Ποιος πρέπει να είναι ο ορισμός του βιασμού; Με αφορμή τον νέο ποινικό κώδικα

Οι προτεινόμενες αλλαγές στον ποινικό κώδικα έχουν προκαλέσει πολλές αντιδράσεις, από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Ανάμεσα στα «αγκάθια» του προτεινόμενου νέου ποινικού κώδικα είναι και ο ορισμός του βιασμού. Μέχρι σήμερα ο βιασμός ορίζεται ως εξής: «Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη». Αυτό προτείνεται να μετατραπεί σε «Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη».

Η ουσιαστική διαφορά στα δύο άρθρα, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στο νέο άρθρο δίπλα στις λέξεις «άμεσος κίνδυνος» προστίθενται οι λέξεις «της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του θύματος. Αυτό έχει προκαλέσει αντιδράσεις γιατί βάζει στενότερα κριτήρια στο τι θεωρείται βιασμός, που καταλήγουν ότι για να αποδειχτεί βιασμός θα πρέπει να υπάρχει ως «αποδεικτικό στοιχείο» η απειλή ή ο σωματικός τραυματισμός του θύματος.

Γιατί ο τραυματισμός του θύματος δεν είναι η μοναδική απόδειξη βιασμού;

Παρά την γενική αντίληψη που επικρατεί, με εικόνες που συναντάμε σε αστυνομικές σειρές όπου τα θύματα βιασμού φέρουν εμφανή σημάδια κακοποίησης, στην πραγματικότητα πολλά από τα θύματα βιασμού δεν έχουν εμφανή τραύματα, δεν αντιστέκονται και δεν φωνάζουν.

Το φαινόμενο της ακούσιας παράλυσης ενός θύματος βιασμού, είναι εξαιρετικά συνηθισμένο, καθώς σύμφωνα με μία κλινική μελέτη στην Σουηδία που συμμετείχαν 298 γυναίκες, το 70% δήλωσε ότι βίωσε «τονική ακινησία» κατά την διάρκεια του βιασμού του.

Το φαινόμενο της ακούσιας παράλυσης έχει παρατηρηθεί εκτός από τα θύματα βιασμού, σε στρατιώτες την ώρα της μάχης αλλά και στο ζωικό βασίλειο σαν ύστατη -ακούσια- προσπάθεια του θηράματος να γλιτώσει από τον θηρευτή του. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, το θύμα αδυνατεί να αντισταθεί ή να φωνάξει σε βοήθεια, γεγονός που σημαίνει πως δεν θα φέρει σημάδια αντίστασης (συνήθως βέβαια θα κουβαλάει τύψεις και ενοχές επειδή δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τον βιασμό του). Βάσει του νέου άρθρου όμως, ένα θύμα που βίωσε ακούσια παράλυση έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να αποδείξει πως βιάστηκε.

Βιασμοί χωρίς τραυματισμούς

Αν και η ακούσια παράλυση είναι τόσο συνηθισμένη, δεν είναι η μοναδική περίπτωση που μία γυναίκα δεν θα αντισταθεί. Υπάρχουν περιπτώσεις που η γυναίκα είναι αναίσθητη όταν βιάζεται. Περιπτώσεις που εκβιάζεται για παράδειγμα με την δημοσίευση προσωπικών στιγμών στο διαδίκτυο. Περιπτώσεις που ο θύτης είναι συγγενικό πρόσωπο με θέση εξουσίας (π.χ. όταν ένας πατέρας βιάζει την κόρη του). Ή μπορεί μια γυναίκα να είναι τόσο φοβισμένη και σοκαρισμένη που να μην αντισταθεί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο νόμος δεν καλύπτει το θύμα εφόσον δεν μπορεί να αποδειχτεί σαφής απειλή για την σωματική ακεραιότητα ή την ζωή του θύματος, ούτε υπάρχει τραυματισμός που να αποδεικνύει ότι ασκήθηκε βία.

Στην πραγματικότητα, και αυτό ισχύει και με τον παλιό νόμο και με τον νέο ακόμα περισσότερο, αυτό που το δικαστικό σύστημα ζητάει στην ουσία είναι το θύμα να θέσει σε κίνδυνο την ζωή του ώστε να τραυματιστεί, για να αποδείξει ότι βιάστηκε! Λίγους μήνες μετά τον βιασμό και την δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη, που δολοφονήθηκε ακριβώς γιατί αντιστάθηκε, το να προτείνεται αυτή η αλλαγή στο άρθρο για τους βιασμούς είναι προκλητικό και εξοργιστικό!

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρείας, κάθε χρόνο στην Ελλάδα διαπράττονται 5.000 βιασμοί (!), κάτι που αντιστοιχεί σε 13-14 βιασμούς την ημέρα, ενώ 90% των γυναικών δεν καταγγέλλουν τον βιασμό τους λόγω του τρόπου που αντιμετωπίζονται από την αστυνομία, τα δικαστήρια και την κοινωνία. Από τη στιγμή που ο νέος νόμος στενεύει ακόμα περισσότερο τον ορισμό, ζητώντας να αποδειχτεί απειλή ή τραυματισμός της γυναίκας, αγνοώντας όλα τα παραπάνω παραδείγματα, αυτό εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει ακόμα περισσότερες γυναίκες να μην καταγγέλλουν τον βιασμό τους!

Βιασμός σημαίνει σεξ χωρίς συναίνεση!

Στην πραγματικότητα, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μία γυναίκα (ή ένας άντρας, ή ένα παιδί) βιάζεται δεν είναι πάντα οι ίδιες, έχουν όμως πάντα έναν κοινό παρονομαστή: ότι δεν υπήρξε συναίνεση στην σεξουαλική πράξη. Αυτό είναι το βασικό που νιώθουν και γνωρίζουν τόσο ο δράστης όσο και το θύμα, αυτός είναι και ο ορισμός του βιασμού και θα έπρεπε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του νόμου.

Εξάλλου, δεν πρόκειται για συζήτηση που ανοίγει σήμερα και στην Ελλάδα. Ο ορισμός του βιασμού ως μη συναινετικό σεξ υπάρχει σε 8 ευρωπαϊκές χώρες (Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο, Κύπρο, Γερμανία, Ισλανδία, Λουξεμβούργο και Σουηδία) και αποτελεί αίτημα γυναικείων οργανώσεων σε πολλές άλλες. Αλλά και πάλι, ο συγκεκριμένος ορισμός απαντάται και πολύ παλιότερα, στα πρώτα χρόνια της Ρωσίας μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, που ο βιασμός είχε οριστεί από το νόμο ως «μη συναινετική σεξουαλική συνεύρεση στην οποία χρησιμοποιείται σωματική ή ψυχολογική βία».

Ο προαναφερόμενος ορισμός του βιασμού δημιουργεί το ερώτημα σε κάποιους αν θα έχει ως αποτέλεσμα κάποιες γυναίκες να λένε ψέματα πως βιάστηκαν σε περίπτωση που μετάνιωσαν για την σεξουαλική επαφή ή που θέλουν να τιμωρήσουν για κάποιον λόγο έναν άντρα κοκ. Οι ανησυχίες αυτές δεν έχουν όμως πραγματική βάση. Καταρχήν, ψεύτικες καταγγελίες μπορούν να γίνουν και με το σημερινό νομικό πλαίσιο για το βιασμό (χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ). Κατά δεύτερο, οι ψεύτικες κατηγορίες για βιασμό είναι σπάνιες. Πρόσφατα, μία έρευνα για την Αγγλία-Ουαλία (όπου ο βιασμός ορίζεται ήδη ως σεξ χωρίς συναίνεση) κατέληξε στο συμπέρασμα πως είναι πιθανότερο ένας άντρας να βιαστεί, παρά να κατηγορηθεί άδικα για βιασμό!

Αγώνας ενάντια στα σεξιστικά στερεότυπα

Αντιθέτως αυτό που είναι εξαιρετικά συχνό είναι η μη καταγγελία των βιαστών όπως προαναφέραμε (στην Ελλάδα από τους 5.000 βιασμούς μόνο οι 150-200 πιστοποιούνται και ακολουθούν το νομικό δρόμο) καθώς και η αθώωση των βιαστών.

Οι βιαστές δεν αθωώνονται μόνο στις χώρες με προβληματικό νομικό πλαίσιο, αλλά και στις χώρες όπου ο βιασμός ορίζεται ως σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αθώωση 2 διάσημων παικτών ράγκμπι στην Β. Ιρλανδία οι οποίοι βίασαν μια 19χρονη κοπέλα στη βάση καταθέσεων που έλεγαν ότι «δεν φώναξε», «δεν αντιστάθηκε», «επέτρεψε να συμβεί», κ.α. Το ποσοστό των βιαστών που καταδικάζονται στη Β. Ιρλανδία είναι μόλις 1,8% (!) πράγμα που δείχνει με ξεκάθαρο τρόπο ότι το νομικό πλαίσιο από μόνο του δεν αρκεί για να οδηγούνται οι βιαστές στη φυλακή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα νομικό πλαίσιο που περιλαμβάνει τον πραγματικό ορισμό του βιασμού και έχει αυστηρές ποινές για τους δράστες είναι δευτερεύον ζήτημα. Κάθε άλλο. Ωστόσο πέρα από τον αγώνα που αφορά το νομικό πλαίσιο του βιασμού, χρειάζεται συνεχής και ανυποχώρητος αγώνας ενάντια σε όλα τα σεξιστικά στερεότυπα που είναι ριζωμένα όχι μόνο στο δικαστικό σύστημα αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Στερεότυπα στη βάση των οποίων η γυναίκα καλείται να δικαιολογήσει το τι φορούσε, το αν είχε πιει, αν είχε προηγουμένως φλερτάρει με τον βιαστή της, αν αντιστάθηκε αρκετά κοκ.

Μετά τις πιέσεις που δέχτηκε η κυβέρνηση και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, φαίνεται πως αναδιπλώνονται και θα επανεξετάσουν το άρθρο για τους βιασμούς όπως και άλλα, αυτό όμως δεν δικαιολογεί το γεγονός πως πρότειναν αρχικά την συγκεκριμένη αλλαγή, η οποία πηγαίνει πολλά βήματα πίσω τον αγώνα των γυναικών ενάντια στη βία, τους βιασμούς και την καταπίεση.



Σημείωση: η πρόταση για το νέο άρθρο αφαιρεί από τον ορισμό του βιασμού την παράμετρο «εξώγαμης συνουσίας», στοιχείο που είναι προς την σωστή κατεύθυνση αφού αναγνωρίζει τον βιασμό στα πλαίσια του γάμου, σπάζοντας την αντίληψη πως το σεξ στον γάμο αποτελεί «συζυγικό καθήκον». Είναι όμως ένα μικρό βήμα μπροστά ανάμεσα στα πολλά βήματα πίσω που οδηγεί ο ορισμός του βιασμού από το νέο άρθρο.