Πρωτοφανής πολιτική κρίση στη Γερμανία

30/11/2017
Comments off
610 Views
Επιμέλεια του άρθρου του Σάσα Στάνισιτς, από το socialistworld.net

 

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό της λεγόμενης κυβέρνησης «Τζαμάικα» (πήρε το όνομά της από τα χρώματα των κομμάτων που θα την αποτελούσαν: το χριστιανοδημοκρατικό CDU/CSU της Μέρκελ, το φιλελεύθερο FDP και τους Πράσινους, που είναι τα ίδια με αυτά της Τζαμαικανής σημαίας) αποτέλεσε έκπληξη. Το ενδεχόμενο να βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολιτική κρίση που όμοιά της δεν έχει δει μέχρι σήμερα η μεταπολεμική Γερμανία, που την προκάλεσε μια ομάδα φιλόδοξων πολιτικών διψασμένων για την εξουσία (που μάλιστα όλοι τους εργάζονται προς όφελος των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων), μέχρι πρόσφατα φαινόταν απίθανο. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας είναι σταθερή. Παρόλα αυτά συνέβη.

Υπεύθυνο για το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων, ήταν το φιλελεύθερο FDP, ενώ μετά την ανακοίνωσή της κατάρρευσης, τόσο οι Πράσινοι, όσο και το κόμμα της Μέρκελ, δήλωσαν ότι η δυνατότητα συνεργασίας ήταν απόλυτα ρεαλιστική. Πιθανά η ηγεσία του FDP δεν είχε εξ αρχής σκοπό να αφήσει τις διαπραγματεύσεις να ολοκληρωθούν, φοβούμενη την εκλογική κατάρρευση σε περίπτωση συμμετοχής τους σε συμμαχική κυβέρνηση. Πέρα όμως από το γεγονός ότι ένα κόμμα του συστήματος επέλεξε αυτή τη φορά να υπηρετήσει τα δικά του μικροκομματικά συμφέροντα αντί τα γενικότερα συμφέροντα της αστικής τάξης, οι λόγοι της πολιτικής κρίσης είναι βαθύτεροι.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα και τους θεσμούς του κατεστημένου είναι τόσο μεγάλη, που η αστική τάξη δεν ξέρει πως να την χειριστεί. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό κάποια από τα κόμματα του συστήματος να προτάξουν τη δική τους πολιτική επιβίωση, παρά την «κομματικά αυτοκτονική» ανάληψη της ευθύνης της διακυβέρνησης, δηλαδή την ευθύνη διατήρησης κάποιας μορφής σταθερότητας για το σύστημα.

Και τώρα τι;

Τι θα συμβεί από δω και πέρα; Το σενάριο των πρόωρων εκλογών φαίνεται το πιο πιθανό, αν και όχι το μοναδικό.

Το σοσιαλδημοκρατικό SPD, αν και έχει απορρίψει το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε ένα μεγάλο συνασπισμό, είναι ανοιχτό στο σενάριο μιας «κυβέρνησης Κένυας» (δηλαδή μιας κυβερνητικής συμμαχίας ανάμεσα στο χριστιανοδημοκρατικό CDU/CSU, το σοσιαλδημοκρατικό SPD και τους Πράσινους, που τα χρώματά τους αντιστοιχούν με αυτά της σημαίας της Κένυα). Αυτή η συμμαχία, από τη μια μεριά θα είχε μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και από την άλλη θα έδινε τη δυνατότητα στο φιλελεύθερο FDP να κερδίσει πόντους απέναντι στο ακροδεξιό AfD (που βγήκε τρίτο στις εκλογές της 26ης Σεπτέμβρη) από τη θέση της αντιπολίτευσης. Ωστόσο ούτε αυτό το σενάριο δείχνει ιδιαίτερα πιθανό, αφού το CDU/CSU της Α. Μέρκελ φοβάται ότι αυτή η συνεργασία μπορεί να προκαλέσει δυσαρέσκεια στη βάση του, με πιθανό αποτέλεσμα να χάσει τις τοπικές εκλογές στη Βαυαρία την ερχόμενη χρονιά.

Ένα ακόμη θεωρητικό σενάριο, αυτό της συνεργασίας του CDU/CSU με το σοσιαλδημοκρατικό SPD και το φιλελεύθερο FDP βρίσκεται επίσης στο τραπέζι, ωστόσο οι πρόσφατες ενέργειες του FDP (η ευθύνη του για τον τερματισμό των διαπραγματεύσεων) απομακρύνουν τις πιθανότητες για συμμετοχή του στην επόμενη κυβέρνηση.

Μια κυβέρνηση μειοψηφίας επίσης δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανή, καθώς θα ήταν ασταθής και δεν θα μπορούσε να επιβάλλει τις πολιτικές του γερμανικού ιμπεριαλισμού και στο εσωτερικό μέτωπο, αλλά κυρίως σε διεθνές επίπεδο. Η Μέρκελ, που προσπαθούσε να παρουσιαστεί ως «ηγέτης του ελεύθερου κόσμου», έχει αποδυναμωθεί σημαντικά με τις τελευταίες εξελίξεις.

Είναι λοιπόν μονόδρομος οι νέες εκλογές; Από τη μια μεριά τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να πείσουν ότι αυτό το σενάριο μάλλον θα ενισχύσει εκλογικά, παρά θα περιορίσει το ακροδεξιό AfD, αφού η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση των θέσεών του. Από την άλλη μεριά, η πλειοψηφία της κοινωνίας επιθυμεί την ύπαρξη κυβέρνησης, παρά την αβεβαιότητα της ακυβερνησίας, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά προς τα μεγάλα κόμματα εξουσίας, όπως το CDU/CSU και το SPD.

Η Αριστερά

Το αριστερό DIE LINKE, σε πιθανές νέες εκλογές, θα μπορούσε είτε να καταγράψει σημαντική άνοδο, είτε αντίστροφα να πέσει σημαντικά σε ψήφους. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί πλήρως από τα πολιτικά αιτήματα, το πρόγραμμα και τη συνολική στάση που θα υιοθετήσει. Το DIE LINKE, αν θέλει να δημιουργήσει μια κοινωνική δυναμική, θα πρέπει να οργανώσει έναν πλατύ, δημοκρατικό διάλογο στη βάση του. Ένα διάλογο που θα μπορέσει να οδηγήσει σε μια τολμηρή αντικαπιταλιστική εκστρατεία με θέσεις όπως: η κατάργηση των προνομίων της ελίτ των δισεκατομμυριούχων, για την προστασία του πλανήτη, για τα δικαιώματα των μεταναστών, για το χτύπημα της φοροδιαφυγής των πλουσίων, κα. Θα έπρεπε επίσης να σπάσει κάθε συμμαχία σε τοπική κυβέρνηση με το SPD που εφαρμόζει λιτότητα, και να αποκλείσει καθαρά το ενδεχόμενο τέτοιας κεντρικής συνεργασίας.

Με καθαρά αιτήματα, που να περιλαμβάνουν την κατάργηση του πακέτου μέτρων λιτότητας «Ατζέντα 2010» (της πιο βάναυσης επίθεσης στο κοινωνικό κράτος που πέρασε τα τελευταία χρόνια), τη θέσπιση κατώτατου μισθού 12 ευρώ την ώρα χωρίς εξαιρέσεις, τη θέσπιση αναλογίας ασθενών – νοσηλευτικού προσωπικού στα νοσοκομεία, την απαγόρευση των «ενοικιαζόμενων εργαζομένων» και των αναίτιων απολύσεων, απαγόρευση των εξαγωγών όπλων, το DIE LINKE θα μπορούσε να πείσει ότι είναι το μόνο κόμμα στο πολιτικό σκηνικό που μάχεται για τα συμφέροντα των εκατομμυρίων και όχι για τους δισεκατομμυριούχους, αποκαλύπτοντας το λαϊκισμό του AfD και τις ανούσιες διακηρύξεις για κοινωνική δικαιοσύνη του SPD.

Δυστυχώς όλα δείχνουν ότι η ηγεσία του δεν είναι διατεθειμένη να κάνει κάτι τέτοιο.

 

Ο Sascha Staničić είναι γραμματέας του SAV (τμήματος της CWI στη Γερμανία), και συμμετέχει στην τάση «Αντικαπιταλιστική Αριστερά» που παρεμβαίνει στο Die Linke