Ο «Αστακός» του Λάνθιμου – μια ωδή στην ατομικότητα, στην αντίδραση, στο μηδενισμό

11/02/2017
Comments off
1.371 Views
Γιάννης Παπαϊωάννου Μανδηλαράς

 

 

the-lobster-56ae7622a57b1

Ο Λάνθιμος έγινε γνωστός στο κινηματογραφόφιλο κοινό με την ταινία του Κυνόδοντας το 2009, μια διασκευή της Μεξικάνικης ταινίας του 1973, El Castillio de la Pureza του Arturo Ripstein, πράγμα που ποτέ δεν μάθαμε επισήμως αφού ο Λάνθιμος διάλεξε να μας κρύψει το γεγονός. Η ιστορία είναι αυτή: ενός απόλυτα πειθαρχημένου και σεξουαλικά διεστραμμένου άντρα που κρατά την οικογένεια του απομονωμένη στο σπίτι του για πολλά χρόνια για να τους προστατεύσει από τη «διαβολική φύση» των ανθρώπων. Οι ομοιότητες με τον Κυνόδοντα είναι πολλές, αντιγράφοντας από το Βήμα: «Και στις δυο θα βρούμε μια πενταμελή οικογένεια κλεισμένη σε ένα σπίτι από το οποίο μόνον ο πατέρας βγαίνει στον έξω κόσμο. Και στις δυο ο πατέρας φέρεται καταπιεστικά προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Και στις δυο τα παιδιά συμπεριφέρονται σαν ”φυτά”. Κάποιες σκηνές μάλιστα, όπως εκείνη όπου τα βλέπουμε να παίζουν τυφλόμυγα, δεν θα μπορούσαν να μοιάζουν περισσότερο».[i]

Το παρόν κείμενο αφορά όμως τον Αστακό, τη δεύτερη ταινία του Λάνθιμου που φτάνει στα Όσκαρ (5η συνολικά) αυτή τη φορά για καλύτερο πρωτότυπο σενάριο (ο Κυνόδοντας ήταν υποψήφιος για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία).

Ο Αστακός είναι μια δυστοπία, που αναφέρεται στο κοντινό μέλλον αφού πολλά μοιάζουν με όσα γνωρίζουμε. Σύμφωνα με τους νόμους της πόλης που παρακολουθούμε, οι μοναχικοί άνθρωποι συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε ένα ξενοδοχείο, όπου έχουν 45 μέρες να βρουν ταίρι αλλιώς μεταμορφώνονται σε ένα ζώο της επιλογής τους κι απελευθερώνονται στο Δάσος. Ο ήρωας μας, το σκάει από το ξενοδοχείο και βρίσκει στο δάσος τους μοναχικούς.

Κινηματογραφικά ο Λάνθιμος μάλλον κάνει μια μέτρια ταινία και αυτό πραγματικά εκπλήσσει γιατί διαθέτει όλα τα συστατικά για κάτι καλύτερο. Έχει μια πολύ καλή πρώτη ιδέα, πολύ καλό καστ, μια ενδιαφέρουσα ματιά και μπάτζετ 4.000.000€ που δεν τα λες και λίγα.

Η ταινία είναι εντελώς ανισομερής, το πρώτο μισό στο ξενοδοχείο είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον (κινηματογραφεί με μεγάλη άνεση σε κλειστούς χώρους) αν και χωρίς τη συνεχή αφήγηση αυτά που διηγείται με την κάμερα του δεν είναι αρκετά για να καταλάβει κάποιος τι συμβαίνει.

Το πρόβλημα, κινηματογραφικά, ξεκινάει όταν η ιστορία μεταφέρεται στο δάσος. Εκεί μετατρέπεται σε εφηβικό adventure movie, αλλάζει ρυθμό, και χάνεται στα όμορφα τοπία του (πραγματικά ο Λάνθιμος κάνει πολύ καλό ντεκουπάζ) ενώ αποφασίζει να κλείσει υπονοώντας ένα μυστήριο που πραγματικά δεν απασχολεί κανέναν εκείνη την ώρα.

Το πρόβλημα της ταινίας και του Λάνθιμου όμως δεν είναι κινηματογραφικό, είναι ιδεολογικό.

Ξεκινώντας, από το ζήτημα της δυστοπίας. Οι δυστοπίες τόσο στον κινηματογράφο όσο και στη λογοτεχνία χρησιμοποιούνται ως σχήμα για να προειδοποιήσουν, να αφυπνίσουν το κοινό τους και πάντα αφήνουν λίγο φως να μπει, είτε επειδή όσο σκατά και να τα έχει κάνει ο άνθρωπος υπάρχει πάντα η ελπίδα, είτε επειδή υπάρχει ψήγμα αισιοδοξίας μέσα από τη δράση του ήρωα που αποφασίζει να αναμετρηθεί με τις σκοτεινές δυνάμεις της εκάστοτε δυστοπίας υπερασπιζόμενος το όποιο όραμα του, πάντα φωτεινό. «Φως» λοιπόν είτε σε κάποιο επόμενο μέλλον είτε στα μάτια του ήρωα. Τρεις περιπτώσεις δυστοπιών έρχονται εκ πρώτης όψεως στο μυαλό, χωρίς ίχνος φωτός, η Μελαγχολία του Τρίερ, το Υστατο Σήμερα του Howard Barker ανεβασμένο από τον Λευτέρη Βογιατζή πριν 7-8 χρόνια και ο Αστακός του Λάνθιμου. Και τις τρεις τις αξίζει να τις «μισήσει» κανείς εξίσου για το αδιαπέραστο σκοτάδι τους.

Δεν έχει νόημα να αναφερθεί κανείς σε πολλές άλλες δυστοπίες στις οποίες βρίσκει «φως». Στον Αστακό, ο ήρωας μας περιμένει μοιρολατρικά τη μεταμόρφωση του σε αστακό για 38 ημέρες και όταν τότε ανακαλύπτει τη χαρά της υποκρισίας, υποκρίνεται μέχρι του σημείου να καταπιεί το θρήνο του για το θάνατο του αδερφού του. Δραπετεύει από τη μοίρα του επειδή εν μέρει αναγκάζεται εκ των πραγμάτων.

Ο Αστακός είναι μια ωδή στην ατομικότητα. Οι ήρωες της ταινίας αγαπάνε μόνο τον εαυτό τους. Είναι ικανοί να είναι με κάποιον μόνο όταν αυτός ο κάποιος μοιράζεται τα ίδια ελαττώματα μαζί τους. Όσοι επιθυμούν την σωτηρία (αλήθεια ποια σωτηρία εννοεί ο Λάνθιμος, δεν είναι κατανοητό) είναι ικανοί να αποκτήσουν τα ελαττώματα των άλλων για να σωθούν. Αγάπη δεν υπάρχει στον κόσμο του Λάνθιμου και, αν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό, το τέλος της ταινίας διατρανώνει ότι χώρος για την αγάπη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η επιβίωση του εαυτού.

Ο Αστακός όμως είναι και μια ωδή στην αντίδραση. Στο πρώτο μέρος μας παρουσιάζει τους βάναυσους νόμους και κανόνες μιας πόλης, ενός ξενοδοχείου που προκαλούν μονάχα αποτροπιασμό. Οι συστημικοί της πολιτείας του Λάνθιμου είναι κακοί, είναι βαθιά άρρωστοι. Στο δεύτερο όμως μέρος συναντούμε την αντίσταση των μοναχικών. Εκεί περιμένει κανείς με αγωνία. Περιμένει να δει το «φως» να μπαίνει, περιμένει λίγη ριζοσπαστικοποίηση, περιμένει ελευθερία, κάποια χειραφέτηση του ανθρώπου από τους νόμους και τους κανόνες της πόλης. Τρώει όμως σφαλιάρα από το Γιώργο Λάνθιμο. Οι μοναχικοί είναι χειρότεροι, είναι διαβολικοί, έχουν χειρότερους νόμους, χειρότερες τιμωρίες, είναι η αντίδραση στην αντίδραση που μας φέρνει στο χειρότερο, στο μηδενισμό.

Ο Αστακός είναι μια ωδή στο μηδενισμό. Ότι και να κάνεις θα είσαι δυστυχισμένος, δεν υπάρχει αγάπη, συντροφικότητα, φιλία, δεν υπάρχει ο άλλος. Υπάρχει μόνο ο εαυτός σου και μόνο αυτός. Οι κανόνες πνίγουν όλα τα στρατόπεδα, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα χειραφέτησης, δεν υπάρχει χώρος για καμία ελευθερία. Ένα μέλλον κοντινό, απαλλαγμένο από ταξικότητα (δεν τον ενδιαφέρουν αυτά το Λάνθιμο) αλλά γεμάτο τοξικότητα.

Στον αντίλογο που ακούγεται, «ρε μεγάλε ένα παραμύθι είναι, που τα βρήκες όλα αυτά;» η απάντηση είναι ναι, ένα παραμύθι για να διδάξεις την ατομικότητα, την αντίδραση, το μηδενισμό. Το διαφορετικό (ο Λάνθιμος είναι διαφορετικός) δεν είναι σώνει και καλά ωραίο. Το περίεργο για το περίεργο είναι περισσότερο προβληματικό και από την τέχνη για την τέχνη. Ο Αστακός του Λάνθιμου είναι μια απαίσια ταινία που ενώ έχει όμορφα και σωστά συστατικά γίνεται αηδιαστική λόγω της ιδεολογίας και παράνοιας των Φιλίππου και Λάνθιμου.

 

 

Σημειώσεις
[i] http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=387483