Οδεύει η παγκόσμια οικονομία σε νέα κρίση το 2019;

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί μετάφραση του κειμένου του συντρόφου Περ-όκε Γουέστερλούντ, γραμματέα του Rattvisepartiet Socialisterna, σουηδικού τμήματος της Επιτροπής για μια Εργατική Διεθνή (CWI). Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο chinaworker.info

 

 

Τι προοπτικές υπάρχουν για την παγκόσμια οικονομία το 2019; Οι καπιταλιστές και οι κερδοσκόποι σε όλο τον κόσμο κρατούν την ανάσα τους μετά τη μεγάλη πτώση στις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια τον περασμένο Δεκέμβρη, την χειρότερη πτώση από το 1931. Η ημέρα των Χριστουγέννων στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ήταν η χειρότερη όλης της χρονιάς, η οποία ακολουθήθηκε βέβαια την επόμενη μέρα από τη μεγαλύτερη άνοδο που καταγράφηκε το 2018.

Συνολικά την περσινή χρονιά, τα χρηματιστήρια είχαν πτώση κατά μέσο όρο 12% σύμφωνα με τον παγκόσμια δείκτη FTSE. Η μεγαλύτερη πτώση όμως, κατά μέσω όρο 20% αφορούσε τα χρηματιστήρια των «αναπτυσσόμενων» χωρών, δηλαδή τις αγορές έξω από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Χαρακτηριστικά τα χρηματιστήρια της Σαγκάης και του Σεζέν στην Κίνα έπεσαν 25 και 33% αντίστοιχα.

Αλλά δεν είναι μόνο η πτώση στις τιμές των μετοχών που προκαλεί ανησυχία. Οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι χαμηλότεροι, ειδικά σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ιαπωνία και η Γερμανία.

Και φυσικά δεν είναι οι καπιταλιστές αυτοί που νιώθουν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της κρίσης, παρόλο που η περιουσία τους στα χαρτιά έχει μειωθεί κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Τις διακυμάνσεις των αγορών τις πληρώνουν οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί σε όλο τον κόσμο, που έχουν να αντιμετωπίσουν την ανεργία, τις μειώσεις στους μισθούς και τα μέτρα λιτότητας.

Λάθος εκτιμήσεις

Το 2018 έκλεισε με τελείως διαφορετικές εκτιμήσεις από αυτές που κυριαρχούσαν ανάμεσα στους οικονομολόγους στην αρχή του χρόνου. Πριν ένα χρόνο υπήρχε συζήτηση για μια νέα γενική οικονομική ανάκαμψη, τη μεγαλύτερη από την αρχή της κρίσης του 2008-09. Υπήρχε ένα κλίμα αισιοδοξίας στα αστικά επιτελεία, ιδιαίτερα καθώς οι πολιτικές που προωθούσε ο Τράμπ μείωναν τη φορολογία των μεγάλων επιχειρήσεων και έδιναν ώθηση στις τιμές των χρηματιστηρίων.

Η αναιμική ανάκαμψη που υπάρχει μετά την κρίση του 2009 είναι βασισμένη στην εκτίναξη του χρέους και ειδικά στα εξωπραγματικά πακέτα στήριξης των κεντρικών τραπεζών σε όλες σχεδόν τις χώρες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μόνο εξαγόρασε κρατικά ομόλογα αξίας πάνω από 2,15 τρις ευρώ σε ένα διάστημα 3 χρόνων, από το 2015 μέχρι το 2018.

Η Κεντρική Τράπεζα της Αμερικής, η Fed, ξόδεψε σε αντίστοιχες αγορές ομολόγων 3,5 τρις δολάρια την 7ετία από το 2008 μέχρι το 2015. [1]

Οι Κεντρικές Τράπεζες σε όλο τον κόσμο έριξαν τα επιτόκια σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα, που έφτασαν να είναι ακόμα και αρνητικά στην περίπτωση της ΕΚΤ, της Σουηδίας και άλλων χωρών. [2]

Όμως, κατά τη διάρκεια του 2018 υπήρξε μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι αυτή η πολιτική δεν μπορούσε να συνεχίσει επ’ άπειρο. Τα πακέτα στήριξης σε διάφορες χώρες άρχισαν να τελειώνουν ή να αφορούν μικρότερα ποσά, ενώ η Fed ήδη από το 2015 άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια.

Ένας κρίσιμος παράγοντας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας από το 2009 μέχρι σήμερα είναι το αυξανόμενο χρέος της Κίνας. Από τα τέλη του 2008 μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2018 το χρέος της Κίνας πήγε από το 171% του ΑΕΠ στο 299% (σύμφωνα με το Institute for International Finance). Η κυβέρνηση της Κίνας προσπαθεί με κάθε τρόπο να περιορίσει το ρυθμό αύξησης του χρέους.

Συνολικά, το παγκόσμιο χρέος είναι σήμερα 3 φορές μεγαλύτερο απ’ ότι ήταν πριν 20 χρόνια!

Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας μετά την κρίση του 2008-09 (ανάκαμψη βέβαια που είναι αδύναμη, και που δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες ανισότητες) λειτουργούν τώρα αντίστροφα, τραβώντας την οικονομία προς τα κάτω. Τα σημερινά υψηλά επιτόκια δυσκολεύουν το δανεισμό των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών, των Δήμων και των κρατών που έχουν μεγάλα χρέη. Οι ανησυχίες που υπήρχαν την περίοδο των Χριστουγέννων ενισχύθηκαν από την είδηση ότι ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Steven Mnuchin έχει διατάξει ελέγχους για την κατάσταση των αμερικάνικων τραπεζών, και τις ανακοινώσεις της Apple για κάθετη πτώση των πωλήσεων, ειδικά στην Κίνα.

Τα στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο του 2018, τα τελευταία που έχουν ανακοινωθεί, επιβεβαιώνουν το κλίμα ανησυχίας που υπάρχει. Στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία είχαμε πτώση της παραγωγής από τον Ιούλη μέχρι το Σεπτέμβρη. Αν η τάση αυτή συνεχίσει για άλλο ένα τρίμηνο, αυτές οι χώρες θα έχουν μπει και επίσημα σε ύφεση. Το Δεκέμβρη επίσης και η Γαλλία είχε πτώση των ρυθμών ανάπτυξης.

Στο σύνολο της Ευρωζώνης, η ανάπτυξη το τρίτο τρίμηνο του ’18 ήταν μόλις 0,2%. Στην Κίνα ήταν 6,5%, η χειρότερη επίδοση τα τελευταία 10 χρόνια. Ακόμα και οι ΗΠΑ έχουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, και οι προβλέψεις για το 2019 είναι για ανάπτυξη μόλις 2,5%. Υπάρχουν και χώρες που βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, όπως η Τουρκία και η Αργεντινή.

Περιοριστικές τάσεις

Αυτές οι γενικές τάσεις στην οικονομία προκάλεσαν την αντίδραση του Τράμπ, που επιτέθηκε με σκληρές εκφράσεις στη διοίκηση της Fed, λέγοντας ότι τα υψηλά επιτόκια είναι το «μόνο πρόβλημα» της αμερικάνικης οικονομίας. Ο Τράμπ και κάποιοι οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι μια αύξηση στα αμερικάνικα επιτόκια θα αυξήσει την αξία του δολαρίου και θα οδηγήσει σε περιορισμό της ανάπτυξης. [3]

Οι επιθέσεις αυτές του Τράμπ έχουν επηρεάσει τη στάση του διοικητή της Fed Jay Powell, που είχε δηλώσει ότι ο περιορισμός των πακέτων στήριξης της οικονομίας και η αύξηση των επιτοκίων ήταν στον «αυτόματο πιλότο», αλλά σε πρόσφατες δηλώσεις του άφησε υπόνοιες ότι αυτό μπορεί να αλλάξει.

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις εθνικιστικές κορόνες του Τράμπ και τον εμπορικό πόλεμο που έχει ξεκινήσει. Μέχρι στιγμής η «σκληρή στάση» που κρατάει ο Τράμπ απέναντι στην Κίνα βρίσκει στήριξη στους Αμερικάνους αστούς και το κατεστημένο, οι οποίοι βλέπουν το ζήτημα όχι μόνο με οικονομικούς όρους, αλλά και από μια ευρύτερη οπτική της μάχης για την παγκόσμια κυριαρχία ανάμεσα στις δύο αυτές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η «συμφωνία» ανάμεσα στον Τράμπ και στον Ξι Γινπίνγκ τον Δεκέμβριο στο Μπουένος Άιρες δε σημαίνει καθόλου ότι ο εμπορικός πόλεμος τελείωσε. Αν αυτή η συμφωνία δεν ανανεωθεί, ο Τράμπ έχει απειλήσει να αυξήσει τους δασμούς από το 10 στο 25% σε κινέζικα προϊόντα αξίας 200 δις δολαρίων. Το κινέζικο καθεστώς δείχνει μια διάθεση να κάνει πίσω σε κάποια πράγματα, καθώς είχε υποτιμήσει τον κίνδυνο από τις απειλές του Τράμπ. Υπάρχουν όμως όρια στο πόσο πίσω μπορεί να κάνει, όρια πολιτικά σε σχέση με το πως θα παρουσιάσει αυτή την υποχώρηση στο εσωτερικό ακροατήριο. [4]

Ο Τράμπ έχει επιβάλει δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο, και έχει απειλήσει ότι θα επιβάλει δασμούς και σε μηχανοκίνητα οχήματα. Ειδικά το τελευταίο, αν εφαρμοστεί, θα μειώσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά 0,75% σύμφωνα με το ΔΝΤ. Ενώ ήδη βλέπουμε την μείωση του παγκόσμιου εμπορίου σαν αποτέλεσμα των μέτρων εμπορικού πολέμου που έχουν επιβληθεί.

Αυξανόμενη δυσαρέσκεια – ανάγκη για μια σοσιαλιστική εναλλακτική

Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν οδηγήσει έναν μεγάλο αριθμό οικονομολόγων να μιλάνε για μια νέα κρίση. Το αφιέρωμα του Economist για την παγκόσμια οικονομία το φθινόπωρο ήταν αποκλειστικά για την «επόμενη ύφεση». Ο Nouriel Roubini, ο οικονομολόγος που είχε προειδοποιήσει για την κρίση του 2008, προβλέπει μια νέα κρίση το 2020.

Οι περισσότερες από αυτές τις προβλέψεις αναφέρουν ότι η παγκόσμια οικονομία σήμερα είναι σε χειρότερη κατάσταση για να αντιμετωπίσει μια κρίση από το 2008. Τα μέτρα που εφαρμόστηκαν τότε για να απαλύνουν τις πιο ακραίες εκφάνσεις της κρίσης, σήμερα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί και εξαντληθεί: πολύ χαμηλά επιτόκια, υψηλά χρέη, πακέτα στήριξης.

«Είμαστε λιγότερο προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε μια ύφεση από όσο θα έπρεπε, και λιγότερο προετοιμασμένοι απ’ ότι είμασταν το 2008» δήλωσε χαρακτηριστικά ο David Lipton, αναπληρωτής διευθυντής του ΔΝΤ σε μια συνέντευξη στους Financial Times.

Μια ακόμα μεγάλη διαφορά με το 2008-09 είναι ότι σε αρκετές αστικές τάξεις και κυβερνήσεις κυριαρχούν εθνικιστικές δυνάμεις που είναι έτοιμες να εφαρμόσουν μέτρα προστατευτισμού των εθνικών τους οικονομιών. Η λογική των καπιταλιστών λέει ότι την κρίση πρέπει να πληρώσουν οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί, στην κάθε χώρα αλλά και στις ανταγωνίστριες χώρες.

Για την Αριστερά, τους σοσιαλιστές και το εργατικό κίνημα παγκόσμια, όλα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη να χτιστεί άμεσα μια πραγματική εναλλακτική πρόταση. Ο καπιταλισμός σήμερα μπορεί να προσφέρει μόνο νέες κρίσεις – οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές. Υπάρχει μια διαρκώς αυξανόμενη αντίδραση στη βάση της κοινωνίας, που οδήγησε το 2018 να υπάρχει αύξηση στους εργατικούς αγώνες στις ΗΠΑ και σε κινήματα όπως των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας μαζικός οργανωμένος αγώνας για ένα διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Αγώνας για μια δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία όπου η οικονομία θα σχεδιάζεται με βάση τις ανάγκες της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος.

 

[1] Σαν μέτρο στήριξης των οικονομιών, οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο προέβησαν σε αγορές κρατικών ομολόγων. Με αυτό τον τρόπο στην ουσία στήριξαν την ρευστότητα των οικονομιών. Το μέτρο αυτό αποτέλεσε το σημερινό αντίστοιχο του «τυπώματος νέου χρήματος» με το οποίο αντιμετώπιζαν οι κυβερνήσεις τις κρίσεις σε προηγούμενες δεκαετίες.
[2] Ένας άλλος τρόπος στήριξης των οικονομιών προκειμένου να αποφύγουν την κάθετη πτώση της παραγωγής ήταν η μείωση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Με τη μείωση των επιτοκίων στην ουσία δεν υπάρχει κίνητρο για να κρατήσει κάποιος τα χρήματα του στην τράπεζα, και ο δανεισμός γίνεται πολύ φτηνός. Έτσι κυκλοφορεί περισσότερο χρήμα στην οικονομία και τονώνεται η ανάπτυξη. Αντίστροφα, όταν υπάρχει τάση ανάπτυξης και προκειμένου να αντισταθμιστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια.
[3] Μια αυξημένη τιμή του δολαρίου κάνει τις αμερικάνικες εξαγωγές «πιο ακριβές» σε σχέση με προϊόντα από ανταγωνιστικές χώρες. Αντίστροφα, ένα «αδύναμο» δολάριο αυξάνει τις εξαγωγές των ΗΠΑ, βοηθώντας την ανάπτυξη.
[4] Περισσότερα για τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας διαβάστε εδώ