Ο Ριζοσπάστης και οι διωγμοί των Ελλήνων επί Στάλιν στην ΕΣΣΔ

21/11/2017
Comments off
620 Views
Tου Χρήστου Κεφαλή*

 

«Απάντηση στα ψέματα των απολογητών του καπιταλισμού. Περί “διώξεων” του ελληνισμού στην ΕΣΣΔ. Αποκαλυπτικά στοιχεία και ντοκουμέντα που ανατρέπουν άλλο ένα κατασκεύασμα του αντικομμουνισμού».

Με αυτό τον πομπώδη τίτλο δημοσιεύθηκε στο Ριζοσπάστη της 25/8/2017 ένα ανώνυμο άρθρο σχετικά με τις διώξεις των Ελλήνων της ΕΣΣΔ στην περίοδο της σταλινικής τρομοκρατίας. Ο ανώνυμος αρθρογράφος προσπαθεί λίγο-πολύ να μας πείσει ότι δεν υπήρξαν τέτοιες διώξεις, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις, που αφορούσαν αστικά και αντισοβιετικά εθνικιστικά στοιχεία. Κάθε αντίθετη άποψη είναι αντικομμουνισμός, που χαλκεύεται στα κέντρα του ιμπεριαλισμού, τις αντικομμουνιστικές φιέστες της Εσθονίας, κοκ.

Έτσι διαβάζουμε συγκεκριμένα ότι

«Η προσπάθεια ορισμένων κύκλων να αξιοποιήσουν την αντικομμουνιστική φιέστα στην Εσθονία για να προωθήσουν διαφόρων ειδών επιδιώξεις, θυμίζει το “τώρα που βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντε – έξι”. Έτσι, κάτω από το γενικό τίτλο ”εγκλήματα του κομμουνισμού”, είδαμε πλάι στα γνωστά περί “Κατίν” και “λιμού” να προστίθενται τα χιλιομασημένα και πάντα διαψευσμένα περί “γενοκτονίας των Ποντίων επί Στάλιν”».

Όλα αυτά κατά τον αρθρογράφο είναι χυδαία αντικομμουνιστικά ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι τα μέτρα είχαν «ταξικό προσανατολισμό» και «στόχος» τους ήταν «η αντεπαναστατική ελίτ». Άλλωστε, εδώ που τα λέμε, τα μέτρα δεν ήταν καθόλου σκληρά:

«Το 1939, κατά τα τέλη, δηλαδή, της περιόδου του περιβόητου “μεγάλου τρόμου”», μαθαίνουμε, «στο σύνολο των ποινών, μόλις το 0,1% των περιπτώσεων αφορούσαν κάθειρξη άνω των 10 ετών (το 4% αφορούσε κάθειρξη από 5 έως 10 έτη και το 95,9% μέχρι 5 έτη)».

Υπήρχαν βέβαια και περί τις 15.000 Έλληνες που υποχρεώθηκαν σε μετεγκατάσταση, αλλά αυτή ήταν μια μάλλον ευχάριστη εμπειρία.

«Οι “ειδικοί μέτοικοι”», πληροφορούμαστε παραπέρα, «αποζημιώνονταν για τις περιουσίες που άφηναν πίσω, ενώ το σοβιετικό κράτος εξασφάλιζε την επαγγελματική τους αποκατάσταση και προσέφερε μια ιδιαίτερα εκτενή σειρά διευκολύνσεων για την αγορά βασικών αγαθών (τους πρώτους μήνες η προμήθεια τροφίμων γινόταν δωρεάν) την αγορά ή οικοδόμηση οικιών». Μάλιστα, ελάχιστες περιπτώσεις αυτών κατευθύνονταν στη Σιβηρία και οι περισσότεροι πήγαιναν στα αστικά κέντρα, «στις πόλεις Molotov, Sverdlovsk, ακόμα και στη Μόσχα».

Ουσιαστικά, επρόκειτο για δωρεάν διακοπές, με όλα τα έξοδα πληρωμένα από το κράτος, και αν ήσασταν τότε εκεί και τυγχάνατε μέλη της «αντεπαναστατικής ελίτ» θα ζητούσατε και εσείς μετεγκατάσταση για να επωφεληθείτε των παραπάνω προνομίων!

Η εικόνα που ζωγραφίζει ο αρθρογράφος του Ριζοσπάστη είναι τόσο ψεύτικη και εξωπραγματική, που δυσκολεύεσαι να βρεις τις κατάλληλες λέξεις για να τη χαρακτηρίσεις. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει η παραπλανητική, συνειδητά διαστρεβλωτική από μέρους του χρήση των πηγών και των στοιχείων για να την υποστηρίξει. Γι’ αυτή τη χρήση θα πούμε δυο λόγια.

Τα βιβλία των Τέρι Μάρτιν, Τζ. Ότο Πολ και Ιβάν Τσούχα

Όσο και αν φανεί παράξενο, ο ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη επικαλείται σε υποστήριξη των απόψεών του βιβλία συγγραφέων όπως οι Τέρι Μάρτιν, Τζ. Ότο Πολ και Ιβάν Τσούχα. Αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό, γιατί όλοι οι παραπάνω συγγραφείς τεκμηριώνουν στις εργασίες τους το μαζικό χαρακτήρα των σταλινικών εθνικών εκκαθαρίσεων, που στοίχισαν άμεσα τη ζωή σε 230.000 περίπου μέλη εθνικών ομάδων (αυτός ήταν ο αριθμός των καταδικασθέντων σε θάνατο στις εθνικές επιχειρήσεις του NKVD στα 1937-38) και περιλάμβαναν εκατοντάδες ακόμη χιλιάδες εκτοπισμένων στην Ασιατική Ρωσία. Ο τρόπος που το πετυχαίνει αυτό είναι παραθέτοντας άσχετα με το θέμα σημεία από τις μελέτες τους και αποκρύβοντας αυτά που λένε για τις εθνικές διώξεις του 1937-38, τις οποίες ο ίδιος επιχειρεί να αμφισβητήσει.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ο αρθρογράφος επικαλείται το πολύ σημαντικό βιβλίο του Τέρι Μάρτιν The Affirmative Action Empire. Μνημονεύει τις ακόλουθες θέσεις του Μάρτιν:

«Ο Αμερικανός ιστορικός T. Martin υποστήριξε πως καμιά άλλη χώρα δεν κατάφερε να προσεγγίσει ποτέ το εύρος των ευνοϊκών προγραμμάτων που εφάρμοσε η Σοβιετική Ενωση («για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία») για την ανάπτυξη των εθνοτήτων. Η σοβιετική πολιτική προσανατολίστηκε γύρω από τη συστηματική προώθηση της ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας και της εθνικής συνείδησης μεταξύ των μη ρωσικών λαών της ΕΣΣΔ. Αυτό επετεύχθη μέσω α) της δημιουργίας εθνικών περιοχών, με διευρυμένο καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, και β) μιας δυναμικής προώθησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που στοιχειοθετούσαν μια δοσμένη εθνική – πολιτιστική ταυτότητα: Ηθη και έθιμα, γλώσσα, μουσεία, λογοτεχνία και ποίηση κ.ά.» (Martin T., 2001, «The Affirmative Action Empire» σελ. 13-18).

Ο Τέρι Μάρτιν τα λέει πράγματι αυτά, στις συγκεκριμένες όμως σελίδες του βιβλίου του αναφέρεται ρητά και αποκλειστικά στην εθνική πολιτική που ακολουθούνταν στην ΕΣΣΔ κατά την περίοδο 1917-24. Ο ίδιος τεκμηριώνει παραπέρα ότι αυτή η κατεύθυνση συνεχίστηκε περίπου ως τα 1930. Τα επόμενα χρόνια ως το 1935 υπονομεύθηκε και σε συνέχεια μεταστράφηκε, με τις εθνικές εκκαθαρίσεις και τις διώξεις, τον εκρωσισμό, κοκ, να παίρνουν δραματικές διαστάσεις.

Ο Μάρτιν αναφέρεται αναλυτικά σε αυτές τις εξελίξεις στο κεφάλαιο του βιβλίου του «Εθνική εκκαθάριση και εχθρικά έθνη». Όπως σημειώνει:

«Η εμφάνιση της κατηγορίας του εχθρικού έθνους και η πρακτική της εθνοκάθαρσης ήταν μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στη σοβιετική πολιτική για τις εθνότητες στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μεταξύ 1935 και 1938, τουλάχιστον εννέα σοβιετικές εθνότητες –Πολωνοί, Γερμανοί, Φιλανδοί, Εσθονοί, Λετονοί, Κορεάτες, Κινέζοι, Κούρδοι, Ιρανοί– υποβλήθηκαν σε εθνοκάθαρση (δηλαδή στη βίαιη μετεγκατάσταση ενός εθνικά προσδιορισμένου πληθυσμού μακριά από συγκεκριμένη περιοχή). Στα 1937-1938, αυτές και πολλές άλλες εθνότητες της διασποράς χαρακτηρίζονταν εχθρικά έθνη και στοχοποιούνταν ιδιαίτερα σε σύλληψη και εκτέλεση αποκλειστικά λόγω της εθνικής τους ταυτότητας» (σελ. 311).

Ο ίδιος παραθέτει αναλυτικά στοιχεία που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τη μαζικότητα των διώξεων. Για παράδειγμα, είναι διαφωτιστικά όσα λέει για τη μαζική εκτόπιση των Κορεατών από την Άπω Ανατολή στο Καζαχστάν και το Ουζμπεκιστάν, που περιλάμβανε σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού τους:

«Στις 18 Αυγούστου 1937, ο Στάλιν και ο Μολότοφ έστειλαν σχέδιο πρότασης για απελάσεις Κορεατών… Τρεις μέρες αργότερα, το επίσημο διάταγμα του TsK και του Σοβναρκόμ για την απέλαση, επεκτάθηκε σε 23 περιφέρειες, γεγονός που αύξησε τον αριθμό των Κορεατών που απελάθηκαν από 44.023 σε 135.343… Στις 29 Οκτώβρη, ο Γιέζοφ μπόρεσε να αναφέρει στον Μολότοφ ότι 171.781 Κορεάτες είχαν απελαθεί στο Καζαχστάν και το Ουζμπεκιστάν και μόνο 700 περίπου διάσπαρτοι Κορεάτες παρέμεναν για να περισυλλεγούν. Η πρώτη εθνοκάθαρση μιας ολόκληρης εθνότητας, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστών, είχε επιτευχθεί» (σελ. 334).

Ο Μάρτιν προβαίνει παραπέρα σε μια αναλυτική παρουσίαση των «εθνικών επιχειρήσεων» του NKVD στα 1937-38 (γερμανική, πολωνική, ελληνική, κ.ά.) παραθέτοντας τις σχετικές αποφάσεις του ΠΓ με τις οποίες μεθοδεύτηκαν. Αναφέρει, για παράδειγμα, ότι

«Ένα διάταγμα του Πολιτικού Γραφείου της 31ης Ιανουαρίου 1938 παρέτεινε ως τις 15 Απρίλη 1938 αυτή την “επιχείρηση για την καταστροφή των σωμάτων κατασκοπείας και σαμποτάζ αποτελούμενων από Πολωνούς, Λετονούς, Γερμανούς, Εσθονούς, Φιλανδούς, Έλληνες, Ιρανούς, Χαρμπίντσι, Κινέζους και Ρουμάνους, τόσο ξένων υπηκόων όσο και σοβιετικών πολιτών, σύμφωνα με τα υπάρχοντα διατάγματα του NKVD”. Το διάταγμα αυτό εξουσιοδότησε επίσης μια νέα επιχείρηση “για να καταστραφούν τα στελέχη της Βουλγαρίας και της Μακεδονίας”» (σελ. 337).

Και ο ίδιος συνοψίζει στο τέλος την ευρεία έκταση και τα αποτελέσματα των εθνικών διώξεων με διαφωτιστικούς αριθμούς:

«Οι εθνικές επιχειρήσεις δεν αποτελούσαν διόλου ένα μικρό τμήμα του Μεγάλου Τρόμου. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία από τα πρώην αρχεία της KGB στη Μόσχα, από τον Ιούλη του 1937 ως το Νοέμβρη του 1938, καταδικάστηκαν συνολικά 335.513 άτομα στις εθνικές επιχειρήσεις… Δεν έχουμε ένα συνολικό αριθμό συλλήψεων γι’ αυτή τη χρονική περίοδο, αλλά έχουμε όντως έναν αριθμό 1.565.041 συλληφθέντων με πολιτικές κατηγορίες από τις 1 Οκτώβρη 1936 ως τις 1 Νοέμβρη 1938. Ακόμη και με χρήση αυτής της διευρυμένης περιόδου, οι εθνικές επιχειρήσεις αποτελούσαν το 21,4%… όλων των συλλήψεων. Όταν εξετάζουμε τις συνολικές εκτελέσεις, οι εθνικές επιχειρήσεις αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο ρόλο. Από τις 681.692 εκτελέσεις στα 1937-1938, οι εθνικές επιχειρήσεις ανήλθαν σε 247.157 (36,3%)… Από όλους εκείνους που συνελήφθησαν με πολιτικές και μη πολιτικές κατηγορίες στα 1937-1938, εκτελέστηκαν συνολικά 19%· από τους συλληφθέντες με το διάταγμα 00447 [ως κουλάκοι], εκτελέστηκε ένα 49,3%· από τους συλληφθέντες στις εθνικές επιχειρήσεις, εκτελέστηκε το 73,7%. Το ποσοστό εκτέλεσης στην πολωνική επιχείρηση ήταν ελαφρώς υψηλότερο (79,4%) και στην ελληνική, τη φιλανδική και την εσθονική επιχείρηση ήταν ακόμη υψηλότερα… Συνοψίζοντας, οι εθνικές επιχειρήσεις αποτελούσαν το ένα πέμπτο περίπου των συνολικών συλλήψεων και το ένα τρίτο των συνολικών εκτελέσεων στη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου και η σύλληψη στις εθνικές επιχειρήσεις ήταν πολύ πιθανότερο να οδηγήσει σε εκτέλεση» (σελ. 338).

Σύμφωνα με τον Μάρτιν (σελ. 339) στην Πολωνική επιχείρηση συνελήφθησαν 139.835 άτομα και από αυτούς εκτελέστηκαν περί τις 110.000. Και η ελληνική επιχείρηση, όπως ρητά αναφέρει, ήταν ακόμη πιο θανατηφόρα, αν όχι σε απόλυτους αριθμούς, τουλάχιστον στο ποσοστό των εκτελέσεων.

Το να επικαλείται κανείς μια τέτοια μελέτη ως απόδειξη ότι δεν υπήρξαν εθνικές διώξεις στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν και ότι τα περί του αντιθέτου είναι «αντικομμουνιστικό κατασκεύασμα» απαιτεί, πρέπει να ομολογήσουμε, πολύ μεγάλο κουράγιο και θράσος.

Το άρθρο των Γκέτι, Ρίτερσπορν και Ζέμσκοφ

Ο ανώνυμος αρθρογράφος του Ριζοσπάστη επικαλείται ακόμη ένα άρθρο των Τζ. Ά. Γκέτι, Γκ. Ρίτερσπορν και Β. Νέμσκοφ, σε υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι οι ποινές που επιβάλλονταν στους συλληφθέντες στις εθνικές εκκαθαρίσεις ήταν εξαιρετικά ελαφρές. Όπως λέει:

«Όσον αφορά τη διάρκεια των ποινών, το 1939, κατά τα τέλη, δηλαδή, της περιόδου του περιβόητου “μεγάλου τρόμου”, στο σύνολο των ποινών, μόλις το 0,1% των περιπτώσεων αφορούσαν κάθειρξη άνω των 10 ετών (το 4% αφορούσε κάθειρξη από 5 έως 10 έτη και το 95,9% μέχρι 5 έτη)…». (Getty J. A., Rittersporn, Zemskov V. N., 1993, «Victims of the Soviet Penal System in the pre-war Years: A First Approach on the Basis of Archival Evidence», στο American Science Review, 98 (4))».

Στο άρθρο των παραπάνω συγγραφέων υπάρχει πράγματι ένας πίνακας που δίνει τους παραπάνω αριθμούς (βλέπε Πίνακας 9, σελ. 1043).

Μόνο που ο πίνακας αυτός δεν αναφέρεται στα θύματα των εθνικών εκκαθαρίσεων. Όπως λέει ρητά η λεζάντα του, ο πίνακας αφορά στις «ποινές για τα κοινά εγκλήματα» στα 1939, τις οποίες οι συγγραφείς συγκρίνουν με τις ποινές για τα πολιτικά εγκλήματα στα 1936 (πριν την έναρξη των εκκαθαρίσεων) για να δείξουν ότι βρίσκονταν στο ίδιο περίπου επίπεδο.

Τα κοινά εγκλήματα αφορούσαν σε περιπτώσεις κλοπών, καταχρήσεων και άλλων ποινικών αδικημάτων. Το να επικαλείσαι αυτά τα στοιχεία εμφανίζοντάς τα σαν να αφορούν στις εθνικές διώξεις, ξεπερνά πραγματικά κάθε όριο αναισχυντίας και γελοιότητας.

Το άρθρο των Γκέτι, Ρίτερσπορν και Ζέμσκοφ, να προσθέσουμε, δεν αναφέρεται στις εθνικές εκκαθαρίσεις των χρόνων της τρομοκρατίας, αλλά σε ένα άλλο θέμα, στην ταυτότητα των ατόμων που εκτοπίζονταν στα γκούλαγκ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς, ο αριθμός των εκτοπισμένων ανέβηκε από 494.827 το 1937 σε 820.089 το 1940, με εθνικές μειονότητες όπως οι Τουρκμένοι, οι Λευκορώσοι, οι Πολωνοί και οι Γερμανοί να υπερεκπροσωπούνται σε σχέση με την αναλογία τους στο γενικό πληθυσμό (σελ. 1028). Επιβεβαιώνει έτσι τη γενική εικόνα, ότι οι εκκαθαρίσεις ήταν ιδιαίτερα στοχευμένες σε εθνικές μειονότητες όπως οι Πολωνοί και οι Γερμανοί.

Το να επικαλείται κανείς το συγκεκριμένο άρθρο ως απόδειξη ότι δεν υπήρχαν εκτελέσεις, πέρα από τη λαθροχειρία που επισημάναμε, είναι παραπλανητικό για έναν επιπλέον λόγο. Από τα θύματα των πολιτικών διώξεων, στα Γκούλαγκ δεν στέλνονταν όσοι καταδικάζονταν σε θάνατο και εκτελούνταν, αλλά μόνο εκείνοι που καταδικάζονταν σε ποινές φυλάκισης και εκτόπισης.

Όπως αναφέραμε ήδη, από το 1,55 εκατ. περίπου συλληφθέντες στα 1936-38, οι 680.000 εκτελέστηκαν, και οι υπόλοιποι, με εξαίρεση ένα μικρό αριθμό που αφήνονταν ελεύθεροι, ήταν αυτοί που στάλθηκαν στα Γκούλαγκ.

Ο αρθρογράφος του Ριζοσπάστη επιχειρηματολογεί βασιζόμενος στα στοιχεία του άρθρου ότι ο αριθμός των εγκλείστων στα Γκούλαγκ ήταν «μικρός» και αφορούσε αντεπαναστάτες, τους διαφωνούντες στη «σοβιετική ελίτ». Επικαλείται ακόμη σχετικά στοιχεία από το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη Παρευξείνιος Διασπορά, σύμφωνα με τα οποία από τους Έλληνες που συνελήφθησαν

«το 32% προερχόταν από τα κολχόζ (κατηγορούμενοι για σαμποτάζ), το 27% βρισκόταν σε εξειδικευμένες θέσεις, το 13% κατείχε διευθυντικές θέσεις, το 10% ήταν υπάλληλοι, το 6% εκπαιδευτικοί, ενώ μόλις το 3% ήταν εργάτες».

Οι Γκέτι, Ζέμσκοφ, κ.ά., είναι σοβαροί ιστορικοί, όντας οι πρώτοι που αμφισβήτησαν τις διατριβές των διαφόρων Κόνκουεστ ότι τα Γκούλαγκ περιλάμβαναν πολλά εκατομμύρια και αναδεικνύοντας τις πραγματικές τους διαστάσεις. Ωστόσο, το αναφερόμενο άρθρο είναι κάπως παλιό και σήμερα είναι αποδεκτό ότι ο πραγματικός αριθμός των εγκλείστων προσέγγιζε το 1940 τα 1,2 εκατομμύρια. Ένας τέτοιος αριθμός, ή ακόμη και εκείνος των 820.000, δεν είναι καθόλου μικρός, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ένα σημαντικό ποσοστό των εγκλείστων πέθαινε από τις κακουχίες και ανανεωνόταν διαρκώς, κάτι που δεν συνέβαινε, π.χ., στις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες, οι οποίες είχαν κανονικές φυλακές.

Τέλος, τα στοιχεία που παραθέτει ο Β. Αγτζίδης πιστοποιούν ότι τα κύρια θύματα μεταξύ των Ελλήνων (32%) ήταν οι αγρότες, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού. Το ότι κατηγορούνταν για σαμποτάζ δεν αλλάζει βέβαια κάτι, αυτή ήταν η βασική κατηγορία στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων. Και φυσικά, το ότι υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός δασκάλων, στελεχών, κ.ά., δεν αποδεικνύει καθόλου ότι επρόκειτο για μέλη κάποιας φανταστικής «αστικής ελίτ».

Ο Αγτζίδης δείχνει επίσης στα βιβλία του ότι τα στελέχη που εκκαθαρίζονταν ήταν πιστά κομματικά στελέχη, που υποστήριζαν σθεναρά στον ελληνικό Τύπο τη σταλινική γραμμή.

Συμπερασματικά

«Ήταν χειρότερο από έγκλημα, ήταν λάθος», φημολογείται ότι είχε πει κάποτε ο Ταλεϊράνδος.

Άρθρα όπως αυτό του ανώνυμου αρθογράφου του Ριζοσπάστη σε αναγκάζουν να πεις: «Δεν είναι καν λάθος, είναι πλήρης ανοησία και βλακεία».

Εκείνο που χρειάζεται να τονιστεί, είναι πως δεν πρόκειται για μια τυχαία ανοησία και βλακεία. Η βλακεία αυτή αντανακλά το πραγματικό επίπεδο της νεοσταλινικής ηγεσίας του ΚΚΕ και της πολιτικής και της παράδοσης που έχει διαμορφώσει στις τελευταίες δεκαετίες, τόσο υπό την Παπαρήγα όσο και υπό τον Κουτσούμπα.

Η δικαίωση των εγκλημάτων του Στάλιν και η εμφάνισή τους ως σωτήριων έργων για την υπόθεση του σοσιαλισμού, η συστηματική παραχάραξη της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος και η υποστήριξη καταφανώς λαθεμένων και εξωπραγματικών πολιτικών θέσεων, φέρνουν στο προσκήνιο τους κάθε λογής ανερμάτιστους αριβίστες και ψευδολόγους, που είναι πρόθυμοι να υμνούν την ηγεσία και να καλύπτουν την ανεπάρκειά της για να πιάνουν τα κομματικά πόστα. Και φυσικά αυτοί οι ψευδο-κομμουνιστές δεν έχουν κανένα πρόβλημα στο να διαστρέφουν ελεεινά τα γεγονότα και τις πηγές, για να βγάλουν τα συμπεράσματα που θα τους κάνουν αρεστούς.

Το άρθρο του ανώνυμου αρθρογράφου για τις εθνικές διώξεις των Ελλήνων στην ΕΣΣΔ είναι μια από τις αναρίθμητες, χτυπητές μαρτυρίες της αθλιότητας αυτών των αριβιστών ψευδολόγων και των καθοδηγητών τους.

 

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο το βιβλίο του Υπόθεση Κατίν. Η Ιστορική Αλήθεια και ο Ριζοσπάστης.