Κινηματογράφος: «Η Ψυχή στο στόμα»

14/05/2017
Comments off
518 Views

17202727_10211820907021162_6286801019837681065_n
Του Ιάκωβου Παναγόπουλου

 

Γυρίστηκε : 2006

Χρώμα: Έγχρωμο

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Ηθοποιοί: Ερρίκος Λίτσης, Βαγγέλης Μουρίκης, Μαρία Κεχαγιόγλου

SoulKickingposter

Ο Γιάννης Οικονομίδης στην δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του με τίτλο «Η Ψυχή στο στόμα» αφήνει κυριολεκτικά τους θεατές με την ψυχή στο στόμα σφυροκοπώντας τους για 111 λεπτά με την δράση του σεναρίου του. Η ταινία απέσπασε πολύ καλές κριτικές και βραβεία καθώς υπήρξε αρκετά πρωτοπόρα. Ο σκηνοθέτης χαρτογράφησε μια όψη της Αθηναϊκής πραγματικότητας παρουσιάζοντας την ζωή του Τάκη, ενός μεσήλικα ο οποίος βιώνει μια καθημερινή και ακατάπαυστη βία από παντού χωρίς να αντιδράει.

Πλοκή

«Όλα καλά θα πάνε, όλα καλά θα πάνε να πούμε, όλα καλά ρε συ».

Η αφήγηση της ταινίας ξεκινάει με τον Τάκη, τον πρωταγωνιστή, ο οποίος επαναλαμβάνει με ένα αυτοματιστικό μοτίβο την παραπάνω φράση, ενώ ταυτόχρονα ρίχνει νερό στο πρόσωπο του.

Η πλοκή της ταινίας αφορά την ανεύρεση ενός συγκεκριμένου ποσού από τον Τάκη, ο οποίος χρωστάει χρήματα σε έναν τοκογλύφο τα οποία τα είχε δανειστεί σε μια προηγούμενη δύσκολη στιγμή της ζωής του.

Ταυτόχρονα χαρτογραφείται η ίδια η πραγματικότητα του πρωταγωνιστή η οποία και τραβάει την προσοχή του θεατή, αφήνοντας ίσως στην άκρη όλα τα υπόλοιπα. Ο Τάκης είναι ένας παθητικός δέκτης σε οτιδήποτε συμβαίνει στην καθημερινότητα του. Από τις προσβολές που δέχεται στο σπίτι από την γυναίκα του, η οποία τον απατάει, μέχρι το αφεντικό του που τον υποχρεώνει να του κάνει μασάζ στο πόδι του κάθε μέρα.

Ο πρωταγωνιστής στέκεται παθητικός και παρακολουθεί όλη αυτήν την λεκτική και σωματική βία που υφίσταται καθημερινά χωρίς να καταφέρνει τα αντιδράσει, παρά μόνο να επαναλαμβάνει τον λαϊκό κανόνα το ότι: «όσο σκύβεις το κεφάλι σου τόσο πιο πολύ θα στο πατάνε».

Αυτή η συνεχόμενη πίεση και η μηδαμινή ανταπόκριση από τους φίλους και γνωστούς του για να τον βοηθήσουν με το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει τον οδηγούν στα άκρα.

Κομβική σημασία για την νευρική κατάρρευση του Τάκη παίζει η σχέση της γυναίκας του με τον αδελφό του αφεντικού του, η οποία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο πρωταγωνιστής απομακρύνεται από το περιβάλλον του αλλά παραμένει το ίδιο παθητικός. Η τελική σκηνή της ταινίας είναι ο φόνος του αφεντικού από τον Τάκη μέσα στο αμάξι του τελευταίου.

Ανάλυση

Ο σκηνοθέτης στην δεύτερη ταινία του ασχολείται αποκλειστικά με την φτωχή εργατική τάξη της Αθήνας και τα λούμπεν στοιχεία, στην ανατολή της οικονομικής κρίσης.

Ο δημιουργός παρουσιάζει την πραγματικότητα της ζωής σ’ αυτά τα στρώματα με τον πιο ωμό και ρεαλιστικό τρόπο, χρησιμοποιώντας επαναλαμβανόμενα μοτίβα και υβριστικούς διαλόγους για να υπογραμμίσει τον στόχο του. Ο σκηνοθέτης πιάνει κυριολεκτικά τον θεατή από τον γιακά και για όλη την διάρκεια της ταινίας τον ταρακουνάει με βία. Ο δημιουργός ασκεί τεράστια πίεση στον θεατή συνδέοντας τον με τα πάθη και τα προβλήματα του πρωταγωνιστή του. Η συνεχής χρήση της βίας και της πίεσης σε συνδυασμό με το βωμολοχικό επαναλαμβανόμενο παραλήρημα φέρνει συχνά τον θεατή στα όρια του.

Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι σκληροί, και η ταινία περιέχει έντονη κριτική στην μικροαστική τάξη της τότε και της τώρα εποχής. Άξεστοι, ομοφοβικοί και ρατσιστές τραμπούκοι χτυπούν την γυναίκα τους για να αποδείξουν τον ανδρισμό τους… το αγράμματο νεόπλουτο αφεντικό που έχει μια πάρα πολύ μικρή επιχείρηση έχει το θράσος και το τουπέ μεγαλοαστών… η αδελφή του Τάκη, αντιμέτωπη με την οικονομική πίεση και τα έντονα νεύρα, ξεσπά στην ψυχικά άρρωστη αδελφή της… Ο δημιουργός έχει κατηγορηθεί για υπερβολή, οι χαρακτήρες του ωστόσο είναι πραγματικοί και τόσο γνώριμοι. Έχουν στοιχεία και μνήμες από ιστορίες γνωστές στον κοινωνικό περίγυρο του κάθε ενός από εμάς.

Η ταινία του Οικονομίδη όμως δεν ενόχλησε μόνο λόγω των έντονων υβριστικών διαλόγων αλλά λόγω της παρουσίασης μιας ωμής πραγματικότητας της «ελεύθερης αγοράς» και της «ελαστικής εργασίας» στις πιο χαμηλές κοινωνικές τάξεις. Επίσης δείχνει πώς η έλλειψη αντίστασης στον χώρο εργασίας μπορεί να καταντήσει τον εργαζόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η καθημερινή εντριβή στο πόδι του αφεντικού του και η ταυτόχρονη λεκτική βία που ασκείται καθημερινά απέναντι του. Το σχόλιο του Τζίμη του τοκογλύφου στον Τάκη «εάν ήμουν τράπεζα θα βάραγες προσοχές» δείχνει επίσης και την διαχρονικότητα του έργου καθώς και μια προφητική πρόβλεψη για την επερχόμενη οικονομική κρίση.

Ο σκηνοθέτης σε μία συνέντευξη του ανέφερε ότι: «Ο Τάκης χρωστάει λεφτά, αλλά του χρωστάνε αγάπη». Ο ίδιος ο χαρακτήρας το μόνο που ζητά είναι μια θέση στην κοινωνική του πραγματικότητα την οποία τρέμει να διεκδικήσει. Ακόμη και ο ίδιος έχει πιστέψει ότι δεν αξίζει την αγάπη και την εκτίμηση των γύρων του καθώς η βία έχει κεντηθεί σαν τατουάζ στο δέρμα του. Δεν γνωρίζει τι θα πει φροντίδα και περιποίηση. Ακροβατεί από την μια αρνητική συμπεριφορά στην άλλη χωρίς να μπορεί να βρει ένα μέρος να ανήκει.

Η τελική του κίνηση απελπισίας δείχνει ότι αν και δολοφόνησε το αφεντικό του, έμεινε και πάλι παθητικός καθώς ο ίδιος ήρθε να τον βρει και με αυτόν τον τρόπο η αφήγηση κλείνει χωρίς ένα καθαρτικό τέλος αφήνοντας τον θεατή μετέωρο και προβληματισμένο.

Συμπερασματικά

Ο κινηματογράφος του Γιάννη Οικονομίδη αλλά και «Η Ψυχή στο Στόμα» αποτελεί ένα σημαντικό δείγμα λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου. Ενός κινηματογράφου ωμού, ρεαλιστικού με έντονα τα δείγματα του λούμπεν στοιχείου. Ενός κινηματογράφου που δεν κρύβει τα λόγια του, που δεν ωραιοποιεί καταστάσεις και που δεν παρουσιάζει την Αθήνα σαν την Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της Ελλάδας αλλά όπως πραγματικά είναι στις αρχές της οικονομικής κρίσης που κατακερμάτισε την ελληνική πραγματικότητα. Το ερώτημα που μπαίνει φυσικά είναι πόσο πιο έντονα θα ήταν αυτά τα στοιχεία εάν η ταινία αυτή είχε γυριστεί σήμερα;