Μακεδονικό

01/04/2008
Comments off
432 Views


Του Κυριάκου Χάλαρη

Ως μεγάλη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παρουσιάστηκε το βέτο του Καραμανλή στη FYROM για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, στη σύνοδο του Βουκουρεστίου. Η ουσία όμως βρίσκεται αλλού.

Η εθνικιστική και ανιστόρητη αδιαλλαξία της ελληνικής αστικής τάξης την περίοδο 90-92 που συμπυκνωνόταν στη φράση ‘καμιά ονομασία που να εμπεριέχει τη λέξη Μακεδονία’ επειδή ‘η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική’, ήταν αυτή που δημιούργησε το πρόβλημα ενισχύοντας τον εθνικισμό και στις δύο πλευρές.

Η σημερινή ηγεσία της FYROM έχει τη δική της ευθύνη, γιατί ακολουθεί τον ίδιο δρόμο του εθνικισμού, αυτόν που άνοιξαν οι ελληνικές κυβερνήσεις στο παρελθόν.

Η επιτυχία ήταν στο εσωτερικό

Η ‘μεγάλη επιτυχία’ του Καραμανλή δεν βρίσκεται ωστόσο στο χειρισμό του ονόματος και του βέτο αλλά στο πως κατάφερε να μετατρέψει τους χειρισμούς του στην εξωτερική πολιτική σε επιτυχία στο εσωτερικό μέτωπο. Κατάφερε να υποβαθμίσει τη συζήτηση για τα σκάνδαλα, το ασφαλιστικό, το ξεπούλημα του ΟΤΕ, τις απεργιακές κινητοποιήσεις στα λιμάνια, την Τράπεζα της Ελλάδας και αλλού και να βάλει στο κέντρο την ‘εθνική επιτυχία’ της συνόδου του ΝΑΤΟ. Και ακόμα να εμφανίσει το ‘καλό’ υποτίθεται πρόσωπο της κυβέρνησης και αυτό του ‘σοβαρού’ πρωθυπουργού, που δεν κάνει πίσω και που μπορεί ο καθένας να εμπιστευτεί.

Και σε αυτό βοήθησαν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και κυρίως της αριστεράς, που δεν κατάφεραν να διαφοροποιηθούν ουσιαστικά από τις θέσεις της κυβέρνησης για το μακεδονικό, δίνοντας την αίσθηση της ‘εθνικής ομοψυχίας’. Δεν είναι τυχαίες οι δημοσκοπήσεις που ακολούθησαν τη σύνοδο του ΝΑΤΟ οι οποίες δείχνουν μια τεράστια συμφωνία της ελληνικής κοινής γνώμης με τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης. Όπως και δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτό το κλίμα ο Καραμανλής έδωσε το σύνθημα του δεύτερου κύματος της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους και τη νεολαία, η οποία περιλαμβάνει το ξεπούλημα κάθε δημόσιας επιχείρησης και την εφαρμογή της περυσινής αντί – εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στα Πανεπιστήμια.

Εθνικισμός και στη FYROM

Πιο πολύ από οτιδήποτε, αυτό που βόλεψε την κυβέρνηση να βγει ενισχυμένη από τη νατοϊκή σύνοδο ήταν η εθνικιστική αλαζονεία της κυβέρνησης της FYROM. Σε ένα κράτος δύο εκατομμυρίων κατοίκων που έχει ένα μεγάλο ποσοστό αλβανικού πληθυσμού (25,2%), αλλά και Τούρκους (3,9%), Ρομά (2,7%) και Σέρβους (1,8%), η ντόπια αστική τάξη χρειάζεται ένα εθνικό παραμύθι στο οποίο θα έχουν όλοι αναφορά και που θα συγκρατεί τις μειονότητες κάτω από το ίδιο έθνος. Και για αυτό το λόγο η σλαβομακεδονική αστική τάξη έπαιξε όσο μπορούσε περισσότερο το ζήτημα της ‘μακεδονικής καταγωγής’ των κατοίκων της FYROM, που είναι οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου και όλα αυτά που έχουμε ακούσει και ξανακούσει από την δικιά μας πλευρά. Και έχοντας τον αέρα της ουσιαστικής αναγνώρισης του κράτους από τις περισσότερες χώρες του πλανήτη με το όνομα ‘Μακεδονία’ αρνήθηκε τον παραμικρό συμβιβασμό.

Εργαζόμενοι και Αριστερά

Τι θέση πρέπει να έχουν οι εργαζόμενοι και οι οργανώσεις τους σε αυτή την αντιπαράθεση για το όνομα, για το βέτο κοκ;

Η αλήθεια είναι ότι η αντιπαράθεση της ελληνικής με τη Σλαβομακεδονική αστική τάξη, για το όνομα, βάζει νερό στο μύλο του εθνικισμού και στις δύο πλευρές και δυναμιτίζει τις σχέσεις των εργαζομένων και των δύο χωρών. Η συζήτηση για το βέτο εμπλέκει τους εργαζόμενους μοιραία σε αυτά τα εθνικιστικά παιχνίδια. Γιατί η υποστήριξη του βέτο από την πλευρά των εργαζομένων στην Ελλάδα ουσιαστικά μεταφράζεται ως εχθρική κίνηση από τους Σλαβομακεδόνες εργαζόμενους. Και αντίστοιχα, μια αδιάλλακτη θέση υπέρ της ‘μοναδικότητας’ της Μακεδονίας από την πλευρά των εργαζομένων της FYROM ενισχύει τον εθνικισμό στην ελληνική πλευρά.

Με λίγα λόγια, οι εργαζόμενοι και η νεολαία και των δύο πλευρών δεν μπορούν να καθορίζουν τη στάση τους από τις διαμάχες των δύο αστικών τάξεων, οι οποίες έχουν την ευθύνη για την έξαρση του εθνικισμού.

Αν οι εργαζόμενοι των δύο χωρών είχαν τη δυνατότητα να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι το θέμα του ονόματος θα μπορούσε να λυθεί πολύ εύκολα. Γιατί από τη μια, η ελληνική εργατική τάξη θα αρνιόταν να παίξει το ρόλο του ‘νονού’ της γειτονικής χώρας και θα διαβεβαίωνε ότι είναι ενάντια σε κάθε είδους εξαναγκασμό, επιβολή ονόματος, εμπάργκο κοκ. Και από την άλλη η εργατική τάξη της γειτονικής χώρας θα λάμβανε υπόψη της τις ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς και είναι σίγουρο ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ένα όνομα που θα συνέβαλλε στην ενότητα, την αλληλεγγύη και τη φιλία των δύο λαών.

Οι εργαζόμενοι και οι νεολαίοι και των δύο πλευρών, θα μπορούσαν με τέτοιο τρόπο να τελειώνουν με το ζήτημα του ονόματος και να επικεντρώσουν στις πραγματικές μάχες που βρίσκονται μπροστά τους, τις μάχες ενάντια στις δύο αστικές τάξεις και τον ιμπεριαλισμό. Εξάλλου, η διείσδυση του ελληνικού καπιταλισμού στα Σκόπια έχει ανοίξει αυτό το δρόμο. Έλληνες και Σλαβομακεδόνες εργαζόμενοι που εργάζονται στις ίδιες επιχειρήσεις (ΕΛΠΕ, ΟΤΕ, Εθνική, Βερόπουλος, Γερμανός, κλπ) μπορούν να βρουν το δρόμο του συντονισμού μέσα από κοινές κινητοποιήσεις και κοινούς αγώνες απέναντι στα κοινά τους αφεντικά.

Η αριστερά στην Ελλάδα

Η ελληνική αριστερά, δυστυχώς δεν έχει καταφέρει να μείνει μακριά από τα παζάρια των δύο κυβερνήσεων και να προσπαθήσει να παίξει το δικό της ανεξάρτητο ταξικό ρόλο, ψάχνοντας διόδους επικοινωνίας ανάμεσα στους εργαζόμενους των δύο χωρών.

Το ΚΚΕ, προτείνει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, Από τη μια αυτή η θέση το ταυτίζει με την ελληνική κυβέρνηση. Και από την άλλη αρνείται να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία να επισκεφτεί τη γειτονική χώρα και να προσπαθήσει να βρει διαύλους επικοινωνίας με οργανώσεις και κόμματα των εργαζομένων. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε στη χάραξη μιας ανεξάρτητης, ταξικής πολιτικής των εργαζομένων των δύο πλευρών, μιας πολιτικής προσέγγισης των δύο λαών πάνω στη βάση των κοινών τους προβλημάτων, όπου το όνομα θα αποτελούσε ένα δευτερεύον ζήτημα…

Από την άλλη ο ΣΥΝ ζητά και αυτός γεωγραφικό προσδιορισμό μέσα από σύνθετη ονομασία. Και συμβουλεύει την ελληνική κυβέρνηση να επανέλθει στον ΟΗΕ για τη λύση του ζητήματος, ενώ μέσα από την Αυγή (4/4/2008) διατυπώνονται απόψεις για νίκη των ‘εθνικών θέσεων’ στο Βουκουρέστι και για “επιτυχία” όλων των ελληνικών κομμάτων.

Αυτή η λογική της αριστεράς, έπαιξε το δικό της ρόλο στη δημιουργία της αίσθησης της ‘εθνικής ομοψυχίας’ η οποία τελικά ευνόησε τον Καραμανλή.

Η ελληνική αριστερά, και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αναζητήσει τρόπους επικοινωνίας με τους εργαζόμενους της FYROM. Να βάλει ως στόχο την κοινή μάχη ενάντια στον εθνικισμό των δύο χωρών, ενάντια στις πολιτικές των δύο αστικών τάξεων και να δείξει το δρόμο για τη συνεργασία Ελλήνων, Σλαβομακεδόνων και Αλβανών εργαζομένων με στόχο την ανατροπή των πολιτικών των δύο κυβερνήσεων..

Η ελληνική αριστερά, είναι αλήθεια, έχει χάσει πολύ έδαφος σε σχέση με αυτό. Ακόμα και τώρα όμως πρέπει να προσπαθήσει να βρει διαύλους επικοινωνίας με τους εργαζόμενους της FYROM. Πρέπει τώρα, η αριστερά στην Ελλάδα να κάνει πιο συστηματικές κινήσεις επαναπροσέγγισης με τους Σλαβομακεδόνες εργαζόμενους, κινήσεις που στόχο θα έχουν οι εργαζόμενοι των δύο χωρών να πολεμήσουν τους εθνικισμούς που αναπτύσσονται εκατέρωθεν και να προχωρήσουν με κοινό βηματισμό για τη διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας για όλους. Κοινός στόχος πρέπει να είναι η πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστές και ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου, στις δύο χώρες και συνολικά στα Βαλκάνια.

Θεματικές