Λ. Τρότσκι: τα διδάγματα της Κομμούνας, ο ρόλος του κόμματος

20/03/2016
Comments off
925 Views
Στον πρόλογο του στο βιβλίο του Maurice Lacoste (ψευδώνυμο C. Tales) «Η Κομμούνα του 1871» ο Τρότσκι εξηγεί με παραστατικό τρόπο πως η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Κομμούνα του Παρισιού του 1871 και την Επανάσταση του Οκτώβρη (7 Νοέμβρη σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο) του 1917 ήταν η ύπαρξη ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος που να τεθεί επικεφαλής των επαναστατημένων μαζών και να τις βοηθήσει στο έργο της κατάληψης της εξουσίας. Το κόμμα αυτό υπήρχε στη Ρωσία το ‘17 και ήταν οι Μπολσεβίκοι – το δε αποτέλεσμα ήταν η νίκη της επανάστασης. Στην Παρισινή Κομμούνα ένα τέτοιο κόμμα δεν υπήρχε και το Παρισινό προλεταριάτο σφαγιάστηκε με μανία από τη γαλλική άρχουσα τάξη.
Ακολουθούν εκτενή αποσπάσματα από τον προαναφερόμενο πρόλογο του Τρότσκι, που γράφτηκε στις 4 Φλεβάρη του 1921. Για μια συνοπτική, γενική παρουσίαση της πρώτης στην ιστορία κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη διαβάστε στο «Ξεκίνημα»: http://www.xekinima.org/arthra/view/article/h-kommoyna-toy-parisioy-18-marti-28-mai-1871/.

 

Κάθε φορά που μελετούμε την ιστορία της Κομμούνας, την αντικρίζουμε κάτω από μια νέα όψη χάρη στην πείρα που αποκτήθηκε από τους κατοπινούς επαναστατικούς αγώνες και προπάντων από τις τελευταίες επαναστάσεις, όχι μονάχα τη ρωσική επανάσταση, αλλά επίσης τη γερμανική και την ουγγρική επανάσταση.

Ο γαλλογερμανικός πόλεμος υπήρξε η αιματηρή έκρηξη, το προμήνυμα της πελώριας παγκόσμιας ανθρωποσφαγής, η Κομμούνα του Παρισιού υπήρξε η αστραπή, το προμήνυμα της παγκόσμια προλεταριακής επανάστασης.

Η Κομμούνα μας δείχνει τον ηρωισμό των προλεταριακών μαζών, την ικανότητά τους να ενωθούν σ’ ένα όγκο, αλλά ταυτόχρονα μας δείχνει την αδυναμία των μαζών να επιλέξουν το δρόμο, την αναποφασιστικότητά τους σ’ ότι αφορά την κατεύθυνση που πρέπει να έχει το κίνημα, τη μοιραία κλίση τους να σταματούν μετά τις πρώτες επιτυχίες, επιτρέποντας έτσι στον εχθρό να συνέλθει και να ξαναπάρει τη θέση του.

Η Κομμούνα ήλθε πολύ αργά. Είχε όλες τις δυνατότητες να πάρει την εξουσία στις 4 του Σεπτέμβρη, κι αυτό θα είχε επιτρέψει στο προλεταριάτο να μπει μ’ ένα μόνο χτύπημα επικεφαλής των λαϊκών μαζών όλης της χώρας στην πάλη της ενάντια σ’ όλες τις δυνάμεις του παρελθόντος, ενάντια στον Βίσμαρκ, όπως κι ενάντια στον Θιέρσο.

Αλλά η εξουσία έπεσε στα χέρια των φλύαρων δημοκρατών, των βουλευτών του Παρισιού.

Το παρισινό προλεταριάτο δεν είχε ούτε κόμμα, ούτε ηγετικές φυσιογνωμίες με τις οποίες να είναι ισχυρά συνδεδεμένο μέσα από προηγούμενους αγώνες.

Οι μικροαστοί πατριώτες που φιγουράρανε για σοσιαλιστές και ζητούσανε την υποστήριξη των εργατών δεν είχαν στην πραγματικότητα καμιά εμπιστοσύνη στους εργάτες. Κλονίζανε την αυτοπεποίθηση του προλεταριάτου, αναζητούσαν συνεχώς διάσημους δικηγόρους, δημοσιογράφους, βουλευτές, που όλες τους οι αποσκευές ήταν καμιά δεκαριά φράσεις αόριστα επαναστατικές, για να τους εμπιστευθούν στην ηγεσία του κινήματος.

Η σοσιαλιστική φρασεολογία τους δεν είναι παρά μια ιστορική μάσκα που τους επιτρέπει να επιβάλλονται στις μάζες. Όταν οι φλύαροι επαναστάτες των σαλονιών και του Κοινοβουλίου βρίσκονται αντιμέτωποι στη ζωή με την Επανάσταση, δεν την αναγνωρίζουν ποτέ.

Το εργατικό κόμμα, το αληθινό, δεν είναι μια μηχανή για κοινοβουλευτικές μανούβρες, είναι η συσσωρευμένη και οργανωμένη πείρα του προλεταριάτου.

Μόνο με τη βοήθεια του  κόμματος, που στηρίζεται σ’ όλη την ιστορία του παρελθόντος, που προβλέπει θεωρητικά τους δρόμους της εξέλιξης, όλους τους σταθμούς της και συνάγει απ’ αυτούς τον τύπο της αναγκαίας δράσης, μπορεί το προλεταριάτο να απελευθερωθεί από την ανάγκη να ξαναρχίζει πάντα την ιστορία του: τους δισταγμούς του, την έλλειψη αποφασιστικότητας, τα λάθη του.

Το παρισινό προλεταριάτο δεν είχε ένα τέτοιο κόμμα. Οι αστοί σοσιαλιστές, από τους οποίους έβριθε η Κομμούνα, υψώνανε τα μάτια στον ουρανό, περίμεναν ένα θαύμα ή ένα προφητικό λόγο, διστάζανε και σ’ όλο αυτό το διάστημα οι μάζες ψηλαφούσαν, τα έχαναν εξ αιτίας της αναποφασιστικότητας των μεν και της φαντασιοποίησης των δε.

Το αποτέλεσμα ήταν, η Επανάσταση να ξεσπάει πολύ αργά, όταν το Παρίσι είχε περικυκλωθεί. Έξι μήνες περάσανε ωσότου το προλεταριάτο να θυμηθεί τα μαθήματα των περασμένων επαναστάσεων, τις αλλοτινές μάχες, τις επανειλημμένες προδοσίες της δημοκρατίας και να καταλάβει την εξουσία.

Αυτοί οι έξι μήνες υπήρξαν μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Αν το Σεπτέμβρη του 1870 επικεφαλής του προλεταριάτου στη Γαλλία βρισκόταν το κόμμα της επαναστατικής δράσης, όλη η ιστορία της Γαλλίας και μαζί της η ιστορία της ανθρωπότητας θα είχε πάρει άλλη κατεύθυνση.

Αν στις 18 του Μάρτη η εξουσία βρέθηκε στα χέρια του παρισινού προλεταριάτου, αυτό δεν έγινε γιατί την κατάκτησε συνειδητά, μα γιατί οι εχθροί του προλεταριάτου είχαν εγκαταλείψει το Παρίσι!

Οι τελευταίοι αυτοί ολοένα περισσότερο έχαναν έδαφος, οι εργάτες τους περιφρονούσαν και τους μισούσαν, η μικρο-μπουρζουαζία δεν τους εμπιστευόταν και η μεγάλη μπουρζουαζία φοβόταν ότι δεν ήταν πια ικανοί να την υπερασπίσουν.

Οι στρατιώτες ήταν εχθρικοί προς τους αξιωματικούς. Η κυβέρνηση έφυγε από το Παρίσι για να συγκεντρώσει αλλού τις δυνάμεις της. Τότε το προλεταριάτο έγινε κύριος της κατάστασης. Μα δεν το αντιλήφθηκε παρά την άλλη μέρα! Η Επανάσταση έπεσε πάνω του χωρίς αυτό να την περιμένει!

Τούτη η πρώτη επιτυχία υπήρξε μια νέα πηγή παθητικότητας. Ο εχθρός είχε φύγει στις Βερσαλλίες. Δεν ήταν αυτό μια νίκη; Εκείνη τη στιγμή μπορούσε να συντριβεί η κυβερνητική συμμορία σχεδόν χωρίς αιματοχυσία. Στο Παρίσι θα μπορούσαν να φυλακίσουν όλους τους υπουργούς με τον Θιέρσο επικεφαλής. Κανένας δεν θα σήκωνε το χέρι να τους υπερασπίσει. Δεν το έκαναν.

Δεν υπήρχε εκεί η οργάνωση του κόμματος που να έχει συνολική αντίληψη της κατάστασης και ειδικά όργανα για να πραγματοποιήσουν τις αποφάσεις του.

Τα απομεινάρια του πεζικού δεν ήθελαν να υποχωρήσουν στις Βερσαλλίες. Το νήμα που έδενε τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες ήταν πολύ λεπτό. Κι αν υπήρχε στο Παρίσι το ηγετικό κέντρο του κόμματος θα είχε ενσωματώσει στα υποχωρούντα στρατεύματα  μερικές εκατοντάδες ή μάλλον μερικές δεκάδες αφοσιωμένους εργάτες, δίνοντάς τους τις ακόλουθες οδηγίες: να διεγείρουν τη δυσαρέσκεια των στρατιωτών ενάντια στους αξιωματικούς και να επωφεληθούν από την πρώτη ευνοϊκή ψυχολογικά στιγμή για να ελευθερώσουν τους στρατιώτες από τους αξιωματικούς και να τους ξαναφέρουν στο Παρίσι για να ενωθούν με το λαό. Αυτό μπορούσε εύκολα να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την ίδια την ομολογία των οπαδών του Θιέρσου. Κανένας δεν το σκέφτηκε. Δεν υπήρχε κανένας για να το σκεφθεί.

Μπροστά στα μεγάλα γεγονότα, εξ άλλου, τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να παρθούν παρά από ένα επαναστατικό κόμμα, που περιμένει την επανάσταση, προετοιμάζεται γι’ αυτήν και δεν τα χάνει, από ένα κόμμα εκπαιδευμένο να έχει συνολική αντίληψη και να μη φοβάται τη σύγκρουση.

Μα ακριβώς το γαλλικό προλεταριάτο δεν είχε κόμμα για τη δράση του. Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς ήταν στην πραγματικότητα ένα Συμβούλιο Βουλευτών των ένοπλων εργατών και της μικρομπουρζουαζίας. Ένα τέτοιο Συμβούλιο, εκλεγμένο άμεσα από τις μάζες που πήραν τον επαναστατικό δρόμο, αντιπροσωπεύει ένα εξαίρετο μηχανισμό δράσης. Αντανακλά όμως ταυτόχρονα και ακριβώς εξ αιτίας του άμεσου και στοιχειώδους δεσμού του με τις μάζες που είναι στην κατάσταση όπου τις βρήκε η επανάσταση, όχι μόνον όλες τις ισχυρές πλευρές τους, αλλά επίσης κι όλες τις αδύνατες πλευρές των μαζών και αντανακλά πρώτα-πρώτα τις αδύνατες πλευρές περισσότερο ακόμα και από τις ισχυρές πλευρές: εκδηλώνει το πνεύμα της αναποφασιστικότητας, της αναμονής, της τάσης για αδράνεια ύστερα από τις πρώτες επιτυχίες.

Μόλις η κυβέρνηση αποσύρθηκε στης Βερσαλλίες, η Εθνοφρουρά έσπευσε να απαλλαχτεί από τις ευθύνες της, τη στιγμή που αυτές ήταν τεράστιες. Η Κεντρική Επιτροπή φαντάστηκε «νόμιμες» εκλογές για την Κομμούνα. Άρχισε τις συνομιλίες με τους δημάρχους του Παρισιού για να καλυφθεί προς τα δεξιά με τη «νομιμότητα».

Ελπίζανε στο βάθος της ψυχής τους ότι ο Θιέρσος θα στεκόταν με σεβασμό μπροστά στο επαναστατικό Παρίσι, όσο αυτό το τελευταίο θα καλυπτόταν με τη «νόμιμη» Κομμούνα.

Το αληθινό επαναστατικό καθήκον ήταν να εξασφαλιστεί στο προλεταριάτο η εξουσία σ’ όλη τη χώρα. Το Παρίσι έπρεπε να χρησιμεύει σαν βάση, σαν στήριγμα, σαν οπλοστάσιο. Και για να φθάσει σ’ αυτόν το σκοπό, θα έπρεπε χωρίς να χάνει καιρό, να νικήσει τις Βερσαλλίες και να στείλει σ’ όλη τη Γαλλία αγκιτάτορες, οργανωτές, ένοπλες δυνάμεις.

Θα έπρεπε να σφυρηλατήσει τους δεσμούς με τους υποστηρικτές της, να εμψυχώσει τους διστακτικούς και να συντρίψει την αντίσταση των αντιπάλων. Αντί γι’ αυτήν την επιθετική πολιτική που μόνο αυτή θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση, οι ηγέτες του Παρισιού προσπάθησαν να κλειστούν στην αυτονομία της κομμούνας τους: δεν θα χτυπήσουν τους άλλους, όσο οι άλλοι δεν τους χτυπούν. Κάθε πόλη έχει το ιερό δικαίωμα της αυτοκυβέρνησής της. Αυτή η ιδεαλιστική φλυαρία –του τύπου του κοσμικού αναρχισμού– κάλυπτε στην πραγματικότητα τη δειλία μπροστά στην επαναστατική δράση που έπρεπε να οδηγηθεί ασταμάτητα ως το τέρμα της, γιατί αλλιώτικα δεν θα έπρεπε ν’ αρχίσει.

Το κόμμα δεν δημιουργεί την επανάσταση κατά την επιθυμία του, ούτε διαλέγει τη στιγμή που του αρέσει για να καταλάβει την εξουσία, αλλά επεμβαίνει δραστήρια στα γεγονότα, σφυγμομετρεί κάθε στιγμή τις διαθέσεις των επαναστατικών μαζών, υπολογίζει την αντίσταση του εχθρού και καθορίζει έτσι την ευνοϊκότερη στιγμή για την αποφασιστική δράση. Αυτό είναι η δυσκολότερη πλευρά του έργου του.

Το κόμμα δεν έχει μια απόφαση που να είναι κατάλληλη για κάθε περίπτωση. Χρειάζεται να έχει σωστή θεωρία, ένα στενό σύνδεσμο με τις μάζες, κατανόηση της κατάστασης, ματιά επαναστατική, μεγάλη αποφασιστικότητα. Όσο περισσότερο το επαναστατικό κόμμα διεισδύει βαθιά σ’ όλους τους τομείς της επαναστατικής πάλης, όσο περισσότερο ενώνεται με την ενότητα του σκοπού και της πειθαρχίας, τόσο γρηγορότερα και καλύτερα μπορεί να φθάσει στην εκπλήρωση του καθήκοντός του.

Η σύγκριση της 18 του Μάρτη 1871 με την 7 του Νοέμβρη 1917 είναι απ’ αυτή την άποψη πολύ διδακτική.

Στο Παρίσι υπήρχε απόλυτη έλλειψη πρωτοβουλίας για δράση από το μέρος των ηγετικών επαναστατικών κύκλων. Το προλεταριάτο οπλισμένο από την αστική κυβέρνηση, είναι ουσιαστικά ο κύριος της πόλης, διαθέτει όλα τα υλικά μέσα της εξουσίας –κανόνια και τουφέκια– αλλά  δεν το συνειδητοποιεί.

Η μπουρζουαζία κάνει μια απόπειρα για να ξαναπάρει από τον γίγαντα το όπλο του: θέλει να αφαιρέσει από το προλεταριάτο τα κανόνια του. Η προσπάθεια αποτυγχάνει. Η κυβέρνηση από το Παρίσι καταφεύγει πανικόβλητη στις Βερσαλλίες. Το πεδίο είναι ελεύθερο.

Αλλά μόλις την επόμενη μέρα καταλαβαίνει το προλεταριάτο ότι είναι το αφεντικό στην πόλη. Οι «αρχηγοί» βρίσκονται στην ουρά των γεγονότων, τα καταγράφουν όταν αυτά πια έχουν συντελεστεί και κάνουν ό,τι μπορούν για να εξασθενίσουν την επαναστατική ορμή.

Στην Πετρούπολη τα γεγονότα ξετυλίχτηκαν διαφορετικά. Το κόμμα βάδιζε σταθερά, αποφασιστικά για την κατάληψη της εξουσίας, έχοντας παντού τους ανθρώπους του, ενισχύοντας κάθε θέση, πλαταίνοντας κάθε ρωγμή ανάμεσα στους εργάτες και τους φαντάρους από τη μια μεριά και στην κυβέρνηση από την άλλη.

Η ένοπλη διαδήλωση στις μέρες του Ιούλη ήταν μια πλατιά αναγνώριση που έκανε το κόμμα για να βολιδοσκοπήσει το βαθμό του εσώτερου δεσμού ανάμεσα στις μάζες και τη δύναμη αντίστασης του εχθρού.

Η αναγνώριση μετασχηματίζεται σε αγώνα προφυλακής. Αποκρουστήκαμε, μα ανάμεσα στο κόμμα και τις πλατιές μάζες δημιουργείται ένας νέος δεσμός μέσα από τη μαζική δράση.

Τον Αύγουστο, Σεπτέμβρη και Οκτώβρη εκδηλώνεται μια ισχυρή επαναστατική πλημμυρίδα. Το κόμμα επωφελείται και αυξάνει τα στηρίγματά του μέσα στην εργατική τάξη και στους φαντάρους.

Το 2ο Συνέδριο των Σοβιέτ είχε οριστεί για τις 7 Νοέμβρη. Όλη η προηγούμενη ζύμωση μας οδηγούσε στην ανάληψη της εξουσίας από το Συνέδριο. Έτσι η εξέγερση σχεδιάστηκε για τις 7 Νοέμβρη.

Ο Κερένσκι και οι σύμβουλοί του δεν παραλείψανε προσπάθειες για να σταθεροποιηθούν, έστω και λίγο, στην Πετρούπολη, την αποφασιστική στιγμή. Επιδίωξαν, πρώτα απ’ όλα, να απομακρύνουν από την πρωτεύουσα τα πιο επαναστατικά τμήματα του στρατού.

Επωφεληθήκαμε από την προσπάθεια αυτή του Κερένσκι για να την κάνουμε πηγή μιας νέας σύγκρουσης που είχε αποφασιστική σημασία. Κατηγορήσαμε ανοιχτά την κυβέρνηση του Κερένσκι –και η κατηγορία μας βρήκε αργότερα την γραπτή επιβεβαίωσή της σε κυβερνητικό κείμενο– ότι σχεδίαζε να απομακρύνει το ένα τρίτο της φρουράς όχι για λόγους στρατιωτικούς, αλλά από αντεπαναστατικούς υπολογισμούς.

Αυτή η σύγκρουση μας έδεσε ακόμα πιο στενά με τους στρατιώτες και έβαλε μπροστά του; ένα συγκεκριμένο καθήκον, να υποστηρίξουν το καθορισμένο για τις 7 Νοέμβρη Συνέδριο των Σοβιέτ.

Και αφού η κυβέρνηση επέμενε –αν και με τρόπο αρκετά μαλακό– στις μετακινήσεις μονάδων της φρουράς της Πετρούπολης δημιουργήσαμε στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, που ήταν ήδη στα χέρια μας, μια Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή με το πρόσχημα να ελέγξουμε τους στρατιωτικούς ισχυρισμούς του κυβερνητικού σχεδίου.

Έτσι είχαμε ένα καθαρά στρατιωτικό όργανο επικεφαλής της φρουράς της Πετρούπολης, που ήταν στην πραγματικότητα ένα νόμιμο όργανο της ένοπλης εξέγερσης.

Διορίσαμε ταυτόχρονα σ’ όλες τις στρατιωτικές μονάδες, σ’ όλες τις στρατιωτικές αποθήκες κλπ, επιτρόπους. Η παράνομη στρατιωτική οργάνωση εκπλήρωνε ειδικά τεχνικά καθήκοντα και στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή, για σημαντικές στρατιωτικές επιδιώξεις, έστελνε αγωνιστές που μπορούσε να τους έχει πλήρη εμπιστοσύνη. Η ουσιαστική εργασία αναφορικά με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της ένοπλης εξέγερσης γινόταν ανοιχτά και με τέτοια μέθοδο και φυσικότητα που η μπουρζουαζία, με επικεφαλής τον Κερένσκι, δεν καταλάβαινε ακριβώς αυτό που γινόταν κάτω από τα μάτια της. (Στο Παρίσι το προλεταριάτο αντιλήφθηκε πως ήταν ο κύριος της κατάστασης μόνο την επόμενη μέρα της πραγματικής νίκη του – που εξ άλλου δεν την είχε συνειδητά επιδιώξει. Το κόμμα μας, στηριζόμενο στους εργάτες και στη φρουρά, είχε κιόλας πάρει την εξουσία, όταν η μπουρζουαζία, που είχε περάσει μια νύχτα αρκετά ήσυχη, μάθαινε την άλλη μέρα ότι το τιμόνι της χώρας βρισκόταν στα χέρια του νεκροθάφτη της).

Σχετικά με τη στρατηγική υπήρχαν μέσα στο κόμμα μας πολλές διαφορές αντιλήψεων.

Μια μερίδα της Κεντρικής Επιτροπής τάχθηκε, όπως ξέρουμε, ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας, νομίζοντας ότι δεν είχε φθάσει η στιγμή γι’ αυτό, ότι θα βρισκόταν η Πετρούπολη αποσπασμένη από την υπόλοιπη χώρα, οι προλετάριοι απομονωμένοι από τους χωρικούς κλπ.

Η συγκυρία είχε πολύ καλά εκτιμηθεί: η ένοπλη εξέγερση, σχεδόν χωρίς αιματοχυσία, θριάμβευσε ακριβώς τη μέρα, την από πριν και ανοιχτά καθορισμένη, της σύγκλισης του 2ου  Συνεδρίου των Σοβιέτ.

Αυτή η στρατηγική δεν μπορεί ωστόσο να γίνει γενικός κανόνας, προϋποθέτει συγκεκριμένες συνθήκες.

Κανένας δεν πίστευε πια στον πόλεμο με τους Γερμανούς και οι φαντάροι δεν ήθελαν να φύγουν από την Πετρούπολη για το μέτωπο. Και μόλο που γι’ αυτό μονάχα το λόγο η φρουρά ήταν ολόκληρη στο πλευρό των εργατών, σταθεροποιούνταν στην άποψή της όσο φανερώνονταν οι μηχανορραφίες του Κερένσκι.

Αλλά οι διαθέσεις αυτές της φρουράς της Πετρούπολης είχαν μια βαθύτερη ακόμα ρίζα στην κατάσταση της αγροτικής τάξης και στην εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αν είχε γίνει σχίσμα στη φρουρά και ο Κερένσκι είχε αποκτήσει τη δυνατότητα να στηριχτεί σε μερικά συντάγματα, το σχέδιό μας θα είχε αποτύχει. Τα στοιχεία μιας καθαρά στρατιωτικής κίνησης, μέσα από μια κρυφή συνωμοσία και με μεγάλη ταχύτητα δράσης, θα είχαν αποκτήσει πρωταρχική σημασία. Εννοείται ότι θα χρειαζόταν να διαλέξουμε μια άλλη στιγμή την εξέγερση.

Η Κομμούνα είχε επίσης όλη τη δυνατότητα να κερδίσει με το μέρος και συντάγματα στρατού αποτελούμενα από χωρικούς, γιατί αυτοί είχαν χάσει κάθε εμπιστοσύνη και κάθε εκτίμηση για την κυβερνητική εξουσία και για τη διοίκησή τους. Ωστόσο δεν επιχείρησε τίποτε σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Το λάθος εδώ δεν ανάγεται στις σχέσεις αγροτικής τάξης και προλεταριάτου, αλλά βρίσκεται στην επαναστατική στρατηγική.

Ποια θα είναι η κατάσταση απ’ αυτήν την άποψη στις ευρωπαϊκές χώρες στη σημερινή εποχή; Δεν είναι εύκολο να πούμε κάτι εκ των προτέρων σχετικά. Ωστόσο, παίρνοντας υπόψη τον αργό ρυθμό των εξελίξεων και τη συστηματική προσπάθεια των αστικών κυβερνήσεων να αντλήσουν συμπεράσματα από την αποκτημένη πείρα, μπορούμε να προβλέψουμε ότι το προλεταριάτο θα έχει, σε μια ορισμένη στιγμή, να κατανικήσει μεγάλη και καλά οργανωμένη αντίσταση στην προσπάθεια του να ελκύσει τη συμπάθεια και να κερδίσει με το μέρος του τη βάση του στρατού. Το καθήκον του κόμματος είναι να προετοιμάζεται γι’ αυτόν το ρόλο.

Το ζήτημα της εκλογιμότητας της διοίκησης υπήρξε μια αιτία για τη σύγκρουση ανάμεσα στην Εθνοφρουρά και τον Θιέρσο. Το Παρίσι αρνήθηκε να δεχτεί τη διοίκηση που διόρισε ο Θιέρσος. Ακόλουθα ο Βαρλέν διατύπωσε τη διεκδίκηση, όλη η διοίκηση της Εθνοφρουράς από τα πάνω ως τα κάτω να εκλέγεται από τους ίδιους τους εθνοφρουρούς. Έτσι η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς βρήκε το στήριγμά της.

Αυτό το ζήτημα πρέπει να αντικριστεί από δύο πλευρές: από την πολιτική και από τη στρατιωτική που είναι βέβαια αλληλένδετες, μα που πρέπει να διακρίνονται. Το πολιτικό καθήκον ήταν να εκκαθαριστεί η Εθνοφρουρά από την αντεπαναστατική διοίκηση. Η πλήρης εκλογιμότητα ήταν γι’ αυτό το μόνο μέσο, αφού η σύνθεση της Εθνοφρουράς ήταν στην πλειονότητά της εργάτες και μικροαστοί επαναστάτες. Κι ακόμα περισσότερο: αν το σύνθημα «εκλογιμότητα της διοίκησης» επεκτεινόταν στο πεζικό, ο Θιέρσος μονοκοπανιάς θα είχε αποστερηθεί από το ουσιαστικό του όπλο: τους αντεπαναστάτες αξιωματικούς. Για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου έλειπε μια κομματική οργάνωση με ανθρώπους της σε όλες τις στρατιωτικές μονάδες. Με δυο λόγια, η εκλογιμότητα σ’ αυτήν την περίπτωση, είχε σαν άμεση επιδίωξη όχι να δώσει στα τάγματα καλούς διοικητές, αλλά να τα απελευθερώσει από τους αφοσιωμένους στην μπουρζουαζία διοικητές. Η εκλογιμότητα χρησιμεύει σαν σφήνα για να χωρίσει το στρατό σε δύο μέρη, σύμφωνα με την ταξική γραμμή. Έτσι έγινε σε μας στην εποχή του Κερένσκι και προπάντων στις παραμονές του Οκτώβρη.

Αλλά η απελευθέρωση του στρατού από τον παλιό διοικητικό μηχανισμό του, συνεπάγεται αναπόφευκτη την εξασθένιση της οργανωτικής συνοχής και την κάμψη της μαχητικής του δύναμης. Η εκλεγμένη διοίκηση είναι τις περισσότερες φορές αρκετά ασθενική από τεχνικοστρατιωτική άποψη και σ’ ότι αφορά τη διατήρηση της τάξης και της πειθαρχίας. Έτσι, τη στιγμή που ο στρατός απελευθερώνεται από την παλιά αντεπαναστατική διοίκηση που τον καταπίεζε, ξεπροβάλλει το ζήτημα να αποκτήσει μια επαναστατική διοίκηση, ικανή να εκπληρώσει την αποστολή της. Και αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί καθόλου να λυθεί με τις απλές εκλογές. Προτού οι πλατιές μάζες των στρατιωτών αποκτήσουν την εμπειρία της καλής εκλογής και επιλογής διοικητών, η επανάσταση θα κτυπηθεί από τον εχθρό που οδηγείται στην εκλογή της διοίκησής του από την πείρα αιώνων. Η επανάσταση πρέπει να δημιουργήσει ένα όργανο συγκροτημένο από έμπειρους, σταθερούς οργανωτές, στους οποίους να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη και να το εξουσιοδοτήσει πλήρως να εκλέξει, διορίσει και εκπαιδεύσει τη διοίκηση.

Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς άντλησε το κύρος της από τη δημοκρατική εκλογή. Τη στιγμή που έπρεπε να αναπτύξει στο μάξιμουμ την πρωτοβουλία για την επίθεση, η Κεντρική Επιτροπή, στερημένη από τη διεύθυνση ενός προλεταριακού κόμματος, τα έχασε και έσπευσε να μεταβιβάσει τις εξουσίες της στους αντιπροσώπους της Κομμούνας που είχε ανάγκη από ευρύτερη δημοκρατική βάση.

Μπορούμε λοιπόν φυλλομετρώντας σελίδα με σελίδα την ιστορία της Κομμούνας να συγκομίσουμε από αυτήν ένα μόνο μάθημα: χρειάζεται ισχυρή κομματική διεύθυνση. Το γαλλικό προλεταριάτο περισσότερο από κάθε άλλο προλεταριάτο προσέφερε θυσίες στην επανάσταση. Μα περισσότερο από κάθε άλλο επίσης ξεγελάστηκε.

Η μπουρζουαζία το θάμπωσε πολλές φορές με όλα τα χρώματα του δημοκρατισμού, του ριζοσπαστισμού, του σοσιαλισμού για να το δέσει πάντα με τις καπιταλιστικές αλυσίδες. Η μπουρζουαζία συσσώρευσε με τους πράκτορες της, τους δικηγόρους της, τους δημοσιογράφους της, ολόκληρη μάζα από δημοκρατικές, κοινοβουλευτικές, αυτονομιστικές φόρμουλες που πεδικλώνουν το προλεταριάτο και παρεμποδίζουν το κίνημά τους προς τα εμπρός.

Η ιδιοσυγκρασία του γαλλικού προλεταριάτου είναι μια επαναστατική λάβα. Μα αυτή η λάβα σκεπάζεται σήμερα από στάχτες σκεπτικισμού – αποτέλεσμα των πολλών εξαπατήσεων και απογοητεύσεών του.

Πρέπει λοιπόν οι προλετάριοι επαναστάτες στη Γαλλία να είναι αυστηρότεροι απέναντι στο κόμμα τους και να αποκαλύπτουν πιο αλύπητα την ασυνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στην πράξη. Οι Γάλλοι εργάτες έχουν ανάγκη από μια δραστήρια οργάνωση, ισχυρή σαν το ατσάλι, με ηγέτες που να ελέγχονται από τις μάζες σε κάθε νέο σταθμό του επαναστατικού κινήματος.

Πόσο χρόνο θα μας δώσει η ιστορία για να προετοιμαστούμε; Δεν το ξέρουμε. Πενήντα χρόνια η γαλλική μπουρζουαζία κρατά την εξουσία στα χέρια της, αφού οικοδόμησε την Τρίτη Δημοκρατία πάνω στα κόκαλα των Κομμουνάρων.

Από τους μαχητές του 1871 δεν έλειψε ο ηρωισμός. Εκείνο που τους έλειψε ήταν η σαφήνεια στη μέθοδο και μια συγκεντρωτική διευθυντική οργάνωση. Γι’ αυτό και ηττήθηκαν. Μισός αιώνας κύλησε χωρίς το προλεταριάτο της Γαλλίας να μπορέσει να θέσει το ζήτημα της εκδίκησης για τη θανάτωση των Κομμουνάρων. Μα αυτή τη φορά η δράση θα είναι πιο σταθερή, πιο συγκεντρωμένη. Οι κληρονόμοι του Θιέρσου θα πληρώσουν το ιστορικό χρέος στο ακέραιο.

Ζλατόουστε, 4 Φλεβάρη 1921