Παλαιστίνη: ο Τραμπ προκαλεί νέα κύματα οργής

14/12/2017
Comments off
579 Views
Διασκευή άρθρου των Σαχάρ Μπενχορίν και Γιάσα Μάρμερ
«Κίνημα Σοσιαλιστικού Αγώνα» (
CWI, αδελφή οργάνωση του «Ξ» σε Ισραήλ και Παλαιστίνη)

 

Η μονομερής αναγνώριση από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, προκάλεσε μαζικά κύματα διαμαρτυριών παγκοσμίως και ακόμα περισσότερους νεκρούς Παλαιστίνιους που δολοφονούνται από τις σφαίρες των ισραηλινών αρχών. Τουλάχιστον τέσσερις Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί και εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί, ενώ το Ισραήλ βομβαρδίζει τη Λωρίδα της Γάζας. Η αλαζονική απόφαση του Τραμπ βάφεται με αίμα Παλαιστινίων.

Η ανακοίνωση αυτή, υιοθετεί την απαίτηση του ισραηλινού καθεστώτος για αναγνώριση της διαιρεμένης και χτυπημένης από τη φτώχεια Ιερουσαλήμ, σαν πρωτεύουσας μόνο του Ισραήλ και παράλληλα αναγνωρίζει το καθεστώς συνέχισης της κατοχής στα ανατολικά τμήματα της πόλης.

Την ίδια ώρα, αποτελεί άρνηση του δικαιώματος των Παλαιστινίων σε ένα μελλοντικό κράτος με πρωτεύουσα (από κοινού με τον ισραηλινό λαό) στην Ιερουσαλήμ.

Η απόφαση του Τραμπ προκάλεσε δικαιολογημένες αντιδράσεις, που εκδηλώθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις σε πολλές περιοχές του πλανήτη, κυρίως όμως στην ίδια την Παλαιστίνη. Χιλιάδες Παλαιστίνιοι διαδήλωσαν στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου διοργανώθηκε και απεργία στα παλαιστινιακά μαγαζιά. Διαδηλώσεις οργανώθηκαν επίσης στη Ραμάλα, σε διάφορες περιοχές της Λωρίδας της Γάζας και της Δυτικής Όχθης. Είναι πολύ πιθανό οι θάνατοι διαδηλωτών να αυξηθούν το ερχόμενο διάστημα, όπως και της έντασης των βομβαρδισμών στη Λωρίδα της Γάζας. Από την άλλη, δεν λείπουν οι τυφλές επιθέσεις Παλαιστινίων ενάντια σε Ισραηλινούς στόχους και πολίτες.

Πριν από την ανακοίνωση της αναγνώρισης, που σύμφωνα με τον Τραμπ και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου θα προωθήσει την ειρήνη (!!) το Υπουργείο Εξωτερικώντων ΗΠΑ προειδοποίησε τους διπλωμάτες του να αποφεύγουν τις αναίτιες επισκέψεις στο Ισραήλ, για να προστατέψει την ασφάλειά τους. Η ασφάλεια των Παλαιστίνιων και των Ισραηλινών πολιτών, δε δείχνει να απασχολεί ιδιαίτερα την κυβέρνηση Τραμπ, ούτε βέβαια τον Νετανιάχου. Η προθυμία της ισραηλινής κυβέρνησης να υπερασπιστεί την κατοχή με κάθε μέσο, είναι ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της κλιμακούμενης έντασης στην περιοχή.

Τόσο η κυβέρνηση, όσο και τα κόμματα της «αντιπολίτευσης» στο Ισραήλ, έσπευσαν να υμνήσουν τον Τραμπ. Οι εκπρόσωποι των Ισραηλινών εποίκων ερμήνευσαν την απόφαση των ΗΠΑ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, σαν το πράσινο φως για την επέκταση των εποικισμών και την «ιουδαιοποίηση» των Παλαιστινιακών γειτονιών στα ανατολικά τμήματα της πόλης. Την ίδια ώρα, το Υπουργείο Στέγασης ανακοίνωσε την κατασκευή χιλιάδων νέων οικιστικών μονάδων για έποικους στην Ανατολική Ιερουσαλήμ.

Οι προσπάθειες αποτροπής του ενδεχομένου δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, ήταν εδώ και δεκαετίες για τις ΗΠΑ μια σιωπηλή υπόθεση. Ο Τραμπ από την άλλη, σπάει αυτή τη σιωπή με προκλητικό τρόπο. Λέει για παράδειγμα, ότι η κυβέρνησή του στηρίζει τη λύση βάση της οποίας θα υπάρχουν δυο ξεχωριστά κράτη στην περιοχή, υπό τον όρο ότι αυτό θα γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Επί της ουσίας εννοεί ότι δεν πρόκειται να υποστηρίξει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, εκτός αν το αποδεχτεί η ισραηλινή κυβέρνηση.

Διεθνείς αντιδράσεις

Δεν ήταν μόνο διεθνείς, αλλά και εσωτερικές οι διαφωνίες με την απόφαση του Τραμπ. Κρατικοί αξιωματούχοι, όπως ο Υπουργός Άμυνας και στελέχη της CIA θεώρησαν την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, ως μια λανθασμένη κίνηση.

Αφενός γιατί η οργή ενάντια στις ΗΠΑ σε ολόκληρο τον πλανήτη θα αυξηθεί, αφετέρου γιατί η συγκεκριμένη απόφαση εντείνει την αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής. Επιπλέον, θεωρούν ότι με την παραπάνω απόφαση, ο Τραμπ αποδυναμώνει την επιρροή των ΗΠΑ στην Παλαιστινιακή Αρχή.

Οι κύριες αντιδράσεις όμως ήρθαν από το εξωτερικό των ΗΠΑ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη, οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως επί το πλείστον καταδίκασαν την αναγνώριση, ενώ οι Υπουργοί Εξωτερικών των αραβικών χωρών συγκάλεσαν έκτακτη συνάντηση στο Κάιρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Παλαιστινιακή Αρχή ανακοίνωσε τη διακοπή των σχέσεών της με τις ΗΠΑ, τουλάχιστον προς το παρόν.

Μόνο μια χούφτα κυβερνήσεων αποφάσισαν να συνταχθούν με τη γραμμή Τραμπ: η Ταιβάν, η Τσεχία, η Ουγγαρία και οι Φιλιππίνες. Οι περισσότερες κυβερνήσεις του κόσμου δε θα τολμήσουν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους στο άμεσο μέλλον, όχι μόνο εξαιτίας των δικών τους στρατηγικών σχεδιασμών, αλλά και εξαιτίας των αντιδράσεων που θα προκύψουν στο εσωτερικό τους.

«Η συμφωνία του αιώνα»

Μετά την ανακοίνωση της αναγνώρισης, οι «New York Times» δημοσίευσαν άρθρο σύμφωνα με το οποίο ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, ασκεί πιέσεις στην Παλαιστινιακή Αρχή να καταλήξει σε συμφωνία με το Ισραήλ. Μια συμφωνία με βάση την οποία

  • η παλαιστινιακή πρωτεύουσα θα είναι η Αμπού Ντις και όχι η Ανατολική Ιερουσαλήμ,
  • οι ισραηλινοί εποικισμοί θα διατηρηθούν και
  • δεν θα αναγνωρίζεται στους εκτοπισμένους Παλαιστίνιους το δικαίωμα επιστροφής στις περιοχές τους.

Δημόσια όμως, οι Σαουδάραβες ηγέτες ήταν υποχρεωμένοι να καταδικάσουν, όπως έκανε και το Βασίλειο της Ιορδανίας την απόφαση του Τραμπ, και μάλιστα με σκληρές δηλώσεις.

Μέσα στους επόμενους μήνες, ο Τραμπ σχεδιάζει να παρουσιάσει ένα νέο «Οδικό χάρτη» για την επίλυση του παλαιστινιακού. Η πρόσφατη κίνησή του ήταν ενταγμένη στα πλαίσια της άσκησης πίεσης στην Παλαιστινιακή Αρχή, προκειμένου να αποδεχτεί τους όρους του. Το μήνυμα που στέλνει στην ηγεσία των Παλαιστινίων, είναι ότι αν δε δεχτεί να ικανοποιήσει τις διαθέσεις του Ισραήλ, θα πληρώσει το σχετικό τίμημα. Ωστόσο, η τόσο έντονη και δημόσια πίεση πάνω στην Παλαιστινιακή Αρχή, ενδέχεται τελικά να υποσκάψει ακόμη περισσότερο την πιθανότητα να πετύχει η «συμφωνία του αιώνα».

Μέχρι και πριν την ανακοίνωση της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, ο Παλαιστίνιος πρόεδρος, Μαχμούντ Αμπάς, διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Τραμπ, σε βαθμό που πριν λίγους μήνες δήλωνε ότι «βρισκόμαστε στο δρόμο της πραγματικής ειρήνης μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών». Από την άλλη, η μεγάλη πλειοψηφία των Παλαιστινίων δεν πιστεύει τις «ειρηνευτικές» διαθέσεις του Τραμπ και θα προτιμούσε να δει τον Αμπάς να παραιτείται. Ο Τραμπ έχει στριμώξει την ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής στη γωνία και η τελευταία είναι εντελώς εκτεθειμένη.

Οι κινητοποιήσεις

Ενώ η ιδέα της εξέγερσης ενάντια στην κατοχή έχει πλατιά υποστήριξη, ιδιαίτερα ανάμεσα στα στρώματα που κατοικούν στα εδάφη που καταλήφθηκαν με τον πόλεμο του 1967, την ίδια ώρα υπάρχει και βαθιά απαισιοδοξία ως προς το τι μπορεί να πετύχει ένας τέτοιος αγώνας.

Ταυτόχρονα, η άγρια καταστολή από τη μεριά του ισραηλινού στρατού, με τους πρώτους νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, οδήγησε σε σχετικά περιορισμένες αντιδράσεις, ιδιαίτερα στη Δυτική Όχθη.

Τον περασμένο Ιούλη, η μαζική κινητοποίηση χιλιάδων διαδηλωτών στην Ανατολική Ιερουσαλήμ κατάφερε να νικήσει την προσπάθεια της κυβέρνησης να επιτεθεί στην ελευθερία της θρησκευτικής έκφρασης, αλλά και της ελεύθερης μετακίνησης στο εσωτερικό της αρχαίας πόλης. Αυτή τη στιγμή, δεν είναι ξεκάθαρο το που μπορεί να οδηγήσει η οργή των Παλαιστινίων, το αν δηλαδή οι πρώτες διαδηλώσεις θα καταλήξουν σε ένα πιο πλατύ και μακρόχρονο κίνημα. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι μόνο μαζικές και επίμονες κινητοποιήσεις μπορούν να οδηγήσουν το καθεστώς σε υποχώρηση.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό των διεθνών κινητοποιήσεων και της άγριας στρατιωτικής καταστολής ενάντια στους Παλαιστίνιους, είναι άμεση η ανάγκη της εξάπλωσης του κινήματος αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη αυτή, μπορεί να βρει σημαντική απήχηση και μέσα στο Ισραήλ.

Η υποκριτική προπαγάνδα που προσπαθεί να παρουσιάσει την Ιερουσαλήμ σαν την «αδιαίρετη» πρωτεύουσα του Ισραήλ, ως μια πόλη που διατηρεί την «ελευθερία στη θρησκευτική έκφραση», μια πόλη όπου «όλοι μπορούν να ζήσουν με ελευθερία και αξιοπρέπεια», προσπαθεί να κρύψει την πραγματικότητα: αυτή του τείχους, των συγκρούσεων, των ατελείωτων διακρίσεων με βάση τη θρησκεία και την εθνική προέλευση, της κλοπής των σπιτιών και της γης από τους κατοίκους τους, των ρατσιστικών διαδηλώσεων μίσους που προωθεί το κράτος, της καθημερινής κακοποίησης από τη συνοριακή αστυνομία.

Σαν κομμάτι του αγώνα ενάντια στην κατοχή, το «Κίνημα Σοσιαλιστικού Αγώνα» παλεύει για τη δημιουργία δύο εθνικών πρωτευουσών στην Ιερουσαλήμ, ενός ισραηλινού και ενός παλαιστινιακού κράτους, και την παράλληλη προστασία της ζωής, των ίσων δικαιωμάτων, της ελευθερίας στη θρησκευτική έκφραση και τη μετακίνηση. Πρέπει να είναι ξεκάθαρο πια στους πάντες ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Στα πλαίσια όμως δυο σοσιαλιστικών, δημοκρατικών, ισότιμων κρατών, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία στην οποία η Ιερουσαλήμ θα ανθίσει σαν μια πλουραλιστική πόλη, χωρίς γκέτο χτυπημένα από τη φτώχεια, χωρίς διακρίσεις και τείχη!