Ο θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου και το περιστατικό στο κοσμηματοπωλείο της Ομόνοιας

Σχόλιο από το «Ξ»

 

Οι εικόνες από το βίαιο περιστατικό στην Ομόνοια που οδήγησαν στο θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου έχουν προκαλέσει σοκ και αποτροπιασμό. Την ίδια στιγμή που πολλές παράμετροι του περιστατικού παραμένουν ακόμα αδιευκρίνιστες, έχει ξεκινήσει και μια μεγάλη δημόσια συζήτηση σχετικά με τα πως και τα γιατί που κρύβονται πίσω από τις εικόνες.

Ακραία άσκηση βίας

Μέχρι στιγμής είναι ασαφές πως εγκλωβίστηκε ο Ζ. Κωστόπουλος στο κοσμηματοπωλείο. Η εκδοχή του κοσμηματοπώλη είναι ότι έκανε απόπειρα ληστείας οπλισμένος με μαχαίρι. Ακόμα δεν έχει παρουσιαστεί υλικό που να αποδεικνύει αυτό τον ισχυρισμό, ενώ για το μαχαίρι που βρέθηκε μέσα στο κατάστημα δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμα δακτυλικά αποτυπώματα. Υπάρχει δε επώνυμη δήλωση του Γ. Βαλλιανάτου που λέει ότι: «O Zακ μπήκε στο κατάστημα μέρα μεσημέρι στην Ομόνοια … όχι για να κλέψει αλλά για να προστατευθεί από κίνδυνο που διέτρεχε λόγω φασαρίας στο απέναντι μαγαζί». Ούτε όμως για αυτή την εκδοχή έχουν παρουσιαστεί συγκεκριμένα στοιχεία.

Τα γεγονότα που είναι αδιαμφισβήτητα είναι αυτά που βλέπει κανείς στο βίντεο: ο Ζ. Κωστόπουλος προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από το κατάστημα σπάζοντας την γυάλινη πόρτα με έναν πυροσβεστήρα και αποτυγχάνει – πιθανώς όντας κάτω από την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Όταν στη συνέχεια προσπαθεί να αποδράσει από το κάτω μέρος της βιτρίνας, δέχεται μια επίθεση από τον καταστηματάρχη και ένα ακόμα άτομο (ιδιοκτήτη παρακείμενου καταστήματος) που με κλωτσιές προσπαθούν να τον εμποδίσουν να διαφύγει.

Τα χτυπήματα με κλωτσιές πάνω σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε προφανή αδυναμία, την ώρα που βρίσκεται πάνω σε σπασμένα γυαλιά, ακόμα και αν αποδειχτεί ότι αυτός λίγο πιο πριν προσπάθησε να διαπράξει ληστεία, με μια βία που είναι εντελώς δυσανάλογη και χωρίς να υπάρχει κάποια απειλή που να προέρχεται από τον Ζ. Κωστόπουλο, προκαλούν αποτροπιασμό. Και σωστά ο ιδιοκτήτης και ο άλλος δράστης παραπέμπονται στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της θανατηφόρας σωματικής βλάβης.

Η ζούγκλα και τα αντανακλαστικά που δημιουργεί

Λέγοντας όλα αυτά βέβαια δεν θέλουμε σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσουμε την όποιας μορφής βία ασκείται σε βάρος απλών ανθρώπων από άλλους ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, όπως είναι οι τοξικοεξαρτημένοι. Η κρίση των τελευταίων χρόνων έχει αυξήσει τον αριθμό των απελπισμένων που ζουν με μικροεγκλήματα και μικροκλοπές. Οι βίαιες επιθέσεις τέτοιων ανθρώπων ή ομάδων σε καθημερινούς ανθρώπους τίποτα το «προοδευτικό» δεν έχουν και είναι απόλυτα καταδικαστέες. Η κατάσταση σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας έχει γίνει πολύ δύσκολη, και αυτό δημιουργεί μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα αγανάκτησης, φόβου και επιθετικότητας, πάνω στην οποία εύκολα φυτρώνουν λογικές αυτοδικίας και εκδίκησης.

Τέτοιες λογικές καλλιεργούν ένα κλίμα «ζούγκλας» όπου στη βάση της κοινωνίας ο ένας στρέφεται ενάντια στον άλλο σε έναν κύκλο αίματος που δεν έχει τέλος. Δεν πρέπει να αφήσουμε τέτοιες λογικές να επικρατήσουν.

Ποια ήταν η αιτία θανάτου;

Ακόμα περισσότερο όμως έχει περιπλέξει τα πράγματα στην υπόθεση το πόρισμα του ιατροδικαστή μαζί με τον τεχνικό σύμβουλο της οικογένειας του Ζ. Κωστόπουλου. Ο ιατροδικαστής Ν. Καλογριάς δήλωσε:

«Το συμπέρασμα της νεκροψίας-νεκροτομής, στο οποίο συμφωνούμε και οι δύο και ο τεχνικός σύμβουλος της οικογένειας είναι ότι η αιτία θανάτου είναι απροσδιόριστη, εν αναμονή εργαστηριακών εξετάσεων και μακροσκοπικό αποκλεισμό θανατηφόρων κακώσεων. Δεν έφερε κακώσεις που να δικαιολογούν από μόνες τους τον θάνατο.»

Με βάση λοιπόν το πόρισμα δεν διαπιστώνεται προς το παρόν ότι ο θάνατος προήλθε από τα χτυπήματα που δέχτηκε ο Ζ. Κωστόπουλος και πρέπει να υπάρξει αναμονή για τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων για να υπάρξει καταληκτικό συμπέρασμα για την αιτία θανάτου.

Από τη μια, αυτό δείχνει ότι αυτό που σε πρώτη ανάγνωση φαινόταν από τα πλάνα, ότι τα χτυπήματα στη βιτρίνα οδήγησαν στο θάνατο του δεν είναι δεδομένο. Από την άλλη βέβαια, είναι σχεδόν αδύνατο να δεχτεί κανείς ότι ο θάνατος δεν σχετίζεται με τη βία που ασκήθηκε στον Ζ. Κωστόπουλο στο συγκεκριμένο περιστατικό.

Ακροδεξιοί και καιροσκόποι

Το δεδομένο είναι ότι με αφορμή το συγκεκριμένο περιστατικό έχουν βγει στην επιφάνεια και κάνουν παιχνίδι πάνω από το πτώμα του Κωστόπουλου φασιστοειδή και καιροσκόποι κάθε είδους.

Συνολικά τα μεγάλα ΜΜΕ έσπευσαν να υιοθετήσουν άκριτα την εκδοχή του κοσμηματοπώλη και να προωθήσουν την ατζέντα του «νόμου και της τάξης». Η Τατιάνα Στεφανίδου και ο ΣΚΑΙ κάλεσαν τους τηλεθεατές να ψηφίσουν αν συμφωνούν ή όχι με την αυτοδικία! Στο σημείο του περιστατικού εμφανίστηκε ομάδα ακροδεξιών που φώναζε το σύνθημα «πρεζάκια και γκέι δεν είστε αναγκαίοι» και «πουτάνας γιοί, αναρχικοί» ενώ οι φασιστικές φυλλάδες «Μακελειό» και «Στόχος» φυσικά υπερθεματίζουν.

Η καραμέλα που χρησιμοποιούν είναι ότι όσοι καταγγέλλουν το περιστατικό το κάνουν υπερασπιζόμενοι τον ληστή «γιατί ήταν ακτιβιστής και γκέι». Σε όλους αυτούς απαντάμε πως όχι, δεν παίρνουμε θέση για το περιστατικό με βάση τις σεξουαλικές προτιμήσεις ούτε τις πολιτικές απόψεις του θύματος. Και όσοι το κάνουν αυτό έχουν λάθος κατά τη γνώμη μας. Δεν προκύπτει μέχρι στιγμής από πουθενά ότι η επίθεση που δέχτηκε ο Ζ. Κωστόπουλος είχε να κάνει με το γεγονός ότι ήταν γκέι ή οροθετικός. Επίσης, το ότι ανήκε στην ΛΟΑΤ κοινότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν άλλοθι για καμία αξιόποινη πράξη που τυχόν διέπραξε.

Ο μόνος λόγος που ίσως είναι χρήσιμη η δημοσιοποίηση αυτών των χαρακτηριστικών του Ζ. Κωστόπουλου είναι γιατί δίνουν μια διαφορετική εικόνα από το προφίλ του «αδίστακτου ληστή» που προσπάθησαν στην αρχή τουλάχιστον να φτιάξουν τα ΜΜΕ.

Να αντιμετωπίσουμε τη ρίζα του προβλήματος

Το μόνο χαρακτηριστικό του Ζ. Κωστόπουλου που σχετίζεται με το περιστατικό είναι κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι απ’ ότι φαίνεται ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Εδώ και χρόνια το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία σοβαρή πολιτική αντιμετώπισης των ναρκωτικών από την πλευρά του κράτους έχει οδηγήσει χιλιάδες χρήστες να ζουν στο δρόμο, και να γίνονται εύκολη λεία για κυκλώματα του εγκλήματος ή να ζουν από μικροκλοπές. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία στα χρόνια των μνημονίων, λόγω των γνωστών περικοπών στις κοινωνικές υπηρεσίες. Οι χρήστες, αντί να αντιμετωπίζονται σαν συνάνθρωποι μας που χρειάζονται βοήθεια για να ξεπεράσουν την εξάρτηση τους από τις ναρκωτικές ουσίες, αντιμετωπίζονται σαν πολίτες β’ κατηγορίας, και μάλιστα με ισχυρές δόσεις ρατσισμού, καθώς θεωρούνται τεμπέληδες ή εκ φύσεως παραβατικοί και επικίνδυνοι.

Έτσι, ένα κοινωνικό πρόβλημα φορτώνεται στις πλάτες των θυμάτων που έχει δημιουργήσει. Χρειάζεται να αναζητηθούν οι αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους στο να επιδιώκουν τη «φυγή», χρειάζεται να αποκαλυφθούν τα μεγάλα συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από τα κυκλώματα διακίνησης, και χρειάζεται να διερευνηθούν οι μηχανισμοί μέσα στην αστυνομία και το κράτος που τους καλύπτουν.

Τέλος, χρειάζεται να εφαρμοστούν πρακτικές πολιτικές που να βοηθούν τους χρήστες να εξέλθουν από την εξάρτηση και να τους αποσπούν από τα νύχια των κυκλωμάτων. Μια τέτοια πρόταση είναι η δημιουργία κέντρων «υποδοχής» για εξαρτημένα άτομα σε κάθε γειτονιά, μέσα από τα οποία να μπορούν να έρχονται σε επαφή με διάφορες κοινωνικές, καλλιτεχνικές, ψυχαγωγικές δραστηριότητες αλλά και με την τοπική κοινωνία. Τέτοια κέντρα πρέπει να είναι στελεχωμένα από επαγγελματίες υγείας (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κτλ) οι οποίοι να βοηθούν τους χρήστες στον αγώνα τους για απεξάρτηση.

Μόνο αν αντιμετωπίσουμε τις αιτίες που δημιουργούν το πρόβλημα της έκρυθμης κατάστασης στο κέντρο της Αθήνας θα μπορέσουμε να αποφύγουμε την επανάληψη βάρβαρων περιστατικών σαν αυτό που έγινε αυτές τις μέρες στην Ομόνοια, και χιλιάδων άλλων παρόμοιων που γίνονται καθημερινά.

Πέρα από το θέμα της τοξικοεξάρτησης βέβαια, υπάρχει το φαινόμενο της υπέρμετρης βίας που διαπερνά την κοινωνία μας σε όλα τα επίπεδα – πράγμα που δεν είναι βέβαια ελληνικό φαινόμενο αλλά διεθνές. Αυτή τη «βία» τη ζούμε διαρκώς, στους καθημερινούς βιασμούς τις δολοφονίες και τις αυτοκτονίες, στο φόβο το να περπατάς στην πόλη και στο να κλειδαμπαρώνονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους γιατί κινδυνεύουν, μέχρι την «ατμόσφαιρα» της εξαιρετικής έντασης (στα όρια της οργής) που χαρακτηρίζει την καθημερινότητα της πόλης. Γι’ αυτήν δεν φταίει ο μέσος άνθρωπος. Φταίνε οι συνθήκες που έχουν δημιουργήσει οι πολιτικές της φτωχοποίησης, της ανισότητας και της εκμετάλλευσης που είναι παράγωγα της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Και που βέβαια εντάθηκαν εξαιρετικά στην εποχή της κρίσης και των Μνημονίων. Αν δεν χτυπήσουμε τη ρίζα του προβλήματος που είναι το ίδιο το σύστημα, η βία που ασκήθηκε ενάντια στον Ζακ Κωστόπουλο θα συνεχίσει να είναι ένα καθημερινό φαινόμενο, και η κοινωνία θα το ανακαλύπτει μόνο όταν υπάρχει νεκρός και βιντεοκάμερες.