Νότια Ευρώπη: Νέα κρίση, παλιά προβλήματα

Μια μαχητική αριστερή εναλλακτική είναι απαραίτητη

Των Βλάντιμιρ Μπόρτουν (Ισπανία), Νίκου Αναστασιάδη (Ελλάδα), Αθηνάς Καρυάτη (Κύπρος), Γιόνας Φον Βοσόλ (Πορτογαλία), Τζουλιάνο Μπρουνέτι (Ιταλία)

Πέρα από τις γεωγραφικές και πολιτιστικές ομοιότητες, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης έχουν ακόμα ένα κοινό στοιχείο: την αργοπορημένη, συνδυασμένη και ανισομερή καπιταλιστική ανάπτυξη. Δηλαδή ο καπιταλισμός στη Νότια Ευρώπη ήρθε με σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά.

Αυτό το στοιχείο έχει θέσει τις βάσεις για σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ Βορρά-Νότου, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και μεταξύ των ίδιων των χωρών, με μεγάλες κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες από περιοχή σε περιοχή (π.χ. μεταξύ ιταλικού βορρά και νότου). Οι διαχωρισμοί αυτοί εδραιώθηκαν και μεγάλωσαν με τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ιδιαίτερα με την Ευρωζώνη. Αυτό αντανακλάστηκε στην κρίση της Ευρωζώνης που ξεκίνησε μια δεκαετία πριν, η οποία επηρέασε κυρίως τα νοτιότερα κράτη-μέλη (αν και όχι αποκλειστικά, όπως είδαμε στην Ιρλανδία). Η νέα οικονομική κρίση που επηρεάζει όλη την ΕΕ –η οποία έχει να κάνει όχι μόνο με τον κορονοϊό, αλλά και με τις συνθήκες που επικρατούσαν προ κορονοϊού– θα επαναφέρει στην επιφάνεια αυτούς τους διαχωρισμούς με ακόμα πιο έντονο και ταξικό τρόπο. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, η καλύτερη απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι η διεθνής αλληλεγγύη και ο συντονισμένος αγώνας των λαϊκών στρωμάτων σε όλη την ήπειρο.

Η Ευρωζώνη και η «περιφέρεια» του Νότου

Σε κάθε μαρξιστική ανάλυση, η κύρια αντίθεση είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Την ίδια στιγμή όμως, οι μαρξιστές αναδεικνύουν επίσης και αντιτίθενται στις κυριαρχικές σχέσεις μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών. Στον καπιταλισμό, οι πιο ανεπτυγμένες οικονομίες πάντα θα προσπαθούν –και κατά κανόνα θα το πετυχαίνουν– να εκμεταλλεύονται τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως βλέπουμε να συμβαίνει εδώ και εκατοντάδες χρόνια αποικιοκρατιών και ιμπεριαλισμού. Ο έμφυτος ανταγωνισμός που υπάρχει στο σημερινό σύστημα του κέρδους κάνει αδύνατη μια γνήσια και μακροπρόθεσμη συνεργασία μεταξύ των κρατών. Και τα σχέδια για την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» δεν αποτελούν εξαίρεση.

Πίσω από το αφήγημα για ειρήνη, ευημερία και αδελφότητα, κρύβονται τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των καπιταλιστών, ειδικά όσων προέρχονται από τον «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης, όπως τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία ή την Αυστρία. Αυτό συμβαίνει σε βάρος των «περιφερειακών» ή «ημι-περιφερειακών» χωρών στα ανατολικά και τα νότια της ηπείρου, καθώς μετατρέπονται σε «φρέσκες αγορές» και σε αποθέματα φτηνού εργατικού δυναμικού, για να ενισχυθεί η μεγιστοποίηση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου. Ασφαλώς, η λιτότητα, οι ιδιωτικοποιήσεις και η κούρσα για μείωση των μισθών και των φόρων που επιβάλει η νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική της ΕΕ, ταυτόχρονα υποβαθμίζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και στις χώρες του «σκληρού πυρήνα» ωφελώντας παράλληλα και τους καπιταλιστές των χωρών της «περιφέρειας».

Συνεπώς, η ΕΕ αποτελεί περίπτωση-παράδειγμα για την αλληλεπίδραση μεταξύ των τάξεων και των διεθνών διαιρέσεων, για τις οποίες ο Λένιν έγραψε πριν από έναν αιώνα στο έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»:

«Στο κατώφλι του εικοστού αιώνα βλέπουμε να δημιουργούνται άλλου είδους μονοπώλια: πρώτον, μονοπωλιακές ενώσεις των κεφαλαιοκρατών σ’ όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού· δεύτερον, μονοπωλιακή θέση λίγων πλουσιότατων χωρών, όπου η συσσώρευση του κεφαλαίου πήρε γιγάντιες διαστάσεις.»

Αυτές οι διαιρέσεις βασίζονται ιστορικά στην αργοπορημένη, ανισομερή και συνδυασμένη ανάπτυξη της Νότιας Ευρώπης. Εδώ, ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε αργότερα σε σχέση με τις βορειότερες χώρες, έχοντας σημαντικά υπολείμματα από την φεουδαρχία έως και τα τέλη του 20ου αιώνα (μεγαλο-γαιοκτήμονες, Εκκλησία κλπ.) και εν γένει αδύναμες εθνικές άρχουσες τάξεις, οι οποίες δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν ισοδύναμα με το πιο «ώριμο» και συγκεντροποιημένο κεφάλαιο από τις βόρειες χώρες. Αυτό προκάλεσε μια διαίρεση που έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρη με την κρίση της Ευρωζώνης που ξεκίνησε πριν από μια δεκαετία. Ενώ σε εκείνη την κρίση το ευρωπαϊκό κατεστημένο έριξε την ευθύνη στους «τεμπέληδες του Νότου» και τα «υπερβολικά πλουσιοπάροχα συστήματα πρόνοιας», οι αιτίες της συνδέονταν με το νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Πρώτον, ο νεοφιλελευθερισμός αντικατέστησε την προηγούμενη κυρίαρχη πολιτική της αναλογικής αύξησης των μισθών με βάση την παραγωγικότητα, με αυτή της μισθολογικής στασιμότητας. Αυτό είχε ως στόχο, φυσικά, να δώσει μια άμεση αύξηση στα κέρδη του κεφαλαίου, αλλά επίσης και να δώσει ώθηση στον εξαγωγικό προσανατολισμό των οικονομιών μέσα από τη μείωση του κόστους παραγωγής.. Μια τέτοια προσέγγιση υιοθετήθηκε ιδίως στη Γερμανία, καθώς επίσης και στις Σκανδιναβικές χώρες, το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Αυστρία, δίνοντάς τους πλεονέκτημα στις εξαγωγές.

Δεύτερον, αυτό συνδυάστηκε με το «άνοιγμα των αγορών» στις νότιες χώρες, που επέτρεψε στους βόρειους «γίγαντες» να κυριαρχήσουν σε βασικούς τομείς αυτών των οικονομιών και να «κλείσουν» τον ανταγωνισμό. Αυτό ενίσχυσε περαιτέρω το βιομηχανικό και τεχνολογικό του προβάδισμα, γεγονός το οποίο τους βοήθησε να αυξήσουν το δικό τους μερίδιο στην αγορά εις βάρος των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Σαν αποτέλεσμα, τα εμπορικά ελλείμματα και τα ελλείματα των τρεχουσών συναλλαγών στις νότιες χώρες αυξήθηκαν, καθώς οι νότιες χώρες έχασαν μεγάλα κομμάτια του μεριδίου τους στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, στο ευρύτερο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι οικονομίες πολλών νότιων χωρών εξαρτώνταν περισσότερο από βιομηχανίες που βασίζονταν σε χαμηλόμισθη χειρωνακτική εργασία, πράγμα που σήμαινε πως ήταν πιο ευάλωτες στον ανταγωνισμό των περισσότερο τεχνολογικά ανεπτυγμένων βιομηχανιών της βόρειας Ευρώπης.

Τρίτον, τα κράτη-μέλη έχασαν τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής απ’ τη στιγμή που μπήκαν στην Ευρωζώνη, κάτι που στο παρελθόν τους είχε επιτρέψει να περιορίσουν ή να μειώσουν τα ελλείμματά τους, υποτιμώντας το νόμισμά τους ή απλά εκτυπώνοντας περισσότερα χρήματα. Επιπλέον, οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) της απαγορεύουν να βοηθάει χρηματοδοτικά τις κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν τα ελλείμματά τους και να ρυθμίσει τα επιτόκια του χρέους τους. Αυτό άφησε τις εθνικές κυβερνήσεις στο έλεος των διεθνών αγορών ομολόγων. Ταυτόχρονα, αυτές οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν συχνά αυτό τον «στενό κορσέ» που επέβαλε η ΕΕ ως αφορμή για να δικαιολογήσουν πολιτικές λιτότητας και περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, που έτσι κι αλλιώς ήθελαν να επιβάλουν.

Τέταρτον, καθώς τα ελλείμματα ξεπέρασαν το όριο του 3% του ΑΕΠ που καθορίστηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (η οποία ήταν το πρώτο βήμα για τη δημιουργία της Ευρωζώνης) τα κράτη-μέλη του Νότου βρέθηκαν σε ένα φαύλο κύκλο με τις τράπεζες που έδρευαν στις χώρες του σκληρού πυρήνα που χαρακτηρίζονται από οικονομικά πλεονάσματα. Το 2008, πριν ξεκινήσει η κρίση της Ευρωζώνης, οι τράπεζες αυτές κατείχαν το 65% του χρέους της Πορτογαλίας, το 66% της Ελλάδας και το 67% της Ισπανίας. Όμως οι περισσότερες από τις χώρες του Νότου έφτασαν σε συγκριτικά πολύ ψηλά επίπεδα χρέους μόνο μετά την έναρξη της κρίσης κι αφού διέσωσαν τις τράπεζες τους που κινδύνευαν με κατάρρευση, δανειζόμενες ακόμα περισσότερα χρήματα.

Ασφαλώς, έχοντας αναφέρει τα παραπάνω και ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία μπορούν να θεωρηθούν ως «ημι-περιφερειακές» στο πλαίσιο του σχεδίου της ΕΕ, είναι στην ουσία ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και δεν είναι καθόλου «περιφερειακές» στην ευρύτερη σφαίρα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Επιπλέον, οι εθνικές καπιταλιστικές ελίτ της Νότιας Ευρώπης σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους για την καταστροφική κατάσταση που έχει επιβληθεί στον πληθυσμό των χωρών τους. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η λύση στις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι λαοί της Νότιας Ευρώπης, δεν έγκειται στην ενίσχυση οποιουδήποτε εθνικού ή περιφερειακού καπιταλισμού σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αλλά βρίσκεται σε έναν διεθνιστικό αγώνα που πρέπει να δοθεί σε επίπεδο ηπείρου, ενάντια σε όλες τις καπιταλιστικές ελίτ.

Η απάντηση των αρχουσών τάξεων σε αυτά τα προβλήματα ήταν το «δόγμα του σοκ» με τις πολιτικές λιτότητας, η οποία αποδείχτηκε ότι ήταν μια οικονομική και κοινωνική καταστροφή, σε τέτοιο βαθμό που μέχρι και οικονομολόγοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) παραδέχτηκαν ότι

«η αύξηση των ανισοτήτων που προκλήθηκε από τα οικονομικά ανοίγματα και τη λιτότητα ίσως υποσκάψει την ανάπτυξη, αυτήν δηλαδή που προσπαθεί να ενισχύσει η νεοφιλελεύθερη ατζέντα ».

Είναι γνωστό ότι, σε όλη τη Νότια Ευρώπη, αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν σε μαζικά κινήματα κατά της λιτότητας, σε γενικές απεργίες και σε εκλογική άνοδο νέων αριστερών-ρεφορμιστικών κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Ποδέμος στην Ισπανία και το Αριστερό Μπλοκ στην Πορτογαλία.

Ωστόσο, τα προγραμματικά, στρατηγικά και οργανωτικά όρια αυτών των κομμάτων τα εμπόδισαν τελικά να προσφέρουν το είδος της σοσιαλιστικής εναλλακτικής που ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπίσουν τα παραπάνω δομικά προβλήματα και τις συνέπειές τους. Το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε μόλις έξι μήνες μετά την εκλογή του στην κυβέρνηση, εφαρμόζοντας περαιτέρω λιτότητα και άλλα νεοφιλελεύθερα μέτρα για το υπόλοιπο της θητείας του, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την επιστροφή της Δεξιάς στην εξουσία· κάτι παρόμοιο με την κατάσταση στην Κύπρο, όπου το ΑΕΚΛ απέτυχε να αποτελέσει μια εναλλακτική στη νεοφιλελεύθερη και υπέρ της λιτότητας κυρίαρχη λογική. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, το Ποδέμος και το Αριστερό Μπλοκ, αντίστοιχα, κατέληξαν να συμμετέχουν σε σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, χάνοντας σταδιακά την απήχησή τους ως αριστεροί εναλλακτικοί σχηματισμοί. Στην Ιταλία, δεν έγινε ποτέ δυνατό να εμφανιστεί ένας νέος αριστερός σχηματισμός, μετά τη χρεοκοπία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο ως ένα βαθμό και η άνοδος του λαϊκιστικού «Κινήματος των Πέντε Αστέρων», το οποίο κατάφερε να απορροφήσει ένα μέρος του αντι-καθεστωτικού κλίματος που υπήρχε στην κοινωνία. Όλες αυτές οι αποτυχίες θα έχουν αναπόφευκτα αντίκτυπο, τουλάχιστον την αμέσως επόμενη περίοδο, στον τρόπο με τον οποίο αυτή η διάθεση θα διοχετευτεί πολιτικά στα πλαίσια της νέας οικονομικής κρίσης.

Ο COVID-19 και η παγκόσμια ύφεση

Μπορεί να είναι δελεαστικό να ρίξει κανείς τις ευθύνες για τη «βαθύτερη παγκόσμια ύφεση εδώ και δεκαετίες» (που μόνο για αυτόν τον χρόνο θα οδηγήσει το παγκόσμιο ΑΕΠ σε πτώση 5,2%) αποκλειστικά και μόνο στην πανδημία, όπως κάνει πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας. Παρόλα αυτά, αν και η πανδημία θα μπορούσε από μόνη της να πυροδοτήσει μια κρίση, αυτή η συγκεκριμένη κρίση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη εξαιτίας των συνθηκών που συσσωρεύονταν εδώ και χρόνια. Τα επίπεδα του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους ήδη από το 2019 είχαν ξεπεράσει αυτά της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η μείωση του ΑΕΠ αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη αυτή τη χρονιά, 7,5% για την Ευρώπη και 7,8% για την Ευρωζώνη.

Σε μια προσπάθεια να τονώσουν την οικονομία, τα κράτη μέλη και η Κομισιόν συμφώνησαν μετά από μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων, που αναδεικνύουν τις προαναφερθείσες αντιφάσεις, σε ένα σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης περίπου 750 δισ. ευρώ. Οι δύο βασικοί δικαιούχοι των ποσών που θα προκύψουν από αυτό το σχέδιο είναι η Ιταλία και η Ισπανία. Ωστόσο, μετά από πιέσεις των λεγόμενων «ολιγαρκών» χωρών (Αυστρία, Δανία, Σουηδία και Ολλανδία) μόνο τα μισά περίπου χρήματα ―και όχι τα 500 δισ. όπως είχε προταθεί αρχικά― θα δοθούν ως επιχορηγήσεις, τα υπόλοιπα θα είναι δάνεια.

Η βοήθεια σε αυτές τις χώρες θα συνοδευτεί από «μεταρρυθμίσεις», τις οποίες θα επιβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ άλλα κράτη μέλη θα μπορούν να έχουν λόγο, ακόμη και να μπλοκάρουν τη μεταφορά χρημάτων αν αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» δεν προχωρήσουν όπως έχει προβλεφθεί. Ξέρουμε βέβαια τι σημαίνει αυτό στη νεοφιλελεύθερη γλώσσα: επέκταση της λιτότητας (ιδιαίτερα σε σχέση με τα εργατικά και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα) και ιδιωτικοποιήσεις. Παρότι ταυτόχρονα γίνεται συζήτηση για «ψηφιακές» και «πράσινες» μεταρρυθμίσεις, η συζήτηση αυτή είναι ακόμη πολύ ασαφής. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της καθιέρωσης «ψηφιακών» και «πράσινων» φόρων εγκαταλείφθηκε, πράγμα που δεν αποτελεί έκπληξη, για να αντικατασταθεί από μια απλή μικρή φορολόγηση στα πλαστικά απόβλητα.

Φυσικά οι εργαζόμενοι, η νεολαία και οι μεσαίες τάξεις των βόρειων κρατών μελών της ΕΕ, υποφέρουν επίσης από την οικονομική ύφεση, ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, εκείνοι που δουλεύουν σε επιχειρήσεις που βασίζονται στις εξαγωγές, αλλά και οι εργαζόμενοι σε διάφορους τομείς του δημοσίου που βρίσκονται στο στόχαστρο των περικοπών. Παρόλα αυτά, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου και ακόμη περισσότερο οι χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση σε αυτή τη νέα οικονομική ύφεση.

Ισπανία

Η αργή οικονομική ανάπτυξη στην Ισπανία είχε ήδη αρχίσει να επιβραδύνεται από τον προηγούμενο χρόνο (δηλαδή πριν την πανδημία) γεγονός που αποτελεί άλλη μια απόδειξη της αδυναμίας του καπιταλισμού να επανέλθει στα προ της κρίσης  του 2008-9 επίπεδα ανάπτυξης.

Η σφοδρότητα της πανδημίας θα επηρεάσει την οικονομική κατάσταση ακόμη περισσότερο στην Ισπανία από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, κατά μέσο όρο. Η Τράπεζα της Ισπανίας αναμένει πτώση του ΑΕΠ της τάξης του 15,1% μόνο για τη φετινή χρονιά! Για να γίνει αντιληπτό αυτό το μέγεθος, να πούμε ότι κατά την προηγούμενη κρίση το ΑΕΠ της Ισπανίας μειώθηκε κατά 9,5% σε μια περίοδο έξι ετών.

Πέρα από την ίδια την πανδημία, η δομή της οικονομίας της Ισπανίας βοηθά να καταλάβουμε αυτές τις αρνητικές προοπτικές.

Το 72% των θέσεων εργασίας είναι σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (την ώρα που ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι στο 66%) και ο τουρισμός αποτελεί (άμεσα) το 12% του ΑΕΠ. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι τα άμεσα δημοσιονομικά πακέτα στήριξης από τις 10 Σεπτέμβρη έχουν μειωθεί περαιτέρω (μη συμπεριλαμβανομένων του επερχόμενου Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ) σε μόλις 3,5% του ΑΕΠ, ενώ στη Γαλλία βρίσκονται στο 6%, την Ολλανδία στο 6,7% και στη Γερμανία στο 8,9%.

Αυτό δείχνει για ακόμα μια φορά τις σημαντικές ανισότητες που υπάρχουν μεταξύ των ελλειμματικών και πλεονασματικών οικονομιών, όπως τονίστηκε παραπάνω.

Την ίδια ώρα, το χρέος της Ισπανίας είναι πιθανό να εκτοξευθεί στο 120% του ΑΕΠ από το 95% στο οποίο βρισκόταν στο τέλος του 2019, ενώ η ανεργία αναμένεται να φτάσει το 20% φέτος, που βέβαια είναι μικρότερο από το 25% μιας δεκαετίας πριν.

Τα παραπάνω θα επιδεινώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων, ενώ το πρόσφατο μέτρο για «καθολικό βασικό εισόδημα» των 3 δισ. ευρώ είναι εντελώς ανεπαρκές για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Η ισπανική κυβέρνηση με κορμό το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα PSOE, της οποίας η  γνωστή για τις νεοφιλελεύθερες απόψεις της υπουργός οικονομικών Νάντια Καλβίνο ανέλαβε πρόσφατα τη θέση της επικεφαλής του Eurogroup, δείχνει διατεθειμένη να εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας, τις οποίες κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτήσει η ΕΕ σαν αντάλλαγμα στα μέτρα οικονομικής βοήθειας. Κάτι που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό, είναι πως σε πρόσφατη συνέντευξή του ο ηγέτης των Ποδέμος Πάμπλο Ιγκλέσιας αναφέρθηκε στη συμφωνία των ηγετών της ΕΕ, αποκαλώντας την «τέλος στη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό», αποκαλύπτοντας τις αυταπάτες του ως προς το τι μπορεί να περιλαμβάνει στην πράξη: περισσότερη λιτότητα και νεοφιλελεύθερα μέτρα. Πρόκειται για μια αντανάκλαση των βαθύτερων αυταπατών για το ενδεχόμενο η ΕΕ, αλλά και ο καπιταλισμός συνολικά να υποστεί σοβαρές μεταρρυθμίσεις.

Με το βασικό αριστερό πολιτικό σχηματισμό, το «Ουνίδας Ποδέμος» (συμμαχία ανάμεσα στο «Ποδέμος» και τη μικρότερη, ελαφρώς πιο ριζοσπαστική «Ενωμένη Αριστερά») να συμμετέχει σε αυτή την κυβέρνηση και η αποχώρησή της από αυτή να μη φαίνεται στον κοντινό ορίζοντα (ίσως είναι λιγότερο απίθανο στην περίπτωση της «Ενωμένης Αριστεράς») και με την ηγεσία των συνδικάτων να ακολουθούν τη γραμμή της «κοινωνικής ειρήνης», είναι πολύ πιθανό η υπάρχουσα Αριστερά να μην καταφέρει στην αμέσως επόμενη περίοδο να δώσει διέξοδο στη λαϊκή οργή που θα γεννήσει η αύξηση της λιτότητας.  

Αντί γι’ αυτό, είναι πιθανό να ενισχυθούν οι ακροδεξιοί λαϊκιστές όπως το Vox, αν και σε περιοχές με πιο έντονα αυτονομιστικά κινήματα (όπως η Χώρα των Βάσκων) είναι πιθανότερο καταφέρουν να κερδίσουν από την κατάσταση αριστερές λαϊκίστικες δυνάμεις, όπως το BILDU.

Αυτή η κατάσταση κάνει ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη ανάπτυξης μιας αριστερής εναλλακτικής, προκειμένου να προσελκύσει τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τους ανθρώπους των κινημάτων. Η αγωνιστική διάθεση σε διάφορους χώρους (όπως π.χ. στην παιδεία και τη δημόσια υγεία, αλλά και στις επισφαλείς θέσεις εργασίας) είναι πιθανό να ενταθεί ακόμη περισσότερο αυτό το φθινόπωρο, ενώ ο δυναμισμός των φεμινιστικών και των αντιρατσιστικών κινημάτων, όπως και η πρόσφατη διάσπαση του Ποδέμος που γέννησε τους «Αντικαπιταλίστας», μια ομάδα που έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να χτίσει ένα νέο αριστερό σχηματισμό ριζωμένο στα μαζικά κινήματα, είναι όλα ιδιαίτερα θετικά στοιχεία που μπορούν να παίξουν ρόλο κλειδί στην ανασυγκρότηση της Αριστεράς. 

Πορτογαλία

Η Τράπεζα της Πορτογαλίας προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 9,5% μέσα στο 2020. Το δημόσιο χρέος είναι πιθανό να φτάσει στο 135% του ΑΕΠ.  Η κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Αντόνιο Κόστα από το «Σοσιαλιστικό Κόμμα», εκτιμά ότι το δημόσιο έλλειμμα θα φτάσει φέτος το 7%. Αυτό θα ακυρώσει πλήρως την επονομαζόμενη επιτυχία των πολιτικών «απαλής λιτότητας» που επέβαλλε ο Υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο που είχε καταφέρει να μετατρέψει σε πλεονασματικό τον κρατικό προϋπολογισμό για πρώτη φορά μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Ο Σεντένο παραιτήθηκε και από τις δύο θέσεις εν μέσω της πανδημίας, αφήνοντας τον διάδοχό του να διαχειριστεί το χάος.

Η ανεργία δεν έχει σημειώσει ακόμα μεγάλη αύξηση, επειδή η πορτογαλική κυβέρνηση εισήγαγε τη λεγόμενη «πολιτική απολύσεων» που επιδότησε με δημόσια χρήματα τον ιδιωτικό τομέα, από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, προκειμένου να αποφευχθούν μαζικές απολύσεις. Το πρόγραμμα εξασφάλισε πως δε θα γίνουν απολύσεις κατά τη διάρκεια της επιδημίας, αλλά οι εργαζόμενοι θα μπουν σε αναστολή εργασίας, λαμβάνοντας τα 2/3 του μισθού τους. Μόνο το 30% αυτού του ποσού θα καταβάλλεται από τους εργοδότες, ενώ το υπόλοιπο 70% θα καταβάλλεται από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Με αυτό τον τρόπο  τίθεται σε μεγάλο κίνδυνο  η οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Επίσης, τα στοιχεία για την ανεργία δε συμπεριλαμβάνουν την ανεργία που προκύπτει από τη «μαύρη» εργασία και στους εποχιακούς εργαζόμενους, που αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τις οικονομίες της περιφέρειας (του Νότου): τον τουρισμό και τη γεωργία. Πολλοί από τους εργαζόμενους στον τομέα της γεωργίας –ειδικά στην περιοχή Αλεντέζο– είναι μετανάστες χωρίς χαρτιά από την Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική, οι οποίοι εργάζονται σε συνθήκες που παραπέμπουν σε δουλεία και δεν είχαν κανενός είδους κρατική βοήθεια μετά την απώλεια της εργασίας τους.

Ο Αντόνιο Κόστα ηγείται μίας κυβέρνησης μειοψηφίας και για να εξασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα εξαρτάται από συμφωνίες με τα κόμματα που βρίσκονται και στα αριστερά και στα δεξιά του. Με την έναρξη της καραντίνας, η κυβέρνηση επέβαλε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που περιόρισε τα δημοκρατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην απεργία και στις διαδηλώσεις. Ενώ όλη η κοινωνική ζωή σταμάτησε, ο κατασκευαστικός και ο βιομηχανικός τομέας δε σταμάτησαν. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης απέτρεψαν τους εργαζόμενους από το να απαιτήσουν το κλείσιμο των επιχειρήσεων ή πιο αυστηρές συνθήκες υγιεινής σε αυτές. Τα περισσότερα από τα πρώτα μεγάλα κύματα του ιού στην Πορτογαλία ήταν σε βιομηχανικές γειτονιές, ιδίως γύρω από το Πόρτο και το κέντρο φορτοεκφόρτωσης εμπορευμάτων στην περιοχή Αζαμπούγια κοντά στη Λισαβόνα.

Μέχρι στιγμής δεν έχει αναπτυχθεί κάποια σημαντική αντιπολιτευτική φωνή: το Αριστερό Μπλοκ υποστήριξε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ το Κομουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας απείχε από τη συζήτηση. Αντί να αποτελέσουν την αντιπολίτευση ενάντια στης πολιτικές της Κυβέρνησης και τα δύο αυτά κόμματα προσπαθούν να περάσουν ένα μήνυμα «ευθύνης».

Αυτού του είδους οι στρατηγικές «συμμαχιών» έχουν ήδη οδηγήσει σε μία κατάσταση όπου την οργή ενάντια στο σύστημα την καρπώνονται ακροδεξιές δυνάμεις. Η εθνικιστική οργάνωση CHEGA («Ως εδώ!») κατάφερε να εκλέξει τον πρώτο ακροδεξιό βουλευτή της – τον Αντρέ Βεντούρα μετά την πτώση της δικτατορίας. Την ίδια ώρα, κάποιες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η CHEGA –που κατά τη διάρκεια της πανδημίας προσπάθησε να κατηγορήσει τους Τσιγγάνους για την εξάπλωση του ιού και τοποθετήθηκε υπέρ των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους Τσιγγάνους– έχει ήδη ξεπεράσει σε δημοτικότητα το Κομμουνιστικό Κόμμα (KΚΠ) και το Αριστερό Μπλοκ και είναι πολύ πιθανό στις επόμενες εκλογές να είναι το τρίτο κόμμα σε ψήφους.

Ιταλία

Η Ιταλία είναι μία από τις χώρες της Ευρώπης που χτυπήθηκαν περισσότερο από την πανδημία και θα χτυπηθούν ακόμα πιο σκληρά από τις οικονομικές επιπτώσεις της. Η πανδημία χτύπησε μία χώρα που δεν είχε οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια και ήδη θεωρούνταν «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης». Σύμφωνα με την ΕΕ, η Ιταλία θα είναι μία από τις χώρες με τη χειρότερη ανάπτυξη ανάμεσα σε όλες τις χώρες της ΕΕ το 2020, με το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 11,2%. Αυτό θα έχει ως συνέπεια το δημόσιο χρέος να φτάσει στο 160% του ΑΕΠ. Ένα τέτοιο επίπεδο δημόσιου χρέους στην τρίτη δύναμη της ΕΕ, που συνδέεται με τις πολυπλοκότητες του ιταλικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο είναι πολύ εκτεθειμένο σε τράπεζες του εξωτερικού, αποτελεί εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο για τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος στην Ευρώπη.

Η εθνική στατιστική υπηρεσία της Ιταλίας, εκτιμά ότι περισσότερες από μία στις τρεις επιχειρήσεις, το 38,8%, κινδυνεύουν να κλείσουν. Ο κίνδυνος κλεισίματος είναι μεγαλύτερος μεταξύ των πολύ μικρών (40,6%) και των μικρών (33,5%) επιχειρήσεων, αλλά είναι «σημαντικός» επίσης μεταξύ των μεσαίων (22,4%) και των μεγάλων (18,8%). Περισσότερα από έξι στα δέκα ξενοδοχεία και εστιατόρια κινδυνεύουν να κλείσουν μέσα στο χρόνο ως αποτέλεσμα της πανδημίας, κάτι που θέτει σε άμεσο κίνδυνο 800.000 θέσεις εργασίας. Σε αυτόν τον τομέα, το 65,2% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν κίνδυνο να κλείσουν.

Το γενικό κλίμα που επικρατεί στην ιταλική κοινωνία είναι πως πρέπει να συμβεί κάτι μεγάλο. Αυτό το αίσθημα δεν υπάρχει μόνο στα λαϊκά στρώματα, αλλά και στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης. Εδώ και πολλά χρόνια, οι μυστικές υπηρεσίες προειδοποιούσαν τις κυβερνήσεις για τον κίνδυνο αστάθειας και κοινωνικών κινητοποιήσεων. Φέτος, η ίδια η Υπουργός Εσωτερικών ανέφερε ρητά ότι η εξάπλωση της φτώχειας μεταξύ εκατομμυρίων ιταλικών οικογενειών συνεπάγεται τον κίνδυνο ενός καυτού φθινοπώρου και εξεγέρσεων από τα κάτω.

Η πραγματικότητα είναι ότι η μαζική φτώχεια εξαπλώνεται με απίστευτο ρυθμό. Εκατομμύρια οικογένειες έρχονται αντιμέτωπες με την ανεργία, σε μια χώρα όπου τα δημόσια επιδόματα είναι λίγα και πολύ δύσκολο να ληφθούν. Την ώρα που γράφονται αυτές ο λέξεις, υπάρχουν ακόμα οικογένειες εργαζομένων που περιμένουν το επίδομα απόλυσης που ανακοινώθηκε τον Μάρτη, οι οποίες δεν έχουν λάβει ακόμα τίποτα.

Η Κυβέρνηση του Κόντε στηρίζεται σε μία αδύναμη πλειοψηφία που αποτελείται κυρίως από το Κίνημα Πέντε Αστέρων και το Δημοκρατικό Κόμμα. Η κυβερνητική πλειοψηφία επιβιώνει χάρη στο φόβο του Κινήματος Πέντε Αστέρων πως στις επόμενες εκλογές, όποτε και να γίνουν, θα εξαφανιστεί. Ο φόβος για πρόωρες εκλογές, τις οποίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κερδίσει η Δεξιά, είναι ο κύριος συγκολλητικός παράγοντας που κρατάει την Κυβέρνηση ενωμένη. Για αυτόν το λόγο δεν είναι πιθανό να δούμε πρόωρες εκλογές σύντομα.

Την ίδια ώρα, από την άλλη, η Κυβέρνηση θα μπορούσε να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Σε περίπτωση ψηφοφορίας στο κοινοβούλιο για τον αποκαλούμενο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία κινδυνεύει να έρθει σε ρήξη. Για αυτόν το λόγο, βλέπουμε τώρα την μέχρι πρόσφατα απίθανη «νεκρανάσταση» του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, πρώην πρωθυπουργού που εμπλέκεται σε δίκη κάθε για είδους σκάνδαλα, σεξουαλικά, οικονομικά, διαφθοράς κ.λπ. Η επιστροφή του Μπερλουσκόνι στην πολιτική, στοχεύει στη διερεύνηση της πιθανότητας η «Φόρτσα Ιτάλια» (Forza Italia, το κόμμα του Μπερλουσκόνι) που συνδέεται με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, να υποστηρίξει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Κόντε.

Αυτή η εσωτερική διάσπαση στην ιταλική δεξιά, που κυριαρχείται τώρα από τη συμμαχία μεταξύ των κομμάτων «Λίγκα του Βορά» και «Αδέλφια της Ιταλίας» (ένα άλλο δεξιό κόμμα) αντανακλά την πολυπλοκότητα της οικονομικής κρίσης και τον τρόμο που αισθάνεται ένα μέρος της ιταλικής άρχουσας τάξης στην πιθανότητα μιας δεξιάς και λαϊκιστικής κυβέρνησης που θα μπορούσε να οδηγήσει στο δρόμο της εξόδου της Ιταλίας από την Ευρωζώνη. Η επιστροφή του Φόρτσα Ιτάλια λέει επίσης πολλά για τη σοβαρότητα της κρίσης της Αριστεράς και του Κινήματος Πέντε Αστέρων, το οποίο μέχρι σήμερα επιβίωνε μόνο στη βάση του «αντι-Μπερλουσκονισμού», τον οποίο κατέληξε σήμερα να αναστήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από την έκρηξη μιας κοινωνικής κρίσης σε ένα σενάριο που κυριαρχείται από τον προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης, από ένα ισχυρό συναίσθημα αντιπάθειας της άρχουσας τάξης και την απουσία της Αριστεράς, διατρέχουμε τον κίνδυνο να δούμε μια μαζική αντιδραστική ριζοσπαστικοποίηση της φτωχοποιημένης μεσαίας τάξης σε αναζήτηση ριζικών λύσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Εάν η Αριστερά δεν ανακτήσει μια καθαρή και ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική προοπτική, διατρέχει τον κίνδυνο να παραμείνει θεατής σε αυτή τη ριζοσπαστικοποίηση χωρίς να είναι σε θέση να παρέμβει με ουσιαστικό τρόπο.

Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η δεξιά Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προσπαθεί να παρουσιαστεί ως «πρότυπο» αντιμετώπισης της κρίσης του κορονοϊού, βασισμένη στα χαμηλά ποσοστά κρουσμάτων, τουλάχιστον προς το παρόν και στο χαμηλό αριθμό θανάτων – κάτω από 300, τη στιγμή που γραφόταν το άρθρο (11/9/2020), σε έναν πληθυσμό 11 εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση εφάρμοσε νωρίς μέτρα καραντίνας, κάτι που επιβλήθηκε στην Κυβέρνηση, επειδή γνώριζε ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας στην Ελλάδα, διαλυμένο από τις πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων, δε θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μεγάλες πιέσεις. Επίσης φοβήθηκαν την αντίδραση της ελληνικής εργατικής τάξης, που έχει ισχυρές αγωνιστικές παραδόσεις, σε περίπτωση που η κατάσταση εξελισσόταν όπως στην Ισπανία ή την Ιταλία. Αυτή η «επιτυχία» του Μητσοτάκη τον έχει κρατήσει ψηλά στις δημοσκοπήσεις – συγκεντρώνει περίπου 40% ενώ το κόμμα της αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι περίπου στο 20%. Ωστόσο, το άνοιγμα των συνόρων στους τουρίστες, χωρίς να γίνονται μαζικά τεστ και η χαλάρωση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης «προς όφελος της οικονομίας» έχει αρχίσει να αλλάζει την εικόνα, με σοβαρή άνοδο νέων κρουσμάτων.

Σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, το ελληνικό ΑΕΠ θα μειωθεί περίπου κατά 10%, η ανεργία θα φτάσει το 23% και το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί στο 204% του ΑΕΠ! Αυτό θα έρθει μετά από μια δεκαετία κρίσης κατά την οποία το ΑΕΠ συρρικνώθηκε πάνω από 26% και καταστράφηκαν οι ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων της εργατικής τάξης.

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας χρησιμοποίησε την καραντίνα και χρησιμοποιεί ακόμα την κρίση του κορονοϊού για να εφαρμόσει πιο σκληρές πολιτικές καταστολής και λιτότητας. Έχει ψηφίσει νόμο που περιορίζει το δικαίωμα στις διαδηλώσεις και οι «διοργανωτές» τους απειλούνται με υψηλά πρόστιμα και ποινές φυλάκισης. Ένας άλλος νέος νόμος επιτρέπει «επενδύσεις» (εξορύξεις, ξενοδοχεία, ανεμογεννήτριες κλπ) σε περιοχές Natura και άλλες προστατευόμενες περιοχές, κάτι που θα οδηγήσει  σε περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή. Επιπλέον, έχουν περάσει νέοι νόμοι και κανονισμοί για τα εργασιακά. Με το πρόσχημα της διάσωσης θέσεων εργασίας, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βλέπουν τους μισθούς τους να μειώνονται ή/και αναγκάζονται από τους εργοδότες τους να συνάψουν συμβάσεις μερικής απασχόλησης και ένας αριθμός εργατικών δικαιωμάτων καταργείται. Επιπροσθέτως, έχει ψηφιστεί ένα νέο νομοσχέδιο για την παιδεία που, μεταξύ άλλων, αυξάνει τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη προκειμένου να μειώσει τη χρηματοδότηση στα δημόσια σχολεία, επιτίθεται στα δημοκρατικά δικαιώματα των μαθητών και των εκπαιδευτικών, αυξάνει τις εξετάσεις και να προωθεί την ιδιωτική παιδεία.

Η προοπτική μιας ακόμα βαθιάς κρίσης είναι ένας εφιάλτης για τους εργαζόμενους. Ωστόσο, τα πιο μαχητικά στρώματα της κοινωνίας οργανώνουν ήδη αγώνες για να αντισταθούν. Σημαντικές κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την καραντίνα, συμπεριλαμβανομένων μαζικών διαδηλώσεων κατά του νέου νόμου που περιορίζει σοβαρά το δικαίωμα στις διαδηλώσεις, κατά του νέου νόμου για την καταστροφή του περιβάλλοντος, καθώς και διαμαρτυρίες και απεργίες από εκπαιδευτικούς, εργαζόμενους στις τέχνες, εργαζόμενους στην τουριστική βιομηχανία κ.λπ. Τα πιο μαχητικά στρώματα της κοινωνίας δεν έχουν μόνο να αγωνιστούν ενάντια στη δεξιά Κυβέρνηση, αλλά και να «καταπολεμήσουν» την απογοήτευση των μαζικών στρωμάτων της κοινωνίας λόγω της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ και την προδοσία των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Παρόλα αυτά, η διαδικασία της αντεπίθεσης έχει ξεκινήσει, όπως αντανακλάται στους αγώνες γύρω από το περιβάλλον τα τελευταία χρόνια και θα περιλαμβάνει σημαντικές μάχες την επόμενη περίοδο.

Κύπρος

Και στις δύο πλευρές του νησιού της Κύπρου, οι κυβερνήσεις πήραν μέτρα πλήρους lockdown, κλείνοντας τα λιμάνια και τα αεροδρόμια σχεδόν αμέσως μετά την εμφάνιση των πρώτων κρουσμάτων του κορονοϊού. Και οι δύο οικονομίες βασίζονται στον τουρισμό και τις υπηρεσίες, επομένως και οι δύο βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πολύ μεγάλη οικονομική κρίση, παρόλη τη λήψη δανείων και επιδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στο νότο και την Τουρκία στον βορρά.

Στο νότο, η δεξιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του ΔΗΣΥ ξόδεψε το 5,7% του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της καραντίνας σε επιδόματα στους εργαζόμενους και επιδοτήσεις και ελαφρύνσεις σε επιχειρήσεις, ενώ σχεδιάζει να δώσει ένα επιπλέον 7% σε δάνεια, από τις επιχορηγήσεις και τα δάνεια της ΕΕ. Ωστόσο, η πραγματική οικονομία υποφέρει.

Τα περισσότερα χρήματα που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού ήταν φορολογικές απαλλαγές, αφήνοντας τα ταμεία του κράτους άδεια. Με αυτό το επιχείρημα, ο Υπουργός Οικονομικών δε δίστασε να αναφέρει ότι οι περικοπές στο δημόσιο τομέα δεν είναι εκτός συζήτησης. Παρόλο που ένα μικρό ποσό των επιδοτήσεων έχει προγραμματιστεί να μεταφερθεί στο δημόσιο σύστημα υγείας, και ιδιαίτερα στα νοσοκομεία, τα οποία αποτέλεσαν και τη βασική εστία εξάπλωσης του ιού λόγω της συνεχόμενης υποβάθμισης τους μέσα στα χρόνια, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης της υγείας συνεχίζεται. Το δεύτερο «πακέτο ανακούφισης» αφορά κυρίως δάνεια, τα οποία σχεδιάζεται να δοθούν σε «βιώσιμες» εταιρείες, εξαιρώντας με αυτό τον τρόπο πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξακολουθούν να έχουν πολλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια από την προηγούμενη κρίση. Ορισμένες από τις επιχορηγήσεις από την ΕΕ προβλέπουν μέτρα περαιτέρω απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, την επιδότηση θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης και συμβολαίων εργασίας με την ώρα.

Η συρρίκνωση της οικονομίας μετά τον εγκλεισμό, και με τις απώλειες που είχε το καλοκαίρι ο τουριστικός τομέας, εκτιμάται ότι θα φτάσει το 7% για το 2020. Ο τουρισμός είναι ο κύριος τομέας της οικονομίας και αντιπροσωπεύει το 23% του ΑΕΠ. Το γεγονός ότι μόνο το 14% των αφίξεων του 2019 ήρθε τους πρώτους 7 μήνες του 2020, δείχνει το μέγεθος της ζημιάς που έχει γίνει. Με τα νέα δάνεια από την ΕΕ, το χρέος έφτασε ήδη το 120% κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και υπολογίζεται στο 165% του ΑΕΠ στο τέλος του χρόνου, όπως ήταν και το 2013 όταν κατέρρευσαν οι τράπεζες. Όπως και με την προηγούμενη κρίση, όλες αυτές τις επιδοτήσεις και τα δάνεια θα τα πληρώσουν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι μετά το 2013 είδαν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται κατά 25%, τη μερική απασχόληση να αυξάνεται κατά 50%, το σύστημα πρόνοιας να καταστρέφεται και στον ιδιωτικό τομέα οι μισθοί να μειώνονται σχεδόν κατά το ήμισυ.

Στη βόρεια Κύπρο, παρόλο που δόθηκαν επιδοτήσεις τόσο από την Τουρκία όσο και από την ΕΕ, αυτές αντιπροσώπευαν μόνο το 0,4% του ΑΕΠ. Επομένως, από την πρώτη στιγμή, η δεξιά κυβέρνηση UBP-HP περιέκοψε κατά 25% τους μισθούς των εργαζομένων του δημόσιου τομέα και κατά 25% τους προϋπολογισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο τομέας της δημόσιας υγείας είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, με ανεπαρκή κρεβάτια εντατικής, αναπνευστήρες ή νοσοκομειακό προσωπικό, και δεν έχει γίνει καμία επένδυση για την αλλαγή της κατάστασης. Παρόλο που η Τουρκία υποσχέθηκε δάνειο 325 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 8% του ΑΕΠ), αυτό συνοδεύεται από ένα ακόμη οικονομικό πρωτόκολλο που δεν περιλαμβάνει σοβαρές επενδύσεις στον τομέα της υγείας, αλλά πιέζει για περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και υποστηρίζει κυρίως τουρκικές επενδύσεις στο νησί. Τα μόνα χρήματα που έφτασαν στο βορρά από την τουρκική κυβέρνηση ήταν οι επιδοτήσεις για τον στρατό, ως μέρος της κούρσας εξοπλισμών που αναπτύσσεται αυτήν την περίοδο γύρω από τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη αναταραχή στην κοινωνία και παρόλο που η οικονομία βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση, η «Πλατφόρμα των Συνδικάτων» (ένας συνασπισμός των περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων στο βορρά) στα μέσα του καλοκαιριού κινητοποιήθηκε ενάντια στο άνοιγμα των αεροδρομίων απαιτώντας πρώτα να διορθωθεί το σύστημα υγείας και μόνο τότε να ανοίξει η οικονομία, ειδικά προς την Τουρκία, όπου ο κορονοϊός δεν είναι ακόμη υπό έλεγχο. Δύο μήνες μετά το τέλος του πρώτου εγκλεισμού και το άνοιγμα των συνόρων, η βόρεια Κύπρος αντιμετωπίζει ένα δεύτερο κύμα της επιδημίας και κλείνει τα σύνορα με την Τουρκία για άλλη μια φορά.

Η πανδημία θα ήταν μια καλή ευκαιρία για την ΕΕ να δείξει την «αλληλεγγύη» που διακηρύσσουν υποκριτικά, και στην περίπτωση της Κύπρου, να αναδείξει τη συνεργασία των δύο κοινοτήτων για την προστασία των ανθρώπων από τον κοινό κίνδυνο. Ωστόσο, τα συγκρουόμενα συμφέροντα των καπιταλιστών και η απληστία τους για περισσότερο κέρδος και εκμετάλλευση τους οδήγησαν στο να αντιμετωπίσουν την πανδημία μόνο εντός των δικών τους συνόρων και, στην περίπτωση της Κύπρου, ανεπίσημων συνόρων, εις βάρος της ανθρώπινης ζωής. Παρόλο που το lockdown υποστηρίχθηκε από τον κόσμο και στις δύο πλευρές του νησιού, το πρώτο μέτρο που έλαβαν οι κυβερνήσεις ήταν να κλείσουν τα οδοφράγματα μεταξύ βορρά και νότου, το οποίο αρχικά προκάλεσε ένα σημαντικό δικοινοτικό κίνημα ενάντια σε αυτό το μέτρο, αλλά όταν η πανδημία χτύπησε στο νησί, το κλείσιμο των οδοφραγμάτων δημιούργησε περισσότερο φόβο, καχυποψία και ενίσχυσε τον εθνικισμό.

Η παραδοσιακή, αποκαλούμενη κομμουνιστική αριστερά και στις δύο πλευρές του νησιού, το ΑΚΕΛ στο νότο και το CTP στο βορρά, παρόλο που είναι στην αντιπολίτευση και έχουν παραδοσιακά την υποστήριξη σχεδόν του 30% του πληθυσμού σε κάθε πλευρά, λειτούργησαν κατά τη διάρκεια του lockdown ως εταίροι στις αντίστοιχες δεξιές κυβερνήσεις, και «συνεργάζονταν» για να σχεδιάσουν τα πακέτα μέτρων. Και στις δύο πλευρές του νησιού, η αριστερά προσπαθεί να είναι «υπεύθυνη», «ρεαλιστική», να μην διαταράσσει την «κοινωνική ειρήνη». Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική ειρήνη όταν οι εργαζόμενοι και οι νέοι χάνουν τα προς το ζην ή ωθούνται στην μετανάστευση. Η κινητοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων στο βορρά, παρόλο που ήταν μικρή, και η αναταραχή που υπάρχει ανάμεσα στους εργαζόμενους στο νότο, δείχνουν ότι η ανάγκη για μια αντικαπιταλιστική αριστερά είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Συμπερασματικά

Η νέα οικονομική κρίση, που πυροδοτήθηκε από την πανδημία του κορονοϊού, αλλά βασικά προκλήθηκε από συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία που ήταν ήδη εκεί, θα έχει τεράστιο αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο, και προμηνύεται να είναι η πιο «παγκόσμια» κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού. Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, με τα διαρθρωτικά οικονομικά τους προβλήματα και μετά από μια δεκαετία λιτότητας και αργής ή ανύπαρκτης οικονομικής ανάπτυξης, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε αυτήν τη νέα κρίση, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωζώνης. Η οικονομική στήριξη που υποσχέθηκε η ΕΕ είναι εντελώς ανεπαρκής για να αποτρέψει τις καταστροφικές επιπτώσεις που θα έχει στην κοινωνία και στην ήδη κατεστραμμένη οικονομία η νέα οικονομική κρίση. Αντίθετα, το πιο πιθανό είναι να συνοδευτεί με παραπάνω μέτρα λιτότητας. Είναι ζήτημα χρόνου ο κοινωνικός αντίκτυπος όλων αυτών να μεταφραστεί σε μαζική αναταραχή και μπορούμε ήδη να δούμε κάποιες κινητοποιήσεις σε αρκετές χώρες και διάφορους τομείς, όπως στους εργαζομένους στον τομέα της υγείας στην Ισπανία ή στους εκπαιδευτικούς και στους εργαζόμενους στο χώρο της τέχνης στην Ελλάδα. Στο πρώτο κύμα της πανδημίας σε κάποιες χώρες όπως Ιταλία και Ισπανία είδαμε τους ίδιους τους εργαζόμενους να επιβάλουν με τη δράση τους σε κάποιους χώρους εργασίας να κλείσουν. Όπως και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, η λαϊκή οργή ενάντια στο κατεστημένο θα αυξηθεί σημαντικά όσο οι επιπτώσεις της κρίσης στο βιοτικό επίπεδο θα γίνονται όλο και πιο αισθητές.

Ταυτόχρονα, χρειαζόμαστε να κάνουμε μια ειλικρινή αξιολόγηση της ικανότητας της υπάρχουσας Αριστεράς σε ολόκληρη την περιοχή να διοχετεύσει αυτόν τον θυμό και να επωφεληθεί από αυτόν πολιτικά την άμεση περίοδο. Οι αποτυχίες των νέων αριστερών σχηματισμών που αναφέραμε υπονομεύουν τώρα την αξιοπιστία τους ως εναλλακτικές του κατεστημένου, καθώς ορισμένοι από αυτούς έχουν γίνει μέρος του (ΣΥΡΙΖΑ και ΑΚΕΛ) ή το υποστηρίζουν (Ποδέμος and Αριστερό Μπλόκο)· ή απλά δεν υπάρχουν (Ιταλία). Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να δούμε την λαϊκιστική δεξιά και Ακροδεξιά να κερδίζει κάποιο έδαφος βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, ιδίως στην Ιταλία, στο Ισπανικό Κράτος και στην Πορτογαλία. Παράλληλα όμως θα δούμε και μια μετατόπιση της συνείδησης προς τα αριστερά, η οποία θα αναζητήσει το δικό της πολιτικό όχημα.

Η πρόσφατη όμως αποτυχία της μαζικής Αριστεράς, η οποία θεωρείται από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης ως υπέρ του ευρώ και υπέρ των συμφερόντων των επιχειρήσεων δεν την καθιστά στην συνείδηση των μαζικών στρωμάτων της εργατικής τάξης ως την εναλλακτική λύση στο κατεστημένο. Συνεπώς θα χρειαστεί χρόνος και εμπειρίες προτού αναπτυχθεί μια νέα αξιόπιστη, μαζική αριστερή εναλλακτική λύση μέσα από τους αγώνες που έρχονται, κάποιοι από τους οποίους έχουν ήδη ξεκινήσει.

Έτσι, η αριστερή εναλλακτική που χρειάζονται απεγνωσμένα οι λαοί, για να αντιμετωπίσουν τόσο το νεοφιλελεύθερο κατεστημένο όσο και την αυξανόμενη απειλή της λαϊκιστικής δεξιάς και Ακροδεξιάς, θα πρέπει να αναδυθεί από τα μαζικά κινήματα και τους εργατικούς αγώνες που θα έρθουν.  Αυτή η νέα αριστερή εναλλακτική θα πρέπει να αφήσει πίσω όλες τις αυταπάτες για την υπεράσπιση κάποιου είδους «προοδευτικού καπιταλισμού». Αυτό σημαίνει επίσης να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι η ΕΕ μπορεί να μεταρρυθμιστεί από τα μέσα. Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη δεν είναι περισσότερους «δημοκρατικούς» καπιταλιστικούς θεσμούς, αλλά διεθνιστικό αγώνα, αλληλεγγύη και συντονισμό μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων σε όλες τις χώρες. Χρειάζεται μια πραγματική αριστερή εναλλακτική που έχει την τόλμη και την σαφήνεια να προτείνει μια σοσιαλιστική, δημοκρατική και διεθνιστική εναλλακτική λύση σε αυτό το χρεωκοπημένο σύστημα.