Κοινωνικός έλεγχος και κοινωνική αλληλεγγύη

02/04/2020
Comments off
178 Views

“Η μνήμη λειτουργεί παράξενα: όσο είμαι στο στρατόπεδο, συνεχώς χορεύουν στο μυαλό μου δύο στίχοι που έγραψε ένας φίλος μου πριν από καιρό:
…μέχρι που μια μέρα,
νόημα δε θα έχει να πεις: αύριο .”[1]

Σε γεγονότα μεγάλων καταστροφών, γεγονότα που επηρεάζουν με ανεπανάληπτο τρόπο τον τρόπο ζωής εκατομμυρίων – και στην περίπτωση την πανδημίας δισεκατομμυρίων, δηλαδή πρακτικά όλων – δεν υπάρχει τρόπος να τονιστεί αρκετά ότι η άμεση και αποφασιστική παρέμβαση των κρατικών φορέων και δομών αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου. Η παγκόσμια εξέλιξη της πανδημίας και τα μέτρα που νωρίτερα ή αργότερα πάρθηκαν από τις διάφορες χώρες είναι μάρτυρας αυτής της διαπίστωσης. Είναι επίσης γεγονός ότι καταστάσεις πραγματικής απειλής οι οποίες απαιτούν τη λήψη τέτοιων μέτρων, μπορεί να δημιουργούν πλαίσια κοινωνικής συμμόρφωσης προς την εξουσία, θέτοντας τις βάσεις για ευρύτερη συναίνεση απέναντι σε μέτρα νόμου και τάξης και αποδοχής μιας επιθετικής μορφής επιβολής της συμμόρφωσης στο όνομα της ασφάλειας[2].

Η κοινωνική ανισότητα μπροστά στην πανδημία

Ωστόσο δεν απειλείται όλη η ανθρωπότητα το ίδιο από την πανδημία. Αιτία είναι η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων ενός κόσμου όπως αυτός διαμορφώθηκε από την προηγούμενη οικονομική κρίση. Ο κανιβαλισμός του καπιταλισμού έχοντας καταστρέψει τις δημόσιες υποδομές υγείας, αφού συνειδητά η υγεία θεωρήθηκε ως ένα προϊόν για πώληση και υποχρηματοδοτήθηκε – τα μνημόνια έκλεισαν νοσοκομεία και γιγάντωσαν τα οργανικά κενά στο δημόσιο σύστημα υγείας – προσπαθεί με μια στροφή 180ο να σώσει ότι προλαβαίνει. Η κοινωνική αποστασιοποίηση δεν θα έπρεπε όμως να ισχύει και στις μεγάλες επιχειρήσεις από την πρώτη στιγμή ώστε οι εργαζόμενοι να μη δουλεύουν σε συνθήκες συνωστισμού; Το ερώτημα αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα αλλά και για άλλες χώρες, στις οποίες οι κινητοποίηση των εργαζομένων ανάγκασε τελικά τις κυβερνήσεις να κλείσουν μεγάλα εργοστάσια[3].

Η ατομική ευθύνη ως συνενοχή στις πολιτικές εξαθλίωσης

Όμως η υποκρισία όσων επιβάλλουν την εφαρμογή των μέτρων, κράτους και κυβέρνησης, είναι προκλητική αν και καλά συγκαλυμμένη μέχρι στιγμής. Συζητούν για την ατομική ευθύνη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την περίοδο των μνημονίων έθεταν το θέμα του χρέους και των μέτρων λιτότητας. Την περίοδο επιβολής των μνημονίων κυριάρχησε καταρχήν η ατομική ευθύνη ως η εγκληματική συνενοχή όλων μας, αφού απολαμβάναμε δίχως να σκεφτούμε το αύριο. Προστέθηκε στη συνέχεια η ατομική ευθύνη που μας καλούσε να βάλουμε πλάτη, να επιστρέψει το σύστημα από μια οικονομική κρίση, σαν ένα σχεδόν φυσικό φαινόμενο που κανείς δεν μπορούσε να το προβλέψει. Στη σημερινή συγκυρία επανέρχονται οι δύο αυτές έννοιες συνδυασμένα καθώς το «μαζί τα φάγαμε» και το «να βάλουμε πλάτη» εξισώνονται με το «όποιος δεν ακολουθεί πιστά τα μέτρα είναι υπεύθυνος για ότι κακό συμβεί». Αποτέλεσμα της ατομικής ενοχής και της ατομικής συμμόρφωσης, είναι η επικράτηση μιας αντίληψης η οποία πριμοδοτεί την αποδοχή καταστρατήγησης κάθε ελευθερίας και δικαιώματος – ατομικού, εργασιακού κλπ. – ώστε να ξεπεραστεί μια κοινωνική κρίση.

Η σημασία του ρόλου του κράτους ως πυρήνας του σημερινού προβλήματος

Όσο και αν είναι αναμφισβήτητο ότι η επίδειξη υπευθυνότητας και τήρησης των μέτρων είναι κρίσιμη, η πραγματικότητα δεν παύει να καταδεικνύει ότι η λογική της εξομάλυνσης της καμπύλης δεν θα ήταν ενδεχομένως τόσο κρίσιμης σημασίας αν δεν υπήρχε ο κίνδυνος κατάρρευσης του συστήματος υγείας, η κατάσταση του οποίου δεν είναι αποτέλεσμα φυσικών φαινομένων, αλλά συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων. Είναι δηλαδή θέμα κυβερνητικής και κρατικής ευθύνης που όπως και στην οικονομική κρίση μετακυλύεται ανισοβαρώς στις πλάτες της κοινωνίας. Η πανδημία λειτουργεί τελικά με όρους αποκάλυψης γιατί μπροστά στο στοίχημα της εξομάλυνσης της καμπύλης εξάπλωσής της, έχει κυριαρχήσει η λογική της ατομικής ευθύνης από κράτη και φορείς, οι οποίοι την επικαλούνται για να επιβάλλουν αυστηρά μέτρα ελέγχου περιορισμού των μετακινήσεων, καλύπτοντας έτσι την δική τους ευθύνη λόγω της πλήρους απόσυρσης τους από κάθε υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία το προηγούμενο διάστημα.

Είναι αλήθεια ότι παίρνονται μέτρα και ως εκ θαύματος εκεί που δεν υπήρχαν, βρέθηκαν αμύθητα ποσά[4], κάτι που δείχνει και τον τρόμο των επικεφαλής αλλά και τη σαθρότητα του συστήματος που χρειάζεται διάσωση. Προτεραιότητα των μέτρων αυτών όμως είναι η διάσωση των μεγάλων επιχειρήσεων και όχι η εξασφάλιση των δικαιωμάτων και της εργασίας των πολλών, ούτε κάποιο σχέδιο δημόσιων επενδύσεων την επόμενη μέρα ώστε ο κόσμος να ανακάμψει, δίχως να βρεθεί ξανά εν μέσω μνημονίων, ίσως ακόμα φονικότερων. Ενδεχομένως οι κυβερνήσεις να μοιράσουν και άλλα λεφτά[5] με τη μορφή επιδομάτων σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί προσωρινά η αίσθηση σταθερότητας από πλευράς των αμέτρητων εργαζομένων και των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων που είναι κυριολεκτικά στον αέρα, όμως και πάλι αυτό είναι ενδεικτικό του φόβου τους για τον εξοργισμό που μπορεί να φέρει η επόμενη μέρα του λογαριασμού.

Ο αόρατος εχθρός, η εθνική ομοψυχία και η ταύτιση με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης

Μπορεί αυτό που συμβαίνει να είναι αχαρτογράφητο, αλλά η συνταγή που εφαρμόζεται έστω και με παραλλαγές αποδεικνύεται η ίδια. Η δυνατότητα να καλείς τον πληθυσμό να πειθαρχήσει στα έκτακτα μέτρα που θα πάρεις και τα διαγγέλματα για αόρατους εχθρούς και πολεμικές συνθήκες ενισχύουν περεταίρω την αποδοχή πολιτικών κοινωνικής συμμόρφωσης, όπως δείχνει πρόσφατη δημοσκόπηση[6]. Το ανησυχητικό δεν είναι βέβαια να εφαρμοστούν έκτακτα μέτρα για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας με την αιτίαση της ανωτέρας βίας. Όμως σε ποιανού τα χέρια είναι η εξουσία που θα τα εφαρμόσει και θα ελέγξει την εφαρμογή τους, ποια δηλαδή με λίγα λόγια είναι η ηγεσία γύρω από την οποία συσπειρώνεται η κοινωνία και ποιο το πρόταγμα ασφάλειας που προβάλλει, είναι κάτι που πρέπει να απασχολεί τον καθένα. Η ομοψυχία αποσκοπεί όχι σε κάποια εγκάρδια εξίσωση μεταξύ μας, αλλά στην ταύτιση με τα συμφέροντα της εξουσίας που επιθυμεί να διαχειριστεί την κατάσταση δίχως κριτική για τις δικές της ευθύνες.

Η εθνική ομοψυχία είναι επικαλούμενη αξία σε όλες τις χώρες αυτή τη στιγμή. Η διάχυτη ανασφάλεια και αβεβαιότητα εμπνέει μια τάση για συσπείρωση γύρω από την ηγεσία που προβάλλει ως η καταλληλότερη στην συγκεκριμένη συνθήκη, η οποία συμβαδίζει με την τάση για όσο μεγαλύτερη ομοιογένεια της ομάδας που απειλείται καθώς μπορεί να νιώθουμε πιο σίγουροι και να πιστεύουμε ότι η κατάσταση ελέγχεται τελικά[7]. Κάτω από το χαλί της εθνικής ομοψυχία μπορεί να κρύβονται οι ευθύνες των κυβερνήσεων και οι ταξικές αντιθέσεις. Όμως ηθικά απογυμνωμένη η ομοψυχία είναι απλά μια ιδεολογία ομοιογένειας ενός κόσμου που καλείται να συμμορφωθεί οικειοθελώς σε ένα νέο περιβάλλον που δεν αναγνωρίζει δικαιώματα παρά μόνο υποχρεώσεις, που αφήνει την κοινωνική ιεραρχία αλώβητη και τις κορυφές που ευθύνονται για το θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχουμε ακλόνητες. Αυτό από τη στιγμή που γίνεται κοινή πεποίθηση φαντάζει και ορθολογικό, όμως η απονομιμοποίηση αυτής της εξουσίας είναι μια διαδικασία που μπορεί να ακολουθήσει το αρχικό πάγωμα και συσπείρωση γύρω της.

Σε αυτό μπορεί να συμβάλλουν δύο στοιχεία που μέσω της κρίσης αποκαλύπτονται περισσότερο από ποτέ. Το πρώτο είναι αυτό της υποκρισίας. Η ατομική ευθύνη του σήμερα εξισώνεται με την ατομική ευθύνη του μαζί τα φάγαμε. Ευθυνόμαστε όλοι το ίδιο για την κατάρρευση του ΕΣΥ. Η υποκρισία του όλοι ενωμένοι ανατρέπεται από το ποιοι θα πληρώσουν τελικά το λογαριασμό, πιθανότατα σε μια συνθήκη πολλαπλής καταστροφής. Το δεύτερο στοιχείο είναι η άρνηση παραδοχής ότι ο νεοφιλελευθερισμός, το παντοδύναμο χέρι της αγοράς απέτυχε και ένας ιός αποτελεί ικανή συνθήκη ξεβρακώματος του όλου αφηγήματος. Οι χειρότεροι εχθροί του κράτους, τώρα το επικαλούνται ως πανάκεια, ενώ την ίδια ώρα, εξακολουθούν να σχεδιάζουν ενέσεις ρευστότητας για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τράπεζες, αντί να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, χρηματοδότησης και προστασίας της εργασίας.

Ο κοινωνικός κανιβαλισμός καλλιεργείται συστηματικά και συστημικά

Οπότε η πειθάρχηση, κατεξοχήν ενοχική, επιτελείται σε επίπεδο εαυτού, δίχως ίχνος συζήτησης για συλλογική προσπάθεια – κάτι που θα σήμαινε οργάνωση και δράση με συντονισμό και αποφασιστική δύναμη όσων εμπλέκονται – ακόμα και αν η ρητορική της εκστρατείας «Μένουμε Σπίτι» υποδηλώνει μια ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο γενικά και αφηρημένα. Όμως όσοι την ώρα αυτή χρειάζονται πραγματικά βοήθεια είναι στην πραγματικότητα μόνοι τους. Κράτος και κυβέρνηση αρνούνται συστηματικά να διαμορφώσουν ένα ουσιαστικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας, ενώ ο χωροφύλακας παραμονεύει στη γωνία να γράψει πρόστιμα γιατί αντί για φόρμα φοράμε τζιν στον περίπατο. Δεν θα εκπλήξει αν σταματάνε σε λίγο και όποιον έχει μακριά μαλλιά. Έτσι μπορούν να κατασκευάζονται οι ένοχοι για το κακό που μας βρήκε. Η παραπάνω διεργασία μπορεί να ενισχύει και να αναπαράγει λογικές κοινωνικού κανιβαλισμού και λαϊκού δικαστηρίου, με την καχυποψία απέναντι στο συνάνθρωπο ως μολυσματικό και ασυνείδητο παράγοντα να τον καθιστά αντικοινωνικό πράκτορά του απόλυτου κακού.

Μπορεί να μην είναι ο κανόνας, αλλά η συνήθεια είναι ύπουλο πράγμα και το να συνηθίσουμε το τέρας μιας κάποιας επικαλούμενης απειλής που θα δικαιολογεί και θα νομιμοποιεί μέτρα κοινωνικού ελέγχου είναι μια διαδικασία ενδεχομένως ανεπαίσθητη. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να είναι γενικά μισάνθρωποι και μισαλλόδοξοι όσοι διακατέχονται από άγχος και φόβο αυτές τις μέρες. Καλλιεργείται όμως μια νοοτροπία που μπορεί να καταλήξει σε μια συμπαγή κοσμοθεωρία κοινωνικής συμμόρφωσης, μηδενικής ανοχής και κατακραυγής της κριτικής. Αυτό θα μπορούσε να νομιμοποιήσει, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, στο όνομα της σωτηρίας και της ομοιογένειας τρομακτικές πρακτικές, ενισχύοντας ταυτόχρονα και τους ιδεολογικούς και πολιτικούς φορείς που τις προασπίζονται καθαρότερα, την ακροδεξιά[8].

Απέναντι στον κοινωνικό έλεγχο ως λογική διαχείρισης ενός τέτοιου μεγέθους προβλήματος – αν η λέξη αυτή μπορεί στο ελάχιστο να καλύψει το τι συμβαίνει και το τι σημαίνει – βρίσκεται η κοινωνική αλληλεγγύη. Με όρους κοινωνικής πολιτικής πρακτικά αυτό θα σήμαινε νομοθέτηση μέτρων με αφορμή την πανδημία που στον πυρήνα τους θα έχουν την άμεση προοπτική της συνολικής αναδιανομής των κοινωνικών πόρων, οδηγώντας σε μια εξίσωση της κοινωνικής τοποθέτησης και την ενδυνάμωση μιας ιδεολογίας αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης[9]. Με κοινωνιοψυχολογικούς όρους αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν η εξουσία εξαναγκαστεί να πάρει τέτοια μέτρα από μια πλειοψηφία που έχει εξοργιστεί με τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες της κρίσης που η εξουσία αυτή θα επιχειρήσει να της φορτώσει και πάλι, αυτό που θα λέγαμε πολιτική αλληλεγγύη μεταξύ διαφορετικών και άνισα πληττόμενων ομάδων[10]. Άρνηση τέτοιων αιτημάτων και τύφλωση των κυβερνήσεων να ακολουθηθεί μακροπρόθεσμη πολιτική μακριά από νέα μνημόνια, θα τείνει να αυξήσει την απονομιμοποίηση των ηγεσιών, ακόμα και αν προσωρινά απολαμβάνουν ένα σημαντικό επίπεδο κοινωνικής αποδοχής και επίπλαστης ισχύος. Είναι οπωσδήποτε ένα ενδεχόμενο το οποίο όμως στο βαθμό που ισχύσει ο παράγοντας της καταστολής τέτοιων αιτημάτων, οι πιθανότητες μαζικής πολιτικοποίησης μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας αυξάνονται σημαντικά[11]. Κοινώς οι καπιταλιστές θα βρεθούν με το ενδεχόμενο εξεγέρσεων στην καρδιά του καπιταλισμού. Αυτό είναι κάτι που και οι καλύτεροι αναλυτές του καπιταλισμού δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να συναισθάνονται ότι όλα αυτά που ζούμε σήμερα είναι μια ωρολογιακή βόμβα η οποία μπορεί να σκάσει προς κάθε κατεύθυνση. Εδώ προέχει η κρατική ευθύνη, η οποία μπορεί να καθιστά την ατομική στάση μέρος μιας πραγματικά συλλογικής προσπάθειας. Ωστόσο οι συστάσεις και παρακλήσεις με την ελπίδα να σιγοκοιμάται στην αγκαλιά των καλών προθέσεων μεγαλοεργοδοτών και μεγάλων επιχειρήσεων για τη διασφάλισή των παραπάνω συνιστούν μαρτυρία ήττας του αφηγήματος της ομοψυχίας και της ισοπεδωτικής ατομικής ευθύνης.

Δύο κοσμοθεωρίες σε αναπόφευκτη σύγκρουση

Κοινωνικός έλεγχος[12] και κοινωνική αλληλεγγύη είναι δύο κόσμοι αντίθετοι. Αυτή η εικόνα μαύρου-άσπρου ωστόσο, όπως συμβαίνει στις περισσότερες αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες, αποτελείται από πολλαπλές διαβαθμίσεις που καθιστούν τις δύο αντιτιθέμενες όψεις πολυσύνθετες. Ακόμα και στον ίδιο άνθρωπο, συζητώντας αυτές τις μέρες μπορεί να εντοπίσει κανείς τις πιο αντιφατικές, αντικρουόμενες πεποιθήσεις. Μπορεί όμως κανείς σε στιγμές κρίσης, προασπιζόμενος την αντίληψή του για τον κόσμο και προσπαθώντας να κατανοήσει τα γεγονότα, να αποδεχτεί τόσο μια πολιτική μηδενικής ανοχής, όσο και να αναγνωρίσει την αξία μέτρων κοινωνικής αλληλεγγύης. Μια ισορροπία τρόμου που όμως επιτρέπει προς το παρόν τη συνοχή[13].

Σε καθεστώς κοινωνικού ελέγχου οι λίγοι αποφασίζουν για τους πολλούς, διατηρώντας έτσι την ζωτικής σημασίας κοινωνική ιεραρχία την ίδια στιγμή που γινόμαστε ο μπάτσος του εαυτού μας και ο δικαστής του Άλλου. Ο κοινωνικός έλεγχος προϋποθέτει ότι κάποιος χρειάζεται να ελέγχει ποιος και πόσο συμμορφώνεται. Τόσο το καλύτερο όταν η υπακοή στη νόρμα εξασφαλίζεται αυτοβούλως από την πλειοψηφία μέσω της ατομικής ευθύνης και μιας ψευδούς συναίνεσης. Ο κίνδυνος να εξελιχθεί και να παγιωθεί σε πρώτη φάση μια τέτοια νοοτροπία σε σημαντική μερίδα της κοινωνίας δεν είναι καθόλου καινούργιος και είναι πράγματι υπαρκτός. Η κάθε κυβέρνηση, της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης, μπορεί έτσι να εκμεταλλευτεί την υγειονομική κρίση μέσω των πολιτικών υλοποίησής της – πολιτικών συμμόρφωσης και εξαναγκασμού στο όνομα της ασφάλειας – και τις ευκαιρίες που παρέχονται ώστε να παγιώσει τέτοια κοινωνικά αντανακλαστικά, επανερχόμενη σε αυτά όποτε κρίνει ότι επέρχεται κάποια καταστροφή με όρους φυσικού και αναπόφευκτου φαινομένου.

Η κοινωνική αλληλεγγύη αντίθετα προτάσσει μια εντελώς διαφορετική αλήθεια. Η πρακτική ενδυνάμωση των συστημάτων υγείας, ο σχεδιασμός της παραγωγής και της οργάνωσης της εργασίας ώστε να υπάρχουν σταθερές προστασίας των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και η διεκδίκηση οι αποφάσεις αυτές να παίρνονται από αυτούς που τους αφορά άμεσα και που βιώνουν τις συνέπειες της ανυπαρξίας τους, είναι εξισωτική πραγματικά αλλά και κατεπείγουσα. Όπως κατεπείγουσα είναι και η ανάγκη οργανωμένης έκφρασης αυτής της εναλλακτικής με τους μαζικότερους δυνατούς όρους σε γειτονιές, πόλεις και πανελλαδικά. Οι δομικοί συστημικοί σεισμοί που αναγκάζουν τις κυβερνήσεις πανικόβλητες να προσφέρουν χρήμα στην πλειοψηφία της κοινωνίας. Τα τρις όμως που εμφανίστηκαν ως δια μαγείας για τη διάσωση της καπιταλιστικής οικονομίας, μαρτυρούν περισσότερο μια προσπάθεια εφησυχασμού, εξαγοράς ή ηρεμιστικού μπροστά στο τι μπορεί να περιμένει τις κοινωνίες όταν καταλαγιάσει η σκόνη από τον εφιάλτη της πανδημίας και γίνουμε μάρτυρες του πραγματικού πεδίου της μάχης στον οποίο θα έχουμε βρεθεί, με κύριο αυτό της μαζικής ανεργίας, κάτι που ήδη γιγαντώνεται[14].

Στρατηγοί και στρατιωτάκια

Μπορεί ο πρωθυπουργός αυτή τη στιγμή να μας οδηγεί ως μέγας στρατηγός στον πόλεμο κατά της πανδημίας, όμως αυτό θα αλλάξει μόλις ο ίδιος και όσοι εκπροσωπεί στην κοινωνική ιεραρχία, που ευαγγελίζεται τον κοινωνικό έλεγχο ως δόγμα, πιστέψουν ότι ήρθε η ώρα να πληρωθεί ο λογαριασμός. Τότε εθνική ομοψυχία θα σημαίνει τα στρατιωτάκια να θυσιαστούν για την επιβίωση των στρατηγών. Τότε οι δύο κοσμοθεωρίες, κοινωνικός έλεγχος και κοινωνική αλληλεγγύη θα αναμετρηθούν και πάλι παίρνοντας νέες, απρόβλεπτες ίσως, μορφές.

Στο βαθμό που στο επόμενο, άμεσο διάστημα, χτιστεί ένα ενιαίο μέτωπο αλληλεγγύης, καταρχήν πρακτικά ώστε κάπως να μετριαστεί η καταστροφή, πάντα με την εξήγηση ότι είναι κρατική και όχι ατομική η ευθύνη να προστατευθούμε και να παρέχονται επαρκείς υπηρεσίες, τότε θα τεθούν οι βάσεις να επιβιώσει και να προχωρήσει μια εναλλακτική. Αυτή θα μπορεί μελλοντικά να απονομιμοποιήσει την επίπλαστη συναίνεση και να προτάξει το σχέδιο που δεν θα υποχρεώνει σε διαλογή ευγονικού τύπου στα σκαλιά των νοσοκομείων, του ΟΑΕΔ, των στρατοπέδων κράτησης, των νεκροταφείων τελικά.

Χωρίς να επικαλείται κανείς κάποια μεταφυσική δύναμη βεβαιότητας για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, η προειδοποίηση παραμένει σαφής. Η μετά-πανδημίας εποχή θα έχει τρομερές διαφορές με την προ-πανδημίας αλλά και τρομερές ομοιότητες, ίσως ακόμα πιο άγριες από τις διαφορές. Αισιόδοξο είναι ότι υπάρχουν παραδείγματα δράσεων αλληλεγγύης τόσο συμβολικά όσο και υλικά[15]. Είναι κρίσιμο να θυμόμαστε όσα λέγονται και γίνονται αυτές τις μέρες. Όπως πρόσφατα ανέφερε ένας φίλος, σε μια συζήτηση για το μετά: «Να μην ξεχάσουμε. Ποτέ ξανά!».


Παραπομπές:
[1] Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, Πρίμο Λέβι, (σελ.162). Αθήνα. Εκδόσεις Άγρα.
[2] Duckitt, J., & Fisher, K. (2003). The impact of social threat on worldview and ideological attitudes. Political Psychology, 24(1), 199-222.
[3] http://net.xekinima.org/italia-i-ergodoasia-sampotarei-ti-maxi-enantia/
[4] https://www.naftemporiki.gr/story/1584040/o-tramp-upegrapse-se-nomo-to-megalutero-paketo-diasosis-stin-istoria-ton-ipa, https://www.consilium.europa.eu/el/policies/covid-19-coronavirus-outbreak/
[5] https://www.liberal.gr/news/capital%C2%A0economics-irthe-i-ora-na-pesoun-lefta-apo-to-elikoptero/293552
[6] https://www.cnn.gr/news/politiki/story/213032/dimoskopisi-opinion-poll-megali-i-apodoxi-gia-toys-xeirismoys-mitsotaki-kai-kikilia
[7] Hogg, M. A. (2001). A social identity theory of leadership. Personality and social psychology review, 5(3), 184-200.
[8] https://thepressproject.gr/nomoschedio-antimetopisis-tou-koronoiou-dini-yperexousies-ep%ce%84aoriston-ston-orban/
[9] Likki, T., & Staerklé, C. (2014). A typology of ideological attitudes towards social solidarity and social control. Journal of Community & Applied Social Psychology, 24(5), 406-421.
[10] Subašić, E., Reynolds, K. J., & Turner, J. C. (2008). The political solidarity model of social change: Dynamics of self-categorization in intergroup power relations. Personality and Social Psychology Review, 12(4), 330-352.
[11] Simon, B., & Klandermans, B. (2001). Politicized collective identity: A social psychological analysis. American psychologist, 56(4), 319.
[12] Λέγοντας ‘Κοινωνικός Έλεγχος’ εδώ εννοούμε πρώτον το σύνολο των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται από ένα κράτος για την επιβολή της συμμόρφωσης στους κανόνες και δεύτερον την άσκηση εξουσίας μέσω του ελέγχου της καθημερινής κοινωνικής ζωής στο όνομα αξιών και ιδανικών τα οποία προτάσσονται από την εκάστοτε εξουσία και αποσκοπούν σε μια ομοιογενή συμπεριφορά, σε συμμόρφωση στους κανόνες και στην δαιμονοποίηση του διαφορετικού. Βασίζεται καταρχήν στο κοινωνιοψυχολογικό έργο πάνω στον δεξιόστροφο αυταρχισμό του Altemeyer (1981), ο οποίος ανέπτυξε το έργο των Adorno και Horkheimer, της Σχολής της Φρανκφούρτης που επιχείρησαν να μελετήσουν την άνοδο του φασισμού στο μεσοπόλεμο. Είναι εντελώς διαφορετικός ο ‘Κοινωνικός Έλεγχος’ με την έννοια της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τη διαχείρισή τους με δημοκρατικές διαδικασίες από την κοινωνική βάση, διαχρονικό αίτημα επαναστατικών κινημάτων και της επαναστατικής αριστεράς, με πιο ολοκληρωμένη διατύπωση αυτή του κοινωνικού και εργατικού ελέγχου. Στην πραγματικότητα η διαφορά είναι στο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής και την εξουσία διαμόρφωσης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που διαφοροποιεί τη μία μορφή κοινωνικού ελέγχου από την άλλη. Σε ένα σχήμα αρκετά απλοποιημένο πρόκειται από τη μία για τον κοινωνικό έλεγχο, ζωτικό για την αναπαραγωγή της κοινωνικής ιεραρχία και από την άλλη για τον κοινωνικό έλεγχο ως ζωτικό αίτημα και εργαλείο της αυτοοργανωμένης κοινωνικής βάσης στην κατεύθυνση κατάκτησης και άσκησης της εξουσίας.
[13] Jovchelovitch, S. (2002). Re-thinking the diversity of knowledge: Cognitive polyphasia, belief and representation. Psychologie et société, 5(1), 121-138.
[14] http://net.xekinima.org/sunenteuxi-ispania-i-ugeia-katarreiei-ena-ek/, http://net.xekinima.org/gia-tis-300-apoluseis-kai-tin-ek-peritropis/
[15] https://thepressproject.gr/kourdi-mousiki-stelnoun-minyma-allilengyis-stin-italia-me-to-diko-tous-bella-ciao/, https://thepressproject.gr/ergates-sti-tynisia-klistikan-ikiothelos-se-ergostasio-gia-na-ftiachnoun-maskes/