3

Κινηματογράφος: «Μεγαλέξανδρος»

12/04/2017
Comments off
440 Views
17202727_10211820907021162_6286801019837681065_n
Του Ιάκωβου Παναγόπουλου

 

Γυρίστηκε: 1980

Σκηνοθεσία: Θόδωρος Αγγελόπουλος

Διακρίσεις: 1980. Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας· Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci)· Βραβείο Cinema Nuovo Φεστιβάλ Βενετίας· Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1980.

 

Ο Μεγαλέξανδρος είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η οποία γυρίστηκε μετά την Τριλογία της Ιστορίας και πριν την Τριλογία της Σιωπής και αποτελεί μια αυτόνομη ενότητα στο έργο του μεγάλου Έλληνα δημιουργού. Ο Αγγελόπουλος με αυτήν την αριστουργηματική ταινία, την οποία την τοποθετεί χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα, κάνει μια κριτική στο αιώνα που έρχεται και ουσιαστικά βάζει επί τάπητος όλα τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε στην Τριλογία της Ιστορίας.

Πλοκή

Η αφήγηση της ταινίας επικεντρώνεται γύρω από την μυθική φιγούρα του Μεγαλέξανδρου. Ενός ληστή (υπάρχει η αναφορά στην «Αρπαγή στο Δήλεσι» το 1870) ο οποίος δραπετεύει με την ομάδα του από την φυλακή, κατά ένα μαγικό τρόπο ο οποίος δεν εξηγείται από την αφήγηση, την στιγμή που το χωριό του αντιμετωπίζει προβλήματα.

Πηγαίνοντας στο τόπο του απαγάγει μια ομάδα Άγγλων ευγενών τους οποίους του χρησιμοποιεί σαν όμηρους για να αναγκάσει την κυβέρνηση να υπογράψει την αμνηστία του ιδίου και των συντρόφων του και ταυτόχρονα να επιστρέψει τη γη πίσω στους αγρότες.

Στο χωριό λειτουργεί μια ιδιότυπη κομμούνα, με γενικές συνελεύσεις των κατοίκων και κολεκτιβοποίηση της γης, κάτω από την καθοδήγηση του δασκάλου, ο οποίος έχει αναφορές στον Μαρίνο Αντύπα.

Οι κάτοικοι δέχονται τον Αλέξανδρο σαν σωτήρα και λυτρωτή και τον αντιμετωπίζουν σαν ένα είδους θεού, ο οποίος βαπτίζει τους νέους του χωριού με το όνομά του και λειτουργεί σαν την απόλυτη ηγετική φιγούρα του χωριού.  Οι συγκρούσεις δεν αργούν να έρθουν ανάμεσα στην ομάδα του Αλέξανδρου, στην ομάδα κάποιων Ιταλών αναρχικών και του δάσκαλου.

Ο Αλέξανδρος δεν ανέχεται οποιαδήποτε διαφωνία στην κοινότητα μετεξελίσσεται σε έναν τύραννο του χωριού, ο οποίος εκτελεί τον δάσκαλο, την κόρη του και όποιον άλλον είναι αντίθετος με τις διαταγές του. Στην τελική μάχη οι χωρικοί μάχονται με τον στρατό και ο Μεγαλέξανδρος απομονωμένος πλέον και μόνος κατασπαράζεται από τους χωρικούς σε ενός είδους «Θεοφαγία» και αυτό που μένει είναι ένα μαρμάρινο άγαλμα του ιδίου του Μεγαλέξανδρου το οποίο αιμορραγεί.

Ανάλυση

«Σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις; θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους με την αλλοτινή μορφή τους που δεν γνώρισες και όμως την ξέρεις…»

Γιώργος Σεφέρης, «Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, σελ. 226.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μέσα από αυτήν την ασύλληπτη ταινία κάνει μια εμβάθυνση στην κριτική ματιά του και σχολιάζει διαλεκτικά τον αιώνα που έρχεται. Ο ίδιος ο Μεγαλέξανδρος σαν ήρωας αποτελεί την απόλυτη μυθική Ελληνική φιγούρα, ο οποίος παίρνει στοιχεία από την αρχαιότητα έως σήμερα. Ο Μεγαλέξανδρος συνδέεται με τον ίδιο τον Μέγα Αλέξανδρο της αρχαιότητας αλλά και με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Άρη Βελουχιώτη και τον Άγιο Γεώργιο.

Την ίδια στιγμή όμως συνδέεται και με τον ίδιο τον σκηνοθέτη μεταφέροντας με αυτόν το τρόπο την δική του προσωπική ματιά. Όπως αναφέρει ο Sergio Arecco: «Το αρχικό Άλφα στη λέξη Αλέξανδρος είναι το Άλφα του ονόματος Αγγελόπουλος, το Άλφα του Άρης (Βελουχιώτης). Ο Αλέξανδρος είναι ο “αμύνων άνδρας”, αυτός που πολεμάει τους ανθρώπους, ο πατριάρχης πόλεμος, ο πατήρ πάντων, του Ηράκλειτου» (Αrecco, 1985).

Η ίδια η αφήγηση είναι εμποτισμένη με τις πολιτισμικές ρίζες του Ελληνικού πολιτισμού αφυπνίζοντας με αυτόν τον τρόπο συλλογικές μνήμες και αναμνήσεις από το κοινό. Παρατηρούνται στοιχεία από την λαϊκή παράδοση της μουσικής, την τέχνη της αγιογραφίας και του θεάτρου σκιών. Ο Αγγελόπουλος κάνει μια έντονη κριτική στην απολυταρχία και στην διαστρεβλωμένη αντίληψη του μαρξισμού χωρίς την ίδια στιγμή να κριτικάρει την ίδια την έννοια του σοσιαλισμού.

Η ανάλυση του είναι βαθιά ταξική με έντονο αντισταλινικό χαρακτήρα, βάζοντας για ακόμη μια φορά την επανάσταση σαν ένα όνειρο που δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε για ακόμη μια φορά. Ταυτόχρονα σχολιάζει τον ίδιο τον μύθο του «σωτήρα-λυτρωτή» ο οποίος θα έρθει καβάλα στο άλογο του για να σώσει τον λαό, βάζοντας στο στόχαστρο ένα θέμα που δυστυχώς παρατηρείται έντονα σε όλη την πορεία του Ελληνικού πολιτισμού.

Παράλληλα ο Αγγελόπουλος κριτικάρει και σε ένα βαθμό γελοιοποιεί την άρχουσα τάξη παρουσιάζοντας την γραφικότητα και την ίδια την αστάθεια της εξουσίας της μέσω των κουστουμιών και του σκηνικού του.

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου ο ευτραφής γαιοκτήμονας κάθεται στην μέση ενός χωραφιού με το ακριβό του κοστούμι και διαβάζει το γράμμα. Όπως αναφέρει η καθηγήτρια Ειρήνη Στάθη: «η ίδια η μορφή του φεουδάρχη θα αποτυπώνονταν ως στοιχείο της επικυριαρχίας του πάνω στην περιοχή του. Σε αυτή τη σκηνή συμπυκνώνεται ο προβληματισμός πάνω στις πολιτικές κοινωνικές δομές, που διήλθαν την ελληνική επικράτεια από την περίοδο των ακριτών μέχρι την πρώτη μεγάλη εξέγερση εναντίον του φεουδαλισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα».

Στην σκηνή του ιδιότυπου δικαστηρίου που πραγματοποιείται στο χωριό με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης και το προαποφασισμένο αποτέλεσμα, ο Αγγελόπουλος υπογραμμίζει για ακόμη μια φορά την φαιδρότητα της αστικής τάξης η οποία «δικάζει» σε ένα στημένο δικαστήριο στα βουνά με τα ακριβά της ρούχα και τις ομπρέλες της, την στιγμή που είναι πλήρως ακατάλληλες με το κλίμα του χωριού.

Όσο η ταινία πλησιάζει προς το τέλος, όπου ο Μεγαλέξανδρος έχει γίνει πλέον τύραννος και κάνει το ένα «λάθος» μετά το άλλο, απομακρύνοντας όλο και περισσότερο την κοινότητα από τον επαναστατικό της στόχο, το κοινό παρατηρεί και τα ανθρώπινα στοιχεία της προσωπικότητας του. Αυτά τα στοιχεία βγαίνουν στο φως μόνο όταν βγάζει την περικεφαλαία του η οποία είναι και το σύμβολο της εξουσίας του. Ο Αλέξανδρος πλέον μιλάει μόνο στο ματωμένο φόρεμα της γυναίκας του και σφαδάζει στο πάτωμα όταν παθαίνει επιληπτικές κρίσεις, τις οποίες οι κάτοικοι του χωριού απαγορεύεται να δουν.

Στο τέλος της ταινίας όταν το χωριό τρώει τον ηγέτη του και στο σημείο αυτό εμφανίζεται μια μαρμάρινη προτομή που ματώνει, γίνεται μια ταυτόχρονη αναφορά από τον δημιουργό τόσο στην αίγλη του παρελθόντος της αρχαίας Ελλάδας και της διαφοράς με το ομιχλώδες παρόν, όσο και στο πέρασμα της Ιστορίας στον Μύθο. Γιατί όσο υπάρχει Μύθος, ο οποίος μέσα από την λαϊκή παράδοση παίρνει τα χαρακτηρίστηκα του Θρύλου, η Ιστορία δεν μπορεί να ξεχαστεί ποτέ.

Η ταινία κλείνει με ένα αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον, όπου ο μικρός Αλέξανδρος, ο οποίος ήταν εγγονός και γιος του Μεγαλέξανδρου, παροπλισμένος από τα διδάγματα του σοσιαλισμού τόσο από τον Μεγαλέξανδρο όσο και από τον δάσκαλο και έχοντας περάσει τα ιστορικά λάθη του παρελθόντος, πηγαίνει στις πόλεις.

Συμπεράσματα

Ο Μεγαλέξανδρος είναι ίσως η πιο πολιτική ταινία του Αγγελόπουλου στην οποία αναλύει σε βάθος έρευνας τα ιστορικά γεγονότα που θα επακολουθήσουν στον 20ο αιώνα. Είναι ένα έργο εξαιρετικά σημαντικό καθώς είναι έντονα επίκαιρο στην σημερινή εποχή. Ο σκηνοθέτης κριτικάρει με μια διαλεκτική ματιά ιστορικά γεγονότα, πολιτικές έννοιες και μυθικά αρχέτυπα χρησιμοποιώντας αυτήν την ταινία σαν τον προσωπικό του στοχασμό πάνω στην ιστορία και την πολιτική.