Οι αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν: όταν ο εφιαλτικός κόσμος του Όργουελ γίνεται πραγματικότητα

22/06/2013
Comments off
524 Views


Μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής του παρόντος  ανακοινώθηκε η απαγγελία κατηγοριών από την αμερικάνικη «δικαιοσύνη» κατά του Σνόουντεν για κατασκοπεία.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post την Παρασκευή, 21/6, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ζητήσει τη σύλληψη και έκδοση του Σνόουντεν από την Κίνα. Ενόψει της προφανούς μεθόδευσης εξόντωσης του Σνόουντεν, είναι αναγκαία η διεθνής αλληλεγγύη για να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο.

Οι αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν από τις αρχές Ιούνη για την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών και του Διαδικτύου από τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες, έφεραν στο φως μια καταθλιπτική πραγματικότητα, που αποκαλείται ήδη στις ΗΠΑ «κράτος επιτήρησης» (surveillance state). Είναι μια πραγματικότητα την οποία πολλοί υποψιάζονταν, αλλά κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει και κανείς ίσως δεν φανταζόταν την έκτασή της.

Ο Σνόουντεν, που εργαζόταν για τη CIA και ήταν ένας υψηλά αμειβόμενος τεχνικός συνεργάτης στην υπηρεσία παρακολουθήσεων της NSA (National Security Agency, Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας των ΗΠΑ) διοχέτευσε τα άκρως απόρρητα δεδομένα που είχε καταφέρει να αποσπάσει στην εφημερίδα the Guardian, αφού η Washington Post στην οποία είχε απευθυνθεί αρχικά δεν εγγυήθηκε την πλήρη δημοσιοποίησή τους.

Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν αφορούν μια ποικιλία προγραμμάτων και δραστηριοτήτων παρακολούθησης των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών, που ξεκινούν από τις επικοινωνίες στις ΗΠΑ και φτάνουν στο παγκόσμιο Διαδίκτυο και τις παρεμβολές σε δίκτυα υπολογιστών στην Κίνα. Συγκεκριμένα:

1. Στις 5 Ιούνη η the Guardian  δημοσίευσε μια άκρως απόρρητη εντολή του FISC (Foreign Intelligence Surveillance Court) που διέταζε ένα τμήμα της Verizon Communications να παρέχει σε

«συνεχή καθημερινή βάση» μεταδεδομένα για όλα τα τηλεφωνήματα «εντός των ΗΠΑ, περιλαμβανόμενων των τοπικών κλήσεων» και των κλήσεων «μεταξύ των ΗΠΑ και του εξωτερικού».

2.  Στις 6 Ιούνη η the Guardian  και η Washington Post  αποκάλυψαν την ύπαρξη του PRISM, ενός μυστικού προγράμματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης της NSA, που επιτρέπει στην υπηρεσία να έχει άμεση πρόσβαση στα e-mail, τις αναζητήσεις και όλες τις άλλες δραστηριότητες στο Διαδίκτυο.

3. Στις 9 Ιούνη η the Guardian αποκάλυψε την ύπαρξη του Boundless Informant, ενός συστήματος συγκέντρωσης δεδομένων που

«καταγράφει και ακόμη χαρτογραφεί ανά χώρα την τεράστια ποσότητα πληροφοριών που συλλέγει [η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας] από τα δίκτυα υπολογιστών και τηλεπικοινωνιών».

4. Στις 12 Ιούνη η South China Morning Post αποκάλυψε ότι η NSA προέβαινε σε χάκινγκ στα δίκτυα υπολογιστών της Κίνας από το 2009.

5. Τέλος, στις 17 Ιούνη η the Guardian δημοσιοποίησε ότι η Government Communications Headquarters (GCHQ) μια βρετανική μυστική υπηρεσία, είχε καταγράψει τις επικοινωνίες των πολιτικών στις Διάσκεψη των G-20 το 2009 στο Λονδίνο.

Η εφιαλτική έκταση αυτών των δραστηριοτήτων γίνεται φανερή και μόνο από το ότι σύμφωνα με στοιχεία από το Boundless Informant ένα μόνο κατασκοπευτικό πρόγραμμα συγκέντρωσε 97 δισεκατομμύρια πληροφορίες το Μάρτιο του 2013: 3 δις πληροφορίες από το εσωτερικό των ΗΠΑ, 14 δις από το Ιράν, 13,5 δις από το Πακιστάν, 12,7 δις από την Ιορδανία, 7,6 δις από την Αίγυπτο, 6,3 δις από την Ινδία και 3 δις από την Ευρώπη. Ακόμη, η βάση δεδομένων MAINWAY που διατηρεί η NSA (η ύπαρξη της οποίας είχε αποκαλυφθεί ήδη από το 2006) περιέχει καταγραφές άνω των 1,9 τρισεκατομμυρίων τηλεφωνικών συνομιλιών.

Η αποκάλυψη των απόρρητων ντοκουμέντων από τον Σνόουντεν ήταν μια θαρραλέα ενέργεια που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την ίδια τη ζωή του. Γι’ αυτό κατέφυγε στα τέλη Μάη στο Χονγκ Κονγκ και δημοσιοποίησε στις 9 Ιούνη ο ίδιος την ταυτότητά του. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της Washington Post Μπάρτον Γκέλμαν, ο Σνόουντεν του είχε πει όταν συναντήθηκαν ότι όχι μόνο ο ίδιος αλλά και οι δημοσιογράφοι που συνεργάζονταν μαζί του θα κινδύνευαν ώσπου να δημοσιοποιηθούν τα ντοκουμέντα, επειδή οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ «εντελώς σίγουρα θα σε δολοφονήσουν αν νομίζουν ότι είσαι το μόνο σημείο αποτυχίας που θα μπορούσε να σταματήσει αυτή την αποκάλυψη και θα τους κάνει τον μοναδικό κάτοχο των πληροφοριών».

Για τον εαυτό του δεν είχε αυταπάτες ότι «θα υποφέρω για τις πράξεις μου, και ότι η απόδοση αυτών των πληροφοριών στο κοινό σημαίνει το τέλος μου».

Ωστόσο, ο Σνόουντεν δεν έκανε πίσω, βάζοντας πάνω από το προσωπικό του συμφέρον την ανάγκη «να πληροφορηθεί το κοινό για αυτό που γίνεται στο όνομά τους και αυτό που γίνεται ενάντιά τους». Στη συνέντευξή του προς τον δημοσιογράφο Γκλεν Γκρίνβαλντ της the Guardian  μίλησε εύγλωττα για την «αρχιτεκτονική της καταπίεσης», που είναι ευρύτερη από όσα έφεραν στο φως οι αποκαλύψεις του.

«Είναι σημαντικό», τόνισε, «να στείλουμε ένα μήνυμα στην κυβέρνηση ότι οι άνθρωποι δεν θα εκφοβιστούν. Δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που κάνει αυτό το είδος των πραγμάτων. Δεν θέλω να ζω σε έναν κόσμο όπου κάθε τι που κάνω και λέω καταγράφεται».

Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν δεν έπεσαν βέβαια σαν κεραυνός εν αιθρία. Είχε προηγηθεί η δημοσιοποίηση από το 2006 στο WikiLeaks πλήθους απόρρητων ντοκουμέντων για θέματα όπως το Γκουαντανάμο και οι πόλεμοι των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, που κόστισε ατελείωτες διώξεις στον ιδρυτή του Τζούλιαν Ασάνζ. Ωστόσο, οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι τα ντοκουμέντα του Σνόουντεν είναι λόγω της φύσης τους πιθανότατα τα πιο σημαντικά στην ιστορία των διαρροών κρατικών μυστικών.

Διόλου παράδοξα, λοιπόν, το αμερικάνικο κατεστημένο αντέδρασε με ένα κύμα υποκριτικής οργής, υστερίας και απειλών ενάντια στον Σνόουντεν. Επίσημοι ομιλητές της κυβέρνησης τον αποκάλεσαν «προδότη» ή ακόμη πιθανά και «Κινέζο πράκτορα», επειδή κάποια ντοκουμέντα αφορούσαν παρακολουθήσεις των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών στην Κίνα. Η ίδια η NSA υπέβαλε αίτημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για διεξαγωγή έρευνας για το αν οι πράξεις του Σνόουντεν είναι ποινικά κολάσιμες. Ο Επικεφαλής της Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Τζέιμς Κλάπερ είπε ότι οι «απερίσκεπτες αποκαλύψεις» του οδήγησαν σε «σημαντικές εσφαλμένες εντυπώσεις στα ΜΜΕ». Όχι μόνο παράγοντες των Δημοκρατικών αλλά και των υποτιθέμενα αντιπολιτευόμενων Ρεπουμπλικάνων συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε καταγγελίες. Έτσι, ο ρεπουμπλικάνος προεδρεύων στη Βουλή των ΗΠΑ Τζον Μπένερ αποκάλεσε τον Σνόουντεν «προδότη» που «εξέθεσε τους Αμερικανούς σε κίνδυνο», ενώ ο ημιεπίσημος ρεπουμπλικάνος μπλόγκερ Έρικ Έρικσον δήλωσε ότι ο Σνόουντεν «το έσκασε στους κομμουνιστές». Ανάλογη ήταν η στάση μεγάλης μερίδας ανθρώπων των μίντια και δημοσιογράφων του κατεστημένου. Για παράδειγμα, ο σχολιαστής των New York Times Ντέιβιντ Μπρουκ αποφάνθηκε ότι ο Σνόουντεν πρόδωσε το σύνταγμα, επειδή «οι ιδρυτές του δεν δημιούργησαν τις ΗΠΑ ώστε κάποιος μοναχικός 29χρονος να παίρνει μονομερείς αποφάσεις γύρω από το τι θα πρέπει να εκτεθεί».

Από την άλλη μεριά, η κοινή γνώμη δέχτηκε τον Σνόουντεν σαν ένα ήρωα, με ένα κύμα εκδηλώσεων συμπαράστασης, ενώ οι προοδευτικοί σχολιαστές, ακόμη και πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι, εξήραν τη στάση του. Χαρακτηριστικά, ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ, που είχε διαρρεύσει το 1971 απόρρητα έγγραφα του Πενταγώνου για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, είπε ότι ο Σνόουντεν «πρόσφερε ανυπολόγιστη υπηρεσία στη χώρα του», ενώ ο Ρέι Μαγκόβερν, πρώην αξιωματούχος της CIA, δήλωσε ότι ο Σνόουντεν αναπτέρωσε την ελπίδα στην αμερικάνικη δημοκρατία.

Βέβαια, οι δραστηριότητες της αμερικάνικης κυβέρνησης που έβγαλε στη φόρα ο Σνόουντεν είναι τόσο κατάφωρα παράνομες και αντισυνταγματικές, που ακόμη και παράγοντες του κατεστημένου φρόντισαν να πάρουν αποστάσεις. Έτσι, ο Μπομπ Μπαρ, ένας αμφιλεγόμενος ρεπουμπλικάνος πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας δήλωσε πως το ερώτημα «δεν είναι, παραβίασε ένας άνθρωπος το νόμο, αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ παραβίασε το νόμο;»

Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν όπως και οι αντιδράσεις που ακολούθησαν έδειξαν τα άλματα προς τα πίσω κατά τις τελευταίες δεκαετίες στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, που τείνουν να αντικατασταθούν πλέον ανοικτά από ένα αστυνομικό-κατασκοπευτικό  κράτος. Οι παραβιάσεις το 1972-74 στο σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ αφορούσαν μια διάρρηξη στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος και μαγνητοφωνήσεις συνομιλιών που είχε ο Νίξον στο γραφείο του. Και όμως γι’ αυτά τα ανομήματα, που φαντάζουν κυριολεκτικά πταίσματα μπροστά σε όσα αποκάλυψε ο Σνόουντεν, ο Νίξον είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Σήμερα, αντίθετα, κανείς δεν μιλά για παραίτηση της διοίκησης Ομπάμα. Η παρακολούθηση ιδιωτικών δεδομένων και συνομιλιών δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων παγκόσμια έχει γίνει αποδεκτή στα κέντρα λήψης αποφάσεων του κατεστημένου ως κάτι το αυτονόητο.

Για δεκαετίες οι εκπρόσωποι της αντίδρασης, επικαλούμενοι το ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στα σταλινικά καθεστώτα, κ.λπ., πάσχιζαν να ταυτίσουν το σοσιαλισμό με την απειλή στις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα. Σήμερα αποδεικνύεται ότι οι ίδιοι οι κρατούντες δεν γνωρίζουν όριο στην καταπάτηση αυτών των δικαιωμάτων όταν πρόκειται για τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος, προχωρώντας σε επιλογές απέναντι στις οποίες ωχριούν τα χειρότερα παραδείγματα από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Δεν πρόκειται εδώ για την κακή επιλογή της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, αλλά για κατευθύνσεις που υλοποιούν και προωθούν λίγο-πολύ όλες οι αστικές κυβερνήσεις και πτέρυγες, συμπληρώνοντας η επόμενη το έργο της προηγούμενης, στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη. Ακόμη και αν η δημοκρατία δεν έχει ακόμη παραμεριστεί οριστικά, συσσωρεύονται έτσι οι όροι για έναν φασιστικό ολοκληρωτισμό του μέλλοντος. Ο καπιταλισμός μετατρέπεται μπροστά στα μάτια μας σε έναν οργουελικό κόσμο και θα κάνει το Μεγάλο Αδελφό πράξη, αν δεν σταματηθεί έγκαιρα.

___________________

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του τριμηνιαίου περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη».