Παραμονή Χριστουγέννων 1914: η ημέρα που ο πόλεμος σταμάτησε, έστω για λίγο

Σχόλιο από το Ξ

 

Η παραμονή Χριστουγέννων του 1914, κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει μείνει στην ιστορία ως η ημέρα που οι στρατιώτες των δύο στρατοπέδων εγκατέλειψαν τα όπλα τους και έδωσαν ένα εξαιρετικό παράδειγμα συναδέλφωσης των λαών, έστω και προσωρινής.

Ο Α’ ΠΠ ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1914 και διήρκεσε έως τον Νοέμβριο του 1918. Το φθινόπωρο του 1914 και καθώς ο χειμώνας πλησίαζε, γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο πόλεμος δεν θα τελείωνε σύντομα. Έτσι, αρκετά πριν την παραμονή των Χριστουγέννων οι στρατιώτες των δύο πλευρών έκαναν κατά καιρούς άτυπες και σύντομες εκεχειρίες, έτσι ώστε να έχουν την δυνατότητα να θάψουν τους νεκρούς τους, να επιδιορθώσουν τις κατεστραμμένες τάφρους και να βοηθήσουν τους τραυματίες τους. Κατά την διάρκεια μίας εκεχειρίας ήταν συνηθισμένο ακόμα και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους κουβέντες και άλλα αντικείμενα όπως τσιγάρα.

***

Κάτι παρόμοιο έγινε και την Παραμονή των Χριστουγέννων. Σύμφωνα με τις καταγραφές, στο Δυτικό Μέτωπο, σε διάφορα σημεία φαντάροι από τις δύο μεριές του μετώπου, Γερμανοί από τη μία και Βρετανοί από την άλλη, τραγούδησαν τα κάλαντα, αντάλλαξαν ευχές και δώρα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις στήθηκαν και παιχνίδια ποδοσφαίρου με αυτοσχέδιες μπάλες.

Οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν στολίσει δέντρα και είχαν ανάψει κεριά. Όταν ξεκίνησαν να τραγουδούν τα κάλαντα, οι Βρετανοί τους μιμήθηκαν και σύντομα τραγουδούσαν μαζί, σε διαφορετικές γλώσσες ενώ φώναζαν «Καλά Χριστούγεννα» στους «εχθρούς» τους. Η νεκρή ζώνη γέμισε με ανθρώπους που αντάλλασσαν ευχές, δώρα όπως τσιγάρα, κουμπιά και αλκοόλ, ενώ το εορταστικό κλίμα συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα. Γράμματα των στρατιωτών στις οικογένειές τους μαρτυρούν πως σε κάποια σημεία του μετώπου υπήρξαν ποδοσφαιρικά παιχνίδια με μπάλες από συρματόπλεγμα και υφάσματα. Υπολογίζεται πως κατά μήκος του μετώπου συμμετείχαν στην εκεχειρία γύρω στις 100.000 στρατιώτες μέσα στις ημέρες των Χριστουγέννων. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στους στρατιώτες όχι απλά να ξεχάσουν για λίγη ώρα την φρίκη του πολέμου, αλλά ακόμα και να ζήσουν κάποιες ευτυχισμένες στιγμές!

Με το πέρασμα των χρόνων, η προσωρινή εκεχειρία την Παραμονή των Χριστουγέννων του 1914, έχει μετατραπεί σχεδόν σε χριστουγεννιάτικο παραμύθι. Και σαν τέτοιο περιέχει αρκετές υπερβολές και ωραιοποιήσεις, παρουσιάζοντας τις ημέρες των Χριστουγέννων του 1914 σαν τις μοναδικές στιγμές εκεχειρίας.

***

Δεν είναι όμως τυχαίο το γεγονός ότι τα περιστατικά της εκεχειρίας την παραμονή των Χριστουγέννων έχουν συγκινήσει χιλιάδες κόσμου. Η κάθε μικρή εκεχειρία, πόσο μάλλον αυτή που γίνεται με αφορμή μια γιορτή, κάνει πράξη αυτό που βαθιά μέσα μας νιώθουμε και πιστεύουμε: ότι οι λαοί μεταξύ μας, δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε. Ότι μπορεί οι άνθρωποι της εργατικής τάξης και των φτωχότερων στρωμάτων να είναι αυτοί που συμμετέχουν και έχουν απώλειες από τους πολέμους, αλλά αυτοί οι πόλεμοι δεν είναι δικοί τους. Η ανάγκη των στρατιωτών, είτε της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας από τη μία μεριά, είτε της Γαλλίας, της Βρετανίας και του Βελγίου από την άλλη, να συναδερφωθούν, να ξεχάσουν έστω για λίγο πως οι κυβερνήσεις τους τους βάφτισαν εχθρούς, δεν είναι απλά συγκινητική. Είναι τρανταχτό παράδειγμα ότι για τους απλούς φαντάρους και στρατιώτες, ο εχθρός δεν βρίσκεται στο αντίπαλο στρατόπεδο, αλλά στο δικό του: στην κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη της χώρας του, που τους στέλνουν να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τα δικά τους συμφέροντα.

Αυτό ακριβώς το παράδειγμα εξάλλου, φοβήθηκαν οι υψηλές διοικήσεις όλων των στρατών! Φοβήθηκαν ότι μετά από αυτήν την συναδέρφωση, οι στρατιώτες θα αμφισβητούσαν συνολικότερα την ανάγκη του πολέμου. Έτσι, μετά τα γεγονότα της 24ης Δεκεμβρίου, οι εντολές που έδωσαν ήταν πολύ σκληρές, απαγορεύοντας κάθε μικρή εκεχειρία και προέβλεπαν σκληρή τιμωρία σε όποιον αρνιόταν να πολεμήσει.

***

Στην πραγματικότητα, η ημέρα που έχει μείνει στην ιστορία ως η ημέρα της εκεχειρίας στον Α΄ΠΠ, ήταν μία από τις τελευταίες μέρες που υπήρξε εκεχειρία ανάμεσα στις δύο μεριές.

Η ιστορία είχε γραφτεί σε γράμματα των στρατιωτών προς τις οικογένειές τους, είχε γίνει γνωστή και δεν ξεχάστηκε ποτέ. Γιατί, τελικά, ακόμα και αν παραποιήθηκε, διατήρησε το νόημα της αυτούσιο: κάθε πόλεμος συνοδεύεται με φρικαλεότητες, μίσος και φανατισμό. Όταν όμως οι λαοί έχουν το περιθώριο να επιλέξουν ελεύθεροι, επιλέγουν την συναδέρφωση και την ειρήνη.