Μας διώχνουν από τις γειτονιές μας; Το Airbnb και πως επηρεάζει τις πόλεις που ζούμε

Ένα καινούριο φαινόμενο εμφανίζεται στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις τα τελευταία δύο χρόνια και ίσως είναι θέμα χρόνου προτού έρθει και στην Ελλάδα: οι κινητοποιήσεις κατοίκων μεγάλων πόλεων ενάντια στους τουρίστες!

Το 2016 και το 2017 είδαμε κινητοποιήσεις από κατοίκους μεγάλων τουριστικών προορισμών όπως η Βενετία, το Ντουμπρόβνικ και κυρίως η Βαρκελώνη. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν γιατί τα ενοίκια στις πόλεις τους είχαν αυξηθεί πάρα πολύ λόγω της τουριστικής κίνησης, αναγκάζοντας πολλούς να μετακομίσουν από τις γειτονιές που έμεναν από μικροί.

Συνθήματα όπως «δεν είστε ευπρόσδεκτοι» και «όχι τουρίστες στις πολυκατοικίες μας» έκαναν την εμφάνισή τους σε τοίχους, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας οργανώθηκαν, έγιναν ακόμα και «ακτιβισμοί» του τύπου «σκάμε τα λάστιχα των τουριστικών λεωφορείων». 

Οι κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ έσπευσαν να χαρακτηρίσουν το νέο αυτό κύμα αντίδρασης στα μαζικά τουριστικά ρεύματα ως «τουριστοφοβία» – μια έννοια που σκοπίμως επιλέχθηκε για να παραπέμπει σε μια περισσότερο ψυχολογική αντίδραση. Παρόλα αυτά τα προβλήματα είναι υπαρκτά και έρχονται και προς τα εδώ.

Το πρόβλημα

Πέρυσι μεγάλη έκταση πήρε στα ΜΜΕ το πρόβλημα στέγασης αναπληρωτών καθηγητών στα ελληνικά νησιά και κυρίως σε αυτά με τη μεγαλύτερη τουριστική κίνηση, όπως η Σαντορίνη και η Μύκονος.

Όλο και περισσότεροι ιδιοκτήτες είχαν καταφύγει σε δημοφιλείς πλατφόρμες όπως η Airbnb για τη βραχυχρόνια μίσθωση των σπιτιών τους σε τουρίστες. Αποτέλεσμα η εκτόξευση των ενοικίων, σε βαθμό που αναπληρωτές καθηγητές να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν και να καταλήγουν να κοιμούνται σε υπνόσακους στην παραλία!

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το κέντρο της Θεσσαλονίκης όπου η ενοικίαση κατοικίας για τους περισσότερους είναι πια άπιαστο όνειρο. Οι τιμές για τα περισσότερα σπίτια φτάνουν και τα 500€, όταν μιλάμε για μισθούς των 400€! Έτσι, όλο και περισσότερος κόσμος αναγκάζεται να μετακινηθεί σε άλλες γειτονιές, που σημαίνει ότι θα πρέπει να επιβαρυνθεί με το κόστος κάποιου οχήματος για τις μετακινήσεις του, είτε να υποστεί το μαρτύριο του ΟΑΣΘ, πέρα από τον επιπλέον χαμένο χρόνο.

Στην Αθήνα που γίνεται όλο και πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός χρόνο με το χρόνο τα προβλήματα προς το παρόν δεν είναι τόσο μεγάλα αλλά το ερώτημα είναι για πόσο ακόμα;

Airbnb, booking και άλλες εταιρείες

To Airbnb είναι μια πλατφόρμα μέσω της οποίας ιδιοκτήτες ακινήτων μπορούν να επινοικιάζουν ένα δωμάτιο ή ολόκληρο το διαμέρισμα τους σε τουρίστες, χωρίς αυτό να έχει ξενοδοχειακές πιστοποιήσεις. Αποτελεί δηλαδή έναν μεσάζοντα μεταξύ ιδιοκτητών και τουριστών και για αυτή την υπηρεσία παίρνει 10% προμήθεια.

Σήμερα, μετά από 10 χρόνια ύπαρξης, η εταιρεία έχει παρουσία σε 191 χώρες και 81.000 πόλεις με περισσότερα από 2 εκατομμύρια συμβεβλημένα ακίνητα ενώ 300 εκατομμύρια επισκέπτες έχουν κάνει χρήση της υπηρεσίας (πηγή). Στην Ελλάδα, υπάρχουν 87.000 καταχωρισμένα ακίνητα στις διάφορες πλατφόρμες ενοικίασης (στοιχεία 2017). Πέρα από τους «μεμονωμένους» συνεργάτες, έχουν αρχίσει και δραστηριοποιούνται και εταιρείες που αγοράζουν ή ενοικιάζουν ακίνητα, προκειμένου να τα διαθέσουν μέσω Airbnb.

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν με θετικό μάτι αυτή την νέα τάση, και αυτό έχει την εξήγηση του. Η αλματώδης ανάπτυξη του Airbnb έχει δώσει μια ανάσα σε πολλούς μικροϊδιοκτήτες που είδαν στη βραχυχρόνια μίσθωση το μόνο τρόπο να έχουν ένα επιπλέον εισόδημα. Ακίνητα που ήταν κλειστά για χρόνια αξιοποιούνται, και αυτό το έξτρα εισόδημα στην εποχή που ζούμε είναι για κάποιους ανθρώπους μια σημαντική ενίσχυση.

Όμως, η τουριστική αγορά αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα των πλατιών λαϊκών στρωμάτων και σε ένα άλλο επίπεδο. Τα τελευταία 3 χρόνια και παρά την κρίση οι τιμές για ενοικίαση σπιτιών ανεβαίνουν και, μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις κατακόρυφα, από 10% έως και 40% στις πιο δημοφιλείς περιοχές. Από τις αρχές του 2018, σύμφωνα με το Έθνος, υπάρχει ένα «τσουνάμι εξώσεων» στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Ρέθυμνο και τα Χανιά γιατί οι ιδιοκτήτες προτιμούν τις βραχυχρόνιες από τις μακροχρόνιες μισθώσεις επειδή φέρνουν περισσότερα κέρδη.

Τελικά ποιοι κερδίζουν;

Το πρόβλημα δεν σταματά εδώ. Η εικόνα που υπάρχει ότι το Airbnb και παρόμοιες πλατφόρμες βοηθά το φτωχό και μεσαίο νοικοκυριό να έχει ένα έξτρα μικρό εισόδημα δεν είναι ακριβής. Όπως αναλύει σε άρθρο της η Καθημερινή:

«…στο κέντρο της Αθήνας το 58% των ακινήτων που εκμισθώνονται μέσω Airbnb διατίθεται από επαγγελματίες/επενδυτές που κατέχουν περισσότερα από δύο ακίνητα έκαστος και όχι από ιδιώτες».

Και περιγράφει την είσοδο μεγάλων επενδυτών από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από Κίνα, Ρωσία και Ισραήλ που αγοράζουν κατοικίες για τουριστική αξιοποίηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση κινέζου επιχειρηματία που αγόρασε σταδιακά 100 διαμερίσματα στην περιοχή των Εξαρχείων για να τα ανακαινίσει και αξιοποιήσει για τουριστικούς σκοπούς.

Με άλλα λόγια, δεν είναι τα λαϊκά-μεσαία στρώματα που κερδίζουν κατά κύριο λόγο απ’ αυτή τη διαδικασία. Αν ήδη σήμερα σχεδόν το 60% των βραχυχρόνιων μισθώσεων είναι στα χέρια επενδυτών κι όχι των μικρών ιδιοκτήτων, εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνεται σε μερικά χρόνια: το μεγάλο κεφάλαιο θα παίρνει σταδιακά όλο και μεγαλύτερο μέρος της πίτας των βραχυχρόνιων μισθώσεων εκμεταλλευόμενο, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι χιλιάδες ακίνητα βγαίνουν σε πλειστηριασμούς.  

Τι τουρισμό δεν θέλουμε

Ο τουρισμός βέβαια αποτελεί κινητήρια δύναμη συνολικά της ελληνικής οικονομίας. Και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι στη σημερινή εποχή ο τουρισμός αποτελεί πηγή εισοδήματος και είναι απαραίτητος για πολλούς ανθρώπους στον αγώνα τους για επιβίωση.

Το θέμα είναι το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει ένας τουριστικός σχεδιασμός που θα παίρνει υπόψη όλα αυτά τα προβλήματα, θα φροντίζει για την ποιότητα του τουρισμού ταυτόχρονα με την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Και με αυτόν τον τρόπο θα ωφελεί και την τοπική κοινωνία αλλά και τον τουρίστα.

Πως δηλαδή θα μπορέσει να υπάρξει και να εξελιχθεί ο τουρισμός

  • χωρίς την καταστροφή του περιβάλλοντος που προκαλούν οι θηριώδεις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις
  • χωρίς να σημαίνει άθλιες συνθήκες εργασίας και μισθούς-χαρτζιλίκια για τους χιλιάδες υπαλλήλους στον κλάδο του τουρισμού και του επισιτισμού
  • χωρίς να δημιουργεί «τουριστικά γκέτο» όπου δεν μπορούν να ζήσουν οι ντόπιοι κάτοικοι λόγω των πολύ ακριβών ενοικίων
  • χωρίς να γίνεται «άρμεγμα» των τουριστών με εξωφρενικές τιμές και κακής ποιότητας προϊόντα
  • χωρίς να γίνεται η τοπική κουλτούρα «έκθεμα» και οι ντόπιοι «ιθαγενείς» (όπως με την πρόσφατη εκδρομή που ανήγγειλε και τελικά, μετά από αντιδράσεις, ακύρωσε ο Guardian)

Τι εναλλακτική υπάρχει

Εμπόδιο σε μια τέτοια τουριστική ανάπτυξη είναι τα μεγαθήρια της τουριστικής βιομηχανίας. Είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές εταιρείες, είτε τα νέα αφεντικά του «all inclusive», είτε για τις «εναλλακτικές» πλατφόρμες όπως το Airbnb.

Εταιρείες κολοσσοί, που το μόνο τους ενδιαφέρον είναι η  αύξηση των κερδών  δεν πρόκειται να ασχοληθούν με τις ανησυχίες για την κατάσταση των τουριστικών περιοχών. Ίσα ίσα, τους βολεύει η εξαθλίωση των κατοίκων μιας χώρας όπως η Ελλάδα γιατί με αυτό τον τρόπο αποκτούν τα ακίνητα που θέλουν «τσάμπα». Και οι κυβερνήσεις βέβαια κινούνται με μόνο κίνητρο τα έσοδα από τις μεγάλες αφίξεις τουριστών και γι’ αυτό αφήνουν αλώβητες τις μεγάλες εταιρείες να καθορίζουν τους όρους της τουριστικής ανάπτυξης.

Αν θέλουμε να κινηθούμε σε καλύτερης ποιότητας και πιο δίκαιες μορφές τουριστικής ανάπτυξης πρέπει να απορρίψουμε το κερδοσκοπικό μοντέλο με το οποίο λειτουργούν σήμερα τα πράγματα. Χρειάζεται:

  • Ο έλεγχος της τουριστικής βιομηχανίας, που είναι τόσο κρίσιμης σημασίας για μια χώρα όπως τη δική μας, να περάσει στην κοινωνία. Αυτό σημαίνει δημόσιες επενδύσεις στον τουρισμό, στροφή στον ποιοτικό λαϊκό, περιβαλλοντικό, αγροτικό, κλπ, τουρισμό αντί του τουρισμού που απευθύνεται στους πλούσιους τουρίστες και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του.
  • Ενθάρρυνση των δημοτικών επιχειρήσεων και των συνεργατικών –μη κερδοσκοπικών– τουριστικών επιχειρήσεων. Συμμετοχή στα διοικητικά συμβούλια και έλεγχος από εκπροσώπους των τοπικών φορέων, των σωματείων των εργαζομένων, των περιβαλλοντικών κινήσεων, των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, κοκ, ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός στο περιβάλλον και τα εργατικά δικαιώματα, καθώς και ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των επενδύσεων αυτών έτσι ώστε τα οφέλη να πηγαίνουν στην τοπική κοινωνία.
  • Σε ότι αφορά τις πλατφόρμες βραχυχρόνιων μισθώσεων όπως είναι το Airbnb χρειάζεται να επιβληθούν αυστηροί περιορισμοί, καθώς αυτό το φαινόμενο με τον τρόπο που εξελίσσεται δημιουργεί μεγάλα προβλήματα για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αυτό θα σήμαινε, για παράδειγμα, να περιοριστεί η δυνατότητα μίσθωσης σε ένα ακίνητο ανά ΑΦΜ και να υπάρχει υψηλή φορολογία (πχ κλιμακωτά από 35% έως 50%) για έσοδα που υπερβαίνουν τα 5.000 ευρώ το χρόνο, όταν αυτό αποτελεί συμπληρωματικό εισόδημα στο νοικοκυριό. Σε περίπτωση που το airbnb αποτελεί το βασικό εισόδημα, εννοείται ότι πρέπει να υπάρχει υψηλό αφορολόγητο όριο, πχ 12.000 ευρώ και πάνω, ανάλογα με το μέγεθος του νοικοκυριού. Επίσης αντί ο καθένας να μισθώνει σε ατομικό επίπεδο μέσω του Airbnb, θα μπορούσαν οι Δήμοι να δημιουργήσουν αντίστοιχες υπηρεσίες (και να εισπράττουν αυτοί τη σχετική προμήθεια διοχετεύοντας την σε κοινωφελείς σκοπούς) κι όποιος ήθελε να μισθώσει ακίνητο να το κάνει μέσω του Δήμου, σε συνθήκες πλήρους διαφάνειας και ελέγχου από τους ίδιους τους μισθωτές και άλλους εκπροσώπους των κατοίκων και τοπικών φορέων ώστε να γίνεται με δίκαιο τρόπο.

Θεματικές

, ,