Καταλονία: η νίκη των «αυτονομιστών» φέρνει πιο κοντά την ανεξαρτησία;

17/10/2015
Comments off
818 Views

Οι εκλογές στην Καταλονία στις 27 Σεπτέμβρη, αποκάλυψαν μια κοινωνία μοιρασμένη σχεδόν στη μέση πάνω στο ζήτημα της ανεξαρτησίας από το ισπανικό κράτος. Ο πρόεδρος της Καταλονίας, Αρτούρ Μας, έδωσε στις εκλογές τη διάσταση δημοψηφίσματος,  υπέρ ή κατά της ανεξαρτησίας. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας και η διάσταση που πήρε το θέμα προέκυψε κυρίως εξαιτίας της άρνησης της ισπανικής κυβέρνησης να επιτρέψει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το θέμα της απόσχισης της Καταλονίας από το ισπανικό κράτος, με δεδομένο το γεγονός ότι το κίνημα που τη διεκδικεί μεγαλώνει όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.

Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, που στηρίζουν επίσημα την ιδέα της ανεξαρτησίας, το δεξιό εθνικιστικό κόμμα του ίδιου του Αρτούρ Μας, CDC, και το αυτοαποκαλούμενο κεντροαριστερό-εθνικιστικό ERC συμμετέχουν από κοινού στη συμμαχία «Junts pel Si» («Μαζί για το Ναι», δηλαδή ψήφο υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας). Τόσο οι ψήφοι του παραπάνω συνδυασμού όσο και αυτές του επίσης υπέρ της ανεξαρτησίας αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος CUP καταμετρήθηκαν ως ψήφοι υπέρ του «Ναι».

Από την άλλη μεριά, οι ψήφοι που συγκέντρωσαν τα κόμματα ενάντια στην ανεξαρτησία θεωρήθηκαν ψήφοι υπέρ του «Όχι», ενώ μια άλλη αριστερή συμμαχία, το «Catalunya si que es pot» («Καταλονία, Ναι, μπορούμε») στο οποίο συμμετέχουν οι «Ποδέμος» και το καταλανικό τμήμα της «Ενωμένης Αριστεράς» θεωρήθηκαν μια «ενδιάμεση» κατάσταση.

Πόλωση ανάμεσα στο «Ναι» και το «Όχι»

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η προεκλογική περίοδος ήταν ιδιαίτερα πολωμένη. Δεδομένων των πολλών διαφορετικών σχηματισμών που συμμετείχαν στις εκλογές, με άλλους να υποστηρίζουν το «Ναι» και άλλους το «Όχι», αλλά και τις σοβαρές διαφορές στις θέσεις τους, οι εκλογές δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβώς «Δημοψήφισμα». Ωστόσο, το ερώτημα «Ναι, ή Όχι στην ανεξαρτησία», κυριάρχησε σε όλη την προεκλογική περίοδο και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλο και περισσότερο όσο οι εκλογές πλησίαζαν.

Το ποσοστό της συμμετοχής άγγιξε το 77%, ήταν δηλαδή περίπου 10% μεγαλύτερο από αυτό των προηγούμενων εκλογών στην Καταλονία, αντανακλώντας την τεράστια πόλωση που επικρατούσε και τη σημασία του θέματος της ανεξαρτησίας για την κοινωνία.

Την ίδια πολωμένη εικόνα αποκαλύπτει και η γεωγραφική ανάγνωση του εκλογικού αποτελέσματος. Σχεδόν όλες οι αγροτικές περιοχές έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα υπέρ της ανεξαρτησίας, με τα αστικά κέντρα από την άλλη, ανάμεσα στα οποία και η πρωτεύουσα Βαρκελώνη να εμφανίζουν αποτελέσματα στα οποία τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας δεν κατάφεραν να φτάσουν το 50%.

Στην ίδια την πρωτεύουσα, τα αποτελέσματα αποδεικνύουν την πόλωση ανάμεσα στις γειτονιές των υποστηρικτών και των πολέμιων της ανεξαρτησίας. Για πρώτη φορά από την έναρξη του κινήματος για την ανεξαρτησία, έγινε εμφανές ότι αυτή η πόλωση έχει ένα επιπλέον στοιχείο: συνδέεται άμεσα με τις ρίζες του πληθυσμού, είναι δηλαδή ιδιαίτερα έντονη ανάμεσα στις καταλανικές κοινότητες από τη μία και στις οικογένειες ή τις κοινότητες που προέρχονται από διαφορετικά μέρη της Ισπανίας από την άλλη. Μάλιστα, η προεκλογική εκστρατεία, και ιδιαίτερα αυτή των κομμάτων που υποστηρίζουν το «Όχι» πάτησαν σε πολύ μεγάλο βαθμό πάνω σε αυτές τις διαφορές.

Ένα ακόμη στοιχείο της πόλωσης έχει να κάνει με το «ηλικιακό χάσμα», με τη νεολαία να υποστηρίζει την ανεξαρτησία σε πολύ υψηλά ποσοστά, σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Σε γενικές γραμμές μπορεί κάποιος να πει ότι το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας κάθε άλλο παρά έχει καμφθεί ή φθαρεί, παρά τις ελπίδες και τις προβλέψεις πολλών αναλυτών της άρχουσας τάξης. Το «Μαζί για το Ναι» συγκέντρωσε το 39.5% των ψήφων και 62 έδρες, φτάνοντας πολύ κοντά στο όριο της αυτοδυναμίας  (που απαιτεί 64 έδρες). Την ίδια ώρα το αριστερό κόμμα CUP κατάφερε να συγκεντρώσει το 8,2% των ψήφων. Έτσι, αν αθροιστούν τα αποτελέσματα της πλευράς του «Ναι», έχει αυτοδυναμία στο κοινοβούλιο, αν και σε ποσοστά βρίσκεται λίγο κάτω από το 50%.

Τα κόμματα της συμμαχίας «Μαζί για το Ναι», αν και κερδίσανε τις εκλογές κατάφεραν να εκλέξουν μαζί λιγότερους βουλευτές από όσους είχαν εκλέξει ξεχωριστά στις εκλογές του 2012.

Από την άλλη, όμως, η μεγάλη άνοδος του CUP, που από 3 βουλευτές στις προηγούμενες εκλογές, έκλεξε 10, αποτελεί μια σημαντική αλλαγή της κατάστασης, με ένα σημαντικό τμήμα των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας να κινείται σε κατεύθυνση ριζοσπαστικοποίησης και στροφής προς τα αριστερά.

Από τη μεριά του «Όχι», το «Λαϊκό Κόμμα» (του Ισπανού πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι) υπέστη συντριπτική ήττα, καταφέρνοντας να συγκεντρώσει μόλις το 8,9%, παρά το γεγονός ότι κατέβασε ως υποψήφιο πρόεδρο τον Ξαβιέ Αλβιόλ, έναν ανοιχτά αντιδραστικό ρατσιστή, σε μια προσπάθεια να συσπειρώσει το παραδοσιακό δεξιό κοινό.

Το κόμμα που «κέρδισε» τις εκλογές από την πλευρά του «Όχι» ήταν οι «Ciutadans» («Πολίτες») ένα νέο δεξιό λαϊκιστικό κόμμα, που εμμένοντας σε μια σκληρή γραμμή ενάντια στην ανεξαρτησία κατάφερε να τριπλασιάσει τις έδρες του, όντας πλέον το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στο καταλανικό κοινοβούλιο.

Η μεγάλη ενδυνάμωση του CUP από τη μια και του «Ciutadans» από την άλλη, αντικατοπτρίζει την ισχυροποίηση των «άκρων», τόσο στο στρατόπεδο του «Ναι», όσο και σε αυτό του «Όχι».

Στη βάση του εκλογικού αποτελέσματος, ο νικητής των εκλογών, Αρτούρ Μας της συμμαχίας «Μαζί για το Ναι» ανακοίνωσε το σχέδιο του για σχηματισμό κυβέρνησης με βασικό στόχο την απόσχιση της Καταλονίας από την Ισπανία μέσα σε 18 μήνες. 

Τα όρια της πόλωσης

Παρόλα αυτά, δεν είναι καθόλου καθαρό αν με τη συγκεκριμένη πλειοψηφία μπορεί να σχηματιστεί μια νέα, σταθερή καταλανική κυβέρνηση. Η κατάσταση αυτή αποκαλύπτει και τα όρια της προσπάθειας να αποτελέσουν οι εκλογές δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία. Μια ενδεχόμενη κυβέρνηση που θα αποτελείται από το σύνολο των κομμάτων του «Ναι», θα σημαίνει ότι το αντικαπιταλιστικό CUP θα πρέπει να  συνεργαστεί με τους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης και της λιτότητας, το CDC και τον Αρτούρ  Μας, που από την πρώτη χρονιά της κρίσης έχει επιβάλει σκληρά μέτρα λιτότητας, χειρότερα ακόμη και από αυτά που πέρασε η κεντρική ισπανική κυβέρνηση. 

Μια άλλη πιθανότητα βέβαια, είναι το CUP να παραμείνει στην αντιπολίτευση αλλά να δώσει ψήφο ανοχής στον Μας προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση, στηρίζοντας έτσι «από έξω» τη λεγόμενη διαδικασία προς την ανεξαρτησία.

Μέσα στο στρατόπεδο του «Ναι», έτσι, περιλαμβάνονται εντελώς ετερόκλιτες πολιτικές και ταξικές δυνάμεις. Αυτή η κατάσταση προκαλεί επιπλοκές, όχι μόνο στο επίπεδο της ταξικής πάλης και των αγώνων πάνω σε οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, αλλά και πάνω στο ίδιο το ζήτημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος της καταλανικής κοινωνίας στην αυτοδιάθεση.

Ένα κοινό στρατόπεδο του «Ναι» ανάμεσα στις ετερόκλιτες αυτές πολιτικές δυνάμεις, δεν μπορεί να είναι βιώσιμο. Αντίθετα, το μόνο που μπορεί να πετύχει, είναι να καταλήξει σε εγκατάλειψη και ξεπούλημα, τόσο των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους, όσο του ίδιου του αγώνα για την ανεξαρτησία.

Γενικά, από τη σκοπιά των μαρξιστών, η πόλωση σε μια εκλογική διαδικασία πάνω σε «εθνικά» θέματα υποβαθμίζει την κεντρική αντίφαση κάθε κοινωνίας, αυτήν ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, τους εργαζόμενους και τους καπιταλιστές. Μέσα σε αυτό το μικτό από άποψη ταξικής τοποθέτησης στρατόπεδο του «Ναι», όπως επίσης και του «Όχι», οι άνεργοι και οι εργαζόμενοι που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, τα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας, οι γυναίκες, οι μειονότητες και η διαλυμένη μεσαία τάξη, θα «μοιραστούν» κοινούς στόχους και επιδιώξεις με αυτούς που ευθύνονται για τα όσα δραματικά βιώνει κάτω από το βάρος της κρίσης η καταλανική και η ισπανική κοινωνία.

Οι εργαζόμενοι και η νεολαία (που στη συντριπτική τους πλειοψηφία στρέφονται ενάντια στη λιτότητα και παλεύουν για τα δημοκρατικά τους δικαιώματα) και από τις δύο πλευρές της εθνικής διαμάχης, έχουν απείρως περισσότερα κοινά μεταξύ τους, παρά με τους φιλο-καπιταλιστές πολιτικούς και από τα δύο στρατόπεδα. Ο δρόμος προκειμένου να προχωρήσουν μπροστά, βρίσκεται στην ενότητα και την κινητοποίηση της εργατικής τάξης σε ανεξάρτητη, ταξική βάση. Μόνο έτσι μπορεί να βρεθεί πραγματική εναλλακτική στον καπιταλισμό, την εθνική καταπίεση και τον αυταρχισμό του ισπανικού κράτους.

Ένα ενιαίο κίνημα υπέρ του «Ναι» και βέβαια μια κοινή κυβέρνηση ανάμεσα στο κόμμα που εκπροσωπεί τους πλούσιους Καταλανούς από τη μια και την  αντικαπιταλιστική Αριστερά από την άλλη, μπορεί να χτιστεί μόνο στη βάση της υποταγής της μιας τάξης (των εργαζομένων) στην άλλη (τους καπιταλιστές που εφαρμόζουν τη λιτότητα).

Το CUP βρίσκεται σε μια δύσκολη και περίπλοκη κατάσταση, αντιμετωπίζοντας την πίεση να μη φανεί ότι σαμποτάρει τη διαδικασία της ανεξαρτησίας. Οφείλει παρόλα αυτά να μείνει σταθερό στη δημόσια δέσμευση του να μην υποστηρίξει μια δεξιά κυβέρνηση λιτότητας με τον Μας επικεφαλής.

Ο καπιταλισμός, η ταξική πάλη και η αυτοδιάθεση της Καταλονίας

Δεν είναι όμως μόνο τα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα που καθιστούν μη βιώσιμη μια τέτοια συνεργασία. Γιατί οι ταξικές διαφοροποιήσεις και συγκρούσεις παίζουν κεντρικό ρόλο και στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τα δημοκρατικά δικαιώματα, ανάμεσα στα οποία και τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων.

Ιδιαίτερα στην Καταλονία, οι πλούσιοι έχουν χτίσει μια μακρά παράδοση κυνικής, ευκαιριακής εκμετάλλευσης των εθνικών αισθημάτων και προσδοκιών της κοινωνίας για τα δικά τους συμφέροντα. Οι Καταλανοί καπιταλιστές ήταν πάντα αντίθετοι με την ιδέα της ανεξαρτητοποίησης από την Ισπανία, και η πραγματική τους θέση παραμένει η ίδια και σήμερα.

Το ζήτημα αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη φάση της «Μετάβασης» κατά τη δεκαετία του 1970, όταν η δικτατορία του Φράνκο αντικαταστάθηκε από μια συνταγματική μοναρχία, προκειμένου να αποφευχθεί η επαναστατική ανατροπή της και να διατηρηθεί ο καπιταλισμός. Βασικό στοιχείο αυτού του μεταβατικού καθεστώτος ήταν η άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση για τις διαφορετικές εθνότητες του ισπανικού κράτους, η αδιαμφισβήτητη ενότητα του οποίου κατοχυρώθηκε από το Σύνταγμα του 1978. Στη συγγραφή αυτού του Συντάγματος συμμετείχαν και οι «εθνικιστές» εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης της Καταλονίας.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας μάλιστα, μεγάλες καταλανικές επιχειρήσεις και τράπεζες, σε αγαστή συνεργασία με τα ισπανικά τους παραρτήματα, εξαπέλυσαν μια μαζική εκστρατεία απειλών και εκβιασμών ενάντια στην αυτοδιάθεση, χτίζοντας ένα «σκηνικό τρόμου» αντίστοιχο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Σκωτίας το 2014.

Οι εργαζόμενοι, οι φτωχοί, οι νέοι της Καταλονίας, δεν μπορούν να βασίζονται σε τίποτα άλλο, πέρα από τις δικές τους δυνάμεις, στη μάχη για τα δημοκρατικά τους δικαιώματα και το δικαίωμα τους στην αυτοδιάθεση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρέπει να πάρουν τον έλεγχο του κινήματος από τα χέρια των πολιτικών εκπροσώπων του καπιταλισμού. Μόνο η εργατική τάξη, οργανωμένη και ενωμένη, μπορεί να παλέψει πραγματικά για το δικαίωμα της καταλανικής κοινωνίας στην αυτοδιάθεση, αλλά και για το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή.

Μια ενδεχόμενη απόσχιση, θα αποτελέσει ισχυρότατο πλήγμα για την αστική τάξη, τόσο της Καταλονίας, όσο και της υπόλοιπης Ισπανίας. Αυτό ισχύει τόσο για οικονομικούς λόγους (η οικονομία της Καταλονίας αντιστοιχεί στο 20% του ισπανικού ΑΕΠ) όσο και για πολιτικούς. Μια ισχυρή ανεξάρτητη Καταλονία θα δώσει δύναμη και έμπνευση στους αντίστοιχους αποσχιστικούς πόθους των Βάσκων και των κατοίκων της Γαλικίας. Και ένα ισπανικό κράτος χωρίς την Καταλονία, τη Χώρα των Βάσκων και τη Γαλικία θα χάσει σχεδόν όλη τη βιομηχανική του βάση και πάνω από το ένα τρίτο του ΑΕΠ του.

Αυτό αντανακλάται μέχρι στιγμής και στον τρόπο που προσεγγίζουν το κίνημα της ανεξαρτησίας η ισπανική κυβέρνηση του «Λαϊκού Κόμματος» και οι κρατικοί θεσμοί. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας έχει παρέμβει σε κάθε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας, προκειμένου να αποτρέψει το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος, απαγορεύοντας ακόμη και το ανεπίσημο, συμβουλευτικού χαρακτήρα δημοψήφισμα που διεξήγαγε η καταλανική κυβέρνηση στις 9 Νοεμβρίου του περασμένου χρόνου.  Μάλιστα, ο Α. Μας βρίσκεται αντιμέτωπος με την ισπανική δικαιοσύνη εξαιτίας της διενέργειας του δημοψηφίσματος, γεγονός που συνιστά ανυπακοή απέναντι στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι η Αριστερά και το εργατικό κίνημα βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τον Μας και τις πολιτικές του, η υπεράσπιση του απέναντι στο αυταρχικό ισπανικό κράτος πρέπει να θεωρείται αυτονόητη.

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, η ισπανική κυβέρνηση του «Λαϊκού Κόμματος», έδωσε το πράσινο φως στο Συνταγματικό Δικαστήριο να κινείται νομικά ενάντια στον πρόεδρο μιας «αυτόνομης επαρχίας» (δηλαδή της Καταλονίας) ή ακόμη και τον πρόεδρο της ισπανικής κυβέρνησης, όταν δε συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του. Ήταν –και ως τέτοια εκλήφθηκε– μια καθαρή απειλή ενάντια στην καταλανική κοινωνία. Ωστόσο η απειλή αυτή δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα, όπως δεν έφεραν αποτέλεσμα και όλες όσες έχουν προηγηθεί. Αντίθετα, η σκληρή στάση και ο αυταρχισμός της ισπανικής κυβέρνησης λειτουργεί προωθητικά για το κίνημα της ανεξαρτησίας.

Επιπλέον, αυτή η άκαμπτη στάση βοηθάει στο να ξεκαθαρίσει η εικόνα στο μυαλό των εργαζομένων. Το γεγονός ότι η αστική νομιμότητα επανεμφανίζεται σποραδικά ως το βασικό εμπόδιο απέναντι στο δικαίωμα της κοινωνίας να αποφασίσει δημοκρατικά για το μέλλον της, ανοίγει το ζήτημα της κοινωνικής ανυπακοής, ανοίγει μια διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε συνολική σύγκρουση, σπάζοντας τις δεσμεύσεις που επιβάλλουν οι νομικοί περιορισμοί του συστήματος.

Αυτό, βέβαια, είναι ένα ζήτημα, το οποίο οι εκπρόσωποι της καταλανικής άρχουσας τάξης δεν πρόκειται ποτέ να τραβήξουν μέχρι το τέλος. Μόνο οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί μπορούν να ωφεληθούν από τη σύγκρουση και το ξεπέρασμα των ορίων που θέτει η αστική νομιμότητα. Μόνο αυτοί μπορούν να κερδίσουν από τη μέχρι τέλους υπεράσπιση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων.

Η άρνηση των δημοκρατικών και των εθνικών δικαιωμάτων στις εθνότητες του ισπανικού κράτους είναι εντυπωμένη στο DNA της άρχουσας τάξης της χώρας. Έτσι, ο αγώνας για την κατάκτηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, είναι άρρηκτα δεμένος με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Το χτίσιμο ενός ενωτικού κινήματος των εργαζομένων, με ένα επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα είναι κομβικό για την επιτυχία του αγώνα για τα δημοκρατικά και εθνικά δικαιώματα του λαού της Καταλονίας.

Για ένα κοινό μέτωπο της Αριστεράς, των εργαζομένων και των κοινωνικών κινημάτων, ενάντια στην εθνική καταπίεση και τον καπιταλισμό

Αυτό βέβαια απαιτεί την οργανωμένη, ενωτική και ανεξάρτητη δράση της εργατικής τάξης αντί για την ανάθεση της λύσης του προβλήματος στις ηγεσίες των αστικών κομμάτων είτε από τη μια μεριά, είτε από την άλλη.

Λαθεμένα, στις καταλανικές εκλογές υπήρχαν δυο διαφορετικά αριστερά ψηφοδέλτια, που αναπόφευκτα διέσπασαν τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Το CUP εντάχθηκε στο μέτωπο του «Ναι», το έκανε όμως με ένα ισχυρό αντικαπιταλιστικό προφίλ και παρέμεινε ανεξάρτητο από το «Μαζί για το Ναι». Σε αυτή τη βάση κατάφερε να τριπλασιάσει τη δύναμή του σε σχέση με τις εκλογές του 2012, όταν κατάφερε να μπει στην καταλανική βουλή για πρώτη φορά.

Από την άλλη, τα αποτελέσματα του συνδυασμού «Καταλονία, ναι, μπορούμε» (εκλογική συνεργασία ανάμεσα στο «Ποδέμος» και την «Ενωμένη Αριστερά») ήταν απογοητευτικά. Κατάφεραν να εκλέξουν 11 βουλευτές, λιγότερους δηλαδή από όσους είχαν εκλέξει οι δύο σύμμαχοι στις εκλογές του 2012, στις οποίες συμμετείχαν ανεξάρτητα.

Για την ηγεσία του «Ποδέμος» το αποτέλεσμα αποτελεί σοβαρό πλήγμα ιδιαίτερα καθώς οι κεντρικές του φυσιογνωμίες, ο Πάμπλο Ιγκλέσιας και ο Ινίγο Ερεχόν επένδυσαν πολύ χρόνο και ενέργεια στην προεκλογική εκστρατεία. Ισχυρίστηκαν ότι «κοιτάνε από απόσταση» την άκρως πολωμένη συζήτηση για την ανεξαρτησία και προσπάθησαν να γυρίσουν τη συζήτηση γύρω από οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα των Καταλανών να διεξάγουν δημοψήφισμα για το θέμα της ανεξαρτησίας τους. Ωστόσο, μέσα στο κλίμα της ακραίας πόλωσης που κυριαρχούσε, η θέση αυτή ερμηνεύτηκε ως ταύτιση με το «Όχι», ιδιαίτερα  καθώς οι ηγέτες των «Ποδέμος» δήλωσαν ότι η προσωπική τους θέση απέναντι στην απόσχιση της Καταλονίας είναι αρνητική.

Τα παραπάνω βέβαια αποτελούν ένα ακόμη πλήγμα στην κακή εικόνα που παρουσιάζει το «Ποδέμος» το τελευταίο διάστημα σε ολόκληρη τη χώρα, με μείωση των δυνάμεων του και πτώση στις δημοσκοπήσεις.

Βασικά αυτή η πτώση οφείλεται στα πολιτικά «λάθη» της ηγεσίας, που τους τελευταίους μήνες κινείται όλο και πιο δεξιά, ψάχνοντας να υιοθετήσει θέσεις «εφικτές» στα πλαίσια της συμβίωσης με την Τρόικα και τη δικτατορία των αγορών.

Η οργάνωση «Επαναστατικός Σοσιαλισμός» (CWI στην Ισπανία) πρότεινε ένα κοινό ψηφοδέλτιο της Αριστεράς, στη βάση ενός προγράμματος που θα οδηγεί σε πλήρη σύγκρουση με το καπιταλιστικό σύστημα, σαν το μοναδικό δρόμο μέσα από τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί το δημοκρατικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης της Καταλονίας.

Έχοντας βγει από την πολωμένη ατμόσφαιρα των εκλογών, είναι απαραίτητο η Αριστερά και το εργατικό κίνημα να οργανώσουν ενωτικούς αγώνες, στο δρόμο και στους εργασιακούς χώρους, προετοιμάζοντας τις ταξικές μάχες που έρχονται. Η ενότητα της εργατικής τάξης πρέπει να διαφυλαχτεί πάση θυσία, δεδομένου του κινδύνου της συνέχισης και της ενίσχυσης της εθνικής πόλωσης μέσα στις γραμμές της. Αυτή την ενότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο στη βάση των κοινωνικών-ταξικών αγώνων το επόμενο διάστημα.

Είναι ξεκάθαρο ότι ένα ενιαίο ταξικό εργατικό κίνημα που να εκτείνεται σε ολόκληρη την Ισπανία με τελικό στόχο την πολιτική και κοινωνική ανατροπή, δεν είναι δυνατό να απέχει από τη συζήτηση γύρω από το εθνικό ζήτημα. Ένα τέτοιο μέτωπο που θα πρέπει να επιχειρήσει να ανατρέψει την κυβέρνηση Ραχόι στις γενικές εκλογές του ερχόμενου Δεκέμβρη, οφείλει να έχει ενσωματωμένη στο πρόγραμμά του μια δημοκρατική, σοσιαλιστική απάντηση στο εθνικό ζήτημα που απασχολεί την Καταλονία, τη Γαλικία και τη Χώρα των Βάσκων.

Συνταγματική μεταρρύθμιση, ή ρήξη με το σύστημα;

Ο «Επαναστατικός Σοσιαλισμός» θεωρεί ότι όπως και όλα τα φλέγοντα ζητήματα που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα, ούτε και το εθνικό ζήτημα μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, ιδιαίτερα σε αυτή τη φάση της βαθιάς του κρίσης.

Η μετάβαση από την Ισπανία του Φράνκο στην κοινοβουλευτική δημοκρατία συνοδεύτηκε από ένα θεσμικό πλαισιο που περιλαμβάνει τον εδαφικό διακανονισμό των «αυτόνομων περιοχών», δηλαδή μια εξευγενισμένη εκδοχή της εθνικής καταπίεσης.  Όμως η προσπάθεια αλλαγής αυτού του πλαισίου από μόνη της δεν είναι αρκετή.

Το επόμενο διάστημα, πολλοί, ανάμεσα στους οποίους και τμήματα της Αριστεράς θα προσπαθήσουν να πείσουν ότι η διόρθωση των συνταγματικών δομών του ισπανικού καπιταλισμού μπορεί να αποτελέσει λύση τόσο για το εθνικό, όσο και για άλλα θεμελιώση ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία. Πολλά από τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης, όπως η «Ελ Παΐς» προσπαθούν το τελευταίο διάστημα να «εξηγήσουν» ότι η απάντηση στο πρόβλημα είναι μια πιο μετριοπαθής στάση από την πλευρά της ισπανικής κυβέρνησης, με κεντρικό άξονα τη συνταγματική αναθεώρηση, που θα προβλέπει παραχωρήσεις, οικονομικές και άλλες στην επαρχία της Καταλονίας.

Μια τέτοια στάση από την πλευρά του κεντρικού ισπανικού κράτους θα μπορούσε εύκολα να γίνει αποδεκτή από την ηγεσία του «Μαζί για το Ναι».

Στην πραγματικότητα η ηγεσία του «Μαζί για το Ναι» είναι μια δεξιά ηγεσία, της οποίας ο πραγματικός στόχος δεν ήταν ποτέ η ίδια η ανεξαρτησία, αλλά η πρόσβαση σε ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των Ισπανών καπιταλιστών.

Το εργατικό κίηνημα και η Αριστερά όμως, δεν μπορούν να περιοριστούν σε αυτά τα ημίμετρα. Η πραγματική δημοκρατία και μια αξιοπρεπεής ζωή για την πλειοψηφία της κοινωνίας, μπορεί να γίνει δυνατή μόνο με το ξερίζωμα του καπιταλιστικού συστήματος, που έχει φροντίσει να συγκεντρώσει την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του πλούτου που παράγουν οι εθνότητες της χερσονήσου στα χέρια των λίγων. Αυτό μεταφράζεται στην πάλη για μια σοσιαλιστική εναλλακτική, που θα επιστρέψει την ιδιοκτησία και έλεγχο του πλούτου στην κοινωνία.

Στα πλαίσια της ανατροπής του καπιταλισμού στην Ισπανία, θα μπορούσε να υπάρξει μια ανεξάρτητη, σοσιαλιστική Καταλονία, με πλήρη έλεγχο πάνω στα δικά της ζητήματα, με πραγματική εργατική δημοκρατία, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Αυτός ο δρόμος θα μπορούσε να αποτελέσει την εγγύηση για πλήρη δικαιώματα, ανάμεσα στα οποία το δικαίωμα στην εθνική γλώσσα, τη διπλή υπηκοότητα, κ.α. για όλες τις εθνικές μειονότητες.

Πρώτος παράγοντας – κλειδί σε αυτή τη διαδικασία είναι η εθνικοποίηση και ο κοινωνικός έλεγχος των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων που ελέγχουν την παραγωγή και τη διανομή του πλούτου. Σε αυτή τη βάση, θα μπορούσαν να σπάσουν τα ασφυκτικά δεσμά που κρατάνε δεμένες τις επαρχίες της Ισπανίας, προκειμένου να διατηρηθεί το καπιταλιστικό σύστημα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι διαφορετικές επαρχίες μπορούν να παραμείνουν ενωμένες αλλά πάνω σε εθελοντική βάση. Μια εργατική, επαναστατική συμμαχία των λαών της Ιβηρικής, με εκπροσώπους από όλες τις εθνότητες και τις επαρχίες της χερσονήσου, μπορεί να βάλει τις βάσεις για το σχεδιασμό ενός εναλλακτικού μέλλοντος, τόσο για την κάθε εθνότητα ξεχωριστά, όσο και για όλες μαζί σαν ένα ενιαίο σύνολο.

Πάνω σε αυτή τη βάση, η Καταλονία θα είναι ελεύθερη να συμμετάσχει σε μια εθελοντική σοσιαλιστική ομοσπονδία με τους άλλους λαούς της Ιβηρικής χερσονήσου.

Βέβαια μια τέτοια επαναστατική αλλαγή δεν μπορεί να μείνει περιορισμένη στα πλαίσια του ισπανικού κράτους. Σε μια σοσιαλιστική Ευρώπη, σε έναν σοσιαλιστικό κόσμο, η Καταλονία, όπως και κάθε άλλη καταπιεσμένη εθνότητα της χερσονήσου, μπορούν να βρούνε τη θέση τους σε μια πραγματική αδελφότητα των εθνών. Το μόνο που μπορεί να προσφέρει ο καπιταλισμός, η βαρβαρότητα και οι εθνικοί ανταγωνισμοί που τον χαρακτηρίζουν, είναι ατελείωτα χρόνια εθνικών συγκρούσεων, καταπίεσης και κυριαρχίας των ισχυρών πάνω στους αδύναμους. 

Θεματικές

,