Κίνα: Τι συμβαίνει μετά την λήξη της καραντίνας στη Γουχάν;

Δημοσιεύουμε άρθρο από το chinaworker.info, το σάιτ των αδερφών οργανώσεων του «Ξ» σε Κίνα/ Χονγκ Κονγκ/ Ταϊβάν

Στις 8 Απριλίου έληξε η καραντίνα που επιβλήθηκε για 76 ημέρες στη μητρόπολη της Γουχάν (με 11 εκ. κατοίκους). Αντίστοιχα lockdown σε άλλες περιοχές της επαρχίας Χουμπέι, της οποίας η Γουχάν είναι πρωτεύουσα, είχαν αρθεί 2 εβδομάδες νωρίτερα. Στο απόγειο της έξαρσης του κορονοϊού στην Κίνα, 760 εκ. άνθρωποι -περίπου ο μισός πληθυσμός- βρέθηκαν σε κάποιας μορφής καραντίνα.

Τα ΜΜΕ του κινεζικού κράτους και ο μηχανισμός προπαγάνδας, έχουν πλέξει το εγκώμιο των κατοίκων της Γουχάν για τον ηρωισμό τους και ειδικά των υγειονομικών της πρώτης γραμμής, με σκοπό την τόνωση του εθνικού φρονήματος, για να αναδείξουν μια «κοινή προσπάθεια όλου του Κινεζικού λαού» ενάντια στον κορονοϊό.

Αυτή η προπαγάνδα έχει ως στόχο να ενισχύσει το προφίλ του καθεστώτος του Σι Ζινπίνγκ και του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας – ΚΚΚ, και να στρέψει την προσοχή μακριά από τα τραγικά λάθη που έγιναν τον Γενάρη, δηλαδή την απόκρυψη ιατρικών αναφορών και τη λογοκρισία κάθε συζήτησης για τη «νέα ασθένεια τύπου SARS» που εξαπλώνονταν στη Γουχάν. Η συγκάλυψη οδήγησε και στην άδεια διεξαγωγής του ετήσιου γλεντιού με 40.000 οικογένειες στη συνοικία Μπαϊμπούτινγκ της Γουχάν στις 18 Γενάρη, το οποίο είχε εθνικιστικό και φιλο-ΚΚΚ περιεχόμενο. Αυτό συνέβη μόλις 2 μέρες πριν ανακοινωθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης και 5 ημέρες πριν μπει σε καραντίνα η επαρχία Χουμπέι. Η συνοικία Μπαϊμπούτινγκ χαρακτηρίστηκε αργότερα ως «κτίρια πυρετού», έχοντας τους υψηλότερους δείκτες μόλυνσης στην πόλη.

Η πραγματική ιστορία της Γουχάν και της Χουμπέι δεν υπάρχει στις θριαμβολογίες του ΚΚΚ. Και αυτή αφορά ιστορίες ανθρώπινου πόνου, σημαντικών ελλείψεων σε βασικές ιατρικές προμήθειες, «πειραγμένων» στατιστικών που οδηγούν σε δήλωση λιγότερων κρουσμάτων και θανάτων και κερδοσκοπίας σε τρόφιμα και ιατρικό υλικό από ιδιωτικές εταιρείες και κρατικές υπηρεσίες. Ο επίσημος αριθμός των θανάτων στη Γουχάν είναι 2.535 (στμ: στοιχεία της 8ης Απρίλη 2020), όμως ειδικοί από το Χονγκ Κονγκ και το εξωτερικό, που δεν έχουν σχέση με το κινέζικο κράτος, θεωρούν ότι ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι ακόμα και δεκαπλάσιος.

Η επίσημη εκδοχή ότι η καραντίνα ήταν μια απόλυτα αποτελεσματική πρακτική, δεν είναι αληθινή. Αυτό που απαγορεύτηκε αρχικά στις 23 Γενάρη ήταν η είσοδος και η έξοδος από την πόλη. Υπήρχε μεγάλη σύγχυση και έλλειψη ξεκάθαρης πληροφόρησης από τις αρχές. Η κυβέρνηση της Γουχάν δεν επέβαλε κανέναν περιορισμό μετακινήσεων εντός πόλης, ούτε για πιθανά κρούσματα, μέχρι να ανακοινωθούν κεντρικά τα μέτρα καραντίνας στις 2 Φλεβάρη, τα οποία αυστηροποιήθηκαν στις 8 Φλεβάρη. Κάποιες από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν τελικά κατά τη διάρκεια της αυστηρής καραντίνας, ήταν εντελώς ακραίες. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι αρχές έφραξαν πόρτες εισόδου πολυκατοικιών, ενώ σκάφτηκαν ακόμα και τάφροι σε δρόμους έτσι ώστε να γίνουν απροσπέλαστοι.

Το Caixin, μια σελίδα οικονομικών ειδήσεων που δεν λογοκρίνεται από το ΚΚΚ γιατί δεν έχει μαζική απήχηση, περιέγραψε την καραντίνα στη Γουχάν ως «βίαιη φυσική επιλογή». Ανταποκριτές του Caixin στη Γουχάν πήραν συνεντεύξεις από υγειονομικούς, οι οποίοι έκαναν ελέγχους και διαχώριζαν τους ασθενείς σε αυτούς που χρειάζονταν νοσηλεία και σε αυτούς που θα επέστρεφαν στα σπίτια τους. Στις 27 Γενάρη, σε μια συνέντευξη με έναν τέτοιο εργαζόμενο από τη συνοικία Μπαοφένγκ, αποκαλύφθηκε ότι «σε κλινική με 60 άτομα προσωπικό υπήρχε μόνο μια προστατευτική στολή και περιορισμένος αριθμός μασκών μιας χρήσης. Ένας γιατρός της κλινικής ανέφερε ότι μέσα σε μια ημέρα είχε έρθει σε επαφή με 100 ασθενείς, 30 εκ των οποίων είχαν πυρετό και 2 έντονα συμπτώματα».

Πάνω από 3.000 νοσοκομειακοί μολύνθηκαν

Χιλιάδες γιατροί, νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό, κινητοποιήθηκαν από όλη την Κίνα για να προσφέρουν βοήθεια στη Γουχάν. Και πάλι, η κρατική προπαγάνδα καπηλεύθηκε αυτήν την ηρωική προσπάθεια για να εκθειάσει τα «επιτεύγματα» ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ανάμεσα σε αυτό το ανθρώπινο ποτάμι εθελοντών υγειονομικών ήταν και δύο νοσοκόμοι από την επαρχία Γκουαντόνγκ, οι οποίοι δημοσίευσαν στις 24 Φλεβάρη μια έκκληση στο Βρετανικό ιατρικό επιστημονικό περιοδικό Lancet.

«Οι συνθήκες και η κατάσταση εδώ στη Γουχάν είναι πολύ πιο δύσκολες και ακραίες απ’ ότι μπορεί να φανταστεί κανείς», έγραψαν. Κυβερνητικές πιέσεις ανάγκασαν τους εκδότες να αποσύρουν την επιστολή τους μερικές μέρες αργότερα.

Οι συνθήκες που περιγράφηκαν στα νοσοκομεία της Γουχάν και της Χουμπέι, με τις μεγάλες ελλείψεις, τις υπερωρίες, την εξάντληση και τις μολύνσεις νοσοκομειακού προσωπικού (3.000 μόνο στη Γουχάν) από τον κορονοϊό COVID-19, επαναλήφθηκαν αργότερα στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Έχοντας το πλεονέκτημα του μεγαλύτερου χρονικού περιθωρίου για προειδοποίηση του πληθυσμού και προετοιμασία, είναι εγκληματικό το γεγονός ότι αυτές οι κυβερνήσεις ήταν τόσο απροετοίμαστες. Αλλά η λογοκρισία του καθεστώτος στην Κίνα εργάστηκε σκληρά για να «σβήσει» τις αναφορές σε αδυναμίες και να παρουσιάσει τη «νίκη» του ενάντια στην πανδημία ως «μοντέλο».

Αρκετοί γιατροί, όπως ο Λη Γουενλιάνγκ (Li Wenliang) που πέθανε από τον κορονοϊό στις 7 Φλεβάρη, προσπάθησαν να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου στα τέλη Δεκέμβρη του 2019, αλλά συνελήφθησαν και αναγκάστηκαν να σιωπήσουν. Ένας άλλος γιατρός, ο Άι Φεν (Ai Fen), επικεφαλής του τμήματος επειγόντων περιστατικών στο Κεντρικό Νοσοκομείο της Γουχάν, χάθηκαν τα ίχνη του στη 1 Απρίλη και θεωρείται ότι «εξαφανίστηκε» από την κρατική ασφάλεια μετά από συνέντευξη που έδωσε σε ΜΜΕ της Αυστραλίας. Ο Άι ήταν ένας από τους πρώτους «whistleblowers» (καταγγέλλοντες δημοσίου συμφέροντος) που προσπάθησαν από τον Δεκέμβρη να προειδοποιήσουν τους συναδέλφους τους σχετικά με τον νέο κορονοϊό. Εάν είχαν ληφθεί υπόψη αυτές οι προειδοποιήσεις, τότε η Γουχάν, η Κίνα και ο υπόλοιπος κόσμος θα μπορούσε να έχει αποφύγει αυτήν την ευρεία εξάπλωση της πανδημίας.

«Ψέματα! Ψέματα! Είναι όλα ψέματα!»

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, καθώς οι συνθήκες γίνονταν ολοένα και πιο ανυπόφορες λόγω της καραντίνας, ξέσπασαν διαμαρτυρίες.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, τον Μάρτιο σημειώθηκαν αρκετές διαμαρτυρίες στην επαρχία Χουμπέι, στο επίκεντρο της πανδημίας του κορονοϊού COVID-19, κάτι που δείχνει ότι υπάρχει απόσταση μεταξύ της πραγματικότητας και της προπαγάνδας «θετικής ενέργειας» του ΚΚΚ. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει οργή ενάντια στην κερδοσκοπία των τοπικών αξιωματούχων και επιχειρήσεων οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν την καταστροφή. Σε συνθήκες καραντίνας, έχοντας απαγορευτεί το εμπόριο με τους κατοίκους να είναι αναγκασμένοι να παραμείνουν στα σπίτια τους, η διανομή τροφίμων είχε συγκεντρωθεί στα χέρια των τοπικών επιτροπών γειτονιάς, οι οποίες είναι επιτροπές διαχείρισης συγκροτημάτων κατοικιών, αποτελούμενες από εκπροσώπους εταιρειών ακινήτων και του ΚΚΚ.

Στις 5 Μαρτίου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της αντιπροέδρου της Κίνας Σαν Τσανλάν (Sun Chunlan) στη Γουχάν, κάτοικοι της περιοχής που ήταν απομονωμένοι στα σπίτια τους για περισσότερο από σαράντα ημέρες άρχισαν να φωνάζουν: «Ψέματα! Ψέματα! Είναι όλα ψέματα!». Οι κάτοικοι άρχιζαν να φωνάζουν επειδή οι εικόνες με «επάρκεια προϊόντων και σταθερές τιμές» που έδειχνε η τηλεόραση ήταν «στημένες».

Στην πραγματικότητα, στην περιοχή το κρέας κόστιζε 100 γουάν το κιλό, ήταν δηλαδή πέντε φορές ακριβότερο από αυτό που αναφερόταν στην τηλεόραση. Σε άλλες γειτονιές αποκαλύφτηκε πως τα τρόφιμα μεταφέρονταν με απορριμματοφόρα, ασθενοφόρα και οχήματα που χρησιμοποιούνται για τη συλλογή ανακυκλώσιμων υλικών. Παρά τους ισχυρισμούς πως τα οχήματα αυτά είχαν απολυμανθεί, υπήρξε μεγάλη κατακραυγή στο διαδίκτυο.

Στις 10 Μαρτίου ο Σι Ζινπίνγκ επισκέφτηκε τη Γουχάν για πρώτη φορά μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας στις 23 Ιανουαρίου. Είχε προηγηθεί έντονη κριτική στο καθεστώς αλλά και στον ίδιο τον Σι για την κακή διαχείριση της κρίσης, ειδικά στα πρώτα στάδια εμφάνισης του ιού. Έτσι, η επίσκεψη του Σι είχε δύο στόχους: να αποδείξει σε όλον τον πλανήτη, αλλά κυρίως στον κινέζικο πληθυσμό, ότι το ΚΚΚ είχε «νικήσει» τον ιό στο επίκεντρό του και παράλληλα να βελτιώσει την κακή εικόνα του Σι.

Η μαζική λατρεία που έχει χτιστεί γύρω από το πρόσωπο του Σι, τον παρουσιάζει σαν τον «Ηγέτη του Λαού», έναν τίτλο που μέχρι σήμερα κατείχε μόνο ο Μάο Τσετούνγκ. Στη Γουχάν όμως, ο Σι απέφυγε να συναντηθεί με κατοίκους. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του σε ένα συγκρότημα κατοικιών, οι κάτοικοι είχαν την εντολή να παραμείνουν στα σπίτια τους, επειδή το καθεστώς φοβήθηκε το ενδεχόμενο να ξεσπάσουν διαμαρτυρίες αντίστοιχες με αυτές που ξέσπασαν κατά την επίσκεψη της Σαν. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες εκδηλώσεις στο πρόγραμμα του Σι πραγματοποιήθηκαν μέσω τηλεδιάσκεψης, όπως για παράδειγμα η συνάντησή του με ομάδες εργαζομένων που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της υγειονομικής περίθαλψης στο Νοσοκομείο Huoshenshan. «Τελικά, πήγε στη Γουχάν για να κάνει βιντεοκλήσεις», ήταν ένα σχόλιο στα κοινωνικά μέσα, το οποίο σύντομα λογοκρίθηκε και αφαιρέθηκε.

Κερδοσκοπία με τις τιμές τροφίμων

Στις 12 Μαρτίου, στη Σιάογκαν, μία περιοχή σε απόσταση περίπου 100 χιλιομέτρων από τη Γουχάν, ένας κάτοικος ονόματος Τσενγκ, επικοινώνησε με έναν προμηθευτή φρέσκων λαχανικών που είχε χαμηλότερες τιμές. Όμως, το σουπερμάρκετ «RT-Mart» και ο διαχειριστής της κατοικίας του, του έκαναν καταγγελία και λίγο αργότερα ο Τσενγκ συνελήφθη από την αστυνομία, γεγονός που πυροδότησε οργή στους κατοίκους της περιοχής. Περισσότερα από 100 άτομα συγκεντρώθηκαν στο γήπεδο μπάσκετ για να διαμαρτυρηθούν, περικύκλωσαν τα αστυνομικά οχήματα και απαίτησαν να αφεθεί ελεύθερος. Επίσης απαίτησαν από τον Λιου Ντεσάν (Lyu Deshan), γραμματέα του ΚΚΚ στην περιοχή και διευθυντή της επιτροπής ιδιοκτητών, ο οποίος δε ζούσε στην περιοχή, να παραιτηθεί.

Η επίσημη αντίδραση του καθεστώτος ήταν να υποβαθμίσει το ζήτημα των υπερτιμημένων λαχανικών, ενώ δεν διευκρινίστηκε εάν ο Τσενγκ αφέθηκε ελεύθερος ή όχι. Σύμφωνα με σχόλια στο διαδίκτυο, τα τρόφιμα ήταν ανέκαθεν υπερτιμημένα και κακής ποιότητας κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας. Οι τοπικοί αξιωματούχοι κέρδιζαν περισσότερα από 1.000 γουάν ανά άτομο την ημέρα από το μονοπώλιο της τροφοδοσίας. Η σύλληψη ενός «ταραχοποιού», έγινε προφανώς για να εξαφανιστεί η απειλή για αυτήν την προσοδοφόρα επιχειρηματική συμφωνία μεταξύ του σουπερμάρκετ και των τοπικών αξιωματούχων.

Κατά την περίοδο απαγόρευσης της κυκλοφορίας, που ξεκίνησε στις 23 Ιανουαρίου και έληξε στις 8 Απριλίου, οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύτηκαν ενώ η ποιότητά τους δεν ήταν εγγυημένη, γεγονός που απέδειξε ότι με το μονοπώλιο των προμηθειών και την αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης, οι τοπικές υπηρεσίες του ΚΚΚ εκμεταλλεύτηκαν την καταστροφή και έβαλαν το κέρδος των υπαλλήλων τους και των επιχειρηματιών πάνω από τις ανάγκες των ανθρώπων.

Μια πραγματικά σοσιαλιστική κοινωνία δε θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού η εργατική τάξη θα είχε τον έλεγχο, μέσω δημοκρατικά εκλεγμένων επιτροπών σε κάθε κατοικημένη περιοχή, σχολείο και χώρο εργασίας, αντί για τη σημερινή κυριαρχία του κομματικού μηχανισμού που εξυπηρετεί μη εκλεγμένους γραφειοκράτες και καπιταλιστές κερδοσκοπικούς.

«Μηδενικά νέα κρούσματα»

Η απαγόρευση κυκλοφορίας στις πόλεις της Χουμπέι (εξαιρουμένης της Γουχάν) έληξε στις 25 Μαρτίου, τα επίσημα στοιχεία δίνουν «μηδενικά νέα κρούσματα» στην επαρχία, ωστόσο υπάρχουν περιστατικά που δείχνουν μια διαφορετική κατάσταση. Για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Χουμπέι με πράσινο κωδικό (ο πράσινος κωδικός σημαίνει πως κάποιος είναι υγιής), αντιμετώπιζαν και μετά τις 25/3 εμπόδια στην είσοδό τους σε άλλες επαρχίες. Στις 27 Μαρτίου, η τροχαία της πόλης Τζιουτζιάνγκ στην επαρχία Τσιανγκσί (Jiangxi Jiujiang) απέκλεισε τη γέφυρα μεταξύ της επαρχίας Χουμπέι και της επαρχίας Τσιανγκσί, για να σταματήσει τη διέλευση οχημάτων από τη Χουμπέι.

Στην αρχή, η αστυνομία της Τζιουτζιάνγκ συγκρούστηκε με την αστυνομία από το Χουανγκμέι (μια κομητεία στη Χουμπέι) και έστειλε τα ΜΑΤ να στηρίξουν την πλευρά της Τσιανγκσί. Με όλο και περισσότερο κόσμο να καταφτάνει από τη Χουμπέι, η σύγκρουση σύντομα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Η μεγάλη δυσαρέσκεια που είχαν προκαλέσει οι διακρίσεις απέναντί τους, οι κάτοικοι της Χουμπέι επιτέθηκαν στην αστυνομία της Τσιανγκσί, ανέτρεψαν τα αστυνομικά οχήματα, έσπασαν τον αποκλεισμό, περπάτησαν μέχρι το αστυνομικό τμήμα που βρισκόταν στη γέφυρα και απαίτησαν να τους ζητήσει συγνώμη η αστυνομία της Τσιανγκσί. Το βίντεο αυτών των ταραχών διαγράφτηκε γρήγορα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Προκειμένου να λάβουν το μπόνους των 100.000 γουάν ανά άτομο και να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της κεντρικής κυβέρνησης να ξαναρχίσει η παραγωγή και η εργασία, κυβερνητικοί αξιωματούχοι σε κάθε επαρχία έχουν αποκρύψει το μέγεθος της εξάπλωσης της πανδημίας. Την ίδια ώρα οι τοπικές κυβερνήσεις γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση και φοβούνται ότι θα υπάρξει μαζική επιδημία που σύντομα θα είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί στις περιοχές τους.

Διακρίσεις ενάντια στους κατοίκους της Χουμπέι

Έτσι, ενώ το επίπεδο κινδύνου της επαρχίας Χουμπέι έχει υποβαθμιστεί, οι κυβερνήσεις σε άλλες επαρχίες εξακολουθούν να «λαμβάνουν προφυλάξεις κατά των κατοίκων της Χουμπέι και να τους περιορίζουν», όπως σχολίασε η «Λαϊκή Ημερησία», η επίσημη εφημερίδα – όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΚ. Αυτό αποδεικνύεται επίσης από την ενίσχυση των ελέγχων στο Πεκίνο και την απαγόρευση της επιστροφής στο Πεκίνο ατόμων που ταξιδεύουν για επαγγελματικούς και οικογενειακούς λόγους στη Χουμπέι.

Είναι προφανές πως αυτές οι τακτικές «τοπικισμού» έρχονται σε αντίθεση με την προπαγάνδα της κεντρικής κυβέρνησης και των κρατικών ΜΜΕ σχετικά με έναν κοινό «πόλεμο του λαού» ενάντια στην πανδημία και όλο και περισσότεροι άνθρωποι αμφιβάλλουν για τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώνονται.

Η απαίτηση είτε για έλεγχο των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης, είτε για διαφάνεια στην ενημέρωση, αναπόφευκτα θα τείνει να αμφισβητήσει το κινεζικό κρατικό καπιταλιστικό σύστημα, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο στα χέρια ενός ατόμου. Οι εργαζόμενοι σε ολόκληρη την Κίνα πρέπει να ξεπεράσουν τον «τοπικισμό», χτίζοντας κοινές, ανεξάρτητες και πλήρως δημοκρατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, για να ενωθούν και να ανατρέψουν το καθεστώς του ΚΚΚ και στη θέση του να χτίσουν μια σοσιαλιστική κοινωνία δημοκρατική, με τα μέσα παραγωγής να ανήκουν στην κοινωνία και την οικονομία να βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων.