Όχι στην ιδιωτικοποίηση της αποκομιδής απορριμμάτων, του ηλεκτροφωτισμού και της διαχείρισης πρασίνου των δήμων

Προκήρυξη του «Ξ»

Με ένα πολυνομοσχέδιο το οποίο συμπεριλαμβάνει στην τελική του μορφή περισσότερα από 200 άρθρα, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει «ευνοϊκό επενδυτικό έδαφος» στη χώρα. Το είδος των επενδύσεων που στηρίζει φάνηκε από την αρχή, από τις αντεργατικές διατάξεις που περιλαμβάνει. Μεταξύ άλλων περιορίζεται δραματικά η δυνατότητα σύναψης κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, μπαίνουν νέα εμπόδια στην εσωτερική λειτουργία των σωματείων, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε οι εργοδότες να φακελώνουν και να βάζουν σε μαύρες λίστες τους εργαζόμενους που είναι μέλη σε σωματεία (πιο εύκολα απ’ ότι μέχρι σήμερα) κ.α.

Το ίδιο νομοσχέδιο ανοίγει το δρόμο για την μαζική εκχώρηση δημοτικών υπηρεσιών σε ιδιώτες. Είναι φανερό ότι η ανάπτυξη της κυβέρνησης είναι συνυφασμένη με το ποδοπάτημα των εργατικών δικαιωμάτων, το περαιτέρω χτύπημα των κοινωφελειών και του βιοτικού μας επιπέδου.

Με βάση το άρθρο 179 του νέου νόμου, οι δήμοι μπορούν πλέον να εκχωρούν τη «συλλογή και μεταφορά στερεών αποβλήτων και ανακυκλώσιμων υλικών, καθαριότητας κοινόχρηστων χώρων και Δημοτικών κτιρίων, συντήρησης χώρων πρασίνου και ηλεκτροφωτισμού» σε ιδιώτες, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να «δικαιολογήσουν» την απόφαση αυτή, προφασιζόμενοι π.χ. αδυναμία να υλοποιήσουν τα συγκεκριμένα έργα με ίδια μέσα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ ανοίγει έτσι νέους χώρους στη μαφία των εργολάβων καθαριότητας. Το πως λειτουργούν οι εργολάβοι στον τομέα της καθαριότητας είναι γνωστό, καθώς εδώ και δεκαετίες τους έχει εκχωρηθεί η καθαριότητα, η φροντίδα του πρασίνου και των κοινόχρηστων χώρων σε νοσοκομεία, ΙΚΑ, υπουργεία, ΔΕΚΟ κοκ. Αφήνουν τους εργαζόμενους απλήρωτους για μήνες, διώχνουν εργαζόμενους χωρίς να τους δώσουν τα δεδουλευμένα τους ενώ η μαύρη εργασία και η τρομοκρατία είναι επίσης κανόνας. Τα στοιχεία αυτά είναι καταγεγραμμένα από το Υπουργείο Εργασίας το οποίο έχει χαρακτηρίσει τις επιχειρήσεις αυτές, ως επιχειρήσεις υψηλής παραβατικότητας.  

Την ίδια στιγμή η εκχώρηση των παραπάνω υπηρεσιών σε εργολάβους θα αυξήσει κατακόρυφα το κόστος, όπως έχει συμβεί και στο υπόλοιπο δημόσιο όπου η καθαριότητα και άλλες υπηρεσίες ιδιωτικοποιήθηκαν. Η δε ποιότητα των υπηρεσιών θα εξαρτάται από την «καλή διάθεση» του κάθε εργολάβου.

Αυτή η νέα πραγματικότητα στους Δήμους θα συμβαδίσει με απολύσεις συμβασιούχων, ενώ δεν μπορούν να αποκλειστούν και οι απολύσεις μόνιμων εργαζομένων και εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου, οι οποίοι στο μέλλον ενδέχεται να χαρακτηριστούν «πλεονάζον προσωπικό».

Οι κυβερνήσεις των μνημονίων πάγωσαν τις προσλήψεις στους δήμους (όπως και στο δημόσιο) και μείωσαν δραματικά τη κρατική χρηματοδότηση προς αυτούς. Άφησαν έτσι τις δημοτικές υπηρεσίες με ελάχιστους εργαζόμενους (αφού όσοι συνταξιοδοτούνταν δεν αναπληρωνόταν) και με πενιχρά μέσα. Δημιούργησαν έτσι τις προϋποθέσεις για να παρουσιάσουν τους εργολάβους σαν «μοναδική λύση» για την καθαριότητα, το πράσινο και τον ηλεκτροφωτισμό.

Αγώνας με συντονισμό και σχέδιο

Απέναντι σε αυτή την επίθεση, οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ κρίνονται για άλλη μια φορά κατώτερες των περιστάσεων. Δε συντόνισαν από κοινού μια απεργιακή απάντηση στα μέτρα της κυβέρνησης, αποδυναμώνοντας τις απεργίες που καλέστηκαν στις 24 Σεπτέμβρη και στις 2 Οκτώβρη ενώ στη συνέχεια και ενόψει της ψήφισης του πολυνομοσχεδίου τήρησαν σιγή ασυρμάτου βάζοντας ουσιαστικά πλάτη στους αντεργατικούς σχεδιασμούς.  

Σήμερα, οι εργαζόμενοι στους δήμους βρίσκονται στο δρόμο ενάντια στο ξεπούλημα των υπηρεσιών τους σε ιδιώτες. Οι κινητοποιήσεις που κάλεσε η ΠΟΕ ΟΤΑ κινούνται στην κατεύθυνση της κλιμάκωσης της απεργιακής δράσης. Ωστόσο, παρουσιάζουν το σοβαρό πρόβλημα της διάσπασης των εργαζομένων στους ΟΤΑ, αφού η 48ωρη απεργία που καλέστηκε για τις 22 και 23 Οκτώβρη δεν αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων στους δήμους, αλλά μόνο τους συγκεκριμένους κλάδους που χτυπάει άμεσα το νομοσχέδιο. Σε αυτή τη φάση, η ηγεσία της ΠΟΕ ΟΤΑ θα έπρεπε να επιδιώκει το συντονισμό με ευρύτερα στρώματα του εργατικού κινήματος, αντί να διασπά τους εργαζόμενους του ίδιου κλάδου.

Η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και ο συντονισμός με άλλους εργασιακούς χώρους, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να χτιστεί ένα εργατικό κίνημα αρκετά ισχυρό, ώστε να καταφέρει να αποκρούσει τις επιθέσεις της κυβέρνησης. Την ίδια περίοδο που οι εργαζόμενοι στους δήμους παλεύουν ενάντια στο άρθρο 179 του «αναπτυξιακού» νομοσχεδίου, μια σειρά κλάδοι βρίσκονται επίσης στους δρόμους, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα. Αυτές τις μέρες, έχουμε κινητοποιήσεις στο χώρο της υγείας, αλλά και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των νέων τεχνολογιών, μια από τις πιο γνωστές εργασιακές γαλέρες της εποχής μας.

Οι κοινές κινητοποιήσεις με όλους τους χώρους που αγωνίζονται αυτό το διάστημα, η κλιμάκωση της απεργιακής δράσης, το χτίσιμο νέων, μαχητικών σωματείων απέναντι στις επιθέσεις της κυβέρνησης και της υπάρχουσας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, είναι απαραίτητα βήματα για να καταφέρει το εργατικό κίνημα να αντεπιτεθεί με αξιώσεις στις απειλές που αντιμετωπίζει σήμερα, αλλά και σε αυτές που θα έρθουν το επόμενο διάστημα.