Ο θεός να ευλογεί την Αμερική (αν δεν γίνει ποτέ σοσιαλιστική χώρα…)

Η ομιλία του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ πριν από μερικές μέρες, στο «State of the Union» (παραδοσιακή ετήσια ομιλία του Αμερικανού προέδρου) δε θα μπορούσε παρά να κλείσει με την πατροπαράδοτη ευχή «Ο θεός να ευλογεί την Αμερική». Όσα ακούσαμε όμως στη διάρκειά της, κάθε άλλο παρά «ευλογία» θύμιζαν.

Ας αφήσουμε στην άκρη το μεγάλο μέρος της ομιλίας του Τραμπ που αφιερώθηκε στο περίφημο «τείχος» και τα θέματα ασφάλειας και μετανάστευσης. Εκεί εξάλλου, ο Τράμπ αναγκάστηκε από τις πιέσεις των εργαζομένων να κάνει προσωρινά πίσω και να σταματήσει το «shutdown» (το σταμάτημα της λειτουργία του κρατικού μηχανισμού προκειμένου να πετύχει την χρηματοδότηση του τείχους με το Μεξικό). Ας αφήσουμε στην άκρη και τις προκλητικές του δηλώσεις γύρω από το δικαίωμα των γυναικών να ελέγχουν τα σώματα και τις ζωές τους, για το οποίο το μόνο που βρήκε να πει είναι ότι «η ζωή όλων των παιδιών, τόσο των γεννημένων, όσο και των αγέννητων είναι πλασμένη από την ιερή εικόνα του θεού…». Ας μείνουμε μόνο σε τρία σημεία γύρω από αυτά που είπε, ή δεν είπε ο πρόεδρος απευθυνόμενος στο Κογκρέσο.

Οικονομία

«Μια φανταστική ποιότητα ζωής για όλους μας τους πολίτες είναι εφικτή…

…Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, από τις τελευταίες εκλογές, έχουμε φέρει μια άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη, μια ανάπτυξη που δεν έχουμε δει ποτέ πριν…

…σήμερα, η οικονομία αναπτύσσεται με σχεδόν διπλάσιους ρυθμούς από ότι όταν ανέλαβα τη διακυβέρνηση …

…αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ είναι ένα οικονομικό θαύμα…»

Το «θαύμα» όμως που περιέγραψε ο Τραμπ στην ομιλία του έχει πολλές πτυχές. Λίγο μετά το τέλος της, ο Γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, που αν και προέρχεται από το κόμμα των «Δημοκρατικών» μιλάει ανοιχτά για σοσιαλισμό – ανεξαρτήτως του πως ακριβώς τον εννοεί ανέλαβε να του απαντήσει, με μια πολύ ενδιαφέρουσα, μισάωρη ομιλία. Ανάμεσα σε άλλα ο Σάντερς εξηγεί πως τα στοιχεία γύρω από την οικονομική ανάπτυξη, δεν αφορούν τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα των ΗΠΑ, αλλά μόνο τους δισεκατομμυριούχους φίλους του Τραμπ. Αναφέρει επίσης, πως παρά τις όποιες αυξήσεις έχουν γίνει στους μισθούς τα τελευταία χρόνια, αν συνυπολογίσουμε τον πληθωρισμό, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι πραγματικοί μισθοί σήμερα, είναι χαμηλότεροι από αυτούς του 1973! Εξηγεί ακόμη, ότι η οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ, είναι μεγαλύτερη από ότι σε οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη χώρα του πλανήτη και από κάθε ιστορική περίοδο στην ίδια τη χώρα. Ο Σάντερς λέει:

«Ναι, η οικονομία είναι σπουδαία, για τους τρεις πλουσιότερους ανθρώπους στην Αμερική, στους οποίους ανήκει μεγαλύτερος πλούτος από ότι στο μισό πληθυσμό της χώρας μας, δηλαδή 160 εκατομμύρια ανθρώπους. Ναι, η οικονομία είναι σπουδαία, για το πλουσιότερο 1% που πλέον κατέχει το 46% του συνολικού εισοδήματος. Ναι, η οικονομία είναι σπουδαία για τους πλουσιότερους 25 χρηματιστές της Wall Street, που κέρδισαν τον τελευταίο χρόνο διπλάσια χρήματα από ότι οι 140.000 νηπιαγωγοί της χώρας. Ναι, η οικονομία είναι σπουδαία, για τους πέντε πλουσιότερους Αμερικανούς που είδαν τον πλούτο τους να αυξάνεται κατά εκατό δις δολάρια από την εκλογή του Τραμπ μέχρι σήμερα… η οικονομία μπορεί να είναι σπουδαία γι αυτούς, αλλά σίγουρα δεν είναι για το 80% των Αμερικανών εργαζομένων που ζουν περιμένοντας το μισθό τους, που ελπίζουν απεγνωσμένα να μην αρρωστήσει το παιδί τους, που προσεύχονται να μη χαλάσει το αυτοκίνητό τους, να μη χάσουν τη δουλειά τους». 

Αναφέρθηκε επίσης στα φοιτητικά δάνεια, την αδυναμία των οικογενειών της εργατικής τάξης να ανταποκριθούν στο κόστος των ενοικίων, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ακόμη και του φαγητού. Στους μισθούς πείνας που εξακολουθούν να κυριαρχούν στην πλειοψηφία των ιδιωτικών επιχειρήσεων (της τάξης των 8, 9, ή 10 δολαρίων την ώρα). Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι μια σειρά πολιτείες άρχισαν να εφαρμόζουν την εισαγωγή του κατώτατου μισθού στα 15 δολάρια την ώρα (κάτι βέβαια το οποίο έγινε εφικτό μετά από σημαντικούς νικηφόρους αγώνες) και στο γεγονός ότι ο πρόεδρος δεν έχει καμία πρόθεση να επιβάλει την ίδια ρύθμιση στο σύνολο των πολιτειών και των επιχειρήσεων (όχι βέβαια ότι περίμενε κανείς κάτι τέτοιο).

Κλιματική αλλαγή

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ομιλίας του Τραμπ ήταν αυτό για την κλιματική αλλαγή. Επειδή δεν υπήρχε. Γιατί όπως είναι γνωστό, για τον πλανητάρχη, η κλιματική αλλαγή είναι ένας κατασκευασμένος μύθος. Ούτε καν μπήκε στον κόπο να αναφερθεί στη «συνωμοσία» της κλιματικής αλλαγής και να επιχειρήσει να την ανασκευάσει. Όταν ο Τραμπ έχει «ισχυρή άποψη» για κάτι, δεν υπάρχει καμία δύναμη στον κόσμο που να μπορεί να την αλλάξει. Ούτε οι προειδοποιήσεις των επιστημόνων ότι ο χρόνος για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής τελειώνει. Ούτε καν οι μεγάλες καταστροφές που σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη, και συμβαίνουν στην ίδια τη χώρα του.

Τον περασμένο Νοέμβρη, κατά την επίσκεψή του στις πληγείσες περιοχές από τις μεγαλύτερες δασικές πυρκαγιές στην ιστορία της Καλιφόρνια, ο πρόεδρος ρωτήθηκε αν έχει αλλάξει γνώμη για την κλιματική αλλαγή μετά τα δραματικά γεγονότα. Η τραγελαφική του απάντηση, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί δε βρήκε να πει ούτε μια κουβέντα για το θέμα κατά τη διάρκεια της τελευταίας ομιλίας του:

«Όχι. Όχι. Έχω ισχυρή άποψη. Θέλω ένα σπουδαίο κλίμα και θα το έχουμε αυτό. Θα έχουμε δάση που θα είναι πολύ ασφαλή. Δε γίνεται να το περνάμε αυτό κάθε χρόνο, θα έχουμε δάση που θα είναι πολύ ασφαλή και αυτό συμβαίνει τη στιγμή που μιλάμε».

Τα σχόλια είναι μάλλον περιττά…

Η Αμερική δε θα γίνει ποτέ σοσιαλιστική χώρα!

Αν και δεν ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει για το περιβάλλον, το οποίο κατά τη γνώμη του δεν κινδυνεύει, αναφέρθηκε σε μια απειλή που σίγουρα φοβίζει τόσο τον ίδιο, όσο και τους δισεκατομμυριούχους φίλους του.

«Η Αμερική δε θα γίνει ποτέ μια σοσιαλιστική χώρα»

είπε ο Τραμπ. Γιατί όμως έκρινε αναγκαίο να ξεκαθαρίσει κάτι τέτοιο; Ποιος αμφισβητεί τον καπιταλισμό στις ΗΠΑ;

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε, ο καπιταλισμός αρχίζει και γίνεται όλο και πιο αντιδημοφιλής, σε αντίθεση με το σοσιαλισμό, που κερδίζει έδαφος στις συνειδήσεις της κοινωνίας και ιδιαίτερα της νεολαίας. Σε έρευνα του 2012, το 50% των νέων Αμερικανών με ηλικία από 18 ως 29 ετών, δήλωνε πως αντιμετωπίζει θετικά τον όρο «σοσιαλισμός». Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, οι λέξεις «σοσιαλισμός» και «Μαρξ» ήταν μέσα στις πιο δημοφιλείς αναζητήσεις στο διαδίκτυο στις ΗΠΑ.

Δεν είναι όμως μόνο οι δημοσκοπήσεις και οι αναζητήσεις της νεολαίας στο διαδίκτυο που τους τρομάζουν. Είναι οι νέοι εργατικοί αγώνες των πιο φτωχών, υποβαθμισμένων στρωμάτων της αμερικανικής κοινωνίας που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια. Είναι η τεράστια, νικηφόρα μάχη για τα 15 δολάρια την ώρα στο Σιάτλ, το παράδειγμα της οποίας ακολουθήθηκε σε μια σειρά πολιτείες της χώρας. Είναι οι απεργίες σε εταιρείες όπως η Amazon, τα Mcdonalds, κ.α. Είναι οι πρόσφατες νικηφόρες μάχες των εκπαιδευτικών στο Λος Άντζελες, που ανοίγουν το δρόμο για αντίστοιχες κινητοποιήσεις σε νέες περιοχές της χώρας. Είναι το τεράστιο κίνημα που αναπτύχθηκε μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, βγάζοντας στο δρόμο εκατομμύρια ανθρώπους, που φώναξαν καθαρά «Αυτός δεν είναι ο πρόεδρός μου». Είναι τα κινήματα των γυναικών, των μαύρων, των μειονοτήτων, που παλεύουν για ίσα δικαιώματα.

Και πάνω απ’ όλα είναι ο φόβος ότι τα κινήματα αυτά μπορούν να συντονιστούν μεταξύ τους, να συνειδητοποιήσουν την πραγματική τους δύναμη. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα σημαντικά εκλογικά αποτελέσματα πολιτικών που μιλάνε στο όνομα του σοσιαλισμού δημιουργούν ένα κλίμα ανόδου των ριζοσπαστικών ιδεών. Η τάση αυτή άρχισε να φαίνεται με την εκλογή της μαρξίστριας επαναστάτριας και μέλους της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής» Σάμα Σαγουάντ στο Σιάτλ. Ακολουθήθηκε από την ανάδειξη στελεχών των «Δημοκρατικών» όπως ο Μπέρνι Σάντερς και η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτές. Έτσι, μετά από πολλά χρόνια, ανοίγει ξανά η δημόσια συζήτηση στις ΗΠΑ για το αν ο καπιταλισμός είναι το καλύτερο δυνατό σύστημα, για το τι είναι ο σοσιαλισμός και πως μπορεί να εφαρμοστεί. Και προφανώς αυτή η συζήτηση ανησυχεί τον Τράμπ και την παρέα του…

Δυστυχώς για τον πρόεδρο Τραμπ και ευτυχώς για την εργατική τάξη στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο, το αν η Αμερική θα γίνει μια σοσιαλιστική χώρα, δε θα το αποφασίσει ο ίδιος. Θα το αποφασίσουν τα εκατομμύρια των φτωχών και των καταπιεσμένων, που βλέπουν όλο και πιο καθαρά, ότι αυτό το σύστημα δεν έχει να τους προσφέρει τίποτα πέρα από εξαθλίωση και δυστυχία.