Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος που καθόρισε την ιστορία των ΗΠΑ (Γ’ μέρος)

15/04/2019
Comments off
308 Views
Διαβάστε το τρίτο μέρος του άρθρου για την ιστορία του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, του συντρόφου Τζέιμς Μακ Κέιμπ, από το site της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής», αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στις ΗΠΑ. Τις επόμενες μέρες θα δημοσιευτεί το τέταρτο και τελευταίο μέρος του άρθρου. Διαβάστε το πρώτο και το δεύτερο μέρος εδώ και εδώ.


Η Διακήρυξη της Χειραφέτησης

Η Διακήρυξη της Χειραφέτησης (Emancipation Proclamation) που εκδόθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1863, απαιτούσε άμεση απελευθέρωση όλων των σκλάβων από τους δουλοκτήτες χωρίς αποζημίωση. Μονομιάς, μια περιουσία ύψους 3 δις δολαρίων «αφανίστηκε» εντελώς νόμιμα. Από οικονομικής πλευράς η κίνηση αυτή προσεγγίζει την κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά την διάρκεια της Μεταρρύθμισης του Ερρίκου του Η’ ή την εθνικοποίηση των εργοστασίων και της περιουσίας των μεγάλων γαιοκτημόνων από τους Μπολσεβίκους μετά τη Ρώσικη Επανάσταση.

Ο Καρλ Μαρξ έγραψε σχετικά στην εφημερίδα New York Tribune:

«…Μέχρι στιγμής, έχουμε δει μόνο την πρώτη πράξη του Εμφυλίου Πολέμου – την επίσημη, συνταγματική διεξαγωγή του. Η δεύτερη πράξη, η επαναστατική διεξαγωγή του, βρίσκεται κοντά μας…»

Ο Ντάγκλας (πρώην σκλάβος, μέλος του «Συλλόγου Ενάντια στη Δουλεία της Μασαχουσέτης») σημείωσε για την αλλαγή που προωθούσε η Διακήρυξη:

«…Είναι πραγματικά θαυμάσιο πως όλες οι προσπάθειες να αποφύγουν, να αναβάλουν και να αποτρέψουν την έλευση της, έχουν χλευαστεί και αγνοηθεί από τον καταπληκτικό, σαρωτικό ρυθμό με τον οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα…»

Ο νέος χαρακτήρας που πήρε ο πόλεμος είχε διεθνή αντίκτυπο, καθώς συγκεντρώσεις υπέρ του Βορρά οργανώνονταν από εργαζόμενους σε όλη τη Βρετανία και τη Γαλλία. Μια τέτοια μαζική συγκέντρωση 3.000 ανθρώπων στο St James’ Hall του Λονδίνου, ενέκρινε ένα ψήφισμα που ανέφερε ότι οι Βρετανοί εργαζόμενοι θα πάλευαν ενάντια στη διπλωματική αναγνώριση οποιασδήποτε κυβέρνησης «που εγκαθιδρύθηκε στη βάση της ανθρώπινης σκλαβιάς». Αν και πολλοί εργάτες του τομέα της κλωστοϋφαντουργίας καταδικάστηκαν στην ανεργία εξαιτίας του μπλοκαρίσματος των εισαγωγών βαμβακιού από το Νότο, ένας Νότιος κατάσκοπος ονόματι Χένρι Χότζε σημείωσε:

«…οι εργαζόμενοι του Λάνκασαϊρ είναι η μόνη τάξη η οποία ως τέτοια συνεχίζει να εκφράζει ενεργά τη δυσαρέσκεια της προς εμάς… στις γραμμές τους η αδικαιολόγητη… αποστροφή προς τα θεσμικά μας όργανα είναι τόσο σταθερή όσο σε οποιοδήποτε μέρος της Νέας Αγγλίας…».

Αυτή η οργανωμένη αντίθεση στην προτεινόμενη αναγνώριση της Συνομοσπονδίας (σημ: των Πολιτειών του Νότου που αποσχίστηκαν από τις ΗΠΑ), πρέπει να είχε επιπτώσεις στην απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να μην αναγνωρίσει την Συνομοσπονδία. Προσπαθούσαν άλλωστε ακόμα να ξεπεράσουν τις συνέπειες από το κίνημα των Χαρτιστών της δεκαετίας του 1840 και τους αγώνες της βιομηχανικής εργατικής τάξης.

Η έκδοση της Διακήρυξης της Χειραφέτησης γέμισε με επαναστατικό ζήλο τις γραμμές του στρατού των ΗΠΑ, γεγονός που άλλαξε την ισορροπία υπέρ τους στη μάχη του Γκέτισμπεργκ τον Ιούλιο του 1863. Κέρδισαν τις περισσότερες μεγάλες μάχες μετά από αυτό.

Ο Λίνκολν αναγνώρισε ότι:

«…Καμία ανθρώπινη δύναμη δε μπορεί να υποτάξει αυτή την εξέγερση (σημ: των Νότιων) χωρίς να χρησιμοποιήσει τον μοχλό της Χειραφέτησης όπως έκανα εγώ…».

Δικαιώθηκε όταν επανεξελέγη το 1864, έχοντας πρωτύτερα διεξάγει μια εκστρατεία που προωθούσε τη δέσμευση να αγωνιστεί για μια τροποποίηση του Συντάγματος που θα καταργούσε τη δουλεία. Ένα εντυπωσιακό ποσοστό που έφτασε το 78% των στρατιωτών του Βορρά τον υπερψήφισε, παρότι ο αντίπαλος του από το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν ο πρώην επικεφαλής του στρατεύματος, Τζορ Μακ Κλέλαν. Ο Κλέλαν κατέβηκε στις εκλογές με βασικό σύνθημα τη διεξαγωγή άμεσων ειρηνευτικών συνομιλιών με τους Νότιους για τον τερματισμό του πολέμου. Ακόμα και ο Ουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον συγκρούστηκε με μερικούς από τους πιο κοντινούς του συντρόφους στο κίνημα των Abolitionists (κίνημα ενάντια στη δουλεία – από την αγγλική λέξη abolition που σημαίνει κατάργηση – της δουλείας) προκειμένου να στηρίξει ανοιχτά τον Λίνκολν στην προσπάθεια επανεκλογής του.

Την πρώτη φορά που ο Φρέντερικ Ντάγκλας συναντήθηκε με τον Λίνκολν το 1863, υποστήριξε πως πρέπει να εφαρμοστεί το μέτρο της ίσης αμοιβής και της δημιουργίας κινήτρων για τους μαύρους στρατιώτες, καθώς και η προστασία όσων από αυτούς είχαν πέσει αιχμάλωτοι στα χέρια των Νοτίων. Ο Λίνκολν διέκοψε την ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου μέχρις ότου η Συνομοσπονδία συμφώνησε να επιστρέψει τους στρατιώτες της Ένωσης (της επίσημης κυβέρνησης). Πολλά Συντάγματα που υπηρετούσαν μαύροι στρατιώτες αρνήθηκαν να λάβουν οποιαδήποτε αμοιβή μέχρι να τους δοθεί ίσος μισθός με τους λευκούς. Το Κογκρέσο χορήγησε τελικά ίση αμοιβή στους μαύρους στρατιώτες τον Ιούνη του 1864. Δυο από τους γιούς του Ντάγκλας πολέμησαν με το περίφημο 54ο Σύνταγμα της Μασαχουσέτης και ένας τρίτος γιος του δούλεψε ως στρατολογητής για τα Συντάγματα των μαύρων στις γραμμές των απελευθερωμένων σκλάβων του Μισισίπη.

Η σφαγή στο Φρούριο Πίλοου

Η κυβέρνηση του Λίνκολν κατανοούσε πως οι 188.000 Αφροαμερικάνοι που εντάχθηκαν στον στρατό και το ναυτικό για να παλέψουν για την κατάργηση της δουλείας ήταν το κλειδί στον αγώνα για τη συντριβή της εξουσίας των δουλοκτητών. Τα στρατεύματα των μαύρων αγωνίστηκαν με πάθος και αγριότητα, όχι μόνο επειδή πάλευαν για την απελευθέρωση τους, αλλά γιατί σε περίπτωση ήττας θα έρχονταν αντιμέτωπα είτε με την εκτέλεση, είτε με την επιστροφή στη δουλεία. Οι μαύροι στρατιώτες που παραδίνονταν έπεφταν συχνά θύματα ομαδικών σφαγών, όπως συνέβη στο Φρούριο Πίλοου του Τενεσί. 231 στρατιώτες της Ένωσης, οι περισσότεροι μαύροι, δολοφονήθηκαν αφού περικυκλώθηκαν. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιέγραψε πως άμαχοι μαύροι περαστικοί δολοφονήθηκαν επίσης εκείνη τη μέρα:

«…Υπήρχαν επίσης δυο Νέγρες και 3 μικρά μαυράκια που στέκονταν σε απόσταση 25 βημάτων από μένα, όταν ένας Νότιος πήγε προς το μέρος τους και τους είπε: “Ναι, πανάθεμα σας, νομίζατε ότι είστε ελεύθεροι, έτσι;” και τους πυροβόλησε όλους. Έπεσαν όλοι νεκροί εκτός από το ένα παιδί που στη συνέχεια το χτύπησε στο κεφάλι με τη λαβή του όπλου του…».

Στις μάχες που ακολούθησαν τα στρατεύματα των μαύρων συχνά έμπαιναν στο πεδίο της σύγκρουσης φωνάζοντας «Θυμηθείτε το Φρούριο Πίλοου»! Μήνες αργότερα, ένα λευκό Σύνταγμα της Αϊόβα αιχμαλώτισε 23 στρατιώτες από μια μονάδα της Συνομοσπονδίας που είχε λάβει μέρος στη σφαγή του Φορτ Πίλοου. Οι εξαγριωμένοι Βόρειοι στρατιώτες ανέκριναν τους αιχμαλώτους και τους ζήτησαν να πουν αν θυμόντουσαν το Φορτ Πίλοου λίγο πριν τους εκτελέσουν όλους με συνοπτικές διαδικασίες.

Κατάργηση της δουλείας

Η Δεύτερη Αμερικάνικη Επανάσταση (η Πρώτη Αμερικάνικη Επανάσταση θεωρείται ο αγώνας για ανεξαρτησία από την Βρετανία) παγιώθηκε περαιτέρω την 31η Ιανουαρίου του 1865, όταν η 13η τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία καταργούσε τη δουλεία, πέρασε με ισχνή πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο. Ο Τσαρλς Ντάγκλας, γιος του Φρέντερικ, του έγραψε σχετικά:

«…Μια τέτοια χαρά που ποτέ δεν είχα δει, κανόνια να ρίχνουν, άνθρωποι να αγκαλιάζονται και να δίνουν τα χέρια, λευκοί άνθρωποι εννοώ, σημαίες να κυματίζουν. Σου λέω, τα πράγματα προχωράνε υπέροχα…».

Τελική νίκη

Δυο μήνες αργότερα, οι δυνάμεις της Ένωσης, με επικεφαλής το (αποκλειστικά αποτελούμενο από μαύρους στρατιώτες) 5ο Σύνταγμα Ιππικού της Μασαχουσέτης, έμπαιναν στην πόλη Ρίτζμοντ της Βιρτζίνια, πρωτεύουσα της Συνομοσπονδίας. Οι Αφροαμερικάνοι κάτοικοι της πόλης πλημμύρισαν τους δρόμους, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Οι λευκοί κάτοικοι της πόλης παρέμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Πολλοί από αυτούς, που μέχρι τότε θεωρούσαν τους σκλάβους τους πιστούς και ευχαριστημένους, έμειναν έκπληκτοι από την υποδοχή που επιφύλαξε ο μαύρος πληθυσμός στον κατακτητικό (ή απελευθερωτικό) στρατό της Ένωσης. Το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήρθε μία εβδομάδα αργότερα, με την παράδοση του στρατού της Βόρειας Βιρτζίνια στο στρατό της Ένωσης.

Ο Λίνκολν στην τελευταία του ομιλία στις 11 Απρίλη του 1865 πρότεινε την ιδέα να δοθεί δικαίωμα ψήφου στους μαύρους άνδρες. 3 μέρες αργότερα δολοφονήθηκε. Η ριζοσπαστικοποίηση του Λίνκολν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αντανακλούσε την εμπειρία των μαζών στο Βορρά. Η εφημερίδα New York World, που παραδοσιακά του ασκούσε σκληρή κριτική σημείωσε μετά το θάνατο του πως

«…Μερικοί άλλαξαν πιο γρήγορα, μερικοί πιο αργά απ’ ότι εκείνος. Αλλά υπάρχουν πολλοί λίγοι από τους συμπατριώτες του που δεν άλλαξαν καθόλου…».

Η αστική τάξη του Βορρά παίρνει τον πλήρη έλεγχο

Ενώ ο πόλεμος είχε εξαντλήσει τους πόρους της Συνομοσπονδίας και απέκοψε τις σοδειές της από την αγορά, η βιομηχανία και η γεωργία του Βορρά είχαν εκτιναχτεί. Ο ξεκάθαρος ανταγωνισμός μεταξύ των βιομηχάνων και των δουλοκτητών από τη  μια μεριά και η ιστορική ανωριμότητα της εργατικής τάξης από την άλλη, επέτρεψε στη ριζοσπαστική αστική τάξη να συνθλίψει τους ταξικούς της εχθρούς και να γίνει η μόνη ηγέτιδα δύναμη της χώρας. Αυτός ήταν ο πιο σημαντικός επαναστατικός αγώνας του 19ου αιώνα και επιπλέον ο πιο επιτυχημένος. Η κούρσα προς την εξουσία της ριζοσπαστικής αστικής τάξης βασίστηκε στις επιτυχίες της Πρώτης Αμερικάνικης Επανάστασης, όταν πέτυχε την ανεξαρτησία από τη Βρετανική Αυτοκρατορία και εγκαθίδρυσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι μαζικοί αγώνες στα μέσα του 19ου αιώνα στην Ευρώπη είχαν ως στόχο σε μεγάλο βαθμό να απομακρύνουν απομεινάρια της φεουδαρχίας, τα οποία παρεμπόδιζαν την πρόοδο. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους αγώνες απέτυχαν στην εκπλήρωση των στόχων τους, κέρδισαν την εφαρμογή χρήσιμων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, όπως η επέκταση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία. Η απελευθέρωση των δούλων διακηρύχθηκε στη Ρωσία και την Ουγγαρία, αλλά μόνο στις ΗΠΑ έλαβε χώρα ένας πραγματικά επαναστατικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων.

Οι Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο Θαντέους Στίβενς, ο Τσαρλς Σάμνερ και ο Μπέντζαμιν Ουέιντ, ήρθαν στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και στην περίοδο της Ανασυγκρότησης (Reconstruction) αμέσως μετά. Οι Ριζοσπάστες ήταν οι τελευταίοι Αμερικάνοι αστοί επαναστάτες. Συνέθλιψαν όλη την αντιπολίτευση που είχαν από τα αριστερά (τους μαχητικούς Abolitionists και το εργατικό κίνημα) και κατέλαβαν όλη την πολιτική και οικονομική εξουσία. Αυτό τους έδωσε την ευκαιρία να μεταμορφώσουν τις ΗΠΑ σε μια χώρα-μοντέλο αστικής δημοκρατίας, καθώς κατέστρεφαν τα τελευταία απομεινάρια των προ-καπιταλιστικών συνθηκών. Μόλις οι βιομήχανοι πέτυχαν πολιτική και οικονομική κυριαρχία, δεν έβλεπαν πλέον την ανάγκη για περαιτέρω θεμελιώδεις αλλαγές στην αμερικάνικη κοινωνία. Ο χρόνος για επαναστατικούς μετασχηματισμούς μέσα στα όρια του καπιταλισμού είχε φτάσει στο τέλος του.


Διαβάστε το τέταρτο μέρος εδώ