Μαρξισμός και Πατριωτισμός

18/04/2018
Comments off
336 Views
Φιλοξενούμε άρθρο του συντρόφου Γιώργου Κολλιά, μέλος του Αριστερού Ρεύματος, Α’ Αθήνας.

 

  1. Ταξικό και πατριωτικό καθήκον.

Η μαρξιστική προσέγγιση στην ιστορική θεώρηση εννοιών, δεν μπορεί, παρά να χρησιμοποιεί ως εργαλείο τον διαλεκτικό υλισμό στα πλαίσια μιας υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Συνεπώς, έννοιες όπως αυτές του «πατριωτισμού», για τους μαρξιστές, εξετάζονται υπό το πρίσμα της δυναμικής του ταξικού ανταγωνισμού.

Ο Μαρξ, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο υπογραμμίζει ότι: «Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία ταξικών αγώνων». Σε αυτήν ακριβώς την διατύπωση βρίσκεται η πεμπτουσία της μαρξιστικής μεθόδου ανάλυσης των κοινωνικών φαινομένων. Γι αυτή την ανάλυση ο Μαρξ χρησιμοποιεί μια έννοια κλειδί. Χρησιμοποιεί τον όρο «ταξικό συμφέρον». Στην βάση αυτής της μεθόδου, αναπτύσσει όλη του την ανάλυση για την κίνηση της εξέλιξης του καπιταλισμού και την κοινωνική απελευθέρωση της εργατικής τάξης, αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Μας μιλάει για την βασική αντίθεση κεφαλαίου εργασίας και πως η επίλυση της βρίσκεται στην ανατροπή της αστικής εξουσίας και στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, ανοίγοντας το δρόμο για την σοσιαλιστική μετάβαση.

Ο Λένιν, συνεπής με μια τέτοια μεθοδολογία και από την σκοπιά πάντα της στρατηγικής στόχευσης για την σοσιαλιστική επανάσταση, προσέγγιζε και το ζήτημα του πατριωτισμού και της πατριωτικής συνείδησης των μαζών, όχι γιατί ο ίδιος ήταν πατριώτης, αλλά για να δείξει ότι το πατριωτικό αίσθημα είναι μια ψευδή συνείδηση που αποκομμένο από το ταξικό ζήτημα της εργατικής εξουσίας, μετατρέπεται σε υλική δύναμη νίκης της αντεπανάστασης και εδραίωσης της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης.

Η επισήμανση του στη μπροσούρα Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, είναι χαρακτηριστική

«Αν ένας Γερμανός επί Γουλιέλμου ή ένας Γάλλος επί Κλεμανσώ λέει: σα σοσιαλιστής έχω το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίσω την πατρίδα, όταν ο εχθρός εισβάλει στη χώρα μου, αυτό δεν είναι συλλογισμός σοσιαλιστή, διεθνιστή, επαναστάτη προλετάριου, μα μικροαστού-εθνικιστή. Γιατί στο συλλογισμό αυτό εξαφανίζεται ο ταξικός επαναστατικός αγώνας του εργάτη ενάντια στο κεφάλαιο, εξαφανίζεται η εκτίμηση του πολέμου στο σύνολό του, από την άποψη της παγκόσμιας αστικής τάξης και του παγκόσμιου προλεταριάτου, δηλαδή εξαφανίζεται ο διεθνισμός και δεν μένει παρά ένας κακομοιριασμένος, αρτηριοσκληρωμένος εθνικισμός.
(Απόσπασμα από τη μπροσούρα του Λένιν «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» που εκδόθηκε το 1918. Στην ελληνική έκδοση «Σύγχρονη Εποχή», 1986, σελ. 58,59, 60 https://marxismos.com/lenin-gia-patriotismo/).

Από τα παραπάνω λόγια του Λένιν δεν προκύπτει βεβαίως ότι σε περίπτωση πολέμου (εισβολής και κατοχής της χώρας) οι κομμουνιστές δεν θα υπερασπιστούν τις «καλύβες και τις πεζούλες τους».

Το βασικό ερώτημα είναι, κι εδώ οι κάθε λογής «πατριώτες» πρέπει να μας απαντήσουν, πώς και για ποιο σκοπό θα συμμετέχουμε. Εάν μέσα στον πόλεμο θα ξεχάσουμε ή όχι τα ζητήματα της ταξικής πάλης, τα οποία θα προκύψουν αναγκαστικά στην πορεία. Εάν, με άλλα λόγια, θεωρήσουμε ότι ο ταξικός αντίπαλος μας εξαφανίζεται δια μαγείας και την ταξική πάλη υποκαθιστά η πάλη μεταξύ «εθνών και κρατών».

Αυτό ακριβώς εννοεί ο Λένιν όταν λέει παραπάνω ότι για τους «πατριώτες»

«εξαφανίζεται η εκτίμηση του πολέμου στο σύνολό του, από την άποψη της παγκόσμιας αστικής τάξης και του παγκόσμιου προλεταριάτου».

Επομένως, όπως ακριβώς δεν υποκαθίστανται τα ζητήματα της πάλης μέσα σε μια επιχείρηση, μεταξύ κεφαλαίου εργασίας, στο όνομα της επιβίωσης της επιχείρησης από τον ανταγωνισμό της με τις άλλες επιχειρήσεις, η ίδια λογική ισχύει και σε περίπτωση πολεμικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες αστικές τάξεις σε μια περιοχή. Και ο λόγος που δεν υποκαθίσταται η ταξική πάλη σε καιρό πολέμου είναι γιατί εμείς παλεύουμε για να εγκαθιδρύσουμε και να υπερασπιστούμε την δική μας σοσιαλιστική πατρίδα.

Σε αυτό ακριβώς τοποθετείται ο Λένιν με τα «Διδάγματα της Κομμούνας».

Στα «Διδάγματα της Κομμούνας» ο Λένιν επισημαίνει ότι:

«Το Σεπτέμβρη του 1870 κιόλας στο Μανιφέστο της Διεθνούς, ο Μαρξ, τράβηξε την προσοχή του προλεταριάτου κατά της ψεύτικης εθνικής ιδέας», Παράλληλα όμως σημειώνει ότι «Το προλεταριάτο που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς (σ.σ. 4 Σεπτέμβρη 1870 η πτώση της αυτοκρατορίας) επωμίστηκε δύο καθήκοντα, ένα πανεθνικό κι ένα ταξικό: την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δύο καθηκόντων».

Και πιο κάτω εξηγεί ότι αυτή η συνένωση επιχειρήθηκε υπό την ηγεσία της αστικής τάξης και της κυβέρνησης που αυτή είχε σχηματίσει.

«Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε “κυβέρνηση εθνικής άμυνας” και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση “προδοσίας του λαού”, που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες δεν το καταλάβαινε αυτό. (…) Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας» και εδώ ως αποτέλεσμα αυτών των αυταπατών αναφέρει τον Μπλανκί ο οποίος «αν και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: “Η πατρίδα σε κίνδυνο!». https://www.rizospastis.gr/story.do?id=767145.

Να γιατί η συνένωση δύο καθηκόντων, όχι γενικά και αόριστα αλλά συγκεκριμένα, υπό την ηγεσία αστικής κυβέρνησης, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού, τελικά οδηγεί στην υπεράσπιση του «εθνικού συμφέροντος», ως το ιδιοτελές ταξικό συμφέρον της αστικής τάξης και ακόμη, υπό άλλες συνθήκες, στην εγκατάλειψη του προγράμματος της εργατικής εξουσίας.

Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι το 1917, εάν είχαν μια πατριωτική προσέγγιση και επαναλάμβαναν το ίδιο λάθος που διέπραξε η Κομμούνα του Παρισιού, θα μετατρέπονταν σε ουρά του Μενσεβικισμού και της προσωρινής κυβέρνησης, που ήταν υπέρ της συνέχισης του πολέμου, για την υπεράσπιση του «εθνικού συμφέροντος», με αποτέλεσμα να χαθεί η νικηφόρα πορεία της επανάστασης.

Ακόμη και στο Μπρεστ Λιτόφσκ, που οι Μπολσεβίκοι βρέθηκαν με το πιστόλι στον κρόταφο, στο δίλλημα συνέχιση του πολέμου με την Γερμανία ή υπογραφή ειρήνης, ακόμη και εάν αυτό σήμαινε την απώλεια τεράστιων εκτάσεων ρωσικού εδάφους, επέλεξαν ειρήνη πάση θυσία, προκειμένου να σωθεί η επανάσταση. Το κριτήριό τους ήταν ταξικό και όχι πατριωτικό.

  1. Η ελληνική εμπειρία.

Η περίπτωση της ΕΑΜικής αντίστασης, που το πατριωτικό ρεύμα της Αριστεράς, επικαλείται ως παράδειγμα συνένωσης του ταξικού και του πατριωτικού καθήκοντος, δείχνει δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες στρατιωτικής κατοχής, ο όρος μαζικοποίησης του εγχειρήματος του ΕΑΜ, ήταν ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης.

Δεύτερον, ότι όταν εκ των πραγμάτων τέθηκε το ζήτημα της εξουσίας το Δεκέμβρη του 44, η επικρατούσα αντίληψη της εθνικής ενότητας στους κόλπους του εαμικού κινήματος, αποτέλεσε το νεκροθάφτη της μεγάλης εποποιίας. Αυτό, οι σύντροφοι της πατριωτικής αριστεράς το παραβλέπουν. Δείχνει ότι το Δεκέμβρη του 44, η ταξική αντίληψη του ποιος ποιόν ήταν κτήμα μόνο του αστισμού και όχι της αριστεράς. Και αυτό πληρώθηκε ακριβά.

Δείχνει τέλος, ότι ακόμη και εάν το πολιτειακό ζήτημα έπαιρνε τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού ζητήματος, η απάντηση που δόθηκε από τον αστισμό ήταν ταξική. Γι αυτό και νίκησε. Η απάντηση που δόθηκε από την ηγεσία του ΕΑΜ ήταν εθνική. Θεώρησε ότι «αυτό το χώμα ήταν δικό τους και δικό μας». Γι αυτό και ηττήθηκε.

  1. Η σημερινή κατάσταση και το πρόβλημα της «πατριωτικής» προσέγγισης.

Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η μαρξιστική θεώρηση αντιλαμβάνεται την έννοια του έθνους, ως μια κοινωνική κατηγορία βαθιά διαιρεμένη και διχασμένη στο εσωτερικό της, με μια αέναη διαρκή πάλη για κυριαρχία της μιας τάξης πάνω στην άλλη. Επομένως, ο τρόπος που ο κάθε καπιταλιστικός σχηματισμός συμμετέχει στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και συμβάλει με τον τρόπο του στην διαμόρφωση των διεθνών σχέσεων, σχετίζεται άμεσα και με την εσωτερική δυναμική της ταξικής πάλης και την διαμόρφωση του κοινωνικού του συσχετισμού. Άρα, η πολιτική πρακτική της Αριστεράς, η οποία ιστορικά συγκροτήθηκε ως μια δύναμη ανατροπής της αστικής εξουσίας, οφείλει να επικεντρώνει και να μην χάνει από τον πολιτικό της ορίζοντα τον στόχο της αλλαγής του ταξικού συσχετισμού, και της ανάδειξης της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα δύναμη της κοινωνίας, σπάζοντας και για λογαριασμό του διεθνούς εργατικού κινήματος την ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο πιο αδύναμο κρίκο της.

Κατά συνέπεια, ο τρόπος που προσεγγίζονται τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» είναι ζωτικής σημασίας μεθοδολογικό ζήτημα, οργανικά δεμένο με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τις εξελίξεις στο εσωτερικό μέτωπο με την μνημονιακή και ιμπεριαλιστική επιτροπεία, έτσι ώστε, να ορίσουμε τον ρόλο και την θέση της ελληνικής αστικής τάξης μέσα στον ελληνικό κοινωνικό καπιταλιστικό σχηματισμό καθώς και την σχέση αυτής με το σύστημα του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Η μαρξιστική οπτική των εθνικών ζητημάτων και των εθνικών ανταγωνισμών στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο βασίζεται στην ταξική ανάλυση. Λαμβάνει υπόψη της το σύνολο των παραγόντων και τις επιδιώξεις των αστικών τάξεων της περιοχής για επέκταση των ζωνών επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.

Εάν η αριστερά υποτιμήσει την ταξική θεώρηση των λεγόμενων εθνικών ζητημάτων στην σημερινή συγκυρία, έτσι όπως αυτή σήμερα διαμορφώνεται με το λεγόμενο Μακεδονικό και τα Ελληνοτουρκικά, κινδυνεύει να διολισθήσει σε θέσεις παρόμοιες με αυτές του αντιπάλου της και να αποτελέσει κομμάτι του «εθνικού κορμού». Η συνέπεια μιας τέτοιας διολίσθησης είναι η απεμπόληση του ταξικού της προγράμματος και του διεθνισμού, η αδυναμία χάραξης ταξικών διαχωριστικών γραμμών, και η επίκληση ενός αντι-ιμπεριαλισμού χωρίς κανένα κίνδυνο για τις ταξικές ισορροπίες έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την μνημονιακή πολιτική, η αδυναμία αναζήτησης ταξικής συνεννόησης με την αριστερά και τα κινήματα της άλλης πλευράς, η αδυναμία αποτροπής θερμών επεισοδίων με κίνδυνο να πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η αδυναμία αντιπαράθεσης με τον εγχώριο εθνικισμό της δικής μας ηγεμονεύουσας ελίτ.

  1. Πατριωτική προσέγγιση και Μακεδονικό

Ποιο είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας υποτίμησης στο Μακεδονικό; Το γεγονός ότι επικεντρώνουμε όπως και όλος ο εγχώριος εθνικισμός σε ζητήματα «αλυτρωτισμού» της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, χωρίς να κάνουμε τον κόπο να δούμε τι ακριβώς λέει το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας ώστε να λάβουμε γνώση και της αξιοπιστίας παρόμοιων επιχειρημάτων. Ότι δεν είναι τα Συντάγματα υπεύθυνα για αλυτρωτικές βλέψεις, αλλά αυτές είναι ένα χαρακτηριστικό των καπιταλισμών που στοχεύουν στην επέκταση των σφαιρών επιρροής στην περιοχή και εργαλείο εθνικής ομογενοποίησης και συγκάλυψης των ταξικών ανταγωνισμών. Δίχως την ταξική θεώρηση των «εθνικών ζητημάτων», αδυνατούμε να δούμε τον ανταγωνισμό μεταξύ των γεωστρατηγικών συμφερόντων στην περιοχή, ως μια διαπάλη των αστικών τάξεων και των εθνικών κεφαλαίων που διαπλέκονται με τις επιδιώξεις ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Δεν αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού των ταυτοτικών χαρακτηριστικών ενός λαού, την στιγμή που το ίδιο το αστικό ελληνικό κράτος αναγνώριζε από το 1913 την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας ανεξαρτήτως της συγγένειάς της με την Βουλγάρικη.

  1. Πατριωτική προσέγγιση και ελληνοτουρκικά.

Παρόμοιες είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας υποτίμησης και στα ελληνοτουρκικά. Αδυνατούμε να δούμε τον δικό μας εθνικισμό ως επιτιθέμενο ενώ ο ίδιος συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικό επιθετικό συνασπισμό με τις ΗΠΑ Αίγυπτο και Ισραήλ στα πλαίσια της γεωστρατηγικής του αναβάθμισης εντός του Ιμπεριαλιστικού μπλοκ του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι οι στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο έχουν στραμμένα τα πυρά και προς τον μεγάλο ανταγωνιστή του ΝΑΤΟ στην περιοχή, την Ρωσία, σε καμιά περίπτωση δεν υποβαθμίζει την σημασία που έχουν αυτές για την αναδιάταξη των γεωπολιτικών ενδοιμπεριαλιστικών συσχετισμών του ΝΑΤΟ. Και η ελληνική αστική τάξη συμμετέχει ενεργά, για το δικό της συμφέρον, στην αναδιάταξη αυτή. Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Άμυνας για τον οικονομικά ζωτικό χώρο της Ελλάδας είναι αφοπλιστικές: «Η ευθύνη για την άμυνα της πατρίδας μας επεκτείνεται στα όρια της οικονομικής ζώνης, επεκτείνεται δηλαδή αρκετές εκατοντάδες μίλια προς όλες τις κατευθύνσεις.” (04/04/2018, Η Εφημερίδα των Συντακτών).

  1. Τρεις συμπερασματικές παρατηρήσεις.

  • Η Αριστερά ακόμη και στα ζητήματα που στην συνείδηση των υποτελών τάξεων έχουν εθνική χροιά, αποτελούν δηλαδή εθνικά ζητήματα, δεν μπορεί παρά να δίνει ταξική απάντηση. Σε αυτό το ζήτημα, θα ήταν χρήσιμο γι αυτή, να διδαχθεί από τον ταξικό της αντίπαλο ο οποίος έχει επιδείξει ταξική αδιαλλαξία σε όλες τις κρίσιμες ταξικές αναμετρήσεις που έπαιρναν «εθνικό χαρακτήρα».
  • Η αναφορά στον πατριωτισμό και η εκφορά του πολιτικού της λόγου δεν μπορεί να συσκοτίζει την ταξική πλευρά των ζητημάτων «εθνικού χαρακτήρα» ή της εξωτερικής πολιτικής.
  • Πατριωτικές απαντήσεις σε συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος δεν μπορούν να συγκροτήσουν ανταγωνιστικό μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων απέναντι στην αστική εξουσία. Μπορούν μόνο να ενσωματώσουν την Αριστερά και το εργατικό κίνημα στην αστική πολιτική.