Να σώσουμε τα δάση, όχι μόνο για τον αέρα, αλλά και για την τροφή μας

Διαβάστε παρακάτω άρθρο του σ. Βαγγέλη Στογιάνη, που εξηγεί τη σημασία των δασικών οικοσυστημάτων στη διατήρηση των άγριων προγόνων των αγροτικών φυτών. Ο Β. Στογιάνης είναι γεωπόνος.  

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, η εντατικοποίηση της γεωργίας έχει οδηγήσει στην καταστροφή τεράστιων εκτάσεων με άγρια βλάστηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Μία από τις πιο υποτιμημένες πτυχές αυτής της καταστροφής, έχει να κάνει με το γεγονός ότι ανάμεσα στην τεράστιας σημασίας βιοποικιλότητα που χάνεται, βρίσκονται πάρα πολλοί από τους άγριους προγόνους των σημερινών αγροτικών φυτών. Το γεγονός αυτό, συνιστά ίσως το μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτή καθ’ εαυτή τη διατροφική μας ασφάλεια.  

Η εξέλιξη των αγροτικών φυτών

Τα σημερινά αγροτικά φυτά δεν είναι απευθείας εξέλιξη από τον άγριο πρόγονο, αλλά εκφυλισμένα είδη (degenerated species). Τα φυτά αυτά, αφενός δεν είναι σε θέση να επιβιώσουν μόνα τους σε συνθήκες ακαλλιέργειας (δηλαδή χωρίς κανενός είδους ανθρώπινη υποστήριξη) αφετέρου είναι περισσότερο ευαίσθητα απέναντι στις μικρές ή μεγάλες αλλαγές του περιβάλλοντός τους, ή ως προς την προσβολή από διάφορους παθογόνους οργανισμούς.  

Ο λόγος για αυτή την ευαισθησία, βρίσκεται ακριβώς στη διαδικασία του εκφυλισμού τους που ακολούθησαν οι πρώτοι γεωργοί, προκειμένου να πάρουν σοδειές οι οποίες είχαν ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που τους ενδιέφεραν, από το σύνολο των χαρακτηριστικών του άγριου προγόνου. Για παράδειγμα, το άγριο σιτάρι είναι ρυθμισμένο από τη φύση, έτσι ώστε όταν ο σπόρος του ωριμάσει, να πέφτει στη γη, προκειμένου να διαιωνιστεί το είδος. Αυτό που έκαναν οι πρώτοι γεωργοί, ήταν να μαζέψουν και να φυτέψουν σπόρο από κάποια στάχυα άγριου σιταριού τα οποία είχαν παρατηρήσει ότι δεν έριχναν το σπόρο, ήταν δηλαδή «ελαττωματικά». Έτσι, κατάφερναν να καλλιεργήσουν σιτάρι από το οποίο μπορούσαν να μαζέψουν εύκολα τη σοδειά.  

Η διαδικασία εκφυλισμού του σπόρου ξεκίνησε να συντελείται ανάμεσα στη 15η και τη 10η χιλιετία π.Χ., περίοδο κατά την οποία ο άνθρωπος ανακάλυψε τη γεωργία. Αντίστοιχα με το σιτάρι, οι πρώτοι γεωργοί ακολούθησαν την ίδια διαδικασία με όλα τα φυτά τα οποία καλλιέργησαν στη διάρκεια αυτών των χιλιετιών.  

Ένας τεράστιος πλούτος

Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε με διαδοχικούς εκφυλισμούς, οι οποίοι γίνονταν με διάφορους τρόπους. Άλλοτε με μικρές μεταλλάξεις που παρουσίαζαν τα πρώτα εκφυλισμένα φυτά για να απαντήσουν σε μεταβολές των συνθηκών του περιβάλλοντός τους, όταν σπέρνονταν σε απομακρυσμένες περιοχές από τα αρχικά τους κέντρα. Άλλοτε με διασταυρώσεις δύο τέτοιων ομοειδών εκφυλισμένων φυτών που προέρχονταν από απομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές.  

Μέσα σε βάθος χιλιετιών, μέσω διαδοχικών διασταυρώσεων, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, οι αγροτικοί πληθυσμοί κατάφεραν να αναπτύξουν ένα τεράστιο πλούτο, ο οποίος συνίσταται σε εκατοντάδες, ή και χιλιάδες εκφυλισμένους τύπους – ποικιλίες για κάθε αγροτικό είδος.  

Αυτό το επιδίωξαν, ώστε να αποκτήσουν πάρα πολλά ομοειδή αγροτικά φυτά, κάποια από τα οποία θα είναι πάντα σε θέση να δώσουν σοδειά, σε χρονιές με απότομες και αρκετά μεγάλες μεταβολές των συνθηκών στο περιβάλλον στο οποίο καλλιεργούσαν (π.χ. πολύ βροχερή, πολύ ξερή, ή πολύ κρύα χρονιά σε κάποια περιοχή). Στην Ελλάδα π.χ., η ύπαρξη πολλών ποικιλιών σιταριού, πρόσφερε σημαντικές εναλλακτικές στην καλλιέργειά του. Αν για παράδειγμα η φθινοπωρινή σπορά καταστρεφόταν από απότομες μεταβολές των καιρικών συνθηκών, στη διάρκεια του Γενάρη ή του Φλεβάρη, οι γεωργοί μπορούσαν να ξανασπείρουν ποικιλίες με τρίμηνο κύκλο ωρίμανσης.  

Με τη διαδικασία αυτή, ο πλούτος διαρκώς μεγάλωνε. Έτσι, στην Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία, οι αγροτικοί πληθυσμοί έφτασαν να κρατάνε σπόρο από 20.000 διαφορετικές ποικιλίες ρυζιού, ενώ σε μια χώρα τόσο μικρή όσο η Ελλάδα, έχουν καταγραφεί πάνω από 250 ποικιλίες σιταριού. Με τον τρόπο αυτό, έχει διασφαλιστεί εδώ και χιλιετίες η διατροφική ασφάλεια του παγκόσμιου πληθυσμού.  

Και τεράστιοι κίνδυνοι

Αυτή όμως η επί χιλιετίες συνεχής διεύρυνση της γενετικής βάσης των εκφυλισμένων αγροτικών φυτών, η οποία μας παρέχει σχετική διατροφική ασφάλεια, οδηγεί σε καλλιέργεια όλο και πιο εξειδικευμένων φυτών. Φυτών δηλαδή που γίνονται όλο και πιο ευαίσθητα και χρειάζονται όλο και περισσότερη καλλιεργητική και χημική υποστήριξη για να δώσουν τη σοδειά τους.  

Από την ώρα μάλιστα που μπήκαν στο παιχνίδι της αγροτικής παραγωγής η αγροχημική βιομηχανία και πολυεθνικές εταιρείες κολοσσοί, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Το σημερινό μοντέλο αγροτικής παραγωγής αγνοεί πλήρως τις δυνατότητες της φύσης (ποιο φυτό μπορεί να καλλιεργηθεί που και πόση ποσότητα μπορεί να δώσει) αλλά και τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες των ανθρώπων. Παράγει άναρχα, με μοναδικό κριτήριο το πως μπορεί να κερδίσει περισσότερο, αγνοώντας τις επιπτώσεις στη φύση και τη διατροφική ασφάλεια.  

Έτσι, έχει δημιουργήσει πιο ευπαθή φυτά, που χρειάζονται πιο εντατική καλλιέργεια καθώς και όλο και περισσότερα λιπάσματα, όλο και περισσότερα φυτοφάρμακα, υποβαθμίζοντας και εντέλει καταστρέφοντας το έδαφος, που αδυνατεί να υποστηρίξει τις καλλιέργειες. Η πτώση της παραγωγικότητας των χωραφιών από αυτή την αιτία έχει εκτιμηθεί και υπολογιστεί από το 2000 από τον FAO (Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων) ότι ισούται με τη θεωρητική ετήσια απώλεια καλλιεργήσιμης γης, ίσης με την έκταση της Γαλλίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Για την Ελλάδα, η πτώση αυτή ισούται με την ετήσια θεωρητική απώλεια καλλιεργήσιμης γης, ίσης με την έκταση ενός νησιού σαν την Πάτμο.  

Με αυτό τον τρόπο, χρειάζεται να αναζητηθούν νέα εδάφη, κάτι που οδηγεί στην καταστροφή τεράστιων δασικών εκτάσεων. Τα δάση του Αμαζονίου για παράδειγμα, μετατρέπονται σε εκτάσεις για καλλιέργεια σόγιας (που ως επί το πλείστον θα γίνει ζωοτροφή) ή για την παραγωγή βιοκαυσίμων, ή για την εγκατάσταση τεράστιων κτηνοτροφικών μονάδων. Και την ίδια ώρα, περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων καταλήγει στα σκουπίδια! 

Επιπλέον, η αγροχημική βιομηχανία και η βιομηχανία τροφίμων σήμερα, αγνοεί τον τεράστιο πλούτο σε γενετικούς πόρους που έχει δημιουργηθεί στο πέρασμα όλων αυτών των χιλιετιών και τον αφήνουν να χαθεί. Επιμένει στην καλλιέργεια δύο – τριών ποικιλιών από κάθε είδος, στη θέση των εκατοντάδων, ή χιλιάδων που έχουν δημιουργηθεί, με αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση της βάσης των φυτογενετικών πόρων.  

Οι ποικιλίες που δεν καλλιεργούνται σε βάθος χρόνου, κινδυνεύουν να χαθούν, αφού ακόμη και η διατήρησή τους σε μια «τράπεζα σπόρων» μπορεί να μην είναι αρκετή για την επιβίωσή τους. Κάθε φυτό που καλλιεργείται, προσαρμόζεται στο πέρασμα του χρόνου με τις συνθήκες στις οποίες ζει και μεταβιβάζει νέα χαρακτηριστικά από γενιά σε γενιά. Έτσι, ένας σπόρος που φυλάσσεται συντηρούμενος, αλλά δεν καλλιεργείται, π.χ. για 20 χρόνια, δεν είναι ο ίδιος σπόρος που θα είχε προκύψει αν καλλιεργούταν όλο αυτό το διάστημα. Είναι επομένως πολύ πιθανό να μην μπορεί να επιβιώσει στο νέο περιβάλλον, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να προσαρμοστεί σε αυτό.  

Αυτός ο πλούτος των ποικιλιών όμως, είναι απαραίτητος για τη διατροφική μας ασφάλεια. Οι ελάχιστες ποικιλίες που καλλιεργούνται σήμερα από κάθε αγροτικό φυτό, είναι όλο και περισσότερο φορτωμένες με λιπάσματα και φυτοφάρμακα, ενώ πολλές από αυτές, είναι πλέον γενετικά τροποποιημένες, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό, τόσο για την ανθρώπινη υγεία, όσο και για το περιβάλλον. Αν κάποτε αποφασίσουμε ως κοινωνίες να επανέλθουμε στην ασφάλεια που παρείχαν οι χιλιάδες ποικιλίες αγροτικών φυτών που έφτιαξαν οι πρόγονοί μας, θα πρέπει να τις έχουμε διαθέσιμες. Και αν τελικά οι ποικιλίες αυτές εκλείψουν, ο μόνος τρόπος να τις ανακτήσουμε είναι να γυρίσουμε πίσω στον άγριο πρόγονό τους.   

Ο πραγματικός πλούτος βρίσκεται στα δάση

Η ειρωνεία της υπόθεσης, είναι ότι σε αυτές ακριβώς τις εκτάσεις που η παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων αναζητά νέα χωράφια και βοσκοτόπια, δηλαδή στα δάση, πέρα από την πολύ σημαντική για το περιβάλλον συνολική βιοποικιλότητα που φιλοξενούν, βρίσκεται και η μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας να ανακτήσει τη διατροφική της ασφάλεια αν αυτή χαθεί: τους άγριους προγόνους των σημερινών αγροτικών προϊόντων. Προγόνους, που με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, μπορούν να εξασφαλίσουν την ύπαρξη της επόμενης γενιάς αγροτικών φυτών, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.  

Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα ελληνικά δάση είναι το σπίτι των άγριων προγόνων φυτών όπως το καρότο, το σιτάρι, το σκόρδο, η ελιά, κάποια ψυχανθή (όσπρια) και πολλά ακόμη. Τα δάση της Ασίας φιλοξενούν τον αρχαίο πρόγονο των ποικιλιών ρυζιού, της μελιτζάνας, κλπ. Από τα δάση της Λατινικής Αμερικής, θα μπορούσαμε να ανακτήσουμε τις ποικιλίες του καλαμποκιού, της πατάτας, της ντομάτας και άλλων αγροτικών φυτών. 

Τα δάση του πλανήτη επομένως, που καταστρέφονται με το σαθρό επιχείρημα «πρέπει να ταΐσουμε τον κόσμο», είναι η μόνη εγγύηση για την «επανεκκίνηση» της αγροτικής παραγωγής σε περίπτωση που το σημερινό μοντέλο παραγωγής «καταφέρει» να την καταστρέψει. Και δυστυχώς, με δεδομένο το αμαρτωλό παρελθόν και παρόν της, πρόκειται για ένα σενάριο που δεν μπορεί να αποκλειστεί.