτρανα τη ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ:

«Δεν είναι η πλειοψηφία που μας οδηγεί στην επαναστατική τακτική, αλλά η επαναστατική τακτική που μας οδηγεί στην πλειοψηφία».

Η εξέγερση του Οκτώβρη

«Η Ρωσική Επανάσταση επιβεβαίωσε τα βασικά διδάγματα όλων των μεγάλων επαναστάσεων και τον ζωτικό τους νόμο: ή θα προχωρήσει εμπρός με ορμή γρήγορη και αποφασιστική, χτυπώντας με σιδερένιο χέρι όλα τα εμπόδια και προωθώντας τους σκοπούς της ολοένα και πιο πέρα, ή θα οπισθοχωρήσει, πιο πίσω κι απ’ το αδύνατο σημείο της αφετηρίας της και θα τσακιστεί από την αντεπανάσταση. Να σταματήσεις, να κάνεις βήμα σημειωτόν, να αρκεσθείς στο πρώτο στάδιο που έφτασες, είναι αδύνατον μέσα στην επανάσταση».

(Ρόζα Λούξεμπουργκ)[8]

Στις αρχές του Σεπτέμβρη δημιουργείται η τελευταία «επίσημη» κυβέρνηση, πριν την εξέγερση. Ο Κερένσκι καταφέρνει να ανακηρυχτεί όχι μόνο αρχηγός της, αλλά και αρχιστράτηγος, πετυχαίνοντας με κοινοβουλευτικά μέσα αυτό που ο Κορνίλοβ δεν μπόρεσε να πετύχει με την δύναμη των όπλων: να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Ωστόσο, αυτή είναι μια πύρρεια νίκη και μάλιστα με πολύ σύντομη ημερομηνία λήξης. Η νέα κυβέρνηση δεν έχει καμιά πραγματική δύναμη. Για την υποστήριξη των μαζών ούτε λόγος να γίνεται, ενώ και η άρχουσα τάξη απλώς τον ανέχεται σαν το μικρότερο κακό. Στην Δημοκρατική Συνδιάσκεψη που έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην νέα κυβέρνηση, έπεσε με πάταγο η τοποθέτηση ενός ναύτη αντιπρόσωπου:

«Η κυβέρνηση συνασπισμού δεν θα ‘χει ούτε την εμπιστοσύνη ούτε την υποστήριξη του στόλου της Βαλτικής και της φρουράς της Φινλανδίας…Ενάντια στη δημιουργία της, οι ναύτες ύψωσαν τις σημαίες μάχης».

Ακόμη και οι ναύτες που είχαν τοποθετηθεί, από τον ίδιο τον Κερένσκι, φρουροί στη συνδιάσκεψη απευθύνονταν στον Τρότσκι και τον ρωτούσαν βροντώντας τις ξιφολόγχες τους: «Θα μπορέσουμε σε λίγο να δουλέψουμε μ’ αυτά τα μαραφέτια;» Οι καιροί ζυγώνανε.

Εν τω μεταξύ, σ’ όλη τη χώρα ο Μπολσεβικισμός προχωράει από επιτυχία σε επιτυχία: στα περισσότερα βιομηχανικά κέντρα αλλά και σε πολλές αγροτικές περιοχές, σε συνεργασία με την αριστερή πτέρυγα του κόμματος των Σοσιαλεπαναστατών, οι Μπολσεβίκοι κατακτούν την πλειοψηφία μέχρι τα μέσα του Οκτώβρη. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει σ’ αυτό η πάλη για το 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ, που ενώ έπρεπε κανονικά να διεξαχθεί μέσα στον Οκτώβρη, γινόταν συστηματική προσπάθεια μποϊκοταρίσματός του από όλες τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Αυτοί φοβόντουσαν, και πολύ σωστά, ότι σ’ αυτό το συνέδριο, που θα αντιπροσώπευε τις ζωντανές δυνάμεις της επανάστασης, το κόμμα του Λένιν θα μπορούσε να πάρει την πλειοψηφία και να θέσει άμεσα το ζήτημα της εξουσίας. Αντ’ αυτού προτιμούσαν την «Συντακτική Συνέλευση», που και θα μπορούσε ακόμη να καθυστερήσει αρκετά, και θα έδινε δικαίωμα αντιπροσώπευσης σε δυνάμεις – φαντάσματα του παρελθόντος, από τοπικές ενώσεις και δήμους που υπήρχαν ήδη από τον καιρό του Τσάρου. Αυτό εξαγρίωσε ακόμη και περιοχές όπου οι Μπολσεβίκοι είχαν μέχρι τότε πολύ μικρή δύναμη. Το Σοβιέτ του Κίεβου π.χ., πήρε στις 15 του Σεπτέμβρη μια απόφαση η οποία αναγνώριζε το μελλοντικό Συνέδριο σαν το «υπέρτατο όργανο εξουσίας». Στο Ιβάνοβο, όλα τα Σοβιέτ της επαρχίας κηρύχθηκαν ομόφωνα σε «κατάσταση ανοιχτής και αδυσώπητης πάλης με την Προσωρινή Κυβέρνηση». Οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες που η κυβέρνηση υποχώρησε άτακτα.

Μέσα στον Σεπτέμβρη οι Μπολσεβίκοι κατέκτησαν την πλειοψηφία στα δυο κυριότερα Σοβιέτ, της Πετρούπολης και της Μόσχας. Η ώρα είχε σημάνει. Ο Λένιν, που τόσο τον Απρίλη όσο και τον Ιούλη προσπαθούσε να συγκρατήσει τις μάζες από άκαιρη δράση, τώρα σπρώχνει και πιέζει μ’ όλες του τις δυνάμεις. Ο κίνδυνος τώρα δεν είναι να πας πολύ γρήγορα, αλλά να αργοπορήσεις.

Το πρόβλημα σ’ αυτές τις περιπτώσεις τίθεται ως εξής: Αν το κόμμα που χαίρει της εκτίμησης και της υποστήριξης της επαναστατικής τάξης αρνηθεί να αναλάβει δράση την κατάλληλη στιγμή, η εμπιστοσύνη προς αυτό αρχίζει να υποχωρεί ή και χάνεται. Ο εργάτης, ο στρατιώτης που θέλει όσο τίποτε άλλο την ειρήνη σκέφτονται: «Οι Μπολσεβίκοι καλά τα ‘λεγαν μέχρι τώρα που ήταν μειοψηφία, αλλά τώρα που έχουν συγκεκριμένα καθήκοντα να φέρουν σε πέρας πάνε να μας τα γυρίσουν. Δεν διαφέρουν λοιπόν από τους άλλους…».

Έτσι οι μάζες είτε ξεσπούν σε μια ανοργάνωτη εξέγερση που δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, είτε αφήνουν να παρασυρθούν από τις υποσχέσεις κάποιου Κερένσκι. Και στις δυο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, η ευκαιρία χάνεται, η επαναστατική κατάσταση ξεθυμαίνει και οι δυνάμεις της αντίδρασης βρίσκουν την ευκαιρία να ξανασηκώσουν κεφάλι. Η ιστορία είναι γεμάτη με τέτοια παραδείγματα. Όλη η δουλειά και η εκπαίδευση των επαναστατικών οργανώσεων και κομμάτων μπορεί να αποκρυσταλλωθεί ακριβώς σ’ αυτή τη φράση: Να είναι έτοιμοι για δράση την κατάλληλη στιγμή.

Η απόφαση και η προετοιμασία της εξέγερσης δεν έγινε χωρίς σοβαρούς τριγμούς μέσα στο κόμμα των Μπολσεβίκων. Ειδικά μέσα στα ηγετικά κλιμάκια, αναπτύχθηκε μια έντονη αντιπολίτευση που αντιτασσόταν στην άμεση ανάληψη δράσης. Καθόλου τυχαία, μήνες πριν, το Μάη, ο Λένιν έδωσε την ακόλουθη απάντηση σε κάποιον φιλελεύθερο που παραπονιόταν πως οι μάζες πηγαίνουν ολοένα και πιο δεξιά:

«Η χώρα, πολίτη, σας βεβαιώνω, βρίσκεται χίλιες φορές πιο αριστερά από την κυβέρνηση και εκατό φορές πιο αριστερά από μας τους Μπολσεβίκους. Όποιος ζήσει θα δει».

Όλο τον Σεπτέμβρη, ο Λένιν, που εξακολουθούσε να κρύβεται, βομβαρδίζει την Κ. Επιτροπή με γράμματα και άρθρα, στα οποία βάζει με έντονο τρόπο το ζήτημα της εξέγερσης και του χρόνου που πιέζει. Σ’ αυτή του την προσπάθεια, στηρίζεται σε πολλά στελέχη που έχουν μια πολύ κοντινή σχέση με τα εργοστάσια και τους στρατώνες και που νιώθουν πιο έντονα την πίεση των μαζών. Ωστόσο η κατάσταση δεν είναι ίδια σ’ όλα τα επίπεδα του κόμματος. Λίγες μόνο μέρες πριν την εξέγερση, ο Ζηνόβιεφ (για πολλά χρόνια το νούμερο 2 στην ιεραρχία των Μπολσεβίκων) έλεγε τα εξής:

«Οι προοπτικές του Κόμματός μας στις εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση είναι θαυμάσιες…με μια σωστή τακτική μπορούμε να κερδίσουμε το ένα τρίτο των εδρών, ίσως μάλιστα και περισσότερο…» (!)

Η αλήθεια που αποδείχτηκε βέβαια ήταν ότι η μόνη σωστή τακτική ήταν αυτή που για πρώτη φορά στην ιστορία θα έφερνε στην εξουσία το προλεταριάτο.

Το αποκορύφωμα αυτών των αντιδράσεων ήρθε όταν ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ δημοσιοποίησαν, με γράμμα τους στην εφημερίδα του Μαξίμ Γκόρκι, την αντίθεσή τους στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής που κατάφερε τελικά να αποσπάσει ο Λένιν στις 10 του Οκτώβρη, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα σχέδια στον εχθρό.

Η εξέγερση σαν τέχνη

«Αν σκοπεύουμε να χειριστούμε την εξέγερση με τον μαρξιστικό τρόπο, πρέπει χωρίς να χάσουμε στιγμή, να οργανώσουμε ένα επιτελείο για τα επαναστατικά αποσπάσματα… να τοποθετήσουμε σίγουρα συντάγματα στα πιο καίρια σημεία…να συλλάβουμε το Γενικό Επιτελείο και την κυβέρνηση… Πρέπει να κινητοποιήσουμε τους οπλισμένους εργάτες και να τους καλέσουμε στην τελική μάχη ζωής ή θανάτου, να καταλάβουμε αμέσως τους τηλεγραφικούς και τηλεφωνικούς σταθμούς ώστε να έχουμε επαφή μ’ όλα τα εργοστάσια, τα συντάγματα, μ’ όλα τα κέντρα της πάλης κλπ. Αυτές είναι βέβαια μονάχα υποδείξεις, που προσπαθούν να δείξουν το γεγονός ότι, στη δοσμένη στιγμή, είναι αδύνατο να παραμείνουμε πιστοί στο μαρξισμό, πιστοί στην επανάσταση, αν δεν αντιμετωπίσουμε την εξέγερση σαν τέχνη»

(Β. Ι. Λένιν, γράμμα προς την Κ.Ε., Άπαντα, τόμος 34, σελ. 246 )  

Οι εξελίξεις μέσα στον Οκτώβρη είναι πραγματικά ραγδαίες. Προσπαθώντας να ξαναζεστάνουν τον πατριωτισμό των μαζών με την απειλή του χαμού της Πετρούπολης, οι Μενσεβίκοι φέρανε στις 9 του μήνα στο Σοβιέτ μια πρόταση για την δημιουργία «Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής», (Ε.Σ.Ε) που θα είχε σαν καθήκον της την υπεράσπιση της πρωτεύουσας με τη βοήθεια οπλισμένων εργατικών αποσπασμάτων. Αυτό ήταν πραγματικά «θείο δώρο» για τους Μπολσεβίκους, που βρήκαν έτσι την ευκαιρία που ζητούσαν να συνδέσουν άμεσα το Σοβιέτ της Πετρούπολης με την στρατιωτική δράση.

Η πρώτη δουλειά της Επιτροπής ήταν να αρνηθεί να υπακούσει στην εντολή της κυβέρνησης να αποσταλούν τα 2/3 της φρουράς της Πετρούπολης στο μέτωπο. Μια τέτοια μαζική ανυπακοή ήταν πραγματικά η πρώτη πράξη της εξέγερσης και μαζί η πρώτη νίκη. Ο Κερένσκι προτιμούσε να δει την Πετρούπολη στα χέρια των Γερμανών, προκειμένου να απαλλαγεί από τους στρατιώτες που ήταν άμεση απειλή για τον ίδιο και το καθεστώς του. Οι Μπολσεβίκοι στηριζόμενοι και στην φυσική απροθυμία των στρατιωτών να πολεμήσουν, εξασφάλισαν μια χωρίς προηγούμενο ομοψυχία στη φρουρά και την συνέδεσαν στενά με τους εργάτες της πόλης.

Αμέσως μετά, άρχισε ο εξοπλισμός και η εκπαίδευση των εργατών, όσο βέβαια αυτό ήταν δυνατό. Τα οπλοστάσια εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του επιτελείου, μα τα πολεμικά εργοστάσια παραδίδουν ένα μεγάλο μέρος από την παραγωγή τους κατ’ ευθείαν στο Σοβιέτ.

Την νύχτα της 23 προς 24 του Οκτώβρη, μια μόλις μέρα πριν ανοίξει επίσημα το Συνέδριο των Σοβιέτ, η κυβέρνηση, μαζεύοντας όλο το θάρρος που της είχε απομείνει και κάτω από τις ισχυρές πιέσεις της αστικής τάξης και των ξένων πρεσβειών, αποφασίζει να αναλάβει δράση. Προχωράει σε δικαστική δίωξη της Ε.Σ.Ε, στο σφράγισμα του μπολσεβίκικου τυπογραφείου και στην κλήση «σίγουρων» μονάδων από το μέτωπο. Γρήγορα θα διαπιστώσει ότι το «σίγουρο» είναι μια πολύ σχετική έννοια.

Η τελική έφοδος

Οι διαταγές της κυβέρνησης μένουν ανεκτέλεστες. Το μπολσεβίκικο τυπογραφείο ξανανοίγει μέσα σε λίγες ώρες φρουρούμενο από δυνάμεις της Ε.Σ.Ε, που ήταν, υποτίθεται, κι αυτή παράνομη. Τα στρατεύματα που πλησιάζουν προς την πρωτεύουσα, μόλις μαθαίνουν το λόγο για τον οποίο καλέστηκαν, περνούν με το μέρος της επανάστασης.

winter-palace-revolution

Οι μάσκες δε χρειάζονται πια: Καθώς ανοίγουν οι εργασίες του 2ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, ο Λ. Τρότσκι, πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, πετάει στην άκρη και τις τελευταίες συμβατικότητες:

«Ναι, οι μάζες είναι μαζί μας και εμείς τις οδηγούμε στην έφοδο! Αν δεν κλονιστείτε» λέει στους αντιπροσώπους του Συνεδρίου «δεν θα έχουμε εμφύλιο πόλεμο, οι εχθροί θα συνθηκολογήσουν αμέσως και θα καταλάβετε τη θέση που σας ανήκει δικαιωματικά, τη θέση του αφέντη της ρωσικής γης».

Τις στιγμές που λέγονται αυτά τα λόγια, τα κυριότερα σημεία της πόλης πέφτουν στα χέρια των επαναστατών χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά: τηλεφωνεία, σιδηροδρομικοί σταθμοί, ακόμη κι αυτή η Κεντρική Τράπεζα, το ιερότερο από τα ιδρύματα του αστικού κράτους. Στην κατάληψη της Τράπεζας δινόταν και μια συμβολική έννοια: Τα στελέχη του κόμματος είχαν διαπαιδαγωγηθεί με την κριτική του Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού, του 1871, που δεν είχε τολμήσει να βάλει χέρι στην Τράπεζα της Γαλλίας. Οι συνεπείς επαναστάτες μπορούν βέβαια να κάνουν κι αυτοί λάθη. Όχι όμως το ίδιο λάθος δύο φορές.

Το μόνο άξιο λόγου στρατιωτικό επεισόδιο είναι η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων, όπου έχουν μαζευτεί τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς Ρωσίας. Αλλά και αυτή καθυστέρησε ακριβώς γιατί οι εξεγερμένοι προσπαθούν να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο υπομονής ώστε να αποφευχθούν περιττά θύματα. Πρέπει να πούμε ότι ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι μόνο ανθρωπιστικός. Είναι καλό να στερήσεις από τον εχθρό την ευκαιρία να δημιουργήσει ήρωες. Τέλος, κι ενώ το Συνέδριο έχει ήδη ανοίξει, το φρούριο καταλαμβάνεται με αιφνιδιαστική έφοδο. Μέσα σ’ αυτό δεν βρίσκονται παρά λίγες εκατοντάδες Γιούνγκερς (Ευέλπιδες) κι ένα γυναικείο τάγμα. Από τα εκατομμύρια των στρατιωτών της Αυτοκρατορίας, μόνο αυτοί έμειναν «σίγουροι» για την κυβέρνηση!

Το συνέδριο της Σοβιετικής εξουσίας

Η επανάσταση στο σύνολό της, είναι για την κοινωνική εξέλιξη αυτό που η ένοπλη εξέγερση είναι για την ίδια την επανάσταση: το κρίσιμο σημείο όπου η συσσωρευμένη ποσότητα μετατρέπεται με άλμα σε μια καινούρια και ανώτερη ποιότητα.

Μόνο κάτω απ’ αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί το καταπληκτικό φαινόμενο μια εξέγερση, στην οποία συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά της με λιγότερα θύματα από μια μικρή αψιμαχία του πολέμου που μαινόταν γύρω της, όπου χιλιάδες νεκροί συσσωρεύονταν για σκοπούς αφάνταστα μικρότερους και πιο ταπεινούς.

Το Συνέδριο άρχισε επίσημα στις 25 του Οκτώβρη, για να επικυρώσει και τυπικά αυτό που είναι ήδη πραγματικότητα στους δρόμους της Πετρούπολης: το πέρασμα όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών.

Για το Προεδρείο του Συνεδρίου προτείνονται από την μεριά των Μπολσεβίκων 14 ονόματα. Έξι από αυτούς αποτελούσαν ολόκληρο το επιτελείο των εσωκομματικών αντίπαλων της εξέγερσης, μεταξύ αυτών και οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ. Αυτό είναι χαρακτηριστικό για τα ήθη του Κόμματος εκείνη την εποχή. Πόσο τεράστια απόσταση τα χωρίζει από το σταλινικό έκτρωμα που θα ακολουθούσε!

Μετά από λίγο ανεβαίνει στο βήμα ο Λένιν, για να καταπιαστεί με το ζήτημα της ειρήνης. Στην εμφάνισή του ατελείωτα χειροκροτήματα κι επευφημίες. Όταν κόπασαν, ο Λένιν ξεκίνησε απλά:

«Και τώρα θα ασχοληθούμε με την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής τάξης».

Με λιτές φράσεις ανακοινώνει το πρόγραμμα που για μήνες περίμενε να ακούσει η χώρα: Άμεσες διαπραγματεύσεις με τους εμπόλεμους λαούς και τις κυβερνήσεις τους, αποκλεισμός κάθε μορφής προσαρτήσεων, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, δημοσίευση όλων των ως τότε μυστικών συμφωνιών.

«Τώρα έχουμε ανατρέψει την κυβέρνηση των τραπεζιτών. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να καλέσουμε τους άλλους λαούς να κάνουν το ίδιο. Έχουμε κάθε ελπίδα να νικήσουμε».

Η εγγύηση της νίκης είναι για τον Λένιν η μετατροπή της εθνικής επανάστασης σε διεθνή.

Ο Τζον Ριντ, Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας του χρονικού της επανάστασης Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, διηγείται:

«Απότομα, από μια γενική παρόρμηση, βρεθήκαμε όλοι όρθιοι πιάνοντας τους συναρπαστικούς τόνους της Διεθνούς. Ένας ψαρομάλλης στρατιώτης έκλαιγε σαν μικρό παιδί…Η ρωμαλέα αρμονία διαχέονταν μέσα στην αίθουσα, τρυπώντας τζάμια και πόρτες κι ανεβαίνοντας ψηλά στον ουρανό…»

 

 

 


Β’ ΜΕΡΟΣ

Η ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

 

 

Τον Οκτώβρη του 1917 οι εργάτες και οι αγρότες της Ρωσίας, καθοδηγούμενοι από το κόμμα των Μπολσεβίκων, ήρθαν στην εξουσία. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που τα ηνία μιας χώρας περνούσαν στα χέρια όχι μιας ολιγαρχίας με οικονομική δύναμη ή με «ευγενική» καταγωγή αλλά στα χέρια της πιο πλατιάς πλειοψηφίας της κοινωνίας.

Ωστόσο ο δρόμος της νεαρής Σοβιετικής Δημοκρατίας δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ήταν πολλοί εκείνοι που δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν τη νίκη της επανάστασης και που την πολέμησαν με μανία.

Ο εμφύλιος πόλεμος

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η νέα σοβιετική κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με δεκάδες νέα πολεμικά μέτωπα. Ο πόλεμος με την Γερμανία εξακολουθούσε να μαίνεται, ενώ πολλοί πολέμαρχοι του Τσάρου, ξεκινώντας από περιοχές στις οποίες δεν είχε επικρατήσει η επανάσταση, χρησιμοποιώντας τα μέσα που είχαν μείνει στη διάθεσή τους, αλλά και τη βοήθεια που απλόχερα τους παραχωρούσαν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, προσπάθησαν να διαλύσουν το σοβιετικό κράτος. Μετά τη λήξη του πολέμου μάλιστα, αυτή η βοήθεια πήρε τη μορφή κανονικής εκστρατείας: 21 κράτη (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα του «δημοκράτη» Βενιζέλου) έστειλαν στρατό στην Ρωσία για να βοηθήσουν τα στρατεύματα της αντεπανάστασης.

Οι κινήσεις αυτές των ιμπεριαλιστών και των οπαδών του τσαρισμού συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από τον ρωσικό λαό. Με μια απίστευτη αποφασιστικότητα δημιουργήθηκε από το πουθενά ο Κόκκινος Στρατός, που κάτω από την καθοδήγηση και ηγεσία του Λ. Τρότσκι, κατάφερε να αποκρούσει τις επιθέσεις, πολεμώντας ακατάπαυστα επί 3 χρόνια σε ένα πολεμικό μέτωπο που εκτεινόταν σε περισσότερα από 8.000 χλμ.

Το γεγονός αυτό φαίνεται απίστευτο, αν αναλογιστεί κανείς πως ολόκληρη η χώρα ήταν διαλυμένη από τον 1ο Π. Πόλεμο και πως οι Μπολσεβίκοι είχαν έρθει στην εξουσία ακριβώς για να φέρουν την πολυπόθητη ειρήνη. Καταρρίπτεται έτσι και ο ισχυρισμός ότι η εξέγερση του Οκτώβρη δεν ήταν παρά ένα καλοζυγισμένο πραξικόπημα των Μπολσεβίκων. Κανένα πραξικόπημα δε θα μπορούσε ποτέ να εμπνεύσει ένα τόσο μεγαλειώδες κίνημα αντίστασης.

Στις πιο δύσκολες στιγμές του πολέμου, οι δυνάμεις της Επανάστασης έφτασαν να έχουν συμπτυχθεί στα εδάφη γύρω από την Πετρούπολη και την Μόσχα. Την ίδια ώρα, η βιομηχανική και η αγροτική παραγωγή είχαν σχεδόν διαλυθεί. Χρειάστηκαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να καταφέρει η νεαρή Σοβιετική Δημοκρατία να επιβιώσει και το τίμημα που πληρώθηκε ήταν τεράστιο. Χιλιάδες από τους πιο συνειδητοποιημένους εργάτες έδωσαν τη ζωή τους στον πόλεμο που κράτησε πάνω από 6 χρόνια (1914-1920) ενώ η πείνα και οι κακουχίες ξεκλήρισαν ολόκληρες περιοχές. Μέχρι και περιπτώσεις κανιβαλισμού αναφέρθηκαν.

Διεθνισμός

Ο Λένιν περιέγραψε αναλυτικά τους 4 όρους που θα έπρεπε να διέπουν το εργατικό κράτος:

1.Κανένας αξιωματούχος να μην παίρνει μισθό μεγαλύτερο από αυτόν του ειδικευμένου εργάτη.

2.Ανακύκλωση των διοικητικών καθηκόντων σε ολοένα και πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, ώστε να αποφευχθεί η παγίωση μιας γραφειοκρατικής κάστας.

3.Κατάργηση του μόνιμου στρατού και δημιουργία ένοπλης πολιτοφυλακής για την προστασία της επανάστασης από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

4.Όλη η εξουσία να ανήκει στα Σοβιέτ, δηλ. σε εργατικά συμβούλια εκλεγμένων και άμεσα ανακλητών αντιπροσώπων.

Παρ’ όλο που οι Μπολσεβίκοι προσπάθησαν να πάνε όσο γίνεται πιο πέρα αυτούς τους στόχους, κανένας δεν πίστευε πραγματικά πως αυτοί θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα από την πρώτη στιγμή, μέσα στις συνθήκες του πολέμου και της οικονομικά καθυστερημένης Ρωσίας. Όλη η οργάνωση του σοβιετικού κράτους στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του, δεν ήταν παρά η «οργάνωση της κατανάλωσης μέσα σ’ ένα πολιορκημένο φρούριο», κι όχι η προσπάθεια εισαγωγής ενός ολοκληρωμένου κοινωνικού συστήματος.

kreml

Όλοι απέβλεπαν στην γρήγορη εξάπλωση της επανάστασης στην οικονομικά ανεπτυγμένη Ευρώπη και κυρίως στην Γερμανία, που ήταν τότε η πιο βιομηχανοποιημένη χώρα της ηπείρου.

Η πολιτική των Μπολσεβίκων όσο ζούσε ο Λένιν, δεν είχε καμία σχέση με την (υποκριτική έτσι κι αλλιώς) πολιτική της «μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων χωρών», που υιοθέτησε ο Σταλινισμός. Αντίθετα από την πρώτη κιόλας στιγμή, η Ρωσία ακολούθησε τον διεθνιστικό δρόμο της υποστήριξης των κινημάτων σε όλο τον κόσμο και της οργάνωσής τους κάτω από τη σημαία της 3ης Διεθνούς.

Το τέλος του 1ου Παγκ. Πολέμου βρήκε την Ευρώπη σε επαναστατικό αναβρασμό. Η είδηση της νίκης των Μπολσεβίκων στην Ρωσία, σε συνδυασμό με την αγανάκτηση για τα 4 χρόνια πολέμου, έδωσε μεγάλη ώθηση στα εργατικά κινήματα όλης της ηπείρου. Σε πολλές χώρες η εργατική τάξη έφτασε ένα μόλις βήμα από την εξουσία, και κατάφερε μάλιστα να την κατακτήσει πρόσκαιρα στην Ουγγαρία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Αντάντ (σύμμαχοι) και τη Γερμανία, για τον τερματισμό του πολέμου, ένας από τους όρους προς τους ηττημένους ήταν η παράδοση 30.000 αυτομάτων όπλων. Τελικά, 5.000 από αυτά παρέμειναν στα χέρια των Γερμανών, όταν οι στρατηγοί τους δήλωσαν με «αφοπλιστική» ειλικρίνεια, ότι τους ήταν τελείως απαραίτητα για να σταματήσουν την επανάσταση που ζύγωνε στη χώρα τους.

Μόνο η έλλειψη έμπειρων και αποφασισμένων κομμουνιστικών κομμάτων και η ανοιχτή προδοσία των Σοσιαλδημοκρατών, κατάφεραν να φρενάρουν αυτή την εξέλιξη και να οδηγήσουν στην ήττα της επανάστασης στην Ευρώπη και την απομόνωσή της στα στενά όρια του Ρωσικού κράτους.

Εργατική Δημοκρατία

Ακόμη και κάτω από τις αντίξοες συνθήκες του εμφυλίου και των στερήσεων, η πρώτη περίοδος που ακολούθησε την επανάσταση χαρακτηρίζεται από την πιο δημοκρατική διακυβέρνηση που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.. Όλα τα πολιτικά κόμματα ήταν ελεύθερα να εκδίδουν το υλικό τους και να διεξάγουν οποιασδήποτε μορφής προπαγάνδα. Θα θέλαμε πολύ να ακούσουμε κάποιο ανάλογο παράδειγμα από την ιστορία των «πολιτισμένων» καπιταλιστικών χωρών.

Το ίδιο ίσχυε και για το εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως είχαν μετονομαστεί οι Μπολσεβίκοι. Τις μέρες που συζητιόταν η συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία για παράδειγμα, ο Μπουχάριν που είχε διαφωνήσει κάθετα μ’ αυτή και πρότεινε τη συνέχιση του πολέμου και τη μετατροπή του σε επαναστατικό, εξέδιδε καθημερινή εφημερίδα με τις απόψεις του.

Ακόμη και στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού δημιουργήθηκε «στρατιωτική αντιπολίτευση», που υποστήριζε την κατάργηση του τακτικού στρατού και την δημιουργία αντάρτικου. Καμιά απ’ αυτές τις κινήσεις δεν καταστάληκε με διοικητικά μέτρα, παρά μόνο τα ζητήματα λύθηκαν μέσα από εξαντλητικές συζητήσεις στο κόμμα και την κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και οι στρατιωτικοί που συνελήφθησαν από την επανάσταση στις πρώτες της μέρες, αφέθηκαν ελεύθεροι με μόνο όρο την υπόσχεσή τους πως δεν θα έπαιρναν στο μέλλον τα όπλα ενάντια στη σοβιετική εξουσία (!!). Τα μέτωπα του εμφυλίου αργότερα, ήταν γεμάτα από Λευκοφρουρούς πού «τίμησαν» μ’ αυτό τον τρόπο τον όρκο της στρατιωτικής τους τιμής…

Μόνο στα μέσα του 1918 εκδιώχτηκαν τα κόμματα των Μενσεβίκων και των Κα Ντε (αστικό κόμμα) από τα Σοβιέτ, όταν πέρασαν με το μέρος των αντεπαναστατών και πήραν τα όπλα εναντίον της εργατικής κυβέρνησης, ενώ το κόμμα των αριστερών Σοσιαλεπαναστατών τέθηκε εκτός νόμου όταν δολοφόνησε τον Γερμανό Πρεσβευτή και αποπειράθηκε να δολοφονήσει και τον ίδιο τον Λένιν, τραυματίζοντάς τον σοβαρά. Παρ’ όλη την καθαρά αντεπαναστατική τους πολιτική οι Μενσεβίκοι διεξήγαγαν ελεύθερα το συνέδριό τους στη Μόσχα στα 1920, έχοντας πλήρη κάλυψη από τον τύπο.

Η άνοδος της γραφειοκρατίας

Όσοι έβλεπαν – και βλέπουν – εχθρικά την επανάσταση του Οκτώβρη, από τους αστούς και τα φερέφωνά τους μέχρι τους αναρχικούς, αντιεξουσιαστές κλπ, προσπαθούν να αποδείξουν ότι η γραφειοκρατία ενυπάρχει μέσα στην μαρξιστική ιδεολογία, ότι δηλαδή η σταλινική παραμόρφωση ήταν υποχρεωτική και «φυσιολογική» εξέλιξη της επανάστασης και κάθε επανάστασης που γίνεται οργανωμένα και με σχέδιο. Αυτό που ξεχνάνε – ή που δεν θέλουν να θυμηθούν – είναι ότι είναι οι υλικοί όροι που καθορίζουν την συνείδηση και όχι το αντίθετο. Οι καλές ή οι κακές προθέσεις πολύ λίγο μετράνε, όταν έρθουν αντιμέτωπες με μια συγκεκριμένη πραγματικότητα.

Ο Λέων Τρότσκι, στο βιβλίο του «Προδομένη Επανάσταση», εξήγησε με πολύ απλά λόγια αυτούς τους υλικούς όρους:

«Η γραφειοκρατική εξουσία έχει για βάση την φτώχεια της κοινωνίας σε καταναλωτικά αγαθά. Όταν υπάρχουν αρκετά εμπορεύματα σ’ ένα κατάστημα, οι πελάτες μπορούν να ‘ρθουν όποτε θέλουν. Όταν αυτά λιγοστέψουν, οι καταναλωτές αναγκάζονται να κάνουν ουρά. Όταν η ουρά γίνει πολύ μεγάλη, είναι απαραίτητη η παρουσία ενός αστυφύλακα για την τήρηση της τάξης. Από ‘δω ξεκινάει η ύπαρξη της σοβιετικής γραφειοκρατίας: Αυτή ”ξέρει” ποιος πρέπει να πάρει κάτι και ποιος πρέπει να περιμένει».

Σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα;

Δημοσιογράφος: Ποιες είναι οι προθέσεις σας απέναντι στην παγκόσμια επανάσταση;

Στάλιν: Ποτέ δεν είχαμε τέτοια σχέδια ή προθέσεις (!!)

Δημ.: Αλλά…

Στάλιν: Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας παρεξήγησης.

Δημ.: Μιας τραγικής παρεξήγησης;

Στάλιν: Όχι, κωμικής, ή αν θέλεις, κωμικοτραγικής (!!)

(Από συνέντευξη του 1936, σε Αμερικανό δημοσιογράφο)

Στις θέσεις που εκφράζονται στο παραπάνω απόσπασμα, ας αφήσουμε ν’ απαντήσει ο ίδιος ο Λένιν, και μάλιστα σε στιγμές πολύ πιο κρίσιμες για την επιβίωση της νεαρής Σ. Ένωσης (το 1921):

«Για μας ήταν ξεκάθαρο πως χωρίς την υποστήριξη της παγκόσμιας επανάστασης, ο δικός μας θρίαμβος θα ήταν αδύνατος…. Αν και είχαμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος, κάναμε το παν για να διατηρήσουμε το σοβιετικό σύστημα με κάθε θυσία, γιατί ξέραμε πως δουλεύουμε όχι μόνο για τους εαυτούς μας, μα και για την παγκόσμια επανάσταση»

(Β. Ι. Λένιν, λόγος στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, 5 Ιουλίου 1921).

Πώς όμως φτάσαμε από τον διεθνισμό των Μπολσεβίκων στον σταλινικό εθνικό σοσιαλισμό; Καθώς το σοβιετικό κράτος ήταν αναγκασμένο στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του να στηριχτεί σε τεχνικούς, επιστήμονες κλπ του προηγούμενου καθεστώτος και σε συνδυασμό με την στενότητα υλικών μέσων (η παραγωγή του 1920 είχε πέσει στο 13% της προπολεμικής!) και την απομόνωση της επανάστασης, εμφανίστηκε ένα ολοένα αυξανόμενο στρώμα «ειδικών της εξουσίας», που θεώρησε ότι δεν θα έπρεπε να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση, κυνηγώντας τη χίμαιρα της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά πως αυτό που έπρεπε να επιδιώξει ήταν η διατήρηση με κάθε τρόπο του status quo και των προνομίων που είχε αρχίσει να συσσωρεύει.

Έτσι, το 1924, αμέσως μετά το θάνατο του Λένιν, γεννήθηκε από τον Στάλιν η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», μια θεωρία που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις παραδόσεις του μαρξισμού, αλλά και με την ως τότε πολιτική των Μπολσεβίκων και του Λένιν.

Από την σκοπιά των μαρξιστών, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του καπιταλισμού ήταν η δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς, πράγμα που έκανε τα εθνικά σύνορα έναν ανασταλτικό παράγοντα για την παραπέρα οικονομική ανάπτυξη (για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα). Αν αυτό ισχύει για τον καπιταλισμό, είναι δυο φορές πιο αληθινό για τον σοσιαλισμό, που δεν μπορεί να επικρατήσει παρά μόνο ξεπερνώντας οικονομικά το κοινωνικό σύστημα που έρχεται να αντικαταστήσει. Καμιά χώρα, όσο μεγάλη και πλούσια κι αν είναι, δεν μπορεί να ξεφύγει από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και να οικοδομήσει μια απομονωμένη σοσιαλιστική νησίδα.

Η αριστερή αντιπολίτευση

Αυτές οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Σ. Ένωσης και την Διεθνή δεν έμειναν αναπάντητες. Γύρω από τον Τρότσκι δημιουργήθηκε μια τάση μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα, που από το 1923 προειδοποιούσε για τους κινδύνους που περιέκλειε η ήδη διαφαινόμενη ριζική αλλαγή πολιτικής από την σταλινική γραφειοκρατία η οποία είχε ήδη πάρει το πάνω χέρι στο κόμμα, εκμεταλλευόμενη και την βαριά ασθένεια που είχε «παραλύσει» τον Λένιν από το 1922.

Στον οικονομικό τομέα καλούσε για την εγκατάλειψη της στήριξης των πλούσιων αγροτών και εμπόρων που κερδοσκοπούσαν μέσω της ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική: προσωρινή παραχώρηση οικονομικών κινήτρων σε αγρότες και εμπόρους, ώστε να αποκατασταθεί η ομαλή τροφοδοσία των πόλεων κι ένα στοιχειώδες εμπορικό κύκλωμα, που είχαν διαλυθεί στα χρόνια του πολεμικού κομμουνισμού,1918-21) και την επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης της χώρας, με την εισαγωγή 5χρονων πλάνων, για να μπει η οικονομία σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης στηριγμένη στον κεντρικό σχεδιασμό.

leontrotsky

Στον διεθνή τομέα, άσκησε ανελέητη κριτική στις αποφάσεις της Τρίτης Διεθνούς (που όσο ζούσε ο Λένιν γραφόντουσαν κυρίως από τον ίδιο τον Τρότσκι) που είχαν σαν αποτέλεσμα την ήττα της Γενικής Απεργίας στην Αγγλία, την σφαγή του κινεζικού προλεταριάτου από τον Τσιανγκ Καϊ Σεκ και την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ, για να αναφέρουμε μόνο τις πιο χτυπητές περιπτώσεις.

Ενώ απ’ τη μια η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» οδηγούσε σε σοβαρές ήττες το παγκόσμιο εργατικό κίνημα, από την άλλη αυτές οι ήττες έσπερναν την απογοήτευση στο εσωτερικό της Ρωσίας και ενδυνάμωναν τη θέση της γραφειοκρατίας στη μάχη της με την αντιπολίτευση.

Στα αυτιά των πιο καθυστερημένων στρωμάτων, οι σειρήνες του γραφειοκρατικού κυνισμού άρχισαν να ακούγονται πιο ρεαλιστικές και πραγματοποιήσιμες: «Στο όνομα μιας διεθνούς επανάστασης η αντιπολίτευση προτείνει να συρθούμε σ’ έναν επαναστατικό πόλεμο. Φτάνουν πια τα τραντάγματα! Έχουμε κερδίσει το δικαίωμα να ξεκουραστούμε. Θα χτίσουμε τον σοσιαλισμό εδώ, στο σπίτι μας. Βασιστείτε στους ηγέτες σας!».

Για πάνω από 3 χρόνια, η Αριστερή Αντιπολίτευση έδωσε σκληρές μάχες μέσα στο Κόμμα και την Διεθνή. Τελικά, το 1927, ο Στάλιν ένιωσε αρκετά δυνατός, ώστε να πετύχει την διαγραφή της από το Κόμμα. Ο Τρότσκι εκτοπίστηκε αρχικά στη Σιβηρία και στη συνέχεια εξορίστηκε από την Σ. Ένωση. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για τις μαζικές σφαγές που ακολούθησαν. (βλ. παράρτημα #2)

«Υπαρκτός» Σοσιαλισμός και παλινόρθωση

Στα χρόνια που ακολούθησαν, και παρά τον όλο και βαθύτερο γραφειοκρατικό εκφυλισμό η Σ. Ένωση στηριγμένη στον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας κατάφερε να κάνει τεράστια άλματα.

Από μια καθυστερημένη μισοαποικιακή χώρα, μπόρεσε να αναδειχθεί σε οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη. Αυτό όμως δεν το πέτυχε χάρις την «φωτισμένη ηγεσία» του πατερούλη Στάλιν, αλλά λόγω της εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής και του σχεδιασμού της οικονομίας. Ίσα ίσα, η σταλινική γραφειοκρατία κατάφερε να μετατραπεί στα χρόνια μετά τον πόλεμο, από ένα σχετικό, σε ένα απόλυτο εμπόδιο για την παραπέρα οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Είχε υπολογιστεί πως στα μέσα της δεκαετίας του 80, μέσα στο έδαφος της Σ. Ένωσης παραγόντουσαν πάνω από 1 εκατομμύριο διαφορετικά αγαθά και υπηρεσίες. Καθώς η οικονομία γινόταν ολοένα και πιο σύνθετη και εμπλουτιζόταν από τεράστια τεχνολογικά επιτεύγματα, γινόταν συνεχώς και πιο δύσκολος ο γραφειοκρατικός σχεδιασμός από τα πάνω, χωρίς την πιο πλατιά εργατική δημοκρατία που θα έλεγχε την παραγωγή και θα έπαιρνε τις σχετικές αποφάσεις με γνώμονα τις ανάγκες τις κοινωνίας και όχι της παρασιτικής γραφειοκρατικής κάστας

Όταν οι αντιφάσεις αυτές έγιναν αξεπέραστες, το σύστημα κατέρρευσε, παραχωρώντας τη θέση του σ’ έναν γκαγκστερικό καπιταλισμό τύπου, όπου τη θέση των καπιταλιστών πήραν «δικαιωματικά» τα ηγετικά στελέχη του προηγούμενου καθεστώτος…

Επιβεβαιώθηκε έτσι η πρόβλεψη του Λ. Τρότσκι, που δεκαετίες πριν προειδοποιούσε:

«Δεν είναι η στρατιωτική εισβολή, αλλά η εισβολή των φτηνότερων καπιταλιστικών εμπορευμάτων που αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Σ. Ένωση».

Η χώρα που δεν λύγισε από τα χιτλερικά στρατεύματα και την απειλή πυρηνικού πολέμου με τις ΗΠΑ, κατέρρευσε από τις οικονομικές της αντιφάσεις και την έλλειψη δημοκρατίας.

Ακόμη και μετά από 50 χρόνια σταλινικής διακυβέρνησης, οι μάζες στην ΕΣΣΔ και την Αν. Ευρώπη δεν κινήθηκαν σε ευθεία γραμμή προς τον καπιταλισμό, όταν κατέρρευσαν τα καθεστώτα αυτά το 1989.

Αντίθετα μάλιστα, η πρώτη τους αντίδραση ήταν προς την κατεύθυνση της Πολιτικής Επανάστασης, δηλ. της εισαγωγής της δημοκρατίας χωρίς να αλλάξουν οι κοινωνικοποιημένες σχέσεις παραγωγής. Ωστόσο η έλλειψη ενός οργανωμένου επαναστατικού κόμματος, σε συνδυασμό με μια πρωτοφανή σε έκταση προπαγάνδα που χρηματοδοτήθηκε απλόχερα από τους ιμπεριαλιστές, οδήγησε το μεγαλειώδες κίνημα που αναπτύχθηκε στο να ξεστρατίσει γρήγορα από τους στόχους του και να αποδεχθεί την ολοκληρωτική επικράτηση της οικονομίας της αγοράς. Τα αποτελέσματα είναι βέβαια γνωστά.

Η σημασία της Επανάστασης

Έμεινε λοιπόν η επανάσταση του Οκτώβρη μόνο ένα πείραμα. Ένα πείραμα όμως πολύτιμο και μεγαλειώδες. Ακόμη και κάτω από την στυγνή σταλινική δικτατορία, η σχεδιασμένη οικονομία απέδειξε την ανωτερότητά της.

october_21

Μέσα σε μισό αιώνα, η παραγωγή της Σοβιετικής Ένωσης αυξήθηκε περισσότερο από 50 φορές. Σε ποιο μέρος του κόσμου κατάφερε ο καπιταλισμός να πετύχει παρόμοια αποτελέσματα; Χρησιμοποιώντας ακόμη και τις πιο βάρβαρες μεθόδους, πόσο κατάφερε να αναπτύξει χώρες εξίσου πλούσιες σε πρώτες ύλες, όπως τη Βραζιλία ή την Ινδία για παράδειγμα;

Χωρίς ασφαλώς να επιχειρούμε με οποιοδήποτε τρόπο να αποκρύψουμε το τεράστιο κόστος που πληρώθηκε στο καθαρά οικονομικό πεδίο (πέρα από το κολοσσιαίο ιδεολογικό, πολιτικό και ανθρώπινο κόστος σε διεθνές επίπεδο) λόγω της γραφειοκρατικής στρέβλωσης, είναι ξεκάθαρο πως ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής απέδειξε την ανωτερότητά του, όχι στις σελίδες του «Κεφαλαίου» του Μαρξ, αλλά στη γλώσσα του χάλυβα, του τσιμέντου και του ηλεκτρισμού.

Από την άλλη μεριά, μπορούμε όλοι να δούμε δια γυμνού οφθαλμού ποια είναι η κατάσταση στον καπιταλισμό που «θριάμβευσε»: Στρατιές πολιτικών, «σοφών» οικονομολόγων και πληρωμένων δημοσιογράφων παρελαύνουν στις τηλεοράσεις, εξηγώντας πως οι καιροί των κοινωνικών παροχών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, γιατί λέει …προοδεύσαμε πάρα πολύ! Η οικονομία έχει παγκοσμιοποιηθεί, η τεχνολογία επιτρέπει την παραγωγή χωρίς να απαιτούνται εργατικά χέρια και όλα αυτά ουσιαστικά παρουσιάζονται σαν κάτι που μας δυσκολεύει τη ζωή, ενώ, σύμφωνα με κάθε κανόνα κοινής λογικής, θα έπρεπε αυτές οι εξελίξεις να σημαίνουν την αυγή μιας καλύτερης εποχής για ολόκληρη την κοινωνία.

Η ουσία αυτού του παραλογισμού δεν βρίσκεται παρά στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού, που ενώ έχει κοινωνικοποιήσει την παραγωγική διαδικασία, κρατάει τα αποτελέσματά της για μια ελάχιστη μειοψηφία, ρίχνοντας δισεκατομμύρια ανθρώπους στην φτώχεια και τη μιζέρια.

Οι τελευταίες εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία, που μαστίζεται από τη μεγαλύτερη κρίση από την εποχή του 1929, φανερώνουν άλλη μια πολύ σημαντική πτυχή της επανάστασης του 1917. Η κατάρρευση του «αντίπαλου δέους» το 1989, ακόμα και κάτω απ’ την στρεβλή μορφή στην οποία κατέληξε, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για την μεγαλύτερη και πιο συστηματική επίθεση που έχει δεχτεί εδώ και αιώνες η εργατική τάξη από τους καπιταλιστές ολόκληρου του κόσμου. Μπορούμε πια να πούμε με απόλυτη σιγουριά ότι το 1989 αποτελεί ένα κομβικό σημείο της Ιστορίας, μια ήττα με κολοσσιαίες συνέπειες για το εργατικό κίνημα παγκοσμίως και με τις επιπτώσεις του να βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.

Η φτώχεια, η ανεργία και τα μέτρα που συνεχώς εφαρμόζονται, όχι μόνο στην «φτωχή» και «χρεοκοπημένη» Ελλάδα αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, κάνουν ακόμη πιο φανερό πως μόνο ο σχεδιασμός της οικονομίας σε συνδυασμό με την πιο πλατιά εργατική δημοκρατία, όπως αυτή εφαρμόστηκε στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, μπορεί να είναι η λύση στα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Γιατί σήμερα μπορούμε να προχωρήσουμε ξεκινώντας από ένα ασύγκριτα ευνοϊκότερο σημείο, χωρίς τους περιορισμούς της οικονομικής καθυστέρησης και του πολέμου που εμπόδισαν την ρωσική επανάσταση να ολοκληρώσει το έργο της.

Σχεδόν έναν αιώνα μετά και σε πείσμα ορισμένων, η επανάσταση του Οκτώβρη εξακολουθεί να μας δείχνει τον δρόμο.

 

 

Σημειώσεις:
[1] Ο Γκεόργκι Πλεχάνοβ (1857 – 1918) θεωρείται ο πατέρας του ρωσικού μαρξισμού. Έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη δημιουργία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Ρωσίας που αργότερα διασπάστηκε σε Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους.
[2] Ο Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν ήταν ένας σιβηριανός παπάς που κατάφερε να προσκολληθεί στην θεοφοβούμενη τσαρίνα και να εξελιχθεί στο σημαντικότερο πρόσωπο της βασιλικής αυλής. Αν και παπάς, η κλίση του στο ποτό και τα όργια έμειναν παροιμιώδεις.
[3] Οι ημερομηνίες ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο, 13 μέρες πίσω από το καινούριο.
[4] Οι αστυνομικοί εκείνης της εποχής ονομαζόταν από το λαό κοροϊδευτικά «Φαραώ», λόγω των στολών που φορούσαν.
[5] Η «Πράβδα» (Αλήθεια) ήταν η επίσημη εφημερίδα του κόμματος των Μπολσεβίκων
[6] Η άποψη πως η ήττα στον πόλεμο είναι στην πραγματικότητα ήττα της εθνικής αστικής τάξης, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την επικράτηση της εργατικής επανάστασης.
[7] Η Κροστάνδη είναι νησί στην είσοδο του κόλπου της Πετρούπολης, όπου βρισκόταν η βάση του στόλου της Βαλτικής.
[8] Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η Ρωσική Επανάσταση», σελ. 46 εκδόσεις Κορόντζη.

 


Παράρτημα #1

 

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης (Δ.Ε) διατυπώθηκε στην πρώτη της μορφή, από τον ίδιο τον Μαρξ, μετά την επανάσταση του 1848 στην Γερμανία. Για τον Μαρξ, η αστική αυτή επανάσταση θα έπρεπε να αποτελέσει το πρελούδιο για την σοσιαλιστική επανάσταση που θα ακολουθούσε και που θα ολοκλήρωνε το έργο της πρώτης.

Η πρόγνωση αυτή δεν επαληθεύθηκε, αλλά μεθοδολογικά διατήρησε όλη την αξία της: Ακριβώς η αδυναμία του νεογέννητου προλεταριάτου της Γερμανίας να προχωρήσει στη σοσιαλιστική επανάσταση, οδήγησε στην νίκη της αντεπανάστασης και στην αναβολή της επίτευξης των αστικοδημοκρατικών καθηκόντων για 70 χρόνια, μέχρι το τέλος του 1ου Π. Πόλεμου.

Για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, η θεωρία αυτή ξεχάστηκε. Μέχρι το 1905 όλοι οι Μαρξιστές θεωρούσαν ότι η επικείμενη επανάσταση σε καθυστερημένες και μισοανεπτυγμένες χώρες θα ήταν μια αστική επανάσταση, που σαν βασικά της καθήκοντα θα είχε την εξαφάνιση της φεουδαρχίας και των μεγάλων γαιοκτημόνων, την καταστροφή της μοναρχίας και το κέρδισμα στοιχειωδών δημοκρατικών ελευθεριών για τους πολίτες (κοινοβούλιο, συνδικαλισμό κλπ). Σ’ όλη αυτή την περίοδο, οι Μαρξιστές θα έπρεπε να κρατήσουν τη θέση της αριστερής αντιπολίτευσης και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργατών, προετοιμάζοντας την μελλοντική -σε ακαθόριστο χρόνο- σοσιαλιστική επανάσταση.

Η Δ.Ε., όπως επαναδιατυπώθηκε από τον Λ. Τρότσκι, κήρυξε τον πόλεμο σ’ αυτές τις ιδέες. Τρία είναι τα βασικά σημεία αυτής της θεωρίας:

Κεντρική της ιδέα είναι ότι στην εποχή του Ιμπεριαλισμού, τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα δεν μπορούν να επιλυθούν από τις αστικές τάξεις των καθυστερημένων χωρών, γιατί αυτές βρίσκονται ολοκληρωτικά δεμένες στα συμφέροντα των ξένων αφεντικών τους. Ο δρόμος για την δημοκρατία περνάει γι αυτές τις χώρες μέσα από την δικτατορία του προλεταριάτου. Η αστική δημοκρατία δεν είναι πλέον ένα αυτόνομο καθεστώς με ζωή αιώνων ή δεκαετιών, αλλά μόνο το πρελούδιο για την σοσιαλιστική επανάσταση.

Δεύτερο σημείο είναι ο διαρκής χαρακτήρας της επανάστασης σε οικονομία, θεσμούς, ιδεολογία, ακόμη και στην καθημερινή ζωή: Μετά την επικράτησή της, δεν παγιώνει ένα συγκεκριμένο και απαράβατο πλαίσιο, αλλά συνεχίζει να διατηρεί την κοινωνία σε κατάσταση εγρήγορσης και συνεχούς επαναστατικού μετασχηματισμού.

Τρίτο, αλλά καθόλου λιγότερο σημαντικό, σημείο είναι ο διεθνής χαρακτήρας της επανάστασης. Η σοσιαλιστική επανάσταση αρχίζει σε εθνική βάση, αλλά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πλήρως σ’ αυτή. Μια απομονωμένη σοσιαλιστική νησίδα σηκώνει το βάρος όχι μόνο των δικών της αντιφάσεων, αλλά και της πίεσης που εξασκείται πάνω της από το παγκόσμιο καπιταλιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται. Όπως έδειξε και το παράδειγμα της Σ. Ένωσης, αργά ή γρήγορα θα υποκύψει σ’ αυτές τις αντιφάσεις.

Ολόκληρο το 1917 αποτέλεσε μια εντυπωσιακή επαλήθευση αυτής της θεωρίας. Μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα πέρασε μέσα σε 9 μόλις μήνες από τον Τσάρο στα Σοβιέτ, κάνοντας διαδοχικά 2 επαναστάσεις. Η επανάσταση βρέθηκε από την πρώτη στιγμή σε ανελέητη διαμάχη με ιδέες και αντιλήψεις αιώνων, ακόμα και με τον ίδιο της τον εαυτό. Τελικά ή απομόνωσή της οδήγησε αρχικά στην άνοδο στην εξουσία μιας γραφειοκρατικής κάστας και αργότερα στον αφανισμό της.

 


Παράρτημα #2

 

ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ

 

Ο Στάλιν και το καθεστώς που εγκαθίδρυσε έχουν λάβει ήδη τη θέση που τους αξίζει στην Ιστορία: Στιγματίστηκαν, και όχι άδικα, σαν μια από τις χειρότερες στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, μ’ έναν παράδοξο με την πρώτη ματιά τρόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν αυτό το στίγμα σ’ ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό βέβαια εξηγείται εύκολα: Η αστική τάξη δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο σύμμαχο στην προσπάθειά της να δυσφημίσει τον σοσιαλισμό, από τους ίδιους τους υποτιθέμενους πρωτεργάτες του. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

eglimata

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Ο Στάλιν στην προσπάθειά του να ανέβει και στην συνέχεια να σταθεροποιηθεί στην εξουσία, αναγκάστηκε να κόψει όλους τους δεσμούς του με το παρελθόν του Μπολσεβίκικου Κόμματος, αλλά και να χαράξει ένα ποτάμι αίματος που τον χώρισε απ’ αυτό.

Χιλιάδες μέλη του κόμματος εκτοπίστηκαν και δολοφονήθηκαν, με κατηγορίες που θα ήταν στην κυριολεξία γελοίες, αν δεν είχαν τόσο δραματικό αποτέλεσμα. Έτσι, το 1939 είχαν μείνει πια μόνο 20.000 (το 1,3% των μελών του) που είχαν ενταχθεί σ’ αυτό πριν ή κατά τη διάρκεια του 1917.

Αντίθετα, οι υπηρεσίες αστυνόμευσης και ελέγχου αυξάνονταν με γεωμετρική ταχύτητα. Λίγο πριν το ξέσπασμα του 2ου Π. Πόλεμου υπηρετούσαν σε τέτοιες υπηρεσίες πάνω από 2,1 εκατομμύρια, τη στιγμή που σε ορυχεία και σιδηροδρόμους μαζί οι εργαζόμενοι δεν ξεπερνούσαν το 1,5 εκατομμύριο…

Μερικά μόνο παραδείγματα είναι αρκετά, για να δείξουν το μέγεθος της μεγαλύτερης συκοφαντίας που έγινε ποτέ:

Από τα 21 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που εκλέχτηκε το καλοκαίρι του 1917, και που οργάνωσε την επανάσταση του Οκτώβρη, μόνο 5 πρόλαβαν να πεθάνουν από φυσικό θάνατο.

Οι υπόλοιποι 15 χαρακτηρίστηκαν από τον Στάλιν «εχθροί της επανάστασης», «πράκτορες των ιμπεριαλιστών και των Γερμανών», «εχθροί του λαού» και «σαμποτέρ». Καθώς από τους 5 που πέθαναν από φυσικά αίτια κανένας δεν πρόλαβε να γεράσει, είναι σχεδόν σίγουρο ότι αν ζούσαν θα είχαν κι αυτοί την ίδια τύχη.

Φαίνεται πως από το επιτελείο που έφερε σε πέρας τη μοναδική νικηφόρα επανάσταση στην ιστορία, ο μόνος που δεν ήταν προδότης ήταν ο δήμιος όλων των υπολοίπων!

Κάποιος αμετανόητος νοσταλγός του Στάλιν (όσο κι αν φαίνεται περίεργο, υπάρχουν ακόμη τέτοιοι) θα μπορούσε να ισχυριστεί πως όλοι αυτοί υπήρξαν μεν κάποτε επαναστάτες, αλλά στη συνέχεια παρεκτράπηκαν, ή θέλησαν να εκδικηθούν την απομάκρυνσή τους από την εξουσία. Ωστόσο, οι εκκαθαρίσεις δεν σταμάτησαν σ’ αυτούς. Ακόμη και μετά την πλήρη επικράτηση του Στάλιν, στην δεκαετία του 1930, τα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος αποκεφαλίστηκαν πολλές φορές. Το 17ο Συνέδριο του 1934 π.χ. ονομάστηκε «Συνέδριο των Νικητών» από την επίσημη ιστοριογραφία γιατί σ’ αυτό γιορτάστηκε ο πλήρης θρίαμβος των σταλινικών πάνω στην αντιπολίτευση.

Από τους 1966 «Νικητές» σύνεδρους, μέσα σε 4 μόλις χρόνια, είχαν εκτελεστεί οι 1108, ενώ από τα 139 μέλη της Κ. Επιτροπής, πάνω από 100.

Η απαρίθμηση θα μπορούσε να συνεχιστεί έπ’ άπειρον και να περιλάβει στρατιωτικούς, επιστήμονες, φιλόσοφους, καλλιτέχνες κοκ. καθώς και εκατομμύρια ανώνυμους που έπεσαν θύματα των εκκαθαρίσεων και της βίαιης κολεκτιβοποίησης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πάντως το αποτελούν οι ίδιοι οι σκηνοθέτες που έστησαν τις τρεις Δίκες της Μόσχας, από το 1936 ως το 1938: Σε κάθε μια από τις δίκες βρισκόντουσαν ανάμεσα στους κατηγορούμενους και οι οργανωτές της προηγούμενης…


Παράρτημα #3

 

Η ΤΡΙΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ

 

Από τα χρόνια του Μαρξ και του Ένγκελς ακόμη, η Διεθνής (η οργάνωση των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων σε διεθνές επίπεδο) ήταν για τους μαρξιστές το απαραίτητο εργαλείο για την προετοιμασία της διεθνούς επανάστασης. Οι προσπάθειες για τη δημιουργία της 3ης Διεθνούς ξεκίνησαν αμέσως μετά τη νίκη των Μπολσεβίκων, σαν απόρροια του ολοκληρωτικού εκφυλισμού της Σοσιαλδημοκρατικής 2ης Διεθνούς, που είχε υποστηρίξει τον 1ο Παγκ. Πόλεμο και είχε παίξει αποφασιστικό ρόλο στην ήττα της επανάστασης σε μια σειρά χώρες.

Τα πρώτα 4 συνέδρια, όσο ζούσε ο Λένιν, γινόντουσαν κάθε χρόνο. Αυτό δεν γινόταν για τυπικούς λόγους. Μέσα από αυτά τα συνέδρια έβγαινε η τακτική που έπρεπε να ακολουθούν τα Κ.Κ. σ’ όλο τον κόσμο, γινόταν μεταφορά των εμπειριών των διαφόρων τμημάτων, διορθώνονταν λάθη και γινόντουσαν αλλαγές στην πορεία, αναλόγως με τις διεθνείς εξελίξεις. Ήταν τόσο μεγάλη η σημασία που έδιναν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι σ’ αυτή την διαδικασία, ώστε τα συνέδρια διεξαγόντουσαν ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Τα δυο πρώτα μάλιστα έγιναν ενώ διαρκούσε ακόμη ο εμφύλιος, μ’ αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι να είναι αναγκασμένοι να διασχίζουν εμπόλεμες ζώνες για να φτάσουν στην έδρα των συνεδρίων.

Μετά την νίκη της σταλινικής φράξιας η συνέχεια ήταν τελείως διαφορετική: Το 5ο συνέδριο έγινε το 1924, το 6ο τρία χρόνια αργότερα, στα 1927, αφού είχαν προηγηθεί η ήττα της Γενικής Απεργίας στην Βρετανία το 1926 και η σφαγή της κινέζικης επανάστασης από τον Τσιανγκ Κάϊ Σεκ, που αξίζει να σημειωθεί ότι είχε γίνει προηγουμένως δεκτός σαν συνδεδεμένο μέλος στη Διεθνή και στου οποίου το κόμμα είχαν υποχρεωθεί να ενταχθούν οι Κινέζοι κομμουνιστές. Για το 7ο και τελευταίο συνέδριο έπρεπε να περάσουν 8 ολόκληρα χρόνια για να διεξαχθεί, στα 1935. Σ’ όλη αυτή την περίοδο έλαβαν χώρα τεράστιας σημασίας γεγονότα, που πέρασαν στην κυριολεξία στα ψιλά, όπως το οικονομικό κραχ του 1929-30 και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία. Ο λόγος γι’ αυτές τις καθυστερήσεις ήταν διπλός: Από τη μια ήταν η πλήρης περιφρόνηση και άγνοια του Στάλιν για τις διεθνείς εξελίξεις (είναι χαρακτηριστικό ότι παρ’ όλο που οι περισσότερες εισηγήσεις γινόντουσαν από μέλη του Ρωσικού Κ.Κ, ο Στάλιν δεν έκανε καμία στα 4 πρώτα συνέδρια) και από την άλλη η πλήρης αδυναμία εξήγησης και παραδοχής των τεραστίων λαθών στην πολιτική της Διεθνούς, που έκανε απαραίτητη την χρονική απόσταση πριν –και αν– συζητηθούν .

Το τέλος για την 3η Διεθνή δόθηκε από τον ίδιο τον Στάλιν το 1943, όταν την διέλυσε και τυπικά, για να δώσει έμπρακτες αποδείξεις στον Τσόρτσιλ και τον Ρούσβελτ ότι δεν είχε πλέον βλέψεις στην επανάσταση σε άλλες χώρες.

Ο διεθνισμός του Λένιν είχε παραχωρήσει τη θέση του στις συμφωνίες της Μόσχας, της Τεχεράνης, της Γιάλτας και του Πότσδαμ, με τις οποίες επισημοποιήθηκε το μοίρασμα του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων.