«Ο κόσμος της εργασίας δεν θα επιστρέψει ποτέ στην “κανονικότητα” που γνωρίζαμε»

Η δήλωση αυτή ανήκει στον Βέλγο Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Ανθρώπινου Δυναμικού Adecco, Alain Dehaze και έγινε στα πλαίσια παρουσίασης πρόσφατης έρευνας με τίτλο «Επαναπροσδιορίζοντας την κανονικότητα: Ορίζοντας τη νέα εποχή της εργασίας».

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2020 σε 8 χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία) με δείγμα 8.000 εργαζόμενων ηλικίας από 18 έως 60 χρονών και αφορούσε τις επιπτώσεις της πανδημίας στον κόσμο της εργασίας.

Ευέλικτη εργασία και προσαρμοστικότητα των εργαζομένων

Αυτά απαιτούν οι νέες συνθήκες εργασίας σύμφωνα με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη των επιχειρήσεων, 8 στα 10 εκ των οποίων δεν προσπάθησαν να κρύψουν τι σημαίνουν οι λέξεις «ευελιξία» και «προσαρμοστικότητα», δηλώνοντας ότι οι επιχειρήσεις είναι αυτές που πρόκειται να επωφεληθούν από την αυξημένη προσαρμοστικότητα στο χώρο εργασίας.

Το 51% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι επιθυμούν να συνεχίσουν να δουλεύουν από το γραφείο και το υπόλοιπο 49% μέσω τηλεργασίας. Στην επιλογή συνδυασμού εργασίας από γραφείο και σπίτι απάντησε θετικά το 74%. Το 28% απάντησε ότι η ψυχική του υγεία έχει επιδεινωθεί λόγω της πανδημίας, και 9 στους 10 ότι οι προϊστάμενοί τους αποδείχτηκαν ανίκανοι να υποστηρίξουν την συναισθηματική υγεία των εργαζόμενων.

Εκεί που συμφώνησαν ανώτατα στελέχη (74%) και απλοί εργαζόμενοι (69%) ήταν στο ενδεχόμενο μείωσης των εργάσιμων ωρών και στην αξιολόγηση της εργασίας με βάση το αποτέλεσμα αντίστοιχα.

Πράγμα που θα ήταν απόλυτα εφικτό με βάση την τεχνολογική εξέλιξη και την πρόοδο των νέων επιστημών. Από τη σκοπιά των εργαζομένων, αυτό θα σήμαινε λιγότερες ώρες εργασίας για όλους χωρίς όμως μείωση των αποδοχών. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν το επιτρέπει το ασφυκτικό ανταγωνιστικό πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Καθώς τα οφέλη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων μειώνουν τα κέρδη των επιχειρήσεων και το αντίστροφο.

Πάνω σ’ αυτή τη λογική κινείται και στη χώρα μας  η κατάθεση του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας για την τηλεργασία.

Συρρίκνωση μισθολογικού κόστους και εργατικών δικαιωμάτων

Οι νέες διατάξεις του νομοσχεδίου έρχονται σε πλήρη σύμπνοια με τις απαιτήσεις του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) και περιλαμβάνουν ακόμη και αμφισβήτηση των μισθολογικών αποδοχών των εργαζομένων οι οποίοι θα εργάζονται μέσω τηλεργασίας.

Αναμένεται να δοθεί η δυνατότητα στον εργοδότη να επιβάλει την τηλεργασία, ακόμη και εάν ο εργαζόμενος δεν το επιθυμεί, για λόγους δημόσιας υγείας. Παρόλα αυτά δεν υποχρεώνει τον εργοδότη να παρέχει τον απαραίτητο ηλεκτρονικό εξοπλισμό στον εργαζόμενο – ο εργοδότης μπορεί να το κάνει αυτό μόνο εφόσον το επιλέγει ο ίδιος οικειοθελώς.

Θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων όπως εργονομικό γραφείο, καρέκλα, υποπόδιο, κλιματισμός και συνθήκες εργασίας δεν εξετάζονται καθόλου, το ίδιο και η παροχή ίντερνετ στο σπίτι. Όλα αυτά ανήκουν στην ευθύνη του εργαζόμενου. Αναμένεται όμως να τίθενται αυστηρές προθεσμίες χρονικής ανταπόκρισης του τηλεργαζόμενου, εντατικοποιώντας ακόμη περισσότερο τον έλεγχο και την επιτήρηση των εργαζομένων.

Καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων και ανάγκη οργανωμένης αντίστασης

Η Ελλάδα βρίσκεται στην 63η θέση (μεταξύ περίπου 200 χωρών συνολικά) της παγκόσμιας κατάταξης σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και των κατεκτημένων δικαιωμάτων του εργατικού κινήματος.

Την ίδια ώρα είναι πρώτη μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωζώνης σε ποσοστό ευάλωτης απασχόλησης με 26,7%. Πολύ πιο πάνω σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται στο 10,8% και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο υπερβολικό βάρος του τουρισμού στην οικονομία, στην έλλειψη επενδύσεων σε υψηλή τεχνολογία και στην απουσία σοβαρής βιομηχανικής βάσης.

Για παράδειγμα, από τους 600.000 συνολικά εργαζόμενους στον τομέα επισιτισμού – τουρισμού περισσότεροι από τους μισούς είναι εποχικά απασχολούμενοι και με την κρίση της πανδημίας μόνο οι 80.000 υπολογίζεται ότι είχαν το δικαίωμα επαναπρόσληψης.

Κάθε νέα νομοθεσία και κατάσταση χρησιμοποιείται, έτσι, από τους οικονομικά ισχυρούς για να εδραιώσουν ακόμη περισσότερο την κυριαρχία τους στην αγορά σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Οι οικονομικές εξελίξεις το επόμενο διάστημα πρέπει να βρουν ενωμένους και οργανωμένους τους εργαζόμενους, τους ανέργους, τη νεολαία, τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και όσους πλήττονται από τις κυβερνητικές πολιτικές για να αντισταθούν συλλογικά και αποφασιστικά σε άλλη μια προσπάθεια μεταφοράς πλούτου από τα χαμηλότερα προς τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα.