Χ. ΚΕΦΑΛΗΣ: Οι εξεγέρσεις στις ΗΠΑ και η επαναστατική, κομμουνιστική Αριστερά

Tου Χρήστου Κεφαλή*

Οι εξεγέρσεις και οι διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, με αφορμή τη στυγερή δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολι στις 26 Μάη, είναι ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός. Λαμβάνοντας χώρα στη μητρόπολη του καπιταλισμού, έρχονται να διαψεύσουν το μύθο της παντοδυναμίας του συστήματος· το μύθο, που με επιμέλεια έχουν καλλιεργήσει οι κυρίαρχες τάξεις, ότι η υπέρβαση του καπιταλισμού είναι ουτοπία και η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη, σαν από κάποιο φυσικό νόμο, να μείνει αιώνια δέσμια της κοινωνικής αδικίας και της εκμετάλλευσης. Η εικόνα των διαδηλωτών να πολιορκούν το Λευκό Οίκο και η φυγή του Τραμπ στο καταφύγιο συνόψισαν συμβολικά αυτή τη διάψευση και τη δύναμη των κινημάτων, φέροντας στο μυαλό ανάλογες εφόδους σε Βαστίλες και Χειμερινά Ανάκτορα στο παρελθόν. Ταυτόχρονα, δεν είναι λιγότερο σημαντικό ότι οι εξεγέρσεις σημειώνονται στην αρχή μιας μεγάλης παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που πυροδοτεί η πανδημία του κορονοϊού, κρίσης πιθανά χειρότερης από εκείνη του 2007, που όλα δείχνουν ότι θα έχει βάθος και διάρκεια. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι μόνο στις ΗΠΑ δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεταχτεί τώρα στην ανεργία, κατάσταση που δεν θα αλλάξει σύντομα, και ότι παρόμοιες συνθήκες διαμορφώνονται και στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό το περιστατικό διασφαλίζει ότι οι εξεγέρσεις θα διαρκέσουν για καιρό και θα επεκταθούν και πέρα από τις ΗΠΑ.

Το ότι η δολοφονία του Φλόιντ και όχι κάποια άλλη έδωσε το έναυσμα για τις εξεγέρσεις έχει βέβαια ένα στοιχείο τυχαιότητας. Στο παρελθόν έχουν γίνει στις ΗΠΑ ένα πλήθος απεχθείς δολοφονίες έγχρωμων Αμερικανών, ενώ ο ρατσισμός στη «χώρα της ελευθερίας» ήταν πάντα παρών. Στο μαζικό ξέσπασμα έπαιξε ασφαλώς ρόλο η ωμή, αποκρουστική κτηνωδία των αστυνομικών, που δολοφόνησαν εν ψυχρώ έναν άοπλο πολίτη που δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση. Ωστόσο, πίσω από το τυχαίο προβάλλει η διάσταση της ιστορικής αναγκαιότητας.

Τα αγκομαχητά του Φλόιντ κάτω από το γόνατο του αστυνομικού, «Δεν μπορώ να αναπνεύσω», συνόψισαν την κατάσταση στην οποία έχει φέρει ο καπιταλισμός στα τελευταία 30 χρόνια της παντοκρατορίας του εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, καταδικάζοντάς τους σε έσχατη ανέχεια και αθλιότητα, για χάρη μιας χούφτας δισεκατομμυριούχων μεγαλοκαρχαριών και κερδοσκόπων των αγορών. Αυτό εξηγεί τόσο την τεράστια μαζικότητα των διαμαρτυριών, πρωτοφανή για τα δεδομένα των ΗΠΑ, όσο και το ευρύ κίνημα αλληλεγγύης στον αμερικάνικο λαό που ξέσπασε αυθόρμητα σε όλο τον κόσμο, με συγκεντρώσεις και πορείες από την Ευρώπη ως την Αυστραλία, καθώς οι καταπιεσμένοι αναγνώρισαν παντού στη μοίρα του Φλόιντ κάτι από τη δική τους μοίρα. Και είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι ενώ οι εξεγέρσεις στις ΗΠΑ ξεκίνησαν ως μια διαμαρτυρία ενάντια στο ρατσισμό στράφηκαν αμέσως και ενάντια στην κοινωνική ανισότητα και ότι οι εκδηλώσεις συμπαράστασης στον υπόλοιπο κόσμο μετατρέπονται ήδη σποραδικά, όπως με το γκρέμισμα του αγάλματος του μισητού δουλέμπορου Κόλστον στο Μπρίστολ, σε πράξεις εξέγερσης.

Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς τις τεράστιες δυσκολίες που θα έχει να αντιπαλέψει το κίνημα που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στις ΗΠΑ. Η αμερικάνικη αστική τάξη είναι η πιο ισχυρή στον κόσμο, έχοντας μακρά εμπειρία σε επεμβάσεις και επιθέσεις ενάντια στα λαϊκά κινήματα ανά την υφήλιο. Η μερίδα της στο στιλ του Τραμπ απειλεί και δεν θα διστάσει να στείλει το στρατό ενάντια στους διαδηλωτές για να «αποκαταστήσει την τάξη», πνίγοντας το κίνημα στο αίμα. Η αιματηρή βία που έχει ήδη ασκηθεί από τις αρχές σε μια σειρά πόλεις των ΗΠΑ –ο αριθμός των θυμάτων είχε φτάσει στα 17 στις 2 Ιούνη, οι 16 από τραύματα από πυροβολισμό[1]– αλλά και η καταστολή από την Εθνοφρουρά και περί τις 11.000 συλλήψεις στο ίδιο διάστημα αποτελεί μια πρόγευση αυτού. Η άλλη, πιο «φωτισμένη» μερίδα, εκπροσωπούμενη κύρια από τους Δημοκρατικούς, θα προσπαθήσει να ωθήσει το κίνημα σε ακίνδυνους δρόμους για το αμερικάνικο κατεστημένο. Πρόθεσή της είναι να το αξιοποιήσει ως εφαλτήριο για την επάνοδό της στην εξουσία, σε μια κοινοβουλευτική εναλλαγή που θα αφήσει το σύστημα άθικτο, υποσχόμενη αλλαγές και βελτιώσεις που στην καλύτερη περίπτωση δεν θα είναι παρά ασπιρίνες και μπαλώματα.

Οι προσπάθειες της αντίδρασης δεν θα είναι εύκολο να ευοδωθούν, τουλάχιστον όχι όσο ήταν με προγενέστερα κινήματα, καθώς οι αντιθέσεις έχουν οξυνθεί δραματικά και δεν μπορεί να κουκουλωθούν με κοινοβουλευτικούς ελιγμούς και κόλπα. Ωστόσο, στη συνολική εικόνα, πέρα από την παρέμβαση της αντίδρασης, υπάρχουν κάμποσες ακόμη δυσχέρειες. Από τη μια μεριά το ίδιο το κίνημα είναι ακόμη άμορφο και ανοργάνωτο. Ο κόσμος που κινητοποιείται σε αυτό έχει μια σχετικά περιορισμένη εμπειρία συμμετοχής σε πολιτικούς, συνδικαλιστικούς και άλλους αγώνες, σε μια χώρα που από την εποχή του Ντεμπς δεν έχει υπάρξει ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα. Επιπλέον σήμερα στις ΗΠΑ δεν υπάρχει καν το πρόπλασμα μιας επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς, παρά μόνο αδύναμες μικρές ομάδες διαφόρων αναφορών, συχνά σεκταριστικού χαρακτήρα, χωρίς σοβαρή ανάλυση της κατάστασης και δεσμούς με τον κόσμο. Και η ίδια κατάσταση επικρατεί λίγο-πολύ σε όλες τις χώρες, τόσο στα καπιταλιστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια, καθώς μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα μπήκε σε μια φάση κρίσης και αποσύνθεσης, που δεν άφησε ανεπηρέαστη καμιά συνιστώσα του.

Αυτά θέτουν τους κομμουνιστές, στις ΗΠΑ και παγκόσμια, σήμερα διάσπαρτους σε διάφορα μικρά σχήματα και ομάδες, αντιμέτωπους με δυο αλληλένδετα καθήκοντα. Πρώτο, να φωτίσουν το δρόμο του κινήματος, κάνοντάς το συνειδητό των σκοπών του και των εμποδίων που θα συναντήσει. Και δεύτερο, να ενώσουν όλες τις υγιείς δυνάμεις που μπορεί να συνεισφέρουν σε αυτό το έργο σε μια ενιαία οργάνωση, μια σύγχρονη κομμουνιστική πρωτοπορία, παραμερίζοντας τα κάθε λογής σεκταριστικά, ρεφορμιστικά ή υπερεπαναστατικά στοιχεία. Αυτές οι δυο αλληλένδετες πλευρές της παραπέρα πορείας του κινήματος θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια του παρόντος κειμένου.

Η πορεία των αμερικάνικων εξεγέρσεων ως τώρα και οι προοπτικές τους

Ποια είναι τα γνωρίσματα των σημερινών διαδηλώσεων στις ΗΠΑ;

Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι η πλατιά έκταση, το σφρίγος και η μαζικότητά τους, που τις καθιστά πραγματικές εξεγέρσεις. Το κίνημα Occupy το 2011, παρά την απήχησή του, περιορίστηκε ουσιαστικά στο Ζουκότι Παρκ στη Νέα Υόρκη. Ήταν έτσι δυνατό στο αμερικάνικο κατεστημένο να το αφήσει να ατονήσει από τους ίδιους τους περιορισμούς του και την έλλειψη ξεκάθαρων προοπτικών και μετά να το διαλύσει. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει· οι διαμαρτυρίες απλώνονται σε ολόκληρες τις ΗΠΑ, κινητοποιώντας εκατομμύρια ανθρώπους. Ο χάρτης με τις αμερικανικές πόλεις όπου έγιναν συγκεντρώσεις είναι κατάφορτος από εκατοντάδες κουκίδες και σε πολλές από αυτές οι διαδηλωτές ήταν χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες[2]. Αυτός είναι ο λόγος που το κίνημα δεν μπορεί να αναμένεται να «σβήσει από μόνο του». Το ίδιο το αμερικάνικο κατεστημένο, με τη μεγάλη εμπειρία του, το αντιλαμβάνεται αυτό, όπως μαρτυρά η κινητοποίηση της Εθνοφρουράς ενάντια στους διαδηλωτές σε 24, περίπου τις μισές, Πολιτείες των ΗΠΑ.

Ένα δεύτερο, σημειωμένο ήδη σημείο, είναι ο αυθόρμητος, αδιαμόρφωτος ακόμη χαρακτήρας του κινήματος. Το κίνημα στρέφεται πρώτα και κύρια ενάντια στο ρατσισμό, που διαπερνά την αμερικάνικη κοινωνία, απαιτώντας φυλετική δικαιοσύνη και αλλαγές στην αστυνομία, ενώ εκφράζει και την αγανάκτηση του αμερικανικού λαού για την ανισότητα και τη δεινή θέση στην οποία τον έχει φέρει η πανδημία. Ωστόσο, αυτός ο πηγαίος ριζοσπαστισμός του δεν έχει λάβει ακόμη σαφή πολιτικό χαρακτήρα και έκφραση συγκεκριμένα αιτήματα. Στα εκατομμύρια των διαδηλωτών, πέρα από τους ίδιους τους μαύρους, περιλαμβάνονται πολίτες κάθε φυλής και ηλικίας. Ένα σημαντικό κομμάτι τους έχει δώσει ως τώρα ειρηνικό χαρακτήρα στη διαμαρτυρία του, με πορείες και συγκεντρώσεις όπου εκφράζουν την αποφασιστικότητά τους για ριζική αλλαγή της κατάστασης. Ταυτόχρονα, υπήρξαν πυρπολήσεις κτιρίων της αστυνομίας από διαδηλωτές και λεηλασίες καταστημάτων.

Θα ήταν βέβαια λάθος να καταδικάσει κανείς το κίνημα εξαιτίας αυτών των εκδηλώσεων, ή και να καταδικάσει συλλήβδην τους διαδηλωτές που προέβηκαν σε αυτές τις πράξεις, ακόμη και αν ισχύει ότι ανάμεσά τους υπήρχαν προβοκάτορες που ενήργησαν για να δοθεί άλλοθι στην αστυνομία να κτυπήσει τους διαδηλωτές. Κάτι τέτοιο μπορεί να το κάνουν μόνο τυφλοί και ανόητοι δογματικοί, που υιοθετούν τη θέση που είχε εκφράσει, με αφορμή τη νεανική εξέγερση του 2008 η Α. Παπαρήγα, ότι «Η πραγματική λαϊκή εξέγερση δεν πρόκειται να σπάσει ένα τζάμι»[3].

Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις πραγματικές λαϊκές εξεγέρσεις σπάνε όχι λίγα τζάμια και συμβαίνουν αναπόφευκτα πυρπολήσεις, λεηλασίες και άλλες καταστροφές. Οι εξεγέρσεις δεν γίνονται από τους ιδανικούς ανθρώπους της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας, αλλά από ανθρώπους που έχουν εξωθηθεί στην έσχατη απελπισία και αθλιότητα από την ωμή καταπίεση δεκαετιών, ώστε να αντιδρούν με τον πιο βίαιο και εκρηκτικό τρόπο. Ο ίδιος ο Ένγκελς υπογράμμιζε ότι «σε κάθε επανάσταση μερικές μωρίες διαπράττονται αναπόφευκτα [από τους επαναστάτες]… Απαιτεί έλλειψη κρίσης», πρόσθετε, «να διακηρύσσει κανείς την Κομμούνα ιερή, να την ανακηρύσσει αλάθητη, να ισχυρίζεται ότι κάθε καμένο σπίτι, κάθε εκτελεσμένος όμηρος, έλαβαν αυτό που τους άξιζε»[4]. Ο καθένας που θα διαβάσει το διάσημο χρονικό της Οκτωβριανής Επανάστασης από τον Ριντ θα δει ότι ακόμη και στην έφοδο στα Χειμερινά Ανάκτορα οι εξεγερμένοι, που καθοδηγούνταν από ένα πρωτοπόρο κόμμα, προέβησαν αρχικά σε πλιάτσικο και μόνο όταν βρέθηκε κάποιος να φωνάξει ότι αυτά που άρπαζαν ήταν πλέον λαϊκή περιουσία επέστρεψαν αυτόβουλα τη λεία τους. Είναι όμως βέβαιο ότι και στην πιο οργανωμένη επανάσταση αυτό δεν θα γίνει πάντα δυνατό.

Το να λέει κανείς ότι η πραγματική λαϊκή εξέγερση δεν θα σπάσει τζάμι, σημαίνει έτσι να απορρίπτει εκ των προτέρων όλες τις πραγματικές εξεγέρσεις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Όσοι το λένε αυτό, όπως η Α. Παπαρήγα, αναγνωρίζουν στην πραγματικότητα ως εξεγέρσεις τα φανταστικά σχήματα που υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό τους. Και αυτό που διακηρύσσουν αλάθητο δεν είναι στην περίπτωσή τους η Κομμούνα αλλά οι φαντασιώσεις τους και η μεγάλη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, σύμφωνα με την οποία η επανάσταση θα συμβεί όταν οι άλλοι αναγνωρίσουν τα μεταφυσικά σχήματα και την ανωτερότητά τους.

Αναγνωρίζοντάς τα αυτά, πρέπει παράλληλα να πούμε ότι η καταστροφική, τυφλή βία αποτελεί γνώρισμα και τεκμήριο ακριβώς του ανοργάνωτου, πρώιμου σταδίου μιας εξέγερσης. Αν οι εξεγέρσεις στις ΗΠΑ μείνουν εκεί και δεν μπορέσουν να τιθασεύσουν αυτές τις εκδηλώσεις, τότε το κίνημα, αντιμέτωπο όπως είναι με μια πανίσχυρη αστική τάξη, δεν θα έχει σοβαρές προοπτικές έστω και μιας μερικής επιτυχίας. Το ζητούμενο αντίθετα είναι να μπορέσει η μαζική οργή να μετατραπεί σε ένα ακόμη πιο ευρύ και σταθερό ρεύμα αγώνα αγκαλιάζοντας δυνάμεις που δεν έχουν ακόμη κινητοποιηθεί, πρώτα και κύρια την εργατική τάξη, με κινητοποιήσεις στους χώρους εργασίας. Και αυτό με τη σειρά του να δώσει το έναυσμα για την οργάνωση του κινήματος σε τοπικό και πανεθνικό επίπεδο, αυξάνοντας την αντοχή, την κοινωνική του απήχηση και τη δυναμική του[5].

Όλα αυτά είναι απαραίτητα και θα κρίνουν εν πολλοίς την πορεία του κινήματος. Η εκπλήρωσή τους όμως προϋποθέτει παραπέρα μια ανώτερη πολιτικοποίηση του κινήματος, μια καλύτερη επίγνωση των σκοπών του και των αντιπάλων του. Αντιπάλων που δεν είναι μόνο οι τοπικές αρχές και η αστυνομία αλλά πρώτα και κύρια η αμερικάνικη ολιγαρχία, με το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς και τα ΜΜΕ της.

Για την ώρα, μια πολιτική συνιστώσα ευδιάκριτη κάπως στο κίνημα είναι οι λεγόμενοι «Antifa», χαλαρές αντιφασιστικές ομάδες που συνενώνουν στους κόλπους τους διάφορα αναρχικά, αντικαπιταλιστικά και σοσιαλιστικά στοιχεία. Ο Τραμπ έσπευσε να τους αποδώσει την ευθύνη για τις ταραχές, αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται, ούτε τεκμηριώνεται κάποιος σημαντικός ρόλος τους στην υποκίνηση ή καθοδήγηση του κινήματος[6]. Προφανώς χαλαρά συγκροτημένες ομάδες όπως οι Antifa δεν μπορεί να προσφέρουν αποτελεσματική ηγεσία σε ένα κίνημα όπως το τωρινό στις ΗΠΑ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι ο «αναρχοκομμουνισμός» αυτού του τύπου έχει ισχυρές ρίζες στις ΗΠΑ, με οργανώσεις όπως οι IWW στις αρχές του 20ού αιώνα, και ότι μερικές από τις πιο επιφανείς μορφές του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, όπως οι μάρτυρες του Σικάγου, προήλθαν από τους κόλπους του. Στις ΗΠΑ ο «αναρχισμός» δεν είχε πολλά κοινά με τον ευρωπαϊκό ομόλογό του και η ευρεία διάδοσή του εξηγείται από την απουσία μαρξιστικής παράδοσης και την απέχθεια των ακτιβιστών για το ρεφορμιστικό, κυβερνητικό συνδικαλισμό. Θα περιλαμβάνουν έτσι στις τάξεις τους πραγματικά αγωνιστικά στοιχεία, που δεν θα πρέπει να κρίνονται από τους αυτοπροσδιορισμούς τους αλλά από την πρακτική τους στάση.

Ένα τρίτο σημείο, στο οποίο έριξε ισχυρό φως η αμερικάνικη εξέγερση, αφορά στον εξαιρετικά βαθύ χαρακτήρα των ρατσιστικών διακρίσεων και των ωμοτήτων στην αμερικάνικη κοινωνία, που συχνά διαφεύγει της προσοχής μας, επειδή ίσως στην Ευρώπη δεν έχουν την ίδια ακραία έκταση (αν και το γκρέμισμα του αγάλματος του Κόλστον δείχνει πόσο ισχυρός είναι ο ρατσισμός και εδώ). Τα γεγονότα πυροδότησαν αναλύσεις στον προοδευτικό Τύπο και τα σάιτ, που ανέδειξαν το μέγεθος του φυλετικού προβλήματος και γενικότερα των κάθε λογής διακρίσεων στις ΗΠΑ. Ενδεικτικά, το 2018 υπήρχαν στις ΗΠΑ περί τα 2,5 εκατομμύρια φυλακισμένων, ενώ περίπου 5 εκατομμύρια ακόμη καταδικασμένοι σε ποινές φυλάκισης ήταν έξω με αναστολή ή επί λόγω τιμής, δηλαδή συνολικά το 3% του πληθυσμού είχε κάποιου είδους καταδίκη. Από το συνολικό αριθμό των έγκλειστων ανδρών, το 37% ήταν μαύροι, το 32% λευκοί και το 22% ισπανόφωνοι (στοιχεία του 2013), την ώρα που στο συνολικό πληθυσμό το 62% είναι λευκοί, το 13% μαύροι και το 17% ισπανόφωνοι. Η αναλογία των μαύρων στους έγκλειστους ήταν έτσι τριπλάσια εκείνης στο συνολικό πληθυσμό, φτάνοντας σε κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ τον εξωφρενικό αριθμό του ενός στα 15 άτομα και συνολικά το 1 στα 25. Ταυτόχρονα, ο αριθμός των εγκλημάτων μίσους που έχουν σαν στόχο τους μαύρους, αλλά και μέλη της LGBT κοινότητας κ.ά., αυξήθηκε θεαματικά (κατά 17% μόνο το 2017) πυροδοτώντας το κίνημα Black Lives Matter. Αν προσθέσουμε σε αυτά την γκετοποίηση των μαύρων, ένα σημαντικό ποσοστό των οποίων ζει σε άθλιες φτωχογειτονιές, με προσδόκιμο ζωής έξι χρόνια μικρότερο εκείνου των λευκών και με το μισό περίπου μέσο εισόδημα, θα έχουμε μια αδρή εικόνα της κατάστασης[7].

Για να αντιληφθούμε πλήρως τη μαυρίλα της κατάστασης που αποκαλύπτουν οι παραπάνω στατιστικές, αρκεί να πούμε ότι το ποσοστό των έγκλειστων στις ΗΠΑ το 2008, 1% ή 1000/100.000, ήταν κατά ορισμένες πηγές μεγαλύτερο από το μέσο όρο των έγκλειστων στη σταλινική ΕΣΣΔ στην περίοδο ύπαρξης των Γκούλαγκ (1934-1953), ανερχόμενο σε 0,8% ή 800/100.000 άτομα. Στην ΕΣΣΔ το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το τωρινό αμερικάνικο στα χρόνια της κορύφωσης του σταλινικού ολοκληρωτικού συστήματος· ήταν γύρω στο 1,5-2% την περίοδο των Δικών του 1936-38 και 3% το 1950, όταν ολόκληροι πληθυσμοί εξορίστηκαν ως συνεργάτες των ναζί. Συγκριτικά, πριν την επικράτηση του Στάλιν, στα 1923-29, το ποσοστό των φυλακισμένων στην ΕΣΣΔ ήταν μεταξύ 103-183/100.000 (κατώτερο από το μέσο επίπεδο σήμερα στην Ευρώπη) και μετά τη διάλυση των Γκούλαγκ είχε πέσει στους 400/100.000, ποσοστό υψηλό μεν αλλά πολύ κατώτερο του τωρινού αμερικάνικου[8].

Αυτή η εικόνα, μέσα στο φόντο της επιδεινούμενης ανισότητας, της πρωτοφανούς συγκέντρωσης του πλούτου στα χέρια των ολιγαρχών και της οξείας κρίσης από την πανδημία, εξηγεί την ένταση των εξεγέρσεων που πυροδότησε η δολοφονία του Φλόιντ. Και είναι σαφές ότι αν στη δεκαετία του 1960, υπό καλύτερες συνθήκες και με μια κεντρική διοίκηση πιο δεκτική σε αλλαγές, αναπτύχθηκαν μεγάλα κινήματα υπό τον Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ, ένα τέτοιο κίνημα όπως το τωρινό δεν μπορεί να περάσει χωρίς συνέπειες.

Τέλος, ένα τέταρτο σημείο, ενδεικτικό επίσης της δύναμης του κινήματος, είναι ο ισχυρός αντίκτυπός του στην αμερικάνικη κοινωνία. Οι δηλώσεις αλληλεγγύης καλλιτεχνών, αθλητών και οργανισμών στις ΗΠΑ και παγκόσμια δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο· έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν. Φαινόμενα όμως όπως η συμμετοχή του αρχιεπίσκοπου Αμερικής Ελπιδοφόρου σε πορεία διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Φλόιντ δεν είναι συνηθισμένα. Και είναι ακόμη πιο σημαντικό ότι ενώ οι δυνάμεις καταστολής επενέβησαν βίαια στη Μινεάπολι, δεν είναι σπάνιο αστυνομικοί να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και να αρνούνται να επιτεθούν στα πλήθη.

Το ποιες από τις φωνές αυτές θα αποδειχτούν ειλικρινείς και σταθερές θα φανεί ασφαλώς στην πορεία. Στο παρελθόν έχει συμβεί συχνά ακόμη και συστημικά μέσα και πολιτικοί να «υποστηρίζουν» στην αρχή τα κινήματα για να τα χειραγωγήσουν και η «υποστήριξη» που μπορεί να παρέχει τώρα το Δημοκρατικό Κόμμα ανήκει εμφανώς σε αυτή την κατηγορία. Ακόμη κι έτσι, είναι και αυτό μια ένδειξη της καθολικής αίσθησης ότι η Αμερική δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι.

Θα μπορούσε ίσως να επισημανθούν μερικά ακόμη στοιχεία της κατάστασης στις ΗΠΑ, γενικού ή τοπικού χαρακτήρα. Από αυτά και μόνο όμως καθίσταται σαφές ότι οι αμερικάνικες εξεγέρσεις συνιστούν ένα σημείο καμπής όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και διεθνώς, ότι μπορεί να σηματοδοτούν την αρχή της πραγματικής αντεπίθεσης των κινημάτων μετά από μερικές δεκαετίες νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, υποχώρησης και άμυνας.

Φυσικά αυτό είναι κάτι που θα το δείξει η πορεία των γεγονότων, δεν μπορεί να το εγγυηθεί κανείς από πριν. Και είναι βέβαιο ότι αν εκδηλωθεί, η αντεπίθεση του κινήματος θα προχωρήσει μέσα από δυσχέρειες και εμπόδια, που θα περιλαμβάνουν νέες καμπές και προσωρινά πισωγυρίσματα. Ακόμη και οι ρωσικές επαναστάσεις, που είχαν απέναντί τους το σάπιο, συγκριτικά ετοιμόρροπο τσαρικό καθεστώς, πέρασαν από μια περίοδο ήττας και υποχώρησης στα 1907-12 και μια εναλλαγή καμπών από το Φλεβάρη του 1917 για να φτάσουν στη νίκη του Οκτώβρη. Είναι έτσι αδύνατο να φανταστεί κανείς μια ομαλή, σταθερά ανοδική πορεία για το τωρινό κίνημα στις ΗΠΑ, το οποίο έχει απέναντί του την πιο ισχυρή αστική τάξη του κόσμου. Όλα όμως τα στοιχεία της κατάστασης συνηγορούν ότι στις ΗΠΑ και παγκόσμια μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο που θα ανοίξει επαναστατικές δυνατότητες· αν μια τέτοια κατάσταση όπως η τωρινή δεν μπορέσει να το κάνει, δυσκολεύεται κανείς να σκεφτεί ποια άλλη θα μπορέσει.

Για την παρέμβαση και το ρόλο της κομμουνιστικής Αριστεράς

Το να μιλήσουμε για το ρόλο της κομμουνιστικής Αριστεράς στο αναπτυσσόμενο κίνημα στις ΗΠΑ δεν σημαίνει απλά να πούμε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να βρεθούν πλάι στο κίνημα, να το υποστηρίξουν και να το οργανώσουν. Στη γενική του μορφή αυτό είναι μια κοινοτοπία, μια στοιχειώδης πρόταση που ισχύει πάντα. Το θέμα είναι ότι οι αμερικάνικες εξεγέρσεις λαμβάνουν χώρα σε μια στιγμή όπου επί δεκαετίες το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα έχει περιέλθει, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, σε μια κρίση και αποσύνθεση χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Θέτουν έτσι επιτακτικά το ζήτημα της ανασύνταξης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις τεράστιες απαιτήσεις ενός τέτοιου κινήματος, όπως και άλλων που θα εμφανιστούν στην πορεία στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Τα ερωτήματα που τίθενται είναι: Ποια πρέπει να είναι η βάση αυτή της ανασύνταξης; Και ποιες δυνάμεις μπορεί να συνεισφέρουν ώστε να δημιουργηθούν οι νέες κομμουνιστικές πρωτοπορίες;

Αυτά τα ερωτήματα μπαίνουν σήμερα όχι μόνο στους κομμουνιστές των ΗΠΑ αλλά σε όλες τις χώρες. Και μπαίνουν μάλιστα πιο επιτακτικά σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου το κομμουνιστικό κίνημα έχει ισχυρές παραδόσεις, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ. Έχοντας ασχοληθεί αλλού εκτενώς μαζί τους[9], θα συνοψίσουμε μόνο εδώ τους βασικούς όρους της ανασυγκρότησης σε λίγες προτάσεις.

Ο πρώτος και εκ των ων ουκ άνευ όρος για την ανασύνταξη του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος είναι η ριζική ρήξη με το σταλινισμό. Ο σταλινισμός, με τα εγκλήματα και τις προδοσίες του έβλαψε και δυσφήμισε την υπόθεση του σοσιαλισμού, όπως το ίδιο ισχύει και τους νεοσταλινικούς υπερασπιστές του τα πρόσφατα χρόνια, βασικά το ΚΚΕ και το ΚΚΡΟ. Αυτή η ρήξη πρέπει να περιλαμβάνει και τις σταλινογενείς ομάδες που επί δεκαετίες απέφυγαν να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση στο ζήτημα. Τέτοιες ομάδες είτε κατέληξαν σε μια ταύτιση με τον ακροδεξιό εθνικισμό, όπως η ομάδα Λαφαζάνη στη χώρα μας και επίσης η ηγεσία του ΚΚΡΟ, είτε οδηγήθηκαν σε έναν ακραίο υπεραριστερισμό και τελικά αποκήρυξαν συνολικά το μαρξισμό, όπως στη χώρα μας το ΝΑΡ και ένα μέρος των ομάδων που αποχώρησαν από αυτό. Αυτή η ρήξη πρέπει φυσικά να συμβαδίζει με την υπεράσπιση του μαρξισμού καθώς και κάθε θετικού στοιχείου στην ιστορία της ΕΣΣΔ, σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της, και γενικά του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Ο δεύτερος, εξίσου αναγκαίος όρος, είναι ο σαφής προσδιορισμός της βάσης στην οποία στεκόμαστε σήμερα. Αυτή η βάση πρέπει να είναι το όλο της παράδοσης του μαρξισμού, που περιλαμβάνει το έργο των κλασικών, του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, καθώς και εκείνων των μαρξιστών, βασικά των Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς, που συνέχισαν στη μεταλενινική περίοδο το έργο τους. Η ανασύνταξη του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και ο επαρκής προσδιορισμός των καθηκόντων και των τακτικών του μπορεί να γίνει μόνο αν στεκόμαστε κριτικά και δημιουργικά στο όλο αυτής της παράδοσης, σε πολεμική με τα ποικίλα αναθεωρητικά ρεύματα· ο περιορισμός σε ένα μόνο μέρος της δεν αρκεί.

Χωρίς να επεκταθούμε στο σύνολο των παραπάνω ζητημάτων, θα ρίξουμε παραπέρα μια ματιά στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και των σταλινικών σάιτ για τις εξεγέρσεις στις ΗΠΑ. Η αρθρογραφία αυτή, αποπνέοντας γραφειοκρατική αλαζονεία και έπαρση, πιστοποιεί για άλλη μια φορά ότι τίποτα σοβαρό δεν θα μπορεί να γίνει στο κίνημα χωρίς μια ριζική καταδίκη και υπέρβαση του σταλινισμού.

Σε ένα άρθρο του Ριζοσπάστη με το βαρύγδουπο τίτλο «Υπάρχει ελπίδα για να αναπνεύσουν οι λαοί…» γίνεται η εξίσου βαρύγδουπη διαπίστωση: «Αυτό που θα κρίνει την πορεία των εξελίξεων είναι η δυνατότητα η οργή, η διαμαρτυρία να διοχετευθούν στη σωστή κατεύθυνση… να φέρουν μια νέα ανάταση στην εργατική – λαϊκή ανατρεπτική πάλη»[10]. Και σε μια άλλη στήλη, «Αντανακλαστικά», διαπιστώνουν ότι «οι μαζικές λαϊκές διαμαρτυρίες δεν εκφράζουν σήμερα ριζοσπαστικά αιτήματα»[11].

Το τελευταίο σχόλιο κατευθύνεται υποτίθεται ενάντια στους αστούς που συκοφαντούν το σοσιαλισμό και τον Στάλιν, κάνοντας λόγο για «θύματα του κομμουνισμού», κοκ. Στην πραγματικότητα, όμως, και τα δυο σχόλια εκφράζουν τυπικά τα σταλινικά αντανακλαστικά των κονδυλοφόρων του ΚΚΕ, ότι για να είναι ριζοσπαστικό ένα κίνημα πρέπει να αποδεχτεί τις έτοιμες συνταγές της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη «λαϊκή εξουσία» και τη «λαϊκή οικονομία». Σύμφωνα με τη λογική τους, αυτό που θα έπρεπε να γίνει είναι να μοιράσουν το Ριζοσπάστη στους εξεγερμένους στις ΗΠΑ, και αφού αυτοί δουν τα αιτήματα του ΚΚΕ και τα ασπαστούν, τότε το κίνημά τους θα αποκτήσει «ριζοσπαστικά αιτήματα». Κι επειδή αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ με κανένα κίνημα, προκύπτει ότι για το ΚΚΕ κανένα πραγματικό κίνημα δεν θα είναι ποτέ ριζοσπαστικό.

Σε άλλο άρθρο γραμμής του Ριζοσπάστη βρίσκουμε την ακόλουθη εκτίμηση: «Οι λαϊκές αντιδράσεις στη δολοφονία Φλόιντ ανέδειξαν ξανά τις βαθιές διαιρέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ και τις ενδοαστικές αντιθέσεις που κορυφώνονται τα τελευταία χρόνια πάνω στο βασικό ζητούμενο για την αστική τάξη της χώρας: Με ποια πολιτική και με ποιες συμμαχίες θα μπορέσουν οι ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν την άνοδο των ανταγωνιστών τους και να διατηρήσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα»[12].

Μπορεί κανείς να φανταστεί μεγαλύτερη σαχλαμάρα;

Ο Τραμπ καλεί επίμονα τους κυβερνήτες των πολιτειών να καταστείλουν το κίνημα με τις δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα κινητοποιήσει τον ομοσπονδιακό στρατό. Γιατί το κάνει αυτό ο Τραμπ; Μήπως γιατί βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση μαζικής εξέγερσης παρόμοια με εκείνη που επικράτησε, ας πούμε, στην τσαρική Ρωσία μετά τη Ματωμένη Κυριακή; Μήπως γιατί αυτή η κατάσταση θέτει αντικειμενικά το δίλημμα στο αμερικάνικο κατεστημένο αν θα προσπαθήσει να συντρίψει τώρα με στρατιωτική βία το κίνημα διακινδυνεύοντας να ρίξει λάδι στη φωτιά (όπως είναι η τάση της μερίδας του Τραμπ) ή αν θα το ανεχτεί για κάμποσο και θα προσπαθήσει να το αποσυνθέσει και να το διαλύσει σε μια πιο βολική στιγμή (όπως είναι η τάση των Δημοκρατικών), με κίνδυνο όμως το κίνημα να γιγαντωθεί τόσο ώστε να μην αρκεί η προσφυγή σε μια «λελογισμένη» βία;

Μπα, ούτε κατά διάνοια! Μην περάσει από το μυαλό σας ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Αυτό που πραγματικά απασχολεί σήμερα τον Τραμπ είναι οι ενδοαστικές αντιθέσεις. Από το πρωί ως το βράδυ διαλογίζεται πάνω στο «βασικό ζητούμενο» πώς οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Οι εξεγέρσεις, φαίνεται, του χαλούν την αυτοσυγκέντρωσή του και θέλει να ξεμπερδεύει με αυτές για να συγκεντρωθεί στο πραγματικά φλέγον ζήτημα.

Όσοι γράφουν έτσι για τις αμερικάνικες εξεγέρσεις, ουσιαστικά δεν είναι παρά παπαγάλοι, που έχουν αποστηθίσει ένα ποιηματάκι για τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και το απαγγέλλουν σε κάθε ευκαιρία…

Πέρα από τις αερολογίες τους για «αλληλεγγύη», οι αρθρογράφοι του Ριζοσπάστη, όταν έρχεται η ώρα να πουν κάτι ουσιαστικό για το κίνημα στις ΗΠΑ, τα καθήκοντά του, κοκ, δεν μπορούν να πάνε παραπέρα από το να αραδιάζουν τέτοιες σαχλαμάρες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Το σημερινό κίνημα στις ΗΠΑ είναι ένα παλλαϊκό αυθόρμητο κίνημα, στο ξεκίνημά του παρόμοιο με τα κινήματα των Αγανακτισμένων και τις Αραβικές Επαναστάσεις του 2011-12. Το ΚΚΕ όμως, με δεκάδες άρθρα και ομιλίες της ηγεσίας του, είχε τότε λοιδορήσει αυτά τα κινήματα ως «ύποπτα», «υποκινούμενα από τον ιμπεριαλισμό», «ψευδοκινήματα», κοκ. Για να πουν κάτι ουσιαστικό για το τωρινό κίνημα θα έπρεπε λοιπόν να παραδεχτούν πρώτα ότι όλη η στάση και οι τότε διακηρύξεις τους ήταν λαθεμένες. Αυτό είναι κάτι που ξεφεύγει όχι μόνο από την επαρμένη τους λογική αλλά και από τις δυνατότητές τους. Αν πουν κάτι τέτοιο, τότε θα πρέπει να παραδεχτούν ότι και όλη η πολιτική τους μετά το 1990, η σταλινική αναπαλαίωση, κ.λπ., ήταν ένα συνολικό λάθος.

Μια σημαντική εξέλιξη στις ΗΠΑ, την οποία επισημάναμε ήδη, είναι οι όχι λίγες περιπτώσεις αστυνομικών που αρνούνται να κτυπήσουν τους διαδηλωτές και συμμετέχουν στις διαδηλώσεις. Αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το χαιρετίσει κάθε σκεπτόμενος αγωνιστής, οι κονδυλοφόροι του ΚΚΕ έχουν όμως διαφορετική γνώμη. Σε ένα άρθρο στο σταλινικό σάιτ Κατιούσα, που η αρθρογραφία του απηχεί τις θέσεις του ΚΚΕ αποπνέοντας τις πιο γελοίες σταλινικές λογικές, εκφράζεται ξεκάθαρα αυτή η άποψη.

Το άρθρο, με το χαρακτηριστικό τίτλο «Cop-washing – Οι μπάτσοι που διαφέρουν δεν κάνουν τη διαφορά», υποστηρίζει ότι οι αστυνομικοί που αρνούνται να ασκήσουν βία ενάντια σε διαδηλωτές είναι ατομικές εξαιρέσεις, που δεν αλλάζουν σε τίποτα την ουσία: «Δεν αμφιβάλλουμε πως σε ατομικό επίπεδο υπάρχουν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αστυνομικοί που νιώθουν πως δεν τους εκφράζει η ρατσιστική βία κι οι δολοφονίες άμαχων πολιτών που θεωρούνται ύποπτοι ή μάλλον ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου, απλά και μόνο για το χρώμα της επιδερμίδας τους. Ο γενικός κανόνας όμως δεν είναι ένα άθροισμα εξαιρέσεων ή ατομικών συμπεριφορών. Απορρέει από τον ρόλο που έχουν οι δυνάμεις της κρατικής καταστολής, ως “όργανα της τάξης”, και από τα συμφέροντα της τάξης που υπηρετούν»[13]. Η αντίθετη άποψη θα ήταν, κατά τον αρθρογράφο, «Cop-washing», θα σήμαινε να ξεπλύνουμε τους «μπάτσους» και το αστικό κράτος.

Με τα σχόλιά τους αυτά οι αρθρογράφοι της «Κατιούσα» αποδεικνύουν για νιοστή φορά ότι στην πολιτική τους αντίληψη είναι βρέφη. Αυτό είναι κάτι παγκοίνως γνωστό και δεν εκπλήσσει. Αυτό που εκπλήσσει είναι η αδυναμία τους να σχηματίσουν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις έννοιες, στις οποίες φτάνουν τα βρέφη όταν λένε τις πρώτες τους λεξούλες, «μαμά», «μπαμπά», κοκ. Αλλά και αυτό δεν είναι παράξενο. Ο λαός λέει, «Με όποιο δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις», και όσοι έχουν φοιτήσει επί χρόνια στο βρεφοκομείο του Περισσού δεν μπορεί να ελπίζουν σε περισσότερα.

Οι οξυδερκείς σχολιαστές της «Κατιούσα» συζητούν το ρόλο της αστυνομίας με βάση όσα ισχύουν γενικά, σε μια κανονική κατάσταση. Σε μια τέτοια κατάσταση η αστυνομία και ο στρατός λειτουργούν πράγματι στο σύνολό τους ως μηχανισμοί που στηρίζουν την εξουσία της αστικής τάξης, με τις ενάντιες περιπτώσεις να αποτελούν λίγο-πολύ ατομικές εξαιρέσεις. Η μικρή λεπτομέρεια, που διαφεύγει της προσοχής των σχολιαστών μας, είναι ότι σήμερα στις ΗΠΑ και παγκόσμια δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κανονική κατάσταση. Σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση όπου, πρώτο, στις ΗΠΑ και παγκόσμια σοβεί μια τεράστια, πρωτοφανής οικονομική κρίση λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, και δεύτερο, ειδικά στις ΗΠΑ αυτό συνδυάζεται με ένα εκρηκτικό δυναμικό συσσωρευμένο λόγω των φυλετικών διακρίσεων και της ανισότητας, που πυροδοτεί ένα μεγάλης έκτασης ριζοσπαστικό λαϊκό κίνημα. Σε μια τέτοια κατάσταση, η οποία κυοφορεί δυνητικά επαναστατικές δυνατότητες, η γενική μαρξιστική αλήθεια σχετικά με το ρόλο της αστυνομίας δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο ούτε στον ίδιο βαθμό με τις συνήθεις καταστάσεις σταθερότητας του καπιταλισμού.

Πραγματικά, η ουσία μιας κατάστασης οξείας κρίσης και κοινωνικής σύγκρουσης, είναι ότι η συνοχή του κρατικού μηχανισμού, που παρουσιάζεται συμπαγής σε κανονικές εποχές, υπονομεύεται. Στην επανάσταση και στην πορεία προς αυτή εμφανίζονται διαφοροποιήσεις στην αστυνομία και στο στρατό, ιδιαίτερα στα κατώτερα κλιμάκιά τους, που συχνά εμποδίζουν την κυρίαρχη τάξη να καταπνίξει άμεσα βασιζόμενη σε αυτά το κίνημα. Στην αστυνομία, ασφαλώς, θα παραμείνει και τότε ένα ισχυρό, πλειοψηφικό πιθανά κομμάτι, που εμφορείται από τις λογικές των δολοφόνων του Φλόιντ, με τις οποίες έχει γαλουχηθεί. Ταυτόχρονα όμως θα εμφανιστούν ανοικτά περιπτώσεις –όχι πια εξαιρέσεις αλλά μια κάπως υπολογίσιμη μειοψηφία έντιμων αστυνομικών, όπως συμβαίνει τώρα στις ΗΠΑ– που βλέπουν με συμπάθεια το κίνημα και αρνούνται να το κτυπήσουν. Και ανάμεσα στα δυο άκρα θα υπάρξει και μια μεγάλη μερίδα ταλαντευόμενων, εκείνων που θα προτιμούσαν πιθανά να ακολουθήσουν την πεπατημένη αλλά φοβούνται να το κάνουν, διαισθανόμενοι ότι επίκειται μια μεγάλη κοινωνική σύγκρουση και ότι αν εκτεθούν στο πλευρό της αντίδρασης σε περίπτωση νίκης του κινήματος θα υποστούν τις συνέπειες.

Αυτές οι διαφοροποιήσεις αποτελούν συστατικό στοιχείο και όρο κάθε επαναστατικής κατάστασης και κάθε νικηφόρας επανάστασης. Πραγματικά, αν η άρχουσα τάξη διατηρούσε τη συνοχή του κρατικού μηχανισμού της στην επαναστατική περίοδο όλες οι επαναστάσεις θα ήταν καταδικασμένες στην ήττα: θα αδυνατούσαν να αναπτύξουν μια ισχύ αντίστοιχη εκείνης των μηχανισμών καταστολής και θα συντρίβονταν εξαρχής. Όλες οι μεγάλες επαναστάσεις του παρελθόντος επιβεβαιώνουν την παραπάνω εικόνα. Στη ρωσική επανάσταση του 1905 τα τσαρικά στρατεύματα έπνιξαν στο αίμα τη μεγάλη λαϊκή διαδήλωση στη Ματωμένη Κυριακή, μετά όμως παρουσιάστηκαν ταλαντεύσεις στο στρατό και την αστυνομία, στασίασαν μονάδες, κοκ. Ο τσαρισμός, όσο διαρκούσε αυτή η κατάσταση, αναγκάστηκε να ελιχτεί παραχωρώντας ένα ψευδοσύνταγμα και μόνο όταν επανέκτησε πλήρως τον έλεγχο έπνιξε στρατιωτικά το κίνημα. Παρόμοια εξελίχθηκαν τα πράγματα και τον Οκτώβρη του 1917 όταν, τουλάχιστον από τον Αύγουστο και μετά, οι ταλαντεύσεις  στην αστυνομία και το στρατό, λόγω της ισχύος του επαναστατικού κύματος, έγιναν τόσο έντονες που αδράνησαν πλήρως και σχεδόν πουθενά δεν άσκησαν ένοπλη βία. Το ότι ο Τραμπ σήμερα, την ίδια ώρα που καλεί σε χρήση στρατιωτικής βίας από τους κυβερνήτες και απειλεί να στείλει τον ομοσπονδιακό στρατό, αναγκάζεται να ελιχθεί και πλέκει το εγκώμιο του Φλόιντ, δείχνει ότι η αμερικάνικη αντίδραση δεν νιώθει στέρεο το έδαφος και ότι οι διαθέσεις στον κρατικό μηχανισμό, ιδιαίτερα στη βάση του, δεν ευνοούν την άμεση άσκηση μαζικής βίας ενάντια σε ένα κίνημα με ευρεία λαϊκή αποδοχή.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι κομμουνιστές σε επαναστατικές ή προεπαναστατικές καταστάσεις πρέπει να ενεργούν έτσι ώστε να οξύνουν τις αντιθέσεις στον αστικό κρατικό μηχανισμό και να ενθαρρύνουν τις θετικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του, ιδιαίτερα στις δυνάμεις καταστολής. Η ανάλυση της «Κατιούσα» κινείται στο εντελώς ανάποδο μήκος κύματος. Όποιος την ακολουθεί θα ενεργεί όχι για να οξύνει αυτές τις αντιθέσεις και τις διαφοροποιήσεις αλλά για να τις εξαλείψει, βοηθώντας την αντίδραση στο έργο της. Πραγματικά, το να λες ότι «Οι μπάτσοι που διαφέρουν δεν κάνουν τη διαφορά» και ότι η αντίθετη άποψη είναι «Cop-washing», σημαίνει ουσιαστικά να φτύνεις τη μερίδα των αστυνομικών που διαφοροποιείται και να την ωθείς, όσο εξαρτάται από σένα, να επιστρέψει στην παλιά, συνηθισμένη της στάση.

Μια τέτοια εκτίμηση του ζητήματος δεν ταιριάζει στους κομμουνιστές, αλλά στους αναρχικούς. Και μάλιστα ούτε καν στους αναρχικούς γενικά ή στην καλύτερη μερίδα τους που έχει κομμουνιστικές κλίσεις, αλλά στο πιο λούμπεν, ατομικιστικό κομμάτι των αναρχικών, που συχνά έχει υπόγειους δεσμούς με την αστυνομία και ενεργεί για να εκτροχιάζει το κίνημα, δίνοντας άλλοθι στην αντίδραση για τη βίαιη καταστολή του. Αυτοί οι «αναρχικοί» επιδίδονται και θα επιδίδονται στις ΗΠΑ συστηματικά, όπως έχουν κάνει και στη χώρα μας, σε αχρείαστες συρράξεις με την αστυνομία, ακόμα και όταν αυτή δεν προκαλεί, καταστροφές, λεηλασίες, κοκ. Και θα προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες του κινήματος για να το ωθήσουν προς τα εκεί, εμποδίζοντάς το να πολιτικοποιηθεί και να αποκτήσει μια ευρύτερη αντισυστημική δυναμική.

Συνολικά, τα φληναφήματα των αρθρογράφων της «Κατιούσα» δείχνουν για άλλη μια φορά την καθυστερημένη, πρωτόγονη λογική του σταλινισμού, που θα εκδηλωθεί αναπόφευκτα απέναντι και στο τωρινό κίνημα στις ΗΠΑ και τις απηχήσεις του σε άλλες χώρες, όπως εκδηλώθηκε απέναντι στα κινήματα των Αγανακτισμένων το 2011-12. Οι διακηρύξεις τους, πέρα από ανοησία, αποπνέουν την οικεία σταλινική υπεροψία: το αξίωμα που βρίσκεται στη βάση τους, όταν λένε ότι «οι μπάτσοι που διαφέρουν δεν κάνουν τη διαφορά», είναι ότι οι ίδιοι κάνουν τη διαφορά, ότι αυτοί έχουν εξ ορισμού τη σωστή άποψη και το κίνημα θα πάει μπροστά μόνο όταν δεχτεί τις προσταγές τους. Η αλήθεια όμως είναι ότι πλανιούνται οικτρά: ακόμη και οι «μπάτσοι που διαφέρουν», όπως τους αποκαλούν, κάνουν ένα βήμα μπροστά, ενώ οι ίδιοι μένουν κολλημένοι στην ανοησία τους.

Μια άλλη λαθεμένη, επικίνδυνη λογική σήμερα είναι η λογική «Από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα», που υπερασπίζει τα οργανωτικά βαρίδια του κινήματος με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο. Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται για την απολογία του σταλινισμού με το επιχείρημα να πηγαίνει πάνω-κάτω ως εξής: «Ναι ο σταλινισμός είναι απωθητικός, δεν εμπνέει το κίνημα ούτε ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Τι να κάνουμε όμως, στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από το ΚΚΕ. Το κίνημα δέχεται επίθεση, ας υπάρχει τουλάχιστον αυτό για να προβάλει μια αντίσταση». Ανάλογα άλλοθι μπορεί να προσφέρονται και σε άλλες χώρες για αντίστοιχες δυνάμεις, σταλινικών ή άλλων αναφορών.

Όσοι φέρνουν τέτοια επιχειρήματα, ακόμη και αν ορκίζονται στον κομμουνισμό και διαγράφουν τις πιο μεγαλεπήβολες επαναστατικές προοπτικές, παραιτούνται στην πράξη εκ των προτέρων από τη νίκη του κινήματος, ομολογώντας την αδυναμία τους να συνεισφέρουν στη διαμόρφωση των όρων της. Μοιάζουν με έναν ατρόμητο ραλίστα που υπόσχεται να κερδίσει τη Φόρμουλα 1 με μια σταλινική σακαράκα του 1930, που σχεδόν δεν παίρνει καν εμπρός και στις σπάνιες περιπτώσεις που ξεκινά μετά βίας πιάνει τα 20 χιλιόμετρα και τα εξαρτήματά της σκορπίζονται στο δρόμο. Ο καπιταλισμός πηγαίνει σήμερα με Φεράρι και όσοι υπόσχονται να τον νικήσουν με σακαράκες είναι απλά απατεώνες. Είναι αλήθεια ότι η καπιταλιστική Φεράρι έχει σκουριάσει και παρουσιάζει βλάβες. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να νικηθεί από ένα καλύτερο αυτοκίνητο αγώνων, όχι όμως από σακαράκες. Η δυσκολία έγκειται στο ότι αυτό το αυτοκίνητο σήμερα δεν υπάρχει· θα πρέπει να δημιουργηθεί από το ίδιο το κίνημα στην πορεία της ανάπτυξής του. Αυτό ασφαλώς είναι δύσκολο όχι όμως και ακατόρθωτο, όντας ταυτόχρονα ένας αναγκαίος όρος για τη νίκη του κινήματος. Οι επαναστάσεις είναι γενικά δύσκολα εγχειρήματα, οι εύκολες, θαυματουργές λύσεις για την εκπλήρωσή τους είναι πάντα ψεύτικες λύσεις.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα αρνηθούμε ή θα παραμερίσουμε την κληρονομιά των πρωτοπόρων αγωνιστών του κομμουνιστικού μας κινήματος στο παρελθόν. Αγωνιστές όπως ο Άρης ο Βελουχιώτης, ο Μπελογιάννης, ο Πλουμπίδης και τόσοι άλλοι στη χώρα μας, είχαν δείξει στον καιρό τους πώς μπορούσε να δημιουργηθεί αυτό το αυτοκίνητο αγώνων, αν όχι στην ολότητά του τουλάχιστον σε ένα σημαντικό μέρος του. Και γι’ αυτό ακριβώς τους είχαν λοιδορήσει και συκοφαντήσει τότε οι σταλινικοί αρχηγοί εκείνου του καιρού.

Προέκταση και φαινομενικός αντίποδας αυτής της λογικής είναι η άποψη που υποστηρίζει ότι για να εκφράσουμε σήμερα το νέο πρέπει να αρνηθούμε όλες τις παραδόσεις του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος. Όλα αυτά, βλέπετε, ήταν μια «παλιά παρέλαση», που σήμερα καλούμαστε να την αποχαιρετήσουμε. «Ο σοσιαλισμός», βεβαιώνεται, «δεν θα είναι ο παλιός με διορθώσεις. Αλλά και ποιος ακριβώς είναι ο παλιός; Η Κίνα; Ο Τσαουσέσκου; Η Σοβιετική Ένωση του 18; του 22; του 25; του 56; του 64;… Ας την αποχαιρετίσουμε επί τέλους την παρέλαση»[14].

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, που εξισώνουν και ανακατεύουν σε ένα χυλό τον Οκτώβρη, τη σταλινική εποχή, τη μετασταλινική ΕΣΣΔ και τον Τσαουσέσκου, σκεπάζουν ουσιαστικά τη δειλία που οι ίδιοι επέδειξαν επί δεκαετίες στο να έρθουν σε ρήξη με το σταλινισμό, μεταμφιέζοντάς τη σε θάρρος. Αυτό που απορρίπτουν ως «παλιά παρέλαση» είναι ο ίδιος ο μαρξισμός και η Οκτωβριανή Επανάσταση. Στην πράξη δε εργάζονται για την ήττα του κινήματος στις επόμενες επαναστατικές μάχες. Ο Αντόνιο Γκράμσι έλεγε, «Αποδοκιμάζει κανείς το παρελθόν για να μην υπολογίσει το καθήκον του παρόντος». Η άρνηση όλου του παρελθόντος ως «παλιάς παρέλασης» επιχειρεί ακριβώς να κρύψει την πλήρη αδυναμία αυτών των δημοσιολόγων να ανταποκριθούν στα μεγάλα καθήκοντα που θέτει η ιστορία στους επαναστάτες, όπως είχαν ανταποκριθεί οι κορυφαίοι επαναστάτες του παρελθόντος, τους οποίους θέλουν να ξεφορτωθούν γιατί η σύγκριση μαζί τους τους εκθέτει.

Τέλος, μια κοινοτοπία που έχει πέραση είναι η αφηρημένη έκκληση για ενότητα. «Το κίνημα δέχεται επίθεση, οι εξελίξεις τρέχουν και γι’ αυτό η διάσπαση είναι πολυτέλεια. Οι δυνάμεις της Αριστεράς, τουλάχιστον της κομμουνιστικής, πρέπει να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να ενωθούν» – λέει πάνω-κάτω το σχετικό επιχείρημα.

Το επιχείρημα αυτό παραβλέπει ότι η ενότητα μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο αν βασίζεται σε αρχές και σε σωστές θέσεις. Σήμερα, π.χ., φουντώνουν οι εξεγέρσεις στις ΗΠΑ. Το ερώτημα είναι: Θα πούμε τίποτα της προκοπής για να βοηθήσουμε, στο μέτρο των δυνάμεών μας, τον αγώνα του αμερικανικού λαού ή θα αραδιάζουμε τις σαχλαμάρες του Ριζοσπάστη και της «Κατιούσα». Οι δογματιστές δεν θα παραιτηθούν από αυτές τις σαχλαμάρες, τις έχουν συνηθίσει επί δεκαετίες και έχουν ταυτιστεί μαζί τους πλήρως.

Η ουσία του ζητήματος είναι ότι σε περιόδους αποσύνθεσης στο κομμουνιστικό κίνημα όπως η τωρινή οι σαχλαμάρες έχουν μεγαλύτερη πέραση· στη χώρα μας μάλιστα κυριαρχούν. Όσοι συστήνουν λοιπόν «να παραμερίσουμε τις διαφορές για χάρη της ενότητας» στην πράξη συστήνουν να παραιτηθούμε από τον αγώνα εναντίον τους και να τις αφήσουμε να αλωνίζουν.

Μια σύγχρονη κομμουνιστική Αριστερά θα μπορέσει να δημιουργηθεί και να ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα της τωρινής καμπής μόνο παραμερίζοντας με συνεχή πολεμική όλες αυτές τις καθυστερημένες λογικές, στις διάφορες παραλλαγές τους.

Αντί συμπεράσματος

Στην ανάλυσή μας επισημάναμε εξαρχής τον ακόμη αδιαμόρφωτο χαρακτήρα των αμερικάνικων εξεγέρσεων, τουλάχιστον από την άποψη των πολιτικών προοπτικών και των στόχων τους. Αυτή η εκτίμηση λέει όμως μόνο τη μισή αλήθεια και θα ήταν παραπλανητική αν κατανοούνταν με την έννοια ότι δεν υπάρχει στους εξεγειρόμενους καμιά συνείδηση του ποιος είναι ο αντίπαλος και ενάντια σε ποιους πρέπει να στραφεί το κίνημα.

Απεναντίας η συνείδηση αυτή, ή έστω ο πυρήνας της, υπάρχει στους προωθημένους αγωνιστές του κινήματος και μέσω αυτών διαδίδεται στο κίνημα. Τα λόγια ενός μαύρου ομιλητή σε μια συγκέντρωση στη Νέα Υόρκη παρέχουν αδιάψευστη μαρτυρία: «Εμείς δεν είμαστε το πρόβλημα. Η αστυνομία δεν είναι το πρόβλημα. Δεν με ενδιαφέρει τι νομίζετε, δεν με ενδιαφέρει πόσο θυμωμένοι είσαστε, δουλεύουν κάτω από ένα σύστημα. Το πρόβλημα είναι το σύστημα… Για πρώτη φορά βλέπω μια θάλασσα ανθρώπων σε αυτές τις διαδηλώσεις. Δεν είναι μόνο μαύροι άνθρωποι. Δεν είναι μόνο αριστεροί άνθρωποι. Δεν είναι οποιαδήποτε πολιτική ομάδα. Είναι η Αμερική που είναι αναστατωμένη επειδή υπάρχει αδικία. Η αδικία είναι αδικία. Οι λευκοί τη βλέπουν. Οι Μεξικανοί τη βλέπουν. Οι Κινέζοι τη βλέπουν. Δεν έχει σημασία ποιος είσαι. Βλέπεις την αδικία και δεν τη θες πια. Γι’ αυτό αυτή είναι η επανάσταση που πρόκειται να την αλλάξει»[15].

Στο βίντεο με την παραπάνω ομιλία –μια μικρογραφία των διαθέσεων στην αμερικάνικη εξέγερση– υπάρχουν κάμποσες δηλώσεις διαδηλωτών που απηχούν το ίδιο πρωτοπόρο, γνήσια ριζοσπαστικό και επαναστατικό πνεύμα. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτα είναι τα λόγια ενός λευκού διαδηλωτή, κατευθυνόμενα ενάντια στη μερίδα των λευκών που στήριζε και στηρίζει τους Μπάιντεν: «Νομίζω ότι ήμουν σιωπηλός για πολύ καιρό και αυτό είναι το πρώτο από πολλά βήματα για να δείξω την υποστήριξή μου και να κάνω ό,τι μπορώ να κάνω και να χρησιμοποιήσω το λευκό προνόμιό μου Ο μετριοπαθής λευκός είναι στην πραγματικότητα το πράγμα που δημιουργεί αυτό το ρατσισμό. Δεν θα το αφήσουμε να συμβεί αυτό και νομίζω είναι στο χέρι των λευκών που ως τώρα ήταν μετριοπαθείς να γίνουν τώρα αντιρατσιστές»[16].

Στο ίδιο βίντεο βλέπει κανείς την οργή των διαδηλωτών, το συσσωρευμένο μίσος που γεννά η καταπίεση, το οποίο κάποτε οδηγεί στην υπερβολή, όπως στο σημείο όπου ένας διαδηλωτής επιτίθεται φραστικά σε ένα αστυνομικό επειδή δεν του αρέσει το τατουάζ του[17]. Αυτές οι διαθέσεις είναι αναπόφευκτες και ίσως μάλιστα αναγκαίες, για να τρομάξουν εκείνη τη μερίδα των αστυνομικών που μπαίνει στον πειρασμό να προσφύγει στα κτηνώδη μέσα στα οποία είναι συνηθισμένη. Ακόμη κι έτσι, μακροπρόθεσμα δεν απηχούν το σωστό τόνο.

Το πρώτο και πιο σημαντικό καθήκον των κομμουνιστών στις ΗΠΑ σήμερα είναι να αποκτήσουν στενούς δεσμούς με τα πιο πρωτοπόρα ακριβώς στοιχεία του κινήματος, που είναι ήδη υπολογίσιμα. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να γίνει τίποτα και κάθε τι που το παρεμποδίζει, οι σταλινικές λογικές –από τις οποίες, παρεμπιπτόντως, οι δηλώσεις των αγωνιστών που παραθέσαμε βρίσκονται δέκα επίπεδα πάνω, στη σοβαρότητά τους, στην κατανόησή τους ότι πρέπει να ενισχυθεί κάθε τάση που αποδυναμώνει το σύστημα, κ.λπ.– οι «υψηλές θεωρίες», κοκ, πρέπει να παραμεριστεί.

Ταυτόχρονα, μαθαίνοντας από τους πρωτοπόρους αγωνιστές, οι κομμουνιστές θα πρέπει να εργαστούν για να τους πείσουν ότι δεν φτάνει η συνείδηση ότι ο αντίπαλος είναι το σύστημα. Το σύστημα είναι η ολιγαρχία του πλούτου και η ολιγαρχία αυτή έχει τεράστια μέσα στη διάθεσή της, ώστε να μη μπορεί να καμφθεί από έναν αυθόρμητο ξεσηκωμό, όσο μαζικός και αν είναι. Θα καμφθεί μέσα από ένα μακροχρόνιο αγώνα, μόνο αν οι εξεγέρσεις μπορέσουν να συνενωθούν και αν τα πρωτοπόρα στοιχεία τους σχηματίσουν μια πολιτική, κομμουνιστική πρωτοπορία.

Αυτή η αναγκαιότητα γίνεται ακόμη πιο επιτακτική όχι μόνο από τη δύναμη της αντίδρασης αλλά και από έναν ακόμη παράγοντα που έχει εκδηλωθεί σε όλες τις ως τώρα επαναστάσεις. Η ιστορία έχει δείξει ότι στα πρώτα στάδια μιας επαναστατικής διαδικασίας αποκτούν σημαντική επιρροή κάθε λογής μικροαστοί πολιτικοί, λόγιοι και δημοσιολόγοι, που βλέπουν το κίνημα σαν ένα όχημα για την καριέρα τους. Στις επαναστάσεις του 1848, λόγω της ανωριμότητας του προλεταριάτου, ηγήθηκαν οι μικροαστοί, και το γεγονός αυτό, όπως έδειξαν υποδειγματικά οι Μαρξ και Ένγκελς στις εργασίες τους, τις οδήγησε αναπότρεπτα στην ήττα. Στη ρωσική επανάσταση του 1917 κυριάρχησαν αρχικά οι μικροαστοί μενσεβίκοι και εσέροι και το ίδιο έγινε το Μάη του 1968 στη Γαλλία, όπου βγήκαν στον αφρό οι διάφοροι Κον-Μπεντίτ. Και όλοι αυτοί οι τύποι, εκτοξεύοντας επαναστατικές φράσεις μπροστά στις μάζες, εργάζονταν στα παρασκήνια για την υποταγή του κινήματος, με αντάλλαγμα μερικές θέσεις στην κυβέρνηση ή το κοινοβούλιο (όπως το ίδιο έκανε, άλλωστε, και ο σταλινισμός, που ήταν μια γραφειοκρατική παραλλαγή αυτού του μικροαστισμού). Μόνο όπου έγινε δυνατό να ξεπεραστεί η επιρροή αυτών των στοιχείων, με κλασικό παράδειγμα τον Οκτώβρη του 1917, μπόρεσε το κίνημα να φτάσει στη νίκη. Εκεί όπου αυτό δεν επιτεύχθηκε οι μικροαστικές ηγεσίες χρονοτρίβησαν αναζητώντας έναν ανέφικτο συμβιβασμό με την αντίδραση και η τελευταία μπόρεσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της και να συντρίψει το κίνημα. Ο κίνδυνος αυτός είναι ισχυρός για το κίνημα στις ΗΠΑ όπου, πέρα από την κατασταλτική ισχύ της, στο πρόσωπο του Τραμπ η ακραία αντίδραση έχει αποκτήσει στηρίγματα σε λούμπεν εργατικά και μικροαστικά στρώματα, ενώ από την άλλη η «δημοκρατική» πτέρυγά της ειδικεύεται στους ελιγμούς και τις κοινοβουλευτικές απάτες. Αν κυριαρχήσουν οι μικροαστοί στο κίνημα, θα γίνει αναπόφευκτος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να καταγγέλλουν σε όλους τους τόνους τις μικροαστικές ηγεσίες και τα ρεύματα, που αφθονούν τώρα στις ΗΠΑ στην «αριστερή» πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος και τις παρυφές της. Αυτό θα ήταν μια σταλινική τακτική. Για όσο διαρκεί η τωρινή φάση του κινήματος, που στρέφεται άμεσα ενάντια στην ακροδεξιά αντίδραση υπό τον Τραμπ και τις κατασταλτικές πρακτικές της, η συνεργασία με αυτά τα στοιχεία είναι αναγκαία. Το βασικό είναι να διατηρούν οι κομμουνιστές την πολιτική και ιδεολογική τους ανεξαρτησία, να βλέπουν κάθε τέτοια συμμαχία σαν προσωρινή και να μην τρέφουν αυταπάτες για τη μετέπειτα στάση των μικροαστών, που στην καλύτερη περίπτωση θα συμβιβαστούν μετά από μια πρώτη, μερική επιτυχία του κινήματος.

Το γεγονός ότι η πανδημία του κορονοϊού συνεχίζεται αμείωτη στις ΗΠΑ και παγκόσμια είναι ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της κατάστασης που καθιστά αναγκαία και επιτακτική την οργάνωση του κινήματος και την πολιτική αποκρυστάλλωσή του. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ενώ η πανδημία έχει περιοριστεί στην Ευρώπη παραμένει σε εξέλιξη στις ΗΠΑ και επεκτείνεται δραματικά στις χώρες του νότιου ημισφαιρίου, Βραζιλία, Μεξικό, Χιλή, Περού, Ινδία κ.ά. Συνολικά, ο αριθμός των θυμάτων και εκείνων που προσβάλλονται καθημερινά δεν δείχνει να μειώνεται.

Ο συνδυασμός και η αλληλοτροφοδότηση της παρατεινόμενης οικονομικής κρίσης με την παρατεινόμενη πανδημία είναι ακριβώς που κάνει εκρηκτική την κατάσταση και θα δώσει διάρκεια στις εξεγέρσεις. Στις συνθήκες αυτές όμως, ιδιαίτερα σε καθυστερημένες χώρες όπως η Βραζιλία και το Μεξικό, αλλά και στις ΗΠΑ και την Ευρώπη με τα δεκάδες εκατομμύρια ανέργους, ξεπροβάλλει έντονα και ο κίνδυνος του χάους. Και το χάος, αν δεν υπάρξει μια έγκαιρα μια οργανωμένη πρωτοπορία να δώσει διέξοδο, μπορεί να φέρει στον αφρό την ακροδεξιά, φασιστική αντίδραση, που θα το εκμεταλλευτεί για να δημιουργήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις τύπου Συρίας.

Η θεαματική ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που προβλέπουν διάφοροι καπιταλιστικοί οργανισμοί, είναι υποθετική και, στην καλύτερη περίπτωση, θα λάβει χώρα το 2021. Αλλά μια τέτοια προοπτική είναι απατηλή. Μια κρίση όπως η τωρινή είναι αδύνατο να μην αφήσει πίσω της καταστροφές και θύματα. Και θα προκαλέσει πιθανότατα μαζικά κινήματα και εξεγέρσεις των οποίων το πρόπλασμα είναι όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ.

Αν η Ελλάδα, η Συρία και κάμποσες ακόμη χώρες ήταν τα θύματα της κρίσης του 2007 και των συνεπειών της, ποιοι λαοί θα είναι τα αυριανά θύματα; Ακόμη και αν αυτό δεν μπορεί να προβλεφθεί, ένα είναι βέβαιο: αν το κομμουνιστικό κίνημα δεν μπορέσει να ανασυγκροτηθεί πάνω σε σωστές, στέρεες βάσεις, οι λαοί θα υποστούν τα ίδια δεινά, χωρίς καμιά ελπιδοφόρα προοπτική στον ορίζοντα. Η προοπτική του σοσιαλισμού θα ανοιχτεί μόνο αν οι σήμερα σκόρπιες υγιείς δυνάμεις και τάσεις του κομμουνιστικού κινήματος συνενωθούν αρχικά σε μερικές χώρες και στη συνέχεια παγκόσμια.

Πάνε 170 χρόνια από τότε που οι Μαρξ και Ένγκελς διακήρυξαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο τους το διάσημο σύνθημά τους, «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!» Εκεί υπογράμμισαν τη στενή σύνδεση των κομμουνιστών με το προλεταριάτο και τους καταπιεσμένους ως όλο, καθώς και με όλα τα πραγματικά επαναστατικά στοιχεία μέσα στο κίνημα:

«Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν κανένα ξεχωριστό κόμμα αντιτιθέμενο στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν και διακρίνονται από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του. Δεν διακηρύσσουν κάποιες δικές τους σεκταριστικές αρχές, που σύμφωνα με αυτές θα ήθελαν να διαμορφώσουν και να πλάσουν το προλεταριακό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: Πρώτο, ότι στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων των διαφορετικών χωρών τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο, ανεξάρτητα από εθνότητα. Δεύτερο, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης από τις οποίες πρέπει να περάσει ο αγώνας ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του»[18].

Το κίνημα που αναπτύσσεται τώρα στις ΗΠΑ έχει το δυναμικό να μείνει ιστορικό, να επεκταθεί και να παράξει, σε βάθος χρόνου, νικηφόρες επαναστάσεις. Για να γίνει αυτό όμως θα χρειαστεί να μετατραπεί σε ένα οργανωμένο κίνημα ενάντια στην ολιγαρχία του πλούτου και το σύστημά της. Οι κομμουνιστές θα μπορέσουν να παίξουν το ρόλο τους και να ανταποκριθούν στα μεγάλα καθήκοντά του μόνο αν αλλάξουν οι ίδιοι, ξαναβρίσκοντας το νήμα της επαναστατικής παράδοσης των κλασικών.

  *Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.


[1] Στοιχεία από «George Floyd protests», https://en.wikipedia.org/wiki/George_Floyd_protests.
[2] Βλέπε «List of George Floyd protests in the United States», https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_George_Floyd_protests_in_the_United_States.
[3] Βλέπε σχετικά «Νέες αιχμές Αλ. Παπαρήγα κατά ΣΥΡΙΖΑ», 21.12.2008, https://m.naftemporiki.gr/story/183725.
[4] Φρ. Ένγκελς, «The Program of the Blanquist Fugitives from the Paris Commune», https://www.marxists.org/archive/marx/works/1874/06/26.htm.
[5] Όπως σημειώνει εύστοχα ο Γ. Νικολάου, «Οι αυθόρμητες διαδηλώσεις μπορούν να χτυπηθούν και να καμφθούν από τον κρατικό μηχανισμό. Αν όμως βασίζονται σε ένα πανεθνικό δίκτυο τοπικών επιτροπών σε κάθε γειτονιά και εργασιακό χώρο, που θα συζητάει δημοκρατικά για την πορεία του αγώνα και θα επιδιώκει να οργανώνει την μάχη με τον καλύτερο τρόπο, τότε το κίνημα θα μπορεί να πατάει πραγματικά πολύ καλύτερα στα πόδια του. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας πρέπει το κίνημα να συζητήσει και τους τρόπους δράσης του. Γιατί ενώ αυτή τη στιγμή οι βίαιες αντιδράσεις της νεολαίας είναι αναμενόμενες και αρκετός κόσμος τις βλέπει με κατανόηση, αν συνεχίσουν το κλίμα θα αλλάξει στην κοινωνία» («ΗΠΑ: Εξέγερση των “από κάτω” ενάντια στο ρατσισμό και την αδικία», http://net.xekinima.org/ipa-exegersh-ton-apo-kato-enantia-sto-ratsismo/).
[6] Πέρα από ψευδο-αναλύσεις σε μέσα προσκείμενα στον Τραμπ όπως το Foxnews, που συνδέουν το κίνημα με τους Antifa (και άλλες ακόμη, σύμφωνα με μια παλιά πατέντα από το 2011, με τον Σόρος) για να το συκοφαντήσουν ως «υποκινούμενο», δεν υπάρχει ούτε ένα σοβαρό άρθρο στο Διαδίκτυο που να δίνει μια εικόνα βαρύνουσας επιρροής των Antifa με στοιχεία.
[7] Βλέπε τα λήμματα της Wikipedia «Incarceration in the United States», https://en.wikipedia.org/wiki/Incarceration_in_the_United_States και «Hate Crime», https://en.wikipedia.org/wiki/Hate_crime#United_States, καθώς και Α. Νέλις, «The Color of Justice: Racial and Ethnic Disparity in State Prisons», https://www.sentencingproject.org/wp-content/uploads/2016/06/The-Color-of-Justice-Racial-and-Ethnic-Disparity-in-State-Prisons.pdf.
[8] Βλέπε σχετικά «Comparison of United States incarceration rate with other countries», https://en.wikipedia.org/wiki/Comparison_of_United_States_incarceration_rate_with_other_countries (με παρατιθέμενη πηγή την Αν Άπελμπαμ και τον Στ. Ροουζφίλντε) και Ο. Πασχαλινάς, «Η σταλινική αναθεώρηση της ιστορίας της ρωσικής επανάστασης», στη συλλογή Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2010, σελ. 524. Άλλες πηγές δίνουν ένα μεγαλύτερο μέσο όρο φυλακισμένων για την περίοδο ύπαρξης των Γκούλαγκ, αλλά και αυτές ακόμη συμφωνούν ότι, ιδιαίτερα αν υπολογίσει κανείς και τα 5 εκατομμύρια στις ΗΠΑ υπό αναστολή, κοκ, τα μεγέθη είναι συγκρίσιμα, με τις ΗΠΑ να έχουν σήμερα το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού και το 25% των φυλακισμένων (βλέπε «US Prison Industrial Complex Versus the Stalinist Gulag», https://srbpodcast.org/2013/05/11/us-prison-industrial-complex-versus-the-stalinist-gulag/). Αξίζει βέβαια να σταθεί κανείς εδώ στην υποκρισία εκείνων των κριτικών που ενώ επικρίνουν δικαιολογημένα το σταλινικό ολοκληρωτισμό δεν διακρίνουν ίχνος ολοκληρωτισμού στην τωρινή κατάσταση στις ΗΠΑ.
[9] Βλέπε Χρ. Κεφαλής, Σχέδιο για ένα Κομμουνιστικό Μανιφέστο της Εποχής μας, μπροσούρα της Μαρξιστικής Σκέψης, τόμ. 30.
[10] Δ.Π., «Υπάρχει ελπίδα για να αναπνεύσουν οι λαοί…», Ριζοσπάστης, 6-7 Ιούνη 2020.
[11] «Αντανακλαστικά», Ριζοσπάστης, 6-7 Ιούνη 2020.
[12] «Μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις στις ΗΠΑ. Η δολοφονία ενός ακόμα Αφροαμερικανού ήταν μόνο η αφορμή…», Ριζοσπάστης, 6-7 Ιούνη 2020.
[13] «Κατιούσα», 1.6.2020, «Cop-washing – Οι μπάτσοι που διαφέρουν δεν κάνουν τη διαφορά», http://www.katiousa.gr/politika/diethni/cop-washing-oi-mpatsoi-pou-diaferoun-den-kanoun-ti-diafora/?fbclid=IwAR2doB7E9P_Nnp_mJgq_2fCDHmSK1bHRLoEdHNaH4G0wq_DYccPCL7QOTdY.
[14] Θ. Σκαμνάκης, «Αποχαιρετώντας την παλιά παρέλαση», https://www.kommon.gr/politismos/item/2623-apoxairetontas-tin-palia-parelasi-tou-thanasi-skamnaki.
[15] «Inside the George Floyd protests in New York: ‘we are not the problem’ – video», 0.00-0.18 και 4.00-4.30, https://www.youtube.com/watch?v=GbsJFgRupWo&feature=emb_logo.
[16] Στο ίδιο, 3.22-3.41.
[17] Στο ίδιο, 3.11.
[18] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», στα Selected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. 1, σελ. 119-120.