Περιβαλλοντική κρίση: πως η βιομηχανία τροφίμων καταστρέφει τον πλανήτη

Την Τρίτη 31 Ιούλη, στα πλαίσια του 26ου camping Antinazizone – YRE, το «Ξ» διοργάνωσε συζήτηση με θέμα: «Παγκόσμια οικολογική κρίση και οι αγώνες για τη διάσωση του πλανήτη». Τη συζήτηση άνοιξαν η Ελένη Μήτσου, η Ηλέκτρα Κλείτσα και ο Nicolas Croes από το Αριστερό Σοσιαλιστικό Κόμμα αδελφή οργάνωση του «Ξ» στο Βέλγιο. Διαβάστε παρακάτω άρθρο βασισμένο στην εισήγηση της Ηλέκτρας Κλείτσα, γύρω από τη διατροφική κρίση και τη συμβολή της βιομηχανίας τροφίμων στην κλιματική αλλαγή και την καταστροφή του πλανήτη.

Όταν μιλάμε για κλιματική αλλαγή, το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό είναι μεγάλα φουγάρα που βγάζουν μαύρο καπνό. Πράγματι, η χρήση ορυκτών καυσίμων είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας διατήρησης και επιτάχυνσης της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Δεν είναι όμως ο μόνος.

Η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή υπολογίζεται ότι ευθύνεται για το 11-15% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αυτά προέρχονται από τη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων, τις μετακινήσεις και άλλες εργασίες που πραγματοποιούνται με οχήματα και μηχανήματα που καίνε ορυκτά καύσιμα, από τις τεράστιες ποσότητες μεθανίου που εκλύονται από τις μεγάλες φάρμες βοοειδών (το μεθάνιο είναι περίπου 35 φορές πιο ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου από το διοξείδιο του άνθρακα) αλλά και τα κατάλοιπα που αφήνει η βιομηχανικού τύπου γεωργία και κτηνοτροφία.

Το παραπάνω στοιχείο δεν περιλαμβάνει τους αέριους ρύπους που επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα του πλανήτη εξαιτίας της καταστροφής των δασών που δίνουν τη θέση τους σε καλλιέργειες, ή βοσκοτόπια. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 15-18% του συνόλου.

Η εξαφάνιση των τροπικών δασών

Ο Αμαζόνιος είναι το μεγαλύτερο τροπικό δάσος του πλανήτη. Παράγει σημαντικές ποσότητες οξυγόνου και δεσμεύει δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο. Αυτός ο τεράστιος πνεύμονας καταστρέφεται με εξωφρενικούς ρυθμούς, προκειμένου να δώσει τη θέση του σε βοσκοτόπια βοοειδών και καλλιέργειες. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα, μετά την εκλογή του Μπολσονάρου στην προεδρία της Βραζιλίας (στην οποία ανήκουν περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής έκτασης του δάσους του Αμαζονίου) η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Σήμερα υπολογίζεται ότι κάθε λεπτό καταστρέφονται δασικές εκτάσεις ίσες με ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Ο νέος πρόεδρος ανυπομονεί να χαρίσει ακόμη μεγαλύτερα κομμάτια του δάσους στις μεγάλες επιχειρήσεις τροφίμων.

Το τεράστιο τροπικό δάσος τις τελευταίες δεκαετίες έχει χάσει πάνω από το 20% της έκτασής του. Στη θέση του φυτρώνουν τεράστια βοσκοτόπια βοοειδών, αφού η ζήτηση για βοδινό κρέας επεκτείνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Δευτερευόντως, οι πρώην δασικές εκτάσεις του Αμαζονίου, μετατρέπονται σε χωράφια, κυρίως για την καλλιέργεια σόγιας. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της σόγιας προορίζεται για ζωοτροφή και κατευθύνεται σε κτηνοτροφικές μονάδες ανά τον κόσμο, ενώ ένα άλλο, πωλείται για ανθρώπινη κατανάλωση, ως υποκατάστατο κρέατος και λανσάρεται ως «υγιεινή», «εναλλακτική» διατροφή.

Με παρόμοιους τρόπους καταστρέφονται και τα τροπικά δάση της Νοτιοανατολικής Ασίας. Η Ινδονησία για παράδειγμα, καλυπτόταν κατά 80% από τροπικά δάση μέχρι τη δεκαετία του 1960. Σήμερα έχει χάσει πάνω από το 50% των δασικών της εκτάσεων. Ο λόγος είναι ότι σήμερα η Ινδονησία είναι η μεγαλύτερη παραγωγός φοινικέλαιου στον κόσμο. Επιπλέον, βρίσκεται στην τρίτη θέση ανάμεσα στις χώρες που εκπέμπουν τις μεγαλύτερες ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου (μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα). Η Ινδονησία δεν έχει ανεπτυγμένη βιομηχανία. Η τρίτη θέση στη συγκεκριμένη κατάταξη προκύπτει ακριβώς εξαιτίας της καταστροφής των τροπικών δασών για την παραγωγή φοινικέλαιου.

Εξάντληση υδατικών αποθεμάτων

Οι εταιρείες τροφίμων όμως ευθύνονται και για την τεράστια κατασπατάληση των υδατικών πόρων του πλανήτη. Για παράδειγμα, εταιρείες όπως η Nestle διεκδικούν τον έλεγχο πάνω σε τεράστιους υδροφορείς, από τους οποίους εξαρτώνται μεγάλα οικοσυστήματα και εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να εμφιαλώνουν το νερό και να το πουλάνε σε πλαστικά μπουκαλάκια, πληρώνοντας ψίχουλα στις κυβερνήσεις των χωρών στις οποίες ανήκουν.

Πέρα από αυτό όμως, οι σύγχρονες μέθοδοι τροφής ευθύνονται για τεράστιες καταναλώσεις νερού, αφού τα σημερινά αγροτικά προϊόντα απαιτούν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες σε σχέση με αυτά που καλλιεργούνταν πριν από μερικές δεκαετίες. Είναι χαρακτηριστικό, ότι για να παραχθεί ένα κιλό πατάτες απαιτούνται 100 λίτρα νερό, για την παραγωγή ενός κιλού ρυζιού χρειάζονται 4.000 λίτρα νερό, ενώ για την παραγωγή ενός κιλού βοδινού κρέατος απαιτούνται 13.000 λίτρα νερό!

Κάθε μπουκιά και δηλητήριο

Το σημερινό μοντέλο διατροφής στο δυτικό κόσμο είναι λίγο πολύ γνωστό: πουλερικά, ψάρια, γαλακτοκομικά, κρέας και αλλαντικά, δε βρίσκονται στο τραπέζι ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού μόνο επτά μέρες την εβδομάδα, αλλά και τρεις φορές την ημέρα. Που οδηγεί την ανθρώπινη υγεία αυτό το μοντέλο; Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις ιχθυοκαλλιέργειες και στις μεγάλες φάρμες εκτροφής των βοοειδών, των πουλερικών και των γουρουνιών ανά τον κόσμο. Ορμόνες, αντιβιοτικά, εντελώς ακατάλληλες ή ακόμη και γενετικά τροποποιημένες ζωοτροφές, φορμόλη στα ψάρια και βέβαια εξαιρετικά περιορισμένος χώρος, αφού τα ζώα περνάνε όλη τους τη ζωή είτε σε μικρές περιφραγμένες εξωτερικές εκτάσεις, είτε σε «πολυκατοικίες» με αμέτρητα μικρά κλουβιά. Η μεγάλη πλειοψηφία των ζώων που καταλήγουν στο τραπέζι του παγκόσμιου πληθυσμού, δεν έχουν κάνει ούτε ένα βήμα στη ζωή τους.

Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι άσχετο με την ποιότητα της διατροφής και τις επιπτώσεις στην υγεία μας. Αυτό όμως που πολλές φορές ξεχνάμε, είναι ότι η βιομηχανία κρέατος δεν αποτελεί κάποιου είδους εξαίρεση στον «αγγελικό» κόσμο της βιομηχανίας τροφίμων. Εξίσου σοβαροί κίνδυνοι υπάρχουν και στα φρούτα, τα λαχανικά και τα όσπρια, αφού αντίστοιχες πρακτικές χρησιμοποιούνται και στις σύγχρονες καλλιέργειες. Τεράστιες ποσότητες φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων καταλήγουν καθημερινά στο πιάτο μας, την ώρα που τα γενετικά τροποποιημένα φυτά και τα αντίστοιχα ζιζανιοκτόνα κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος.

Για να συμπληρωθεί η εικόνα, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στα συσκευασμένα τρόφιμα. Όχι μόνο χρώματα, χημικές αρωματικές ύλες και συντηρητικά, αλλά και συστατικά που μπορεί να φαίνονται αθώα, αλλά στην πραγματικότητα ενοχοποιούνται για σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως τα διάφορα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, σογιέλαιο, κλπ) βρίσκονται στο καθημερινό μας μενού. Από τα μπισκότα και τα παγωτά, μέχρι τις πίτσες, τα πατατάκια, τις μπάρες δημητριακών, το συσκευασμένο ψωμί και πολλά ακόμη επεξεργασμένα τρόφιμα, περιέχουν συστατικά που αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

Σπασμένα κόκαλα και θάλαμοι αερίων

Ως προς τις συνθήκες ζωής των ζώων που προορίζονται για ανθρώπινη τροφή, όλοι και όλες έχουμε κατά διαστήματα δει εικόνες που προκαλούν φρίκη. Σε πολλές περιπτώσεις ταΐζονται σε τέτοιο βαθμό, που τα κόκαλα των ποδιών τους σπάνε από το υπερβολικό βάρος. Στις μονάδες παραγωγής αυγών, οι κότες γεννάνε μέχρι και 320 αυγά, στη διάρκειας μόλις 18 μηνών ζωή τους (κάτι που κανονικά θα απαιτούσε γύρω στα 4 χρόνια ζωής). Τα αρσενικά κοτόπουλα πηγαίνουν στο θάλαμο αερίων την πρώτη μέρα της ζωής τους, αφού σε αυτές τις μονάδες είναι άχρηστα.

Η βιομηχανία τροφίμων δεν θεωρεί τα ζώα ζωντανούς οργανισμούς, αλλά αντικείμενα κερδοφορίας.  Με τον ίδιο τρόπο βέβαια βλέπει κάθε μορφή ζωής, από την πιο σύνθετη μέχρι την πιο απλή, ξεκινώντας από τους σπόρους των φυτών.

Η εξέλιξη της γεωργίας τις τελευταίες δεκαετίες

Ήδη από τις δεκαετίες του ‘40 και του ‘50, με πρόσχημα την αύξηση της αγροτικής παραγωγής, οι εταιρείες του κλάδου ξεκίνησαν να «εξελίσσουν» τους σπόρους των γεωργικών φυτών. Οι παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων που καλλιεργούνταν για χιλιετίες μπήκαν στα εργαστήρια και ξεκίνησε η διαδικασία διασταυρώσεων τους, ώστε να προκύψουν φυτά πιο ανθεκτικά, που θα δίνουν περισσότερο καρπό. Η λεγόμενη «πράσινη επανάσταση» ξεκίνησε με την υπόσχεση ότι θα ταΐσει τους πεινασμένους του πλανήτη. 

Τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας όμως ήταν διαφορετικά. Η παραγωγή πράγματι αυξήθηκε, αλλά αυτό δε σταμάτησε την άνοδο των τιμών των τροφίμων, ούτε την πείνα και τις τεράστιες ανισότητες. Ταυτόχρονα, τα νέα «εξελιγμένα» φυτά, που είναι γνωστά ως υβρίδια, είχαν μερικά νέα χαρακτηριστικά. Η καλλιέργειά τους απαιτεί πολύ περισσότερα λιπάσματα και φυτοφάρμακα, αλλά και πολύ περισσότερο νερό. Έτσι σήμερα, οι σπόροι αυτοί δίνουν αγροτικά προϊόντα ραντισμένα με τεράστιες ποσότητες φυτοφαρμάκων και παράλληλα το νερό, αλλά και τα εδάφη που απαιτούνται για να καλλιεργηθούν βρίσκονται στα όρια της εξάντλησης.

Με τη διαδικασία αυτή πέτυχαν έναν ακόμη στόχο. Οι σπόροι που παράχθηκαν στα εργαστήρια των εταιρειών τροφίμων, δεν είναι πια ένα φυσικό προϊόν, αλλά πνευματική ιδιοκτησία τους. Οι νέες ποικιλίες που δημιουργήθηκαν, κυκλοφορούν σήμερα υπό το καθεστώς της «πατέντας», ανήκουν δηλαδή στις εταιρείες αγροτικής παραγωγής που κατοχύρωσαν τα πνευματικά δικαιώματα πάνω στους σπόρους. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να εκβιάζουν αγροτικούς πληθυσμούς προκειμένου να συνεχίσουν να πουλάνε τους πατενταρισμένους τους σπόρους, μαζί με τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα που τους συνοδεύουν. Στόχος τους δεν είναι απλά η αύξηση των κερδών τους, αλλά ο έλεγχος της τροφής σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα, βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτό το στόχο, αν δεν τον έχουν ήδη πετύχει.

Πείνα και σπατάλη

Δεκαετίες μετά, παρά τις υποσχέσεις, τεράστια στρώματα του παγκόσμιου πληθυσμού πεθαίνουν κυριολεκτικά από την πείνα. Σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων και Αγροτικής παραγωγής για το 2018:

  • πάνω από 820 εκατομμύρια άνθρωποι (ένας στους 9 κατοίκους της γης) υποσιτίζονται
  • 2 δισεκατομμύρια, δηλαδή περίπου το 26% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε συνθήκες διατροφικής ανασφάλειας
  • 1 στα 7 μωρά γεννιούνται λιποβαρή
  • περίπου 150 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών έχουν χαμηλότερο ύψος από το φυσιολογικό για την ηλικία τους
  • περίπου 50 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε έχουν χαμηλότερο βάρος από το φυσιολογικό για το ύψος τους

Και όλα αυτά παρά τους «στόχους» για «μηδενική πείνα» ως το 2030. Την ίδια ώρα, υπολογίζεται ότι περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής τροφής καταλήγει κάθε χρόνο στα σκουπίδια.

Υπεύθυνη για αυτή την εξωφρενική αυτή εικόνα, είναι η τεράστια απληστία της βιομηχανίας τροφίμων και του τρόπου που έχει οργανώσει την παραγωγή και την κατανάλωση. Από την πλευρά μας, σαν καταναλωτές, τι επιλογές έχουμε;

Δυνατότητες επιλογής;

Μια βόλτα στο super market δίνει την εντύπωση ενός πλατιού φάσματος επιλογών. Στην πραγματικότητα όμως, όλη αυτή η τεράστια ποικιλία προϊόντων ανήκει σε δέκα μόλις πολυεθνικές εταιρείες τροφίμων. Δέκα εταιρείες ελέγχουν το σύνολο των τροφίμων του πλανήτη, από το μαρούλι μέχρι τον κιμά, από τις καραμέλες μέχρι τον καφέ, το εμφιαλωμένο νερό, τις αλυσίδες fast food. Η Nestlé, η PepsiCo, η Coca-Cola, η Unilever,και μερικές ακόμη, αποφασίζουν την ποιότητα και την τιμή της τροφής μας.

Σήμερα είναι περισσότερο από προφανές ότι η ανάκτηση του ελέγχου της παραγωγής και της διανομής τροφίμων από την κοινωνία, είναι ζήτημα επιβίωσης τόσο για την ίδια, όσο και για τις υπόλοιπες μορφές ζωής στον πλανήτη. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με το πέρασμα των μεγάλων εταιρειών παραγωγής τροφίμων και ενέργειας στα χέρια της κοινωνίας, με τη λειτουργία τους να βασίζεται στις πραγματικές διατροφικές ανάγκες των ανθρώπων, το ριζικό ανασχεδιασμό του διατροφικού μοντέλου στις ανεπτυγμένες χώρες, με σεβασμό στο περιβάλλον, με ουσιαστικό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο και διαχείριση στην παραγωγή, τη διανομή και τις τιμές των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η παραγωγή τροφίμων δεν μπορεί να υπόκειται στο αδίστακτο κυνηγητό του κέρδους, αλλά πρέπει να υπηρετεί τις ανάγκες του ανθρώπου και της ζωής στον πλανήτη.