Ισπανία: Ο Ραχόι έπεσε κάτω από την πίεση των κινημάτων

04/06/2018
Comments off
498 Views
Παρακάτω δημοσιεύουμε άρθρο για τις τελευταίες εξελίξεις στο Ισπανικό Κράτος βασισμένο στις πληροφορίες και τις αναλύσεις της «Επαναστατικής Αριστεράς» (τμήμα της Επιτροπής για μια Εργατική Διεθνή, CWI, και αδελφή οργάνωση του «Ξ» στην Ισπανία)

 

Η πτώση του Ραχόι μετά την πρόταση μομφής του ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος Πέδρο Σάντσεθ, δείχνει πολύ καθαρά την κρίση στην οποία βρίσκεται το κατεστημένο στην Ισπανία και είναι καρπός της μαζικής αμφισβήτησης από την κοινωνία και των κινημάτων που αναπτύχθηκαν την τελευταία περίοδο. Χωρίς αυτή την αμφισβήτηση και τον αναβρασμό που έχει προηγηθεί όλο το τελευταίο διάστημα, η ανατροπή αυτή δε θα ήταν δυνατή. Αυτή η νίκη πρέπει να λειτουργήσει σαν εφαλτήριο για την κλιμάκωση του αγώνα για τα κοινωνικά και εργατικά δικαιώματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικές του Λαϊκού Κόμματος και του Ραχόι, οι περικοπές και η καταστολή, θα τερματιστούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να γίνει αυτό εφικτό: η εντατικοποίηση των κινητοποιήσεων και το χτίσιμο μιας αριστερής εναλλακτικής από τα αριστερά, που θα στέκεται απέναντι στη λογική ενός πολιτικού και οικονομικού συστήματος που είναι σχεδιασμένο για να υπερασπίζεται τα προνόμια των ισχυρών.

Ένα αρνητικό αποτέλεσμα για την αστική τάξη

Η κυβέρνηση άντεξε μετά βίας ενάμισι χρόνο. Όταν της 29 Οκτωβρίου του 2016, μετά τις επαναληπτικές εκλογές κατάφερε να ανέβει στην εξουσία ο Μαριάνο Ραχόι, η άρχουσα τάξη έλπιζε ότι θα ακολουθούσε μια μακρά περίοδος ομαλότητας. Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβη.

Παρά το γεγονός ότι κανένας πολιτικός σχολιαστής δε θέλει να το παραδεχτεί, οι καταδίκες για το σκάνδαλο «Γκούρτελ», δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να χειροτερέψουν την ήδη ασταθή κατάσταση. Το σκάνδαλο «Γκουρτελ» (σημ: το Gurtel ήταν η κωδική ονομασία των ερευνών από τις μυστικές υπηρεσίες) αφορούσε επιχειρηματίες και στελέχη του Λαϊκού Κόμματος. Οι επιχειρηματίες χρημάτιζαν τους πολιτικούς προκειμένου να πάρουν δημόσια έργα μετά την εκλογή τους. Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της Ισπανίας.

Ο αποφασιστικός παράγοντας όμως για την ηχηρή πτώση του Ραχόι και της κυβέρνησής του, βρίσκεται στις μαζικές διαδηλώσεις που ξεκίνησαν με τον ξεσηκωμό του Καταλανικού λαού την 1 Οκτώβρη του 2017, συνεχίστηκαν με τη μεγάλη φεμινιστική απεργία της 8ης Μαρτίου και κορυφώθηκαν με την εξέγερση των συνταξιούχων.

Αυτά τα κινήματα, που δημιουργήθηκαν πέρα και έξω από τον έλεγχο του PSOE (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ισπανίας, αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ) και των μεγάλων συνδικάτων (που ήταν απασχολημένα με το να προσφέρουν στήριξη στον Ραχόι) είναι μια πραγματική ακτινογραφία της ισπανικής κοινωνίας. Η πολιτική απονομιμοποίησης του Λαϊκού Κόμματος επιταχύνθηκε από τα κινήματα των εκατομμυρίων εργαζομένων, γυναικών, συνταξιούχων και νέων που δεν πίστεψαν κανένα από τα ψέματα του. Αντιλήφθηκαν πολύ γρήγορα, ότι η οικονομική ανάπτυξη αξιοποιείται αποκλειστικά για να μεγαλώσει τις περιουσίες και τα προκλητικά προνόμια των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρηματιών. Σε αυτήν την κατάσταση, η καταδίκη για το σκάνδαλο «Γκούρτελ» λειτούργησε σαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η στάση του Ραχόι

Το γεγονός ότι το Λαϊκό Κόμμα είναι ένας διεφθαρμένος μηχανισμός στην υπηρεσία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, δεν είναι κανένα μεγάλο μυστικό. Αλλά η απόφαση του Εθνικού Δικαστηρίου για το «Γκούρτελ» απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το Λαϊκό Κόμμα έφτιαξε

«ένα πραγματικό και αποτελεσματικό σύστημα θεσμικής διαφθοράς, μέσω μηχανισμών χειραγώγησης των προσλήψεων σε κεντρικό, αλλά και τοπικό επίπεδο».

Επιβεβαίωσε ακόμη, ότι η κυβέρνηση είχε ένα «δεύτερο ταμείο» που αποτελούσε έναν οικονομικό μηχανισμό παράλληλο με τον επίσημο, που λειτουργούσε τουλάχιστον από το 1989.

Η εμπλοκή του Λαϊκού Κόμματος σε μια υπόθεση συστημικής διαφθοράς θα μπορούσε να είχε αποκαλυφθεί και σε διαφορετικό χρόνο. Το γεγονός όμως ότι μόνο μέσα σε ένα μήνα είχαμε την παραίτηση της Cristina Cifuentes (σημ: δήμαρχος της Μαδρίτης με το Λαϊκό Κόμμα, που παραιτήθηκε μετά από την κυκλοφορία βίντεο που την δείχνει να κλέβει προϊόντα από σούπερ μάρκετ) τη σύλληψη του Eduardo Zaplana (για πολλά χρόνια κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Λαϊκού Κόμματος, που συνελήφθη με κατηγορίες για ξέπλυμα μαύρου χρήματος) και την καταδικαστική απόφαση για το σκάνδαλο «Γκούρτελ», δημιούργησε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα για το πολιτικό σύστημα.

Οι βαριές καταδίκες, 351 χρόνια φυλάκισης για 29 από τους 37 κατηγορουμένους, είναι ενδεικτικές. Η χρεοκοπία του «καθεστώτος του 1978» (έτσι ονομάστηκε το καθεστώς που ακολούθησε την πτώση του δικτάτορα Φράνκο το 1975) οξύνεται ήδη από την εποχή του κινήματος των Αγανακτισμένων το 2011. Το γεγονός ότι έχει χαθεί η πίστη στη μοναρχία και τον κοινοβουλευτισμό, η πτώση του δικομματισμού και ο εσωκομματικός πόλεμος της Σοσιαλδημοκρατίας, η εκρηκτική άνοδος του Podemos σε προηγούμενη φάση, είναι ενδεικτικά της κατάστασης. Στην περίπτωση της Δικαιοσύνης, η τεράστια δυσφήμιση της μέσω της σκανδαλώδους απόφασης για την υπόθεση της «Αγέλης» (που αφορούσε μια ομάδα δραστών ενός βιασμού που «έπεσαν στα μαλακά») έχει προκάλεσε πρωτοφανή οργή. Με την καταδίκη στην υπόθεση «Γκούρτελ», γίνεται μια προσπάθεια να ανακτηθεί ένα κομμάτι της χαμένης εμπιστοσύνης του κόσμου. Όμως, για το σύστημα, η «γιατρειά» ήταν χειρότερη από την «αρρώστια».

Η αστική τάξη δεν επιθυμούσε τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ. Αντίθετα, χρειαζόταν μια ισχυρή κυβέρνηση, ενώ προσπαθεί εδώ και καιρό να επιφέρει αλλαγές γύρω από το Λαϊκό Κόμμα. Η υποστήριξη στους «Ciudadanos» («Πολίτες» ένα νέο κεντροδεξιό κόμμα) από μεγάλα κομμάτια του επιχειρηματικού κόσμου και των ΜΜΕ, είναι κομμάτι αυτής της στρατηγικής.

Σε άρθρα, σχόλια και αναλύσεις, οι εκπρόσωποι της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας ζητούσαν άμεσα εκλογές, και τη δημιουργία μιας νέας πλειοψηφίας με βασικό κορμό τους «Ciudadanos». Ακούγονταν διαρκώς φωνές που ζητούσαν την παραίτηση του Ραχόι και το διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης. Αλλά αυτό δεν έγινε. Ο Ραχόι αντί να παραιτηθεί προτίμησε την διαδικασία της ψηφοφορίας μέσα από την πρόταση μομφής του Σάντσεθ. Σε αντίθετη περίπτωση, η στάση του θα ισοδυναμούσε με δημόσια ανάληψη ευθύνης και από την άλλη θα έδινε πολλές επιλογές στο κόμμα «Πολίτες» σε περίπτωση εκλογών, επιταχύνοντας τη διάλυση του Λαϊκού Κόμματος.

Ο ηγετικός κύκλος του Λαϊκού Κόμματος, επέλεξε με αυτό τον τρόπο να κερδίσει χρόνο, και να αντιμετωπίσει τη νέα κυβέρνηση προσπαθώντας να υποδαυλίσει τις σκοτεινές δυνάμεις του ισπανικού εθνικισμού. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του εκπροσώπου τύπου του Λαϊκού Κόμματος Rafael Hernando στη συζήτηση στη Βουλή, ότι το PSOE πήρε την εξουσία χάρη «στους φίλους του από την ΕΤΑ (σημ: το κίνημα των Βάσκων αυτονομιστών) και την ψήφο αυτών που θέλουν να διαλύσουν την Ισπανία».

Όπως και να ‘χει, η κρίση στο εσωτερικό του Λαϊκού Κόμματος δε θα λυθεί με τέτοιου είδους χειρισμούς. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ηγεμονία του στη δεξιά. Η παραίτηση του Ραχόι από την προεδρία του Λαϊκού Κόμματος, θα είναι μια προσπάθεια ανάκτησης της αξιοπιστίας του κόμματος με έναν/μία υποψήφιο/α με λιγότερο βεβαρημένο παρελθόν.

Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ

Ο θρίαμβος της πρότασης μομφής και η πτώση του Ραχόι έχουν προκαλέσει ένα αίσθημα χαράς και χαλάρωσης στην ισπανική κοινωνία. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς: οι επιθέσεις που έχει υποστεί ο κόσμος της εργασίας αυτά τα εφτά χρόνια διακυβέρνησης από κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος είναι πολλά. Η διάλυση των κοινωνικών παροχών, η προκλητική ανισότητα, η αύξηση της καταστολής σε ένα επίπεδο χωρίς προηγούμενο από την πτώση της δικτατορίας, η επίθεση του πιο μαύρου ισπανικού εθνικισμού, ήταν στοιχεία μιας πολιτικής τόσο ανυπόφορης, που οδήγησε σε γιορτασμούς για την πτώση μιας τόσο μισητής κυβέρνησης. Η κοινοβουλευτική επιτυχία του Πέδρο Σάντσεθ οφείλεται σ’ αυτή την τεράστια κοινωνική πίεση και το μίσος ενάντια στην κυβέρνηση Ραχόι.

Ποια θα είναι όμως η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ; Για να το διαπιστώσουμε, πρέπει να δούμε τι γινότανε στο PSOE τον τελευταίο καιρό.

Ο Σάντσεθ εκλέχτηκε γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) το 2014, αντιπροσωπεύοντας την «αριστερή» πτέρυγα του κόμματος. Μετά τις εκλογικές αποτυχίες του 2015 και 2016, αμφισβητήθηκε από τη δεξιά πτέρυγα του PSOE. Κορύφωση της κρίσης ήταν όταν το 2016 η δεξιά πτέρυγα τον ανάγκασε σε παραίτηση, προκειμένου να απέχει το κόμμα από την ψηφοφορία στη βουλή, και με αυτό τον τρόπο να επιτρέψει στον Ραχόι να εκλέξει κυβέρνηση. Αυτή η κίνηση (υπό την ηγεσία του προηγούμενου επικεφαλής του κόμματος, Φελίπε Γκονζάλεθ) η οποία σχεδιάστηκε από τους μεγάλους επιχειρηματίες και επενδυτές του Χρηματιστηρίου της Μαδρίτης), είχε σκοπό να επιβάλει την πολιτική σταθερότητα και να προωθήσει τα σχέδια του μεγάλου κεφαλαίου, ευρωπαϊκού και ισπανικού.

Ο Πέδρο Σάντσεθ όμως κατάφερε να ξανακερδίσει τις εσωκομματικές εκλογές του Μαΐου του 2017. Έτσι, δημιούργησε μεγάλες ψευδαισθήσεις ότι είναι δυνατόν να υπάρξει μια στροφή του Σοσιαλιστικού Κόμματος προς τα αριστερά. Ο θρίαμβος απέναντι στην υποψήφια της δεξιάς πτέρυγας Suzana Diaz βασίστηκε στην αριστερόστροφη εκλογική βάση του κόμματος και ήταν ένα τεράστιο χτύπημα στον γραφειοκρατικό μηχανισμό του. Παρ όλα αυτά, αυτή η περίφημη στροφή προς τα αριστερά με βάση την οποία πήρε ξανά το κόμμα ο Σάντσεθ ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα.

Από την ώρα που ο Πέδρο Σάντσεθ αποκαταστάθηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα, το PSOE δημιούργησε μια τριπλή κοινοβουλευτική συμμαχία, που υποστήριξε την κυβέρνηση του Ραχόι σε όλα τα βασικά ζητήματα. Έτσι, αρνήθηκαν να υποστηρίξουν την πρόταση μομφής του Podemos το Μάη του 2017 και βοήθησαν στην επίθεση ενάντια στα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Καταλονίας δίνοντας το πράσινο φως στην ενεργοποίηση του άρθρου 155, νομιμοποιώντας έτσι την επίθεση ενάντια στο καταλανικό κίνημα και τις φυλακίσεις αγωνιστών.

Το PSOE έχει δικαιολογήσει τις επιθέσεις στην ελευθερία της έκφρασης και έχει πάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ισχυροποίηση του ελέγχου της κυβέρνησης πάνω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντίστοιχα αντιδραστική στάση έχει κρατήσει σε σχέση με τις περικοπές, τις εξώσεις, τη σεξιστική δικαιοσύνη, την άρνηση του Λαϊκού Κόμματος να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων της δικτατορίας του Φράνκο. Αυτές οι πολιτικές δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Για να διασφαλίσει τη νίκη του στην πρόταση μομφής, ο Σάντσεθ δήλωσε απερίφραστα, ότι θα εφαρμόσει τις πολιτικές του Λαϊκού Κόμματος, δηλαδή, πολιτικές που αφορούν στο ψαλίδισμα των παροχών στην υγεία, την εκπαίδευση, τα κοινωνικά επιδόματα, την επένδυση σε έργα υποδομής, κοκ.

Η ισπανική κοινωνία έχει συνηθίσει να βλέπει το PSOE να προδίδει τις υποσχέσεις του. Σε αυτή την περίπτωση όμως δεν υπάρχουν καν υποσχέσεις, πέρα από το «Να ρίξουμε τον Ραχόι για να έχουμε μια υγιή δημοκρατία». Στους κοντόφθαλμους υπολογισμούς τους, σκέφτονται ότι εάν έχουν τον απαραίτητο χρόνο ως τις νέες εκλογές, μπορούν να παρουσιαστούν ως προστάτες της «σταθερότητας» και να κερδίσουν υποστήριξη. Αλλά ο δρόμος τους κάθε άλλο παρά σπαρμένος με ροδοπέταλα θα είναι.

Τα καθήκοντα της Αριστεράς

Η ήττα του Λαϊκού Κόμματος και ο σχηματισμός της κυβέρνησης Σάντσεθ, βγάζει στο προσκήνιο τους Unidos Podemos (τη συμμαχία των Ποδέμος με την Ενωμένη Αριστερά).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πτώση του Ραχόι έχει γεμίσει κουράγιο μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Και είναι πιθανό να υπάρξουν κινητοποιήσεις που θα προσπαθήσουν να υποχρεώσουν τον Σάντσεθ να πάρει μέτρα υπέρ αυτών πάνω στους οποίους πάτησε για να ανέβει στην εξουσία, και όχι υπέρ των τραπεζών και του Συνδέσμου Ισπανών Βιομηχάνων.

Ο Πάμπλο Ιγκλέσιας και ο Αλμπέρτο Γκαρθόν (ηγέτες του Ποδέμος και της Ενωμένης Αριστεράς αντίστοιχα) έχουν ευθύνη, αν θέλουν η Αριστερά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να πάρουν κινηματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, απαιτώντας μέτρα υπέρ των εργαζομένων και της κοινωνίας, μέσα από μαζικές και δυναμικές εκστρατείες:

  • Να σταματήσουν οι περικοπές και να επιβληθεί κατώτατος μισθός 1.100 ευρώ το μήνα.
  • Να ακυρωθούν οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις, και να παρθούν πίσω τα μέτρα γύρω από το συνταξιοδοτικό.
  • Να απαγορευτούν δια νόμου οι εξώσεις και να προστατευτούν οι εργατικές κατοικίες.
  • Να υπάρξει προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών.
  • Να ακυρωθεί ο «Νόμος Φίμωτρο» και οι δικαστικές διώξεις ενάντια σε ράπερ, χρήστες του τουίτερ, συνδικαλιστές και ακτιβιστές της Αριστεράς.
  • Να αναγνωριστεί το δικαίωμα των λαών της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων και της Γαλικίας να επιλέξουν οι ίδιοι το μέλλον τους και να απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι.

Η κυβέρνηση Σάντσεθ βέβαια δεν έχει καμία διάθεση να πάρει τέτοια μέτρα. Οι ελπίδες πολλών ανθρώπων, που σήμερα είναι ανακουφισμένοι, θα αποδειχτούν μάταιες. Η εργατική τάξη, η νεολαία, το φεμινιστικό κίνημα, οι συνταξιούχοι, ο λαός της Καταλονίας, πρέπει να εμπιστευτούν μόνο τις δικές τους δυνάμεις και να τις ενώσουν σε δρόμους και πλατείες, σε κινητοποιήσεις.

Θεματικές