Οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στην Κομιντέρν και τα ξένα κομμουνιστικά κόμματα

21/04/2013
Comments off
521 Views

Του Παναγιώτη Βογιατζή

Μάης του 1934. Στους δρόμους της Μόσχας παρελαύνουν τριακόσιοι μαχητές της Schutzbund, του Αυστριακού Σοσιαλιστικού Στρατού, που είχαν δώσει ηρωικές μάχες ενάντια στο φασιστικό καθεστώς και διέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση που τους παραχώρησε άσυλο. Χιλιάδες Μοσχοβίτες τους ζητωκραυγάζουν και ενώνονται με την πορεία[1].

1937. Από τους τριακόσιους δεν έχει μείνει πλέον ούτε ένας σε ρωσικό έδαφος. Οι τελευταίοι εναπομείναντες εντάσσονται στις Διεθνείς Ταξιαρχίες που εκείνη την εποχή οργανώνονται για να πολεμήσουν στην Ισπανία εναντίον του Φράνκο, κάποιοι άλλοι έχουν ήδη καταφύγει στην αυστριακή πρεσβεία, ζητώντας τα διαβατήριά τους για να γυρίσουν πίσω, παρότι ξέρουν ότι εκεί τους περιμένουν μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης. Όλοι οι υπόλοιποι βρίσκονται στις σοβιετικές φυλακές και την εξορία ή έχουν ήδη εκτελεστεί ως «κατάσκοποι».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 αρκετές δεκάδες χιλιάδες ξένοι κομμουνιστές ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Πολλοί απ’ αυτούς δούλευαν στην Κομιντέρν και σε άλλες διεθνείς οργανώσεις, καθώς και σε κρατικές ή συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Μεγάλος ήταν και ο αριθμός αυτών που χωρίς να είναι μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, είχαν κάνει χρήση του ασύλου που παραχωρούσε αυτοδίκαια το Σοβιετικό Σύνταγμα, σε όσους «καταδιώκονταν στις χώρες τους επειδή είχαν υπερασπιστεί τα δικαιώματα των εργατών ή για την επιστημονική τους έρευνα ή για τη συμμετοχή τους σε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα». Σύμφωνα με τον Λ. Τρέπερ[2] μέχρι το τέλος της δεκαετίας πάνω από το 80% όλων αυτών είχαν υποστεί τις συνέπειες των σταλινικών εκκαθαρίσεων.

Από τις αρχές του 1937, το NKVD (Λαϊκό Επιτροπάτο Εσωτερικών) είχε κυκλοφορήσει ένα μνημόνιο προς τις διάφορες υπηρεσίες του, που ανέφερε σαφώς ότι όλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου που παρέμειναν σε σοβιετικό έδαφος μετά τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του εμφύλιου που ακολούθησε, δεν το έκαναν από αγάπη προς την επανάσταση αλλά για να επιδοθούν σε κατασκοπία και σαμποτάζ[3]. Είναι ενδεικτικό της ολοκληρωτικής παράνοιας εκείνης της περιόδου, το γεγονός ότι οι αρχές του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο δεν είχαν κανένα πρόβλημα με την παραδοχή ότι αυτό το κράτος δεν συνέπαιρνε και δεν συγκινούσε κανέναν και πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων ερχόντουσαν για να ζήσουν και να δουλέψουν σ’ αυτό, εγκαταλείποντας τις αστικές τους πατρίδες, το έκαναν σαν «κατάσκοποι»…

Σήμερα, ενώ οι διώξεις στο ρωσικό κόμμα έχουν γίνει αντικείμενο πολλών μελετών και είναι αρκετά  γνωστές, οι περιπτώσεις των ξένων κομμουνιστών έχουν ερευνηθεί πολύ λιγότερο και η σχετική αρθρογραφία στη χώρα μας είναι περιορισμένη. Δεν είναι όμως λιγότερο σημαντικές, ιδιαίτερα για την τύχη που επιφύλαξε ο σταλινισμός στη Διεθνή του Λένιν, εκτροχιάζοντάς την από τους σκοπούς της και τελικά καταστρέφοντάς την. Στο παρόν άρθρο θα ρίξουμε μια ματιά σε αυτές.

Αίτια των εκκαθαρίσεων

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 το βασικότερο –για να μην πούμε το μόνο– χαρακτηριστικό από το οποίο κρινόταν η τύχη κάποιου δεν ήταν ούτε οι ιδέες του ούτε καν οι υπηρεσίες που αποδεδειγμένα είχε προσφέρει στο παρελθόν προς το διεθνές εργατικό κίνημα. Ήταν η εθνική του καταγωγή. Απ’ αυτή την άποψη, χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Πολωνού Τ. Ντομπάλ. Ο Ντομπάλ ήταν βουλευτής στα 1920, κατά τη διάρκεια του ρωσοπολωνικού πολέμου. Με τον Τουχατσέφσκι (από τους σημαντικότερους στρατηγούς του Κόκκινου Στρατού) έξω από τις πύλες της Βαρσοβίας, είχε το θάρρος να σηκωθεί μέσα στο κοινοβούλιο και να διακηρύξει πως:

«Δεν βλέπω τον Κόκκινο Στρατό σαν εχθρό. Αντιθέτως, θέλω να χαιρετίσω τον Κόκκινο Στρατό σαν τον πραγματικό φίλο του πολωνικού λαού».

Φυσικά, ο Ντομπάλ συνελήφθη αμέσως και φυλακίστηκε στον Πύργο της Βαρσοβίας, τη διαβόητη φυλακή για πολιτικούς κρατούμενους. Οι ρωσικές αρχές κατάφεραν να τον απελευθερώσουν τρία χρόνια αργότερα, ανταλλάσσοντάς τον με Πολωνούς ευγενείς που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έφτασε στη Μόσχα όπου έγινε δεκτός με τιμές ήρωα και για περισσότερο από μια δεκαετία ήταν απ’ τους πιο σημαντικούς ηγέτες της Διεθνούς. Ωστόσο, το 1936 τον συνέλαβαν με την κατηγορία ότι ήταν κατάσκοπος της Πολωνίας τα τελευταία 17 χρόνια, από την εποχή δηλαδή του λόγου του στο πολωνικό κοινοβούλιο. Σύμφωνα με την OGPU, όλα ήταν προσχεδιασμένα από τις μυστικές υπηρεσίες της Πολωνίας. Ο Ντομπάλ εκτελέστηκε.

Ο Εντμόντο Πελούσο αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα της συστηματικής εξολόθρευσης των πρωτεργατών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μέλος σοσιαλδημοκρατικών και κομμουνιστικών κομμάτων σε Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Ελβετία, Βαυαρία και Αυστρία, με συμμετοχή στα διεθνή συνέδρια του Τσίμερβαλντ και του Κιένταλ, κατηγορήθηκε «για δεσμούς με τους Ζηνόβιεφ, Μπουχάριν και Ράντεκ». Απάντησε στους κατηγόρους του ότι «θα μπορούσαν επίσης να τον κατηγορήσουν για τους δεσμούς του με τον Λένιν και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ». Καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια εξορία στη Σιβηρία και εκτελέστηκε το 1942…[4]

Ανάμεσα στους λόγους που οδήγησαν στον εξανδραποδισμό των ξένων κομμουνιστών που ζούσαν στη Ρωσία, δεν ήταν ο πιο ασήμαντος το γεγονός ότι, καθώς πολύ συχνά ταξίδευαν εκτός των συνόρων της, είχαν ευκαιρίες να έρθουν σ’ επαφή με τα γραπτά του Λ. Τρότσκι. Απ’ αυτή την άποψη, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η περίπτωση του Βούλγαρου Ντ. Γκάτσεβ. Το μοναδικό του «έγκλημα», που του στοίχισε την σχετικά ελαφριά ποινή των οχτώ ετών εξορία, ήταν το ότι στα 1934 είχε διαβάσει τυχαία ένα άρθρο του Τρότσκι σε μια γαλλική εφημερίδα, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί για το αμπαλάζ κάποιων προσωπικών του αντικειμένων που τού στάλθηκαν από τη Βουλγαρία. Σε μια ιδιωτική συζήτηση είχε αναφερθεί στο συγκεκριμένο άρθρο για να τονίσει ότι

«επρόκειτο για μια ακόμη απόδειξη για το πόσο χαμηλά είχε πέσει ο Τρότσκι και πως είχε πια εξελιχθεί σε ανοιχτό πράκτορα του φασισμού».

Μάταιος κόπος. Οι ανακριτές αποφάνθηκαν πως η συζήτηση αυτή αποδείκνυε πως ο Γκάτσεβ

«αν και ο ίδιος δεν ήταν τροτσκιστής, είχε αντικειμενικά προπαγανδίσει αντεπαναστατικές τροτσκιστικές ιδέες»[5].

Εννοείται πως οι εκκαθαρίσεις στο μηχανισμό της Κομιντέρν είχαν και πολύ βαθύτερες αιτίες. Τα μέσα της δεκαετίας του ’30 υπήρξαν μια εξαιρετικά ταραγμένη και ανησυχητική περίοδος για τη σταλινική γραφειοκρατία. Η άνοδος του Χίτλερ στη Γερμανία και η επιβολή φασιστικών ή ημιφασιστικών καθεστώτων σε πολλές χώρες της Ευρώπης απαιτούσε μια δικαιολόγηση των πολιτικών της Κομιντέρν που είχαν συμβάλλει αποφασιστικά σ’ αυτή την εξέλιξη. Από την άλλη, η επανάσταση στην Ισπανία απειλούσε είτε να προσθέσει άλλη μια χώρα στο στρατόπεδο του φασισμού είτε –πολύ χειρότερα γι’ αυτήν– να μετατοπίσει το κέντρο των επαναστατικών διεργασιών σε μια χώρα που βρισκόταν έξω απ’ τη δικαιοδοσία των σταλινικών και ν’ αποκαλύψει τις δυνατότητες που μπορούσαν ν’ ανοίξουν από μια γνήσια επανάσταση.

Ήταν λοιπόν ζήτημα ζωής και θανάτου για τη γραφειοκρατία να έχει στη διάθεσή της μια πειθήνια Κομιντέρν που θα ήταν έτοιμη ν’ αποδεχτεί χωρίς συζήτηση κάθε πολιτική και κάθε στροφή 180ο που θα της επιβαλλόταν.

Η αρχή έγινε με το 7ο Συνέδριο, το 1935. Όλες οι θεωρίες, οι τακτικές και τα συνθήματα που ήταν σε χρήση απ’ το 1928 –και είχαν αποδειχθεί τόσο καταστροφικά– εγκαταλείφθηκαν. Ο φασισμός και η αστική δημοκρατία έπαψαν πια να είναι «δίδυμοι». Η απαγόρευση κάθε συνεργασίας με τους Σοσιαλδημοκράτες αποσύρθηκε αθόρυβα. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας (το επίθετο «αστική» επίσης διαγράφηκε διακριτικά) αναγορεύτηκε στο ύψιστο καθήκον της εργατικής τάξης. Τώρα πια, οι Κομμουνιστές έπρεπε να δώσουν τα χέρια όχι μόνο με τους Σοσιαλδημοκράτες, αλλά να συμπήξουν «Λαϊκά Μέτωπα» με Φιλελεύθερους, Ριζοσπάστες, ακόμα και Συντηρητικούς που διακήρυχναν πως ήταν έτοιμοι να αντισταθούν στο φασισμό[6].

Αυτή ήταν μια απότομη εγκατάλειψη, όχι μόνο της προηγούμενης τακτικής, αλλά και των περίφημων 21 όρων που είχαν διατυπωθεί από τον Λένιν και απαγόρευαν ρητά το συνασπισμό με αστικά κόμματα.

Ταυτόχρονα βέβαια, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, ήταν απαραίτητο η Διεθνής να είναι έτοιμη και για μια ακόμη στροφή, την προσέγγιση με τον Χίτλερ, που θα έπαιρνε σάρκα και οστά το 1939. Κάτι τέτοιο μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με μια Διεθνή που δεν θα ήταν δυνατό ούτε να διανοηθεί να ψελλίσει έστω και την παραμικρή αντίρρηση.

Εκκαθαρίσεις στο μηχανισμό της Κομιντέρν

Απ’ αυτή την άποψη, οι εκκαθαρίσεις του 1937-38 αποδείχτηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές. Είναι χαρακτηριστικό πως, παρότι οι γραμμές των ξένων κομμουνιστικών κομμάτων αλλά και του μηχανισμού της Κομιντέρν ξεκαθαρίστηκαν σε ποσοστά που συχνά άγγιζαν το 100% όπως θα δούμε παρακάτω, στα ανώτατα ηγετικά κλιμάκια κάτι τέτοιο δεν συνέβηκε. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως του Μπέλα Κουν και του Όσιπ Πιατνίτσκι, η ηγετική ομάδα παρέμεινε στη θέση της, αφού είχε εμπράκτως και πολλάκις αποδείξει την δουλικότητα και άρα τη χρησιμότητά της. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς θ’ αναλάμβαναν αργότερα τη διακυβέρνηση των δορυφορικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης, μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανάμεσά τους και κάποιοι που, όπως επίσης θα δούμε παρακάτω, θα κατηγορηθούν για… τροτσκισμό.

Πάντως, για καλό και για κακό, το NKVD διατηρούσε πλήρεις φακέλους με ομολογίες και καταθέσεις εναντίον κάθε στελέχους που εργαζόταν στη Διεθνή. Η μελέτη των αρχείων μετά το 1990 έφερε στο φως τέτοιους φακέλους που αφορούσαν απ’ τον Τολιάτι μέχρι τον Μάο Τσε Τουνγκ. Κάποιοι απ’ αυτούς γλίτωσαν γιατί βρισκόντουσαν έξω απ’ το βεληνεκές των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα οι Κινέζοι ηγέτες, κάποιοι γιατί περιλαμβάνονταν στο στενό κύκλο των ευνοουμένων του Στάλιν (αν και αυτός ο κύκλος δεν είχε στεγανά και είχε πολλές φορές τροποποιηθεί…).

Ωστόσο ούτε αυτοί οι ηγέτες ήταν 100% ασφαλείς και η ζωή τους αρκετές φορές φαινόταν να κρέμεται από μια κλωστή. Καθόλου τυχαία, ο Στάλιν, σε συνομιλία του με τον Γκ. Δημητρόφ στις 11 του Φλεβάρη 1937, τον απείλησε λέγοντάς του πως

«όλοι εσείς εκεί στην Κομιντέρν, το μόνο που κάνετε είναι να κουβαλάτε νερό στον μύλο των εχθρών»[7].

Ο Δημητρόφ δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει πως

«στο εσωτερικό του μηχανισμού μας βρίσκονται οι μεγαλύτεροι κατάσκοποι».

Τον Ιούλη του 1937 υπήρχαν σχέδια για τη διεξαγωγή μιας μεγάλης «Δίκης της Κομιντέρν», κατ’ αντιστοιχία με τις Δίκες των παλιών Μπολσεβίκων και των Στρατηγών. Τα σχέδια αυτά ματαιώθηκαν την τελευταία στιγμή, κατά τη γνώμη μας όχι τόσο για τη διαλυτική επίδραση που θα είχε μια τέτοια Δίκη στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, όσο για το γεγονός ότι η διοργάνωσή της απαιτούσε προετοιμασία πολύ πάνω από τις δυνατότητες του NKVD.

Το κλίμα που επικρατούσε όλη αυτή την περίοδο στην Κομιντέρν περιγράφεται ανάγλυφα στο γράμμα που έστειλε ο Ούγγρος Ε. Βάργκα στον ίδιο τον Στάλιν στις 28 Μαρτίου του 1938, σε μια στιγμή βέβαια που η «Γιεζόβτσινα» πλησίαζε στο τέλος της[8]: 

«Σαν αποτέλεσμα των μαζικών συλλήψεων, τα στελέχη που είναι ακόμα ελεύθερα (sic) βρίσκονται σε μια κατάσταση πλήρους αποθάρρυνσης και κατάθλιψης. Αυτό το αίσθημα έχει διαχυθεί σ’ όλα τα όργανα κι έχει κάνει την εμφάνισή του ακόμα και στα μέλη της Εκτελεστικής Γραμματείας. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παντελή αδυναμία τους να επέμβουν στις συλλήψεις των εξόριστων που ζουν σήμερα στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης… Πολλοί απ’ αυτούς μαζεύουν κάθε βράδυ τα πράγματά τους περιμένοντας τη σύλληψή τους. Ο διαρκής φόβος τους έχει μισοτρελάνει και τους έχει κάνει ανίκανους για οποιαδήποτε εργασία»[9].

Διάλυση ολόκληρων κομμάτων

Ένας παράγοντας που έπαιξε σημαίνοντα ρόλο όσον αφορά στην τύχη των ξένων Κομμουνιστών στη Σοβ. Ένωση, ήταν το καθεστώς που επικρατούσε στις χώρες καταγωγής τους. Έτσι, για παράδειγμα, ο Βίκτωρ Σερζ, μέλος της Αριστερής Αντιπολίτευσης από την ίδρυση της και στενός φίλος του Τρότσκι,  κατάφερε να αποφυλακιστεί και να αποσπάσει άδεια εξόδου το 1936, καθώς η περίπτωσή του είχε ξεσηκώσει κύμα διαμαρτυριών στη Γαλλία. Οι Κομμουνιστές από χώρες με φασιστικά ή αντιδραστικά καθεστώτα δεν είχαν παρόμοια τύχη. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε κανένας για να διαμαρτυρηθεί.

Το Κ.Κ. Πολωνίας ήταν αυτό που δέχτηκε τα περισσότερα χτυπήματα. Για τον Στάλιν αποτελούσε κόκκινο πανί ήδη από το 1923-24, όταν η ηγεσία του πήρε το μέρος της Αριστερής Αντιπολίτευσης στην εσωκομματική πάλη που διεξαγόταν στο ΚΚΣΕ. Οι εκκαθαρίσεις στο ΚΚΠ είχαν αρχίσει από τότε, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 πήραν ανοιχτά τη μορφή φυσικών διώξεων, με την εξορία της «δεξιάς» πτέρυγας[10]. Μέλη της ΚΕ και Κομμουνιστές αντιπρόσωποι στην πολωνική βουλή είχαν στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα ήδη στα 1933-34, πολύ πριν ξεκινήσουν παρόμοιες διαδικασίες για τα υπόλοιπα κόμματα της Διεθνούς.

Ο ιδιαίτερος ζήλος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι Πολωνοί «κατάσκοποι» αναφέρθηκε πιο πάνω, στην περίπτωση του Ντομπάλ. Ανάλογη ήταν και η ιστορία του Καζιμίρ Μπαράνσκι, ο οποίος αν και πολωνικής καταγωγής πολέμησε εναντίον των Πολωνών στον πόλεμο του 1920, τραυματίστηκε και τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο για την ανδρεία του. Αργότερα στάλθηκε στην Πολωνία για να στήσει δίκτυο πρακτόρων. Αποκαλύφθηκε όμως, συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια απ’ την πολωνική αστυνομία, μ’ αποτέλεσμα να μείνει ανάπηρος. Κι αυτός εκτελέστηκε σαν κατάσκοπος…[11

Τέλος, στα 1937, ήρθε και η σειρά των εναπομεινάντων. Ο Γ.Γ. του κόμματος Λένσκι και ο 70χρονος  Άντολφ Βάρσκι, ιδρυτής της πολωνικής Σοσιαλδημοκρατίας, στενός συνεργάτης της Ρόζα Λούξεμπουργκ, εκτελέστηκαν επίσης.

Η εκστρατεία αυτή έληξε και τυπικά με την απόφαση της Εκτελεστικής Γραμματείας της Διεθνούς να διαλύσει εντελώς το ΚΚΠ, τον Ιούλη του 1938. Αφού διάβασε το σχέδιο απόφασης ο Στάλιν παρατήρησε στον Δημητρόφ πως

«Καθυστερήσατε δυο χρόνια να τους διαλύσετε. Πάντως, κατά τη γνώμη μου δεν είναι απαραίτητο να ανακοινωθεί η απόφαση αυτή στον Τύπο»[12].

Στο εξής, όποιος Πολωνός δηλώνει κομμουνιστής, κατηγορείται ως προβοκάτορας…

Η τύχη του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας διέφερε μόνο στις λεπτομέρειες. Τον Ιούλη του 1937 ο Μίλαν Γκόρκιτς, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ, κλήθηκε στη Μόσχα. Λίγους μήνες μετά ανακοινώθηκε στα έκπληκτα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας του ΚΚΓ που έδρευε στο Παρίσι πως ο Γκόρκιτς είχε ξεσκεπαστεί ως πράκτορας της Αγγλίας, πως η υπόλοιπη ηγεσία διαλυόταν και πως έπαυε κάθε χρηματοδότηση προς το ΚΚΓ «μέχρι νεωτέρας αποφάσεως».

Τον Αύγουστο του 1938 ο Τίτο έφτασε στη Μόσχα, όπου είχαν ήδη συλληφθεί περισσότεροι από 800 Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές, μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών που είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από τις μάχες εναντίον του Φράνκο και αιχμάλωτοι πολέμου που ζούσαν σχεδόν 20 χρόνια στη Ρωσία, όπου είχαν παραμείνει μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου για να βοηθήσουν στο χτίσιμο του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο. Πρώτη δουλειά του Τίτο ήταν να γράψει μια μακροσκελή απολογία σχετικά με τη σύλληψη της γυναίκας του, Γερμανίδας κομμουνίστριας Λ. Μπάουερ. Αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως «η επαγρύπνησή μου δεν ήταν όσο υψηλή χρειαζόταν» και πως «η σχέση μου με την Μπάουερ αποτελεί μια τεράστια κηλίδα στην κομματική μου ζωή». Όπως δείχνουν τα αρχεία, ο Τίτο (που αργότερα, μετά τη ρήξη του με τον Στάλιν, θα κατηγορηθεί και ο ίδιος ως … Τροτσκιστής) συμμετείχε με όλες του τις δυνάμεις στην εκκαθάριση του ΚΚΓ κι ας δήλωνε αργότερα πως «εκείνη η περίοδος ήταν η δυσκολότερη της ζωής μου»[13].

Σε μια συνεδρίαση της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κομιντέρν που κλήθηκε ν’ αποφασίσει σχετικά με το «Γιουγκοσλαβικό ζήτημα», ο Τίτο δήλωσε πως

«Η νέα ηγεσία αναλαμβάνει το καθήκον να καθαρίσει το κόμμα από όλα τα φραξιονιστικά και τροτσκιστικά στοιχεία, τόσο στη Γιουγκοσλαβία όσο και διεθνώς. Το κόμμα μας… θα δεχτεί με χαρά κάθε απόφαση της Διεθνούς».

Ωστόσο, η ηγεσία της Κομιντέρν δεν θεώρησε αυτή τη δήλωση αρκετά ικανοποιητική. Στις 30 Δεκέμβρη, ο Δημητρόφ ανακοίνωσε πως ο Τίτο «δεν έχαιρε της πλήρους εμπιστοσύνης της Διεθνούς» και πως για να κερδίσει αυτή την εμπιστοσύνη, «ήταν απαραίτητο ν’ αποδείξει στην πράξη πως θα φέρει σε πέρας τις οδηγίες μας, εν πλήρη συνειδήσει». Σε απάντηση, ο Τίτο διαβεβαίωσε τον Δημητρόφ πως

«θα έκανε το παν για να ξεπλύνει τη ντροπή από το όνομα του ΚΚΓ»[14].

Τελικά, ο Τίτο έλαβε το χρίσμα και την εξουσία να δημιουργήσει μια νέα Κεντρική Επιτροπή. Πριν φύγει από τη Μόσχα, είπε στον Δημητρόφ πως κατά τη γνώμη του θα ήταν καλύτερα η νέα ηγεσία να βρίσκεται στη Γιουγκοσλαβία.

«Ποια ηγεσία;» ρώτησε ο Δημητρόφ.

«Μόνο εσύ έχεις μείνει, Γουόλτερ» (το κομματικό όνομα του Τίτο, σ.σ).

«Πάλι καλά δηλαδή, γιατί αλλιώς θα ήμασταν αναγκασμένοι να διαλύσουμε εντελώς το κόμμα».

Από το Κ.Κ. Γερμανίας, τα θύματα περιλάμβαναν ηγετικούς παράγοντες του κομμουνιστικού κινήματος επί Λένιν όπως ο Βίλι Μίντσεμπεργκ (βρήκε το τέλος του στη Γαλλία δολοφονημένος, κατά πάσα πιθανότητα από πράκτορες του Στάλιν) και ο Χούγκο Εμπερλάιν· μέλη της ηγεσίας Τέλμαν όπως οι Νόιμαν και Ρέμελε, στους οποίους φορτώθηκε η τραγική αποτυχία της σταλινικής πολιτικής, με την οποία οι ίδιοι απλά είχαν συμφωνήσει, και αναρίθμητοι άλλοι, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, πρώην βουλευτές, κ.ά.

Για να συμπληρωθεί το κακό, όσοι επιζούσαν ακόμη στα 1940, παραδόθηκαν στα πλαίσια του «συμφώνου φιλίας» με τη ναζιστική Γερμανία στην Γκεστάπο, μεταξύ τους και πολλοί Γερμανοεβραίοι. Τα μόνα στελέχη που γλίτωσαν απ’ τις εκκαθαρίσεις ήταν ουσιαστικά οι Β. Πικ και  Γ. Ούλμπριχτ, που θα αναλάμβαναν άλλωστε αργότερα την ηγεσία της Ανατολικής Γερμανίας, μέχρι το 1973. Στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος Σοσιαλιστικής Ενότητας (το ΚΚ της Αν. Γερμανίας) το 1989, αναφέρθηκε ο αριθμός των 242 ηγετικών στελεχών που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων. Ο αριθμός των απλών μελών ανερχόταν σε χιλιάδες. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο αριθμός των Γερμανών που  πολεμούσαν με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία και που εκκαθαρίστηκαν από τα όργανα του NKVD που δρούσαν εκεί.

Καμιά εθνική ομάδα δεν έμεινε στο απυρόβλητο. Στις 31 του Γενάρη 1938, ο Στάλιν υπογράφει απόφαση με την οποία παρατείνεται ως τις 15 Απρίλη η προθεσμία για την επιχείρηση που έχει αρχίσει μερικούς μήνες πριν για «τη διάλυση των αντεπαναστατικών στρατιών σαμποτάζ και κατασκοπίας των Πολωνών, Λετονών, Γερμανών, Εσθονών, Φινλανδών, Ελλήνων, Ιρανών, Χαρμπίντσι (κάτοικοι της ΝΑ Σιβηρίας, κινεζικής καταγωγής) Κινέζων και Ρουμάνων, που είναι ξένοι υπήκοοι ή σοβιετικοί πολίτες» (μεταξύ των Ελλήνων θα περιλαμβανόταν και ο ΓΓ του ΚΚΕ στα 1927-31, Ανδρόνικος Χαϊτάς). Το Π.Γ. επεκτείνει την οδηγία αυτή για να περιλάβει στελέχη που είναι «Βούλγαροι ή Μακεδόνες»[15]…

Οι διώξεις εναντίον των Κομμουνιστών της Βαλτικής άγγιξαν επίσης σχεδόν το 100% του συνολικού τους αριθμού. Σε γράμμα του προς τον Αντρέγιεβ, πρόεδρο του Ανωτάτου Σοβιέτ και μέλος του ΠΓ  στις αρχές του 1939, ο Δημητρόφ αναφέρει χαρακτηριστικά πως

«Μετά τη σύλληψη των πρώην ηγετών των ΚΚ της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Εσθονίας στη Μόσχα ως εχθρών του λαού, οι ειλικρινείς κομμουνιστές σ’ αυτές τις χώρες έχουν μείνει αποσβολωμένοι και χωρίς την οποιαδήποτε σύνδεση με τη Διεθνή. Αυτή τη στιγμή δε διαθέτουμε στη Μόσχα ούτε έναν σύντροφο απ’ αυτές τις χώρες στον οποίο να μπορούμε να βασιστούμε πλήρως για να δημιουργήσουμε ξανά σύνδεση ή για να τον στείλουμε τελικά πίσω σ’ αυτές για κομματική δουλειά»[16].

Ελάχιστα στελέχη που γλίτωσαν απ’ τις εκκαθαρίσεις το οφείλουν στο ότι εκείνη την περίοδο βρισκόντουσαν στις φυλακές των χωρών τους. Αυτοί ήταν που ανέλαβαν αργότερα την ηγεσία των χωρών αυτών, μετά τη «σοβιετοποίησή» τους το 1940. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Λετονού Καλνμπερζίν, ο οποίος βρισκόταν στη χώρα του για παράνομη δουλειά από το 1936 και συνελήφθη το 1939, οπότε και καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά χωρίς να εκτελεστεί η ποινή του. Την ίδια ώρα στη Μόσχα η σύζυγός του συνελήφθη επίσης και τα τρία τους παιδιά στάλθηκαν σε ορφανοτροφείο. Το 1940 ο σοβιετικός στρατός απελευθέρωσε τον Καλνμπερζίν που διορίστηκε Πρώτος Γραμματέας του ΚΚ Λετονίας. Το μόνο που κατάφερε για την οικογένειά του ήταν να βγάλει τα παιδιά του απ’ το ορφανοτροφείο. Χρόνια αργότερα είπε στην κόρη του: «Δε ρώτησα τίποτε για τη μητέρα σας. Θα ήταν πολύ απερίσκεπτο και δε θα μου έλεγαν τίποτε ούτως ή άλλως».

Η περίπτωση αυτή δεν είναι βέβαια μοναδική. Παρόμοια τύχη είχαν μεταξύ των άλλων ο γαμπρός του Τολιάτι, η σύζυγος του Κουουζίνεν (από τα πιο προβεβλημένα στελέχη της Διεθνούς) και πολλοί άλλοι, τόσο στο μηχανισμό της Διεθνούς όσο και στα ανώτατα κλιμάκια του ΚΚΣΕ.

Μια απ’ τις πιο πολυπληθείς εθνικές ομάδες (υπολογίζονται στις 25 με 30 χιλιάδες) στη Ρωσία στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ήταν οι Ούγγροι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία πολιτικοί πρόσφυγες, που είτε παρέμειναν στη χώρα μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είτε διέφυγαν σ’ αυτή μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1919. Η τύχη τους δε διέφερε απ’ αυτή των άλλων εθνοτήτων. 10 από τα 16 μέλη της ΚΕ του Κ.Κ. Ουγγαρίας και 11 από τα 20 μέλη της επαναστατικής κυβέρνησης του 1919 χάθηκαν κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων, μεταξύ τους και ο Μπέλα Κουν[17].

Κι εδώ ήταν αποφασιστική η «συμβολή» ενός στελέχους που αργότερα θα γινόταν σύμβολο του «αντισταλινισμού». Κατά τη δεκαετία του ’80 με το άνοιγμα πολλών απόρρητων αρχείων, αποδείχτηκε πως ο Ίμρε Νάγκι λειτούργησε για πάνω από μια δεκαετία ως πληροφοριοδότης του NKVD, οδηγώντας στη σύλληψη δεκάδων Ούγγρων, Γερμανών και Πολωνών κομμουνιστών. Πιθανότατα αυτό ήταν που τον έσωσε από τις Δίκες που διοργανώθηκαν μετά τον πόλεμο σε πολλές χώρες της Α. Ευρώπης, κατ’ εικόνα και ομοίωση των αντίστοιχων της δεκαετίας του ’30 στη Σοβ. Ένωση.

Για τους Βούλγαρους, ίσως λόγω της εθνικότητας του Γραμματέα της Διεθνούς, το ποσοστό των θυμάτων μόλις που ξεπέρασε το ένα τρίτο του συνολικού αριθμού τους. Ανάμεσά τους ήταν και οι συγκατηγορούμενοι του Δημητρόφ στη δίκη της Λειψίας για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, Ποπόβ και Τάνεβ. Ο Τάνεβ απελευθερώθηκε σύντομα, μετά από παρέμβαση του Δημητρόφ, ο Ποπόβ όμως παρέμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1953.

Μετά τον πόλεμο, καθώς το νέο καθεστώς στη Βουλγαρία ήταν υπό δημιουργία, ο Δημητρόφ στράφηκε στον Στάλιν, ζητώντας ν’ απελευθερωθούν 29 Βούλγαροι κομμουνιστές ως «εξαιρετικά απαραίτητοι για τα συμφέροντα του κόμματος». Ο Στάλιν παρέπεμψε την υπόθεση στον Αμπακούμοβ, υπουργό  Εθνικής Ασφάλειας, ο οποίος απέρριψε το αίτημα τονίζοντας πως

«λόγω των μεθόδων φυσικής βίας που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης των περισσοτέρων από τους εν λόγω κρατούμενους, η απελευθέρωσή τους και η άδεια να φύγουν στο εξωτερικό δεν θα ήταν φρόνιμες κινήσεις την παρούσα στιγμή»[18]…  

Η εξόντωση χιλιάδων ξένων κομμουνιστών και η πολιτική και ηθική εξαχρείωση αυτών που επέζησαν –ή τουλάχιστον της μεγάλης τους πλειοψηφίας– ήταν ένας απ’ τους κύριους λόγους για το γεγονός ότι στις μετέπειτα «σοσιαλιστικές» χώρες δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου δυνάμεις που θα μπορούσαν ν’ αντισταθούν στην επιβολή καθεστώτων πανομοιότυπων μ’ αυτό που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση. Καθόλου τυχαία, στα τέλη του 1940 και τις αρχές του 1950 σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στήθηκαν παρόμοιες δίκες. Ακόμα και πολιτικοί που θα είχαν αργότερα το θάρρος ν’ αντισταθούν στην ηγεμονία της ΕΣΣΔ και να διακηρύξουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό την ανεξαρτησία τους, ήταν βαθιά διαποτισμένοι με το πνεύμα του σταλινισμού και κουβαλούσαν το στίγμα της ενεργούς τους συμμετοχής στις διώξεις του ’30. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι στην Ανατολική Ευρώπη η αποκατάσταση των θυμάτων του σταλινισμού έγινε ακόμα πιο καθυστερημένα και διστακτικά απ’ ότι έγινε και στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση.

__________

Τα γεγονότα που παραθέσαμε –και που απέχουν πολύ απ’ το να είναι μια πλήρης καταγραφή– αποδεικνύουν πως δεν επρόκειτο για μια συνομωσία που την έφερε σε πέρας εν κρυπτώ ένας μικρός αριθμός ανθρώπων και μυστικών υπηρεσιών. Κάλυπταν κάθε πτυχή της ζωής και της δουλειάς χιλιάδων μελών των κομμουνιστικών κομμάτων για μια περίοδο που άγγιξε τα 20 χρόνια, αφού και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο οι διώξεις συνεχίστηκαν, αν και τώρα πιο «στοχευμένες». Ήταν αδύνατο για τον οποιοδήποτε «να μη γνωρίζει».

Έτσι, ακόμα και οι ηγέτες των Κ.Κ. της Δυτικής Ευρώπης, που δεν πήραν με τον ίδιο άμεσο τρόπο μέρος σε διώξεις συντρόφων τους, σε καμιά περίπτωση δεν απαλλάσσονται από τις ευθύνες εκείνης της περιόδου.

Έκαναν τα αδύνατα δυνατά να δικαιολογήσουν τις Δίκες στα μέλη των κομμάτων τους αλλά και στην κοινή γνώμη των χωρών τους, παρότι γνώριζαν πολύ καλά ότι άνθρωποι με τους οποίους δούλευαν χέρι με χέρι για δεκαετίες ήταν αδύνατο να ευθύνονται για τα εγκλήματα που τους κατηγορούσαν. Όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Λ. Τρέπερ,

«Μετά το 20ό Συνέδριο όλοι παρίσταναν ότι έπεσαν από τα σύννεφα. Όταν τους άκουγες, νόμιζες ότι ο λόγος του Χρουστσόφ ήταν γι’ αυτούς μια αποκάλυψη. Στην πραγματικότητα όμως, συμμετείχαν κι αυτοί στις διώξεις και την εξόντωση αληθινών κομμουνιστών»[19].

Το 1961 οι ηγέτες των «αδελφών κομμάτων» παρενέβησαν στη διαδικασία «αποσταλινοποίησης», πείθοντας τον Χρουστσόφ (ο οποίος φυσικά δεν χρειαζόταν και πολλά για να πειστεί) να μην αποκαλύψει στο 22ο Συνέδριο τα στοιχεία εκείνης της μαύρης περιόδου που βρισκόντουσαν στα αρχεία του NKVD και της KGB και τα οποία θα περίμεναν άλλα 20 – 30 χρόνια για να δουν το φως της δημοσιότητας, δυστυχώς  σε συνθήκες κάθε άλλο παρά πρόσφορες.

_____________________________________

Σημειώσεις
1. W. Krivitsky, In Stalin’s Secret Service, σελ. 23.
2. Λ. Τρέππερ, Το Μεγάλο Παιγνίδι.
3. Ignaty Reiss, Δελτίο της Αντιπολίτευσης, 1937, Νο 60-61.
4. V. Z. Rogovin, Political Genocide in the USSR, σελ. 303.
5. Ibid, σελ. 306
6. Ι. Ντώυτσερ, Στάλιν, Μια Πολιτική Βιογραφία, σελ. 399
7. Προβλήματα Ιστορίας του ΚΚΣΕ, 1989, τεύχος 8.
8. Ο ίδιος ο Γιεζόβ θα συλλαμβανόταν μετά από δυο βδομάδες.
9. V. Z. Rogovin, όπ.π. σελ. 305.
10. Δελτίο της Αντιπολίτευσης 1938, Νο 66-67.
11. A. Orlov, The Secret History of Stalin’s Crimes, σελ 216-218.
12. Προβλήματα Ιστορίας του ΚΚΣΕ 1988, νο 12.
13. S. Girenko, “Stalin – Tito” σελ. 55.
14. Ιbid, σελ 63-65.
15. J. J. Marie, Στάλιν, σελ. 506.
16. Εφημ. Ισβέστια, 16/6/1990.
17. Εφημ. Κομσομόλσκαγια Πράβντα, 14/11/1988
18. V. Z. Rogovin, όπ.π., σελ. 313.
19. Λ. Τρέππερ, Το Μεγάλο Παιγνίδι. 

Θεματικές