Κινδυνεύουμε από τις μάσκες ή από την παραπληροφόρηση;

Οι εικόνες που παρακολουθήσαμε πριν από λίγες μέρες στις συγκεντρώσεις ενάντια στις μάσκες, τους εμβολιασμούς και γενικά τα μέτρα προστασίας από την πανδημία ήταν σοκαριστικές. Μάσκες που καίγονται με τον κόσμο να πηδάει πάνω από τη φωτιά, μάσκες που ποδοπατούνταν με μανία, συγκεντρωμένοι με μάσκες προβάτων και τη χειρουργική μάσκα πάνω από αυτές, σε μια κίνηση χλευασμού απέναντι σε όσους και όσες τηρούν τα μέτρα προστασίας από τον κορονοϊό. Όλα τα παραπάνω συνοδεύτηκαν με εθνικιστικά και θρησκευτικά συνθήματα, ενώ η παρουσία των εκπροσώπων της Εκκλησίας αλλά και της Ακροδεξιάς ήταν εμφανής.

Υπέρμαχοι των διάφορων θεωριών συνωμοσίας βγήκαν στους δρόμους μεγάλων πόλεων, από την Αθήνα μέχρι το Ηράκλειο και από τη Λάρισα μέχρι τη Θεσσαλονίκη, απαιτώντας να μην υποχρεωθούν τα παιδιά τους να φοράνε μάσκα στο σχολείο, να μην υποχρεωθούν να κάνουν το εμβόλιο όταν θα κυκλοφορήσει. Μεγαλύτερη όλων ήταν η διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη, η οποία πιθανά να έφτασε τα 3-4.000 άτομα.

Όπως έχει παρατηρηθεί και στο παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις, είναι προφανές ότι όλοι οι άνθρωποι που συμμετείχαν δεν ήταν οργανωμένοι ακροδεξιοί. Υπήρχαν σίγουρα αρκετοί μπερδεμένοι από τα διάφορα που ακούγονται, αγανακτισμένοι από τους λαθεμένους χειρισμούς της κυβέρνησης στο ζήτημα του κορονοϊού κλπ. Ωστόσο, αυτός που έδωσε για ακόμα μια φορά τον τόνο, ήταν η ακροδεξιά και οι ανυπόστατες θεωρίες.

Εκκλησία και Ακροδεξιά

Στη διαδήλωση της Θεσσαλονίκης κυριάρχησε το «Μακεδονία ξακουστή». Σε άλλες πορείες ακούστηκε ο εθνικός ύμνος, παρέλασαν μαζικά ελληνικές σημαίες, ενώ το σύνθημα «Ελλάδα σημαίνει ορθοδοξία» ήταν ένα από τα αγαπημένα των διαδηλωτών, δίπλα σε αυτά που απαιτούσαν να μη φορέσει κανένα παιδί μάσκα στα σχολεία και βέβαια το μνημειώδες «κανένα παιδί στα χέρια του ΕΟΔΥ». Ως διοργανώτρια της διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη εμφανίζεται η Μαρία Θεοχαρίδου, που έχει υπάρξει υποψήφια της Χρυσής Αυγής σε εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων χρόνων.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι τυχαίο. Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι παραδοσιακά ένα από τα αγαπημένα σπορ της Ακροδεξιάς και των εθνικιστών. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους, κάθε ασυνήθιστο γεγονός ενδέχεται να αποτελεί τμήμα ενός υποτιθέμενου σκοτεινού σχεδίου που εξυφαίνεται ενάντια στην Ελλάδα και τους Έλληνες. Για πολλούς από αυτούς, ο κορονοϊός είναι ένα ψέμα που κατασκευάστηκε για να πειθαρχήσουμε στα αντεθνικά σχέδια της εξουσίας, ή απλά μια «γριπούλα», που πολλή σημασία της δώσαμε…

Όσο για την Εκκλησία, που είδε τα κέρδη της να μειώνονται σημαντικά κατά την περίοδο της καραντίνας και της λήψης μέτρων προστασίας από τον κορονοϊό, συνέβαλε με τον τρόπο της στην εξάπλωση της πανδημίας, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες – είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μαζική εισαγωγή κρουσμάτων στη χώρα ήρθε από οργανωμένη θρησκευτική εκδρομή στην Ιερουσαλήμ.

Η απύθμενη ανευθυνότητα με την οποία πολλοί ιεράρχες πρότειναν στους πιστούς να συνεχίσουν να πηγαίνουν μαζικά στην εκκλησία, ακόμη και να χρησιμοποιούν το ίδιο κουτάλι/λαβίδα κατά τη «θεία κοινωνία», δείχνει την έκταση του σκοταδισμού, αλλά και της απληστίας που διακρίνει την ηγεσία της.

Ας δούμε όμως μερικά –μόνο– από τα επιχειρήματα των πολέμιων της μάσκας…

«Δεν έχω κανένα γνωστό με κορονοϊό»

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων προσπαθούν να υποβαθμίσουν την κατάσταση, είναι ότι δεν γνωρίζουν προσωπικά κάποιον άνθρωπο που να έχει προσβληθεί από τον κορονοϊό. Η πραγματικότητα είναι ότι στην Ελλάδα η κατάσταση είναι, συγκριτικά, σε  σημαντικό βαθμό ελεγχόμενη και ότι ο μέχρι στιγμής αριθμός των κρουσμάτων, των σοβαρά άρρωστων και των νεκρών είναι μικρός σε σχέση με άλλες χώρες. Στην Ελλάδα δεν έχουμε δει τους μαζικούς τάφους της Ινδίας ή των ΗΠΑ. Δεν έχουμε δει εγκαταλελειμμένα γηροκομεία με τους ηλικιωμένους να πεθαίνουν αβοήθητοι όπως στην Ισπανία. Και είναι πράγματι πιθανό, ακόμη και μετά από μήνες αφότου ο κορονοϊός έχει φτάσει στη χώρα μας, να υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κάποιο περιστατικό στο συγγενικό, κοινωνικό, ή επαγγελματικό τους περιβάλλον, παρότι για την πλειοψηφία του κόσμου ισχύει το αντίθετο.

Αυτή η πραγματικότητα όμως, πηγάζει ακριβώς από το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας έχει πάρει την κατάσταση σοβαρά και τηρεί τα μέτρα προστασίας. Από τα πρώτα μέτρα της καραντίνας, μέχρι τη μαζική χρήση μάσκας και την τήρηση των αποστάσεων στη συνέχεια, πλατιά στρώματα του πληθυσμού ανταποκρίθηκαν στην ανάγκη να προστατευτούν και κυρίως να προστατέψουν τις ευπαθείς ομάδες. Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι «δεν ξέρουν κανέναν με κορονοϊό».

«Η μάσκα κάνει μεγαλύτερη ζημιά»

Ένα άλλο επιχείρημα είναι πως η μάσκα μπορεί να βλάψει τους πνεύμονες και να αποδυναμώσει το ανοσοποιητικό σύστημα. Αρχικά πρέπει να πούμε πως δεν υπάρχει καμία σοβαρή έρευνα που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο, αντίθετα ο επιστημονικός κόσμος αντιμετωπίζει αυτές τις απόψεις ως φήμες που κυκλοφορούν εξαιτίας της κακής πληροφόρησης, της καχυποψίας και του φόβου. Η αλήθεια είναι βέβαια πως οι αντιφατικές οδηγίες των αρχών κατά την πρώτη φάση της πανδημίας, που στην πραγματικότητα παρουσιάζανε τις μάσκες ως μη απαραίτητες γιατί δεν υπήρχε επάρκεια στην αγορά, θόλωσαν ακόμη περισσότερο τα νερά και ενίσχυσαν την καχυποψία. Αυτό όμως δε μειώνει τη σημασία των προστατευτικών μέσων και ιδιαίτερα της μάσκας, η οποία είναι ένα βασικό εργαλείο προστασίας όχι μόνο αυτού που τη φοράει, αλλά κυρίως όσων βρίσκονται γύρω του σε περίπτωση που αυτός/ή είναι φορέας.

Ακούμε επίσης ότι οι μάσκες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από υγιείς ανθρώπους. Ο κορονοϊός όμως μπορεί να μεταδοθεί μέσω της αναπνοής από ανθρώπους που δεν έχουν συμπτώματα. Έτσι, ένας άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του υγιή και άρα ασφαλή για τους γύρω του, υπάρχει περίπτωση να κάνει λάθος. Μπλοκάροντας σε μεγάλο βαθμό τα σταγονίδια που εκτοξεύονται με το βήχα, το φτέρνισμα, ακόμη και με την ομιλία ή την αναπνοή, η μάσκα είναι ένα απαραίτητο μέσο για να προστατέψουμε τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μας και κυρίως τους ηλικιωμένους και τους πιο ευάλωτους.

Ιδιαίτερα τα παιδιά, που εξαιτίας των τραγικών ελλείψεων των σχολικών εγκαταστάσεων και της ανευθυνότητας του υπουργείου παιδείας θα βρεθούν το επόμενο διάστημα να συνωστίζονται σε μικρές αίθουσες, μπορούν πολύ εύκολα να μεταδώσουν τον κορονοϊό το ένα στο άλλο και στη συνέχεια να τον μεταφέρουν στις οικογένειές τους.

Αρκετοί αναφέρουν το επιχείρημα ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συστήνει για τα παιδιά κάτω των 12 ετών να μην φορούν μάσκες. Αυτό δεν είναι ακριβές. Οι οδηγίες του ΠΟΥ αναφέρουν ότι η αναγκαιότητα χρήσης μάσκας στα σχολεία και σε παιδιά μεταξύ 6-11 ετών καθορίζεται από διάφορους παράγοντες και όχι μόνο από την ηλικία τους, όπως για παράδειγμα το αν μπορούν να κρατηθούν οι απαιτούμενες αποστάσεις, ή αν υπάρχουν παιδιά, ή εκπαιδευτικοί με προβλήματα υγείας που τους καθιστούν ευάλωτους κλπ.

«Δε θα φιμώσετε τα παιδιά μας!»

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η μάσκα είναι ένα συμβολικό μέσο φίμωσης και μετατροπής της κοινωνίας και ιδιαίτερα των παιδιών σε «πρόβατα» και άβουλα πλάσματα χωρίς άποψη. Πράγματι, στις μέρες μας μια σειρά δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες που είχαν κατακτηθεί με αγώνες τα προηγούμενα χρόνια και δεκαετίες, δέχονται επίθεση. Αυτό που τα απειλεί όμως δεν είναι η μάσκα.

Οι γονείς που διαδηλώνουν ενάντια στη μάσκα αγωνιώντας για τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των παιδιών τους, θα έπρεπε να ανησυχούν για πολλά άλλα πράγματα, αντί για την υποχρεωτική χρήση μάσκας στο σχολείο: θα έπρεπε να ανησυχούν για το εκπαιδευτικό σύστημα της παπαγαλίας και του ανταγωνισμού, των ατελείωτων θρησκευτικών και της «διαγωγής». Θα έπρεπε να ανησυχούν για το νόμο για τις διαδηλώσεις που περιορίζει πρακτικά, άμεσα και καθόλου συμβολικά τη δυνατότητά μας να διαμαρτυρόμαστε και να διεκδικούμε. Θα έπρεπε να ανησυχούν για την ακραία αστυνομική βία και καταστολή του τελευταίου διαστήματος, που στοχοποιεί κατά κύριο λόγο τη νεολαία. Θα έπρεπε να τους ανησυχούν οι ιδέες του εθνικισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, που κυριαρχούν στο χώρο των θεωριών συνωμοσίας και των «αρνητών» του κορονοϊού που και οι ίδιοι στηρίζουν.

Τι χρειάζεται πραγματικά να διεκδικήσουμε

Η τήρηση των μέτρων προστασίας από τον κορονοϊό δε σημαίνει ταύτιση με τις θέσεις της κυβέρνησης, ούτε αποδοχή της πολιτικής της. Μπορούμε να φοράμε μάσκα, να κρατάμε αποστάσεις, να συμπεριφερόμαστε με υπευθυνότητα και αλληλεγγύη απέναντι στο διπλανό μας και ταυτόχρονα να διεκδικούμε να αναλάβουν οι κυβερνώντες τις δικές τους τεράστιες ευθύνες απέναντι στην κοινωνία.

Αυτά που πραγματικά χρειαζόμαστε και για τα οποία πρέπει να παλέψουμε, είναι: η ουσιαστική θωράκιση του δημόσιου συστήματος υγείας με μαζικές προσλήψεις και ενίσχυση των υποδομών του· οι προσλήψεις στην παιδεία που θα επιτρέψουν οι τάξεις να μην ξεπερνάνε τα 15 παιδιά και να είναι πραγματικά ασφαλείς· προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πανδημίας αντί για «δωράκια» στις μεγάλες επιχειρήσεις, τους εργοδότες και τα κανάλια· στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων, των ανέργων, των χαμηλόμισθων, κλπ. Αυτοί είναι οι αγώνες που πρέπει να οργανώσουμε το επόμενο διάστημα, προκειμένου να καταφέρει η κοινωνία να βγει από την κρίση του κορονοϊού με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.