Πολωνικές εκλογές: Οριακή νίκη του δεξιού λαϊκιστή Αντρέι Ντούντα

Ο δεξιός λαϊκιστής Αντρέι Ντούντα κέρδισε στις προεδρικές εκλογές της Πολωνίας με οριακή πλειοψηφία απέναντι στον δεξιό νεοφιλελεύθερο Ραφάλ Τρζασκόφσκι, στον δεύτερο γύρο.

Ο δεύτερος γύρος των εκλογών εξελίχθηκε σ’ ένα ντέρμπι ανάμεσα στα δυο μπλοκ της δεξιάς πολωνικής πολιτικής σκηνής. Ο Ντούντα που κατέβηκε ως υποψήφιος του κυβερνώντος κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS) επικράτησε με το οριακό 51,2%, ενώ ο Τρζασκόφσκι που κατέβηκε ως υποψήφιος του νεοφιλελεύθερου κόμματος «Πλατφόρμα Πολιτών» (PO) πήρε 48,8%.

Η νίκη αυτή ενισχύει την κυβέρνηση του PiS καθώς θα μπορέσει να εφαρμόσει μια σειρά μέτρα με τη συγκατάθεση του Προέδρου της χώρας, όπως τον περαιτέρω έλεγχο των Μέσων Ενημέρωσης αλλά και της Δικαιοσύνης.

Εκλογές εν μέσω πανδημίας και ύφεσης

Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν κάτω από συνθήκες ύφεσης της οικονομίας καθώς το επόμενο διάστημα προβλέπεται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 4,2%, ενώ πάνω από 1 εκατομμύριο άτομα είναι άνεργοι, με εκατοντάδες χιλιάδες να έχουν χάσει τις δουλειές τους λόγω της κρίσης του κορονοϊού.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του PiS φαίνεται πως δεν έχει πάρει ούτε ένα ουσιαστικό μέτρο για την καταπολέμηση του ιού.

Η ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων μέσα στον Ιούνη είναι ενδεικτική, με σχεδόν τα 2/3 που μολύνθηκαν να είναι εργαζόμενοι και οι οικογένειες τους στα ανθρακωρυχεία Ζοφιόσκα και Πνιοφέκ. Αυτό συνέβη επειδή η κυβέρνηση δεν προχώρησε στο κλείσιμο των ορυχείων, ακόμα και την περίοδο των περιοριστικών μέτρων που είχαν επιβληθεί στη χώρα.

Οριακή επικράτηση

Ενώ αρχικά φαινόταν ότι ο Ντούντα θα επικρατούσε με άνεση στις προεδρικές εκλογές, λόγω της δημοτικότητας μερικών κοινωνικών πολιτικών του κυβερνώντος κόμματος, όπως για παράδειγμα τα 500 Ζλότι (περίπου 110 ευρώ) μηνιαίο επίδομα παιδιού, η εικόνα αυτή αντιστράφηκε με την κρίση που προκάλεσε η πανδημία.

Ο τρόπος με τον οποίο το PiS αντιμετωπίζει την κρίση προκαλεί μαζική δυσαρέσκεια. Η κυβέρνηση πήρε μια δέσμη μέτρων σε αυτήν την κατεύθυνση, που ονομάστηκε «ασπίδες κατά της κρίσης». Η νομοθεσία αυτή, από τη μια αποσκοπεί στην παροχή μέτρων ανακούφισης των επιχειρήσεων και από την άλλη ανοίγει την πόρτα των μαζικών απολύσεων στο δημόσιο τομέα και τη διάλυση των συλλογικών συμβάσεων και οι οποίες αντανακλούν τον ταξικό χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης.

Ένα από τα στοιχεία των εκλογών του πρώτου γύρου ήταν και η λογική της «ψήφου διαμαρτυρίας». Μια υπόθεση για μια διαρροή προσωπικών δεδομένων από τα Πολωνικά Ταχυδρομεία, τα οποία θα διενεργούσαν τις εκλογές εν μέσω πανδημίας (σχέδιο το οποίο τελικά αναβλήθηκε), οδήγησε αρκετούς ψηφοφόρους προς τον κύριο αντίπαλο του Ντούντα, τον Τρζασκόφσκι. Ενδεικτικό της λογικής της «ψήφου διαμαρτυρίας» είναι επίσης το γεγονός ότι στον πρώτο γύρο των εκλογών στη τρίτη θέση και με ποσοστό 14% βρέθηκε ο Σάιμον Χολόβνια, ένας πρώην δημοσιογράφος που δεν είχε εμπλακεί ποτέ ξανά με την πολιτική.

Η εκστρατεία του Ντούντα

Η εκστρατεία του Ντούντα κινήθηκε γύρω από ένα αντιδραστικό πλαίσιο που ήταν γεμάτη από ομοφοβία και αντισημιτισμό σε μια προσπάθεια να συσπειρώσει την εκλογική του βάση και να κερδίσει ψήφους από την ακροδεξιά.

Επιτέθηκε στα ΛΟΑΤ1 άτομα κατηγορώντας το κίνημα υπεράσπισης των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων ως «ιδεολογία χειρότερη κι απ’ τον κομμουνισμό», καθώς το ίδιο το κόμμα του υποστηρίζει πως τα δικαιώματά τους απειλούν την πολωνική ταυτότητα. Ταυτόχρονα πρότεινε μια τροπολογία στο σύνταγμα της Πολωνίας που θα απαγορεύει την τεκνοθεσία σε ομόφυλα ζευγάρια.

Παράλληλα, επιτέθηκε κατά του Τρζασκόφσκι, καθώς τον παρουσίασε σαν τον άνθρωπο που θα «ξεπουλούσε την Πολωνία στα εβραϊκά συμφέροντα». Αυτό που είχε προτείνει ο Τρζασκόφσκι προεκλογικά ήταν να ανοίξει η συζήτηση για την αποζημίωση των Εβραίων που έχασαν την περιουσία τους από τους Ναζί και τους Πολωνούς συνεργάτες τους κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Πολωνίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο2.

Η εκστρατεία του Ντούντα ενισχύθηκε από την προπαγάνδα του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού δικτύου TVP. Διάφοροι αναλυτές σημειώνουν ότι η οριακή επικράτησή του οφείλεται στο γεγονός ότι τα κρατικά δίκτυα στρατεύτηκαν υπέρ της εκστρατείας του.

Η εργατική τάξη ανάμεσα στις συμπληγάδες

Κάτι που φάνηκε πολύ καθαρά μέσα από τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, ήταν το γεγονός ότι ο κόσμος της εργατικής τάξης δεν είχε ένα δικό του υποψήφιο. Με ελάχιστες εξαιρέσεις η συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων ήταν άνθρωποι που υπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.

Ο νεοφιλελεύθερος Τρζασκόφσκι από τη θητεία τους ως δήμαρχος της Βαρσοβίας, δεν έκανε τίποτα προκειμένου να βάλει ένα φρένο στην ιδιωτικοποίηση των κατοικιών. Την ίδια ώρα έκανε σαφές ότι δεν θα δίσταζε να συμμαχήσει με την Ακροδεξιά και συγκεκριμένα με το Εθνικό Κίνημα (RN) αν χρειαζόταν. Λίγη ώρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του πρώτου γύρου, σε μια προσπάθεια να ελκύσει τους ψηφοφόρους του RN, είχε γράψει στο twitter:

«Ευχαριστώ τον Κριστόφ Μπόσακ [υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές με το ακροδεξιό RN] και τους ψηφοφόρους του. Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, έχουμε συνήθως τις ίδιες απόψεις.»

Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και οι υπόλοιποι υποψήφιοι που στην πλειοψηφία τους είναι εκπρόσωποι της δεξιάς και του φιλελευθερισμού, οι οποίοι δήλωναν ότι η μεγαλύτερη ανησυχία τους είναι η μοίρα των επιχειρήσεων.

Ο μοναδικός υποψήφιος εκτός δεξιάς ήταν ο Ρόμπερτ Μπεντρόν, από την «Αριστερά», έναν κεντρο-αριστερό συνασπισμό σοσιαλδημοκρατικών και αριστερών κομμάτων και δυνάμεων. Η «Αριστερά» συγκροτήθηκε το 2019 όπου στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου χρόνου πήρε 2,3 εκ. ψήφους και 12,5%, ενώ την προηγούμενη δεκαετία οι δυνάμεις που τη συγκροτούν συγκέντρωναν το 7-8% των ψήφων στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις. Το βασικό σύνθημα της φετινής εκστρατείας ήταν «Ασφαλής Πολωνία σε μία Ενωμένη Ευρώπη», συνοδευόμενο από ένα μετριοπαθές πρόγραμμα, με αποτέλεσμα ο Μπεντρόν να μην καταφέρει να κερδίσει έδαφος στο στρώμα των εργαζομένων και των ανέργων, και να λάβει μόλις το 2,2% ψήφων.

Η ανάγκη της εναλλακτικής πρότασης

Με βάση τα προηγούμενα, το μέλλον για την εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα στην Πολωνία, αναμένεται δύσκολο και γεμάτο επιθέσεις από την άρχουσα τάξη. Επομένως, οι οργανώσεις της ανατρεπτικής αριστεράς στην Πολωνία έχουν να δώσουν έναν μεγάλο και δύσκολο αγώνα για να χτίσουν τις δυνάμεις τους μέσα στην εργατική τάξη και τα κινήματα, προκειμένου να σταματήσουν τις πολιτικές λιτότητας που θα εφαρμόσει το PiS, ειδικά αυτή τη περίοδο που οι εργαζόμενοι θα κληθούν να πληρώσουν τα σπασμένα της κρίσης.

[1] Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφισεξουαλικά άτομα, Τρανς άτομα
[2] Η Πολωνία είχε τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα στον πλανήτη, με περίπου 3,5 εκατομμύρια. Το 90% των Εβραίων δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος από τους Ναζί με τη βοήθεια τοπικών φασιστικών και εθνικιστικών δυνάμεων.