Καρκίνος του μαστού: Πέρα από τα ροζ κορδελάκια

Ο Οκτώβριος έχει καθιερωθεί παγκοσμίως ως ο μήνας πρόληψης και ενημέρωσης κατά του καρκίνου του μαστού- την πρώτη σε συχνότητα μορφή καρκίνου στις γυναίκες. Ο θεσμός αυτός ξεκίνησε το 1985, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας με τις μεγάλες φαρμακευτικές πολυεθνικές. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα, παρατηρούμε την συγκεκριμένη ασθένεια να γίνεται ορατή περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του χρόνου, με όλους τους πιθανούς τρόπους: από εκστρατείες ενημέρωσης στα ΜΜΕ και μειωμένες τιμές για προληπτικές εξετάσεις σε διαγνωστικά κέντρα, μέχρι ρούχα, αξεσουάρ, γλυκίσματα, ακόμη και καλλυντικά (!), η πώληση των οποίων υποτίθεται ότι ενισχύει αντικαρκινικά νοσοκομεία και ερευνητικά κέντρα.

Είναι προφανές ότι η ενημέρωση γύρω από την ασθένεια, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για μία μορφή καρκίνου όπου η έγκαιρη διάγνωση παίζει κρίσιμο ρόλο, είναι χρήσιμη και αναγκαία. Πόσο όμως βοηθά η αντιμετώπιση του καρκίνου από το οικονομικό και μιντιακό σύστημα, ως ένα επικοινωνιακό φαινόμενο με αρχή και τέλος, τους ίδιους τους ασθενείς; Ας εστιάσουμε στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ελλείψεις παντού: νοσοκομεία, προσωπικό, φάρμακα

Εκτός από τις επιμέρους ογκολογικές κλινικές των δημόσιων νοσοκομείων, η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο (Θεαγένειο), ένα από τα τέσσερα που υπάρχουν σε ολόκληρη την χώρα, το οποίο επί της ουσίας καλύπτει ολόκληρη την βόρεια Ελλάδα και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου.

Εκτός από την ευαισθησία του αντικειμένου, το νοσοκομείο έχει και δύο ακόμη ιδιαιτερότητες στη λειτουργία του: αφενός το ότι εφημερεύει επί 24ώρου βάσεως για τους ογκολογικούς ασθενείς του, αφετέρου ότι οι εξωτερικοί ασθενείς που προσέρχονται για βραχεία ημερήσια νοσηλεία, στη χημειοθεραπευτική ή την ακτινοθεραπευτική του πτέρυγα, τα τελευταία χρόνια αυξάνονται σταθερά. Οι παραπάνω ανάγκες, σε συνδυασμό με την έλλειψη προσωπικού που έχουν δημιουργήσει οι μνημονιακές πολιτικές, ταλαιπωρούν ασθενείς και γιατρούς, με τους τελευταίους να βρίσκονται στα πρόθυρα της εξάντλησης. Αξίζει, ακόμα, να σημειωθεί ότι το 2018, ενώ το νοσοκομείο εξυπηρετούσε από 150 έως 180 εξωτερικούς ασθενείς καθημερινά, έλειπαν σύμφωνα με τα στοιχεία του Συλλόγου Εργαζομένων του Νοσοκομείου, 20 γιατροί από κενές οργανικές θέσεις, 83 νοσηλευτές και 30 ακόμη εργαζόμενοι βοηθητικού προσωπικού.

Την ίδια χρονιά, το νοσοκομείο κατήγγειλε ότι πλήθος χημειοθεραπειών για διάφορες μορφές καρκίνου κινδύνευαν να καθυστερήσουν, εξαιτίας έλλειψης των αντίστοιχων φαρμακευτικών σκευασμάτων από την αγορά. Το 2017 οι κενές οργανικές θέσεις για όλες τις ειδικότητες έφτασαν τις 400, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η αναμονή για ορισμένους τύπους ακτινοθεραπείας να φτάνει τους 4 μήνες, ενώ παράλληλα οι νοσηλευτές κατήγγειλαν ότι εκτελούσαν εργασίες παρασκευής και διάλυσης χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, χωρίς να έχουν την απαραίτητη γι’ αυτές εξειδίκευση.

Ελλείψεις στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ = πελατεία για τα ιδιωτικά

Είναι επίσης γνωστό ότι, αν και τα δημόσια νοσοκομεία παρέχουν εντελώς δωρεάν ακόμη και τις πιο ακριβές αντικαρκινικές θεραπείες, η εφαρμογή της μηδενικής συμμετοχής, την οποία οι καρκινοπαθείς δικαιούνται για τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, επί της ουσίας «πάσχει».

Πολλά από τα φθηνά, γενόσημα φάρμακα τα οποία καλύπτει η μηδενική συμμετοχή βρίσκονται μόνιμα σε έλλειψη, με αποτέλεσμα αυτή να ακυρώνεται στην πράξη, καθώς ο ασθενής αναγκάζεται να πληρώσει τη συμμετοχή για το «επώνυμο» σκεύασμα. Ανησυχία προκαλούν και οι καταγγελίες γιατρών και ασθενών για ελλείψεις σε σκευάσματα που παρέχουν δωρεάν τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για την ομαλή εξέλιξη των θεραπειών και κοστίζουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πολλές εκατοντάδες ευρώ στα ιδιωτικά φαρμακεία. Την ίδια στιγμή, το Υπουργείο Υγείας υπό τον Βασίλη Κικίλια σχεδιάζει, τους τελευταίους μήνες, την κατάργηση των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ και την παραχώρηση της διάθεσης σκευασμάτων υψηλού κόστους στα ιδιωτικά φαρμακεία.

***

Εξίσου προβληματικό παραμένει και το σύστημα ψυχοκοινωνικής και προνοιακής υποστήριξης των καρκινοπαθών. Παρότι από το 2016 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε έναν ενιαίο, ξεχωριστό φορέα για την διαχείριση όλων των κοινωνικών επιδομάτων, τον ΟΠΕΚΑ, εισάγοντας παράλληλα και τον ηλεκτρονικό φάκελο αίτησης για το αναπηρικό επίδομα, οι διαδικασίες παραμένουν αργές, με το βάρος για την κατάρτιση του φακέλου να έχει πέσει στις ήδη βεβαρημένες πλάτες των γιατρών.

Επιπλέον, παρότι το Θεαγένειο διαθέτει ειδικό γραφείο υποστήριξης πολίτη, το οποίο ενημερώνει ασθενείς και συνοδούς για τα δικαιώματά τους, οι ψυχολόγοι που καλούνται να υποστηρίξουν εσωτερικούς και εξωτερικούς ασθενείς είναι ελάχιστοι, με αποτέλεσμα να μπορούν να αφιερώνουν σε κάθε πτέρυγα μόλις λίγες ώρες κάθε εβδομάδα.

Να παλέψουμε για στήριξη των ασθενών, της έρευνας και των υποδομών

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι, παρά τις σκληρές προσπάθειες του υγειονομικού προσωπικού, η περίθαλψη και η συνολική υποστήριξη των καρκινοπαθών έχουν αρκετά τρωτά σημεία. Η εικόνα που λαμβάνει ένας ασθενής είναι ότι πολλές διαδικασίες λειτουργούν «στον αυτόματο πιλότο», χωρίς τις απαραίτητες ενέργειες από πλευράς Υπουργείου. Τα σύννεφα πάνω από το ΕΣΥ έχουν πυκνώσει ακόμα περισσότερο μετά την τουλάχιστον απαράδεκτη πρόταση του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου για μερική ιδιωτικοποίηση των δημόσιων νοσοκομείων, σε συμφωνία πάντα με τις προεκλογικές θέσεις του πρωθυπουργού για τη δημόσια υγεία.

Η ενημέρωση και ο δημόσιος διάλογος γύρω από τον καρκίνο, γενικότερα, είναι κάτι που πρέπει να διευρυνθεί και να επεκταθεί σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Η ασθένεια, παρότι εξαιρετικά σοβαρή και -δικαίως- τρομακτική για τον πολύ κόσμο, πρέπει να πάψει να είναι ταμπού και οι καρκινοπαθείς να μην αντιμετωπίζονται από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές ως παρίες, κοινωνικό βάρος και «χαμένες περιπτώσεις». Το σύστημα απόδοσης των προνοιακών επιδομάτων πρέπει να απλοποιηθεί και οι εκστρατείες ενημέρωσης, από τα κινητά συνεργεία των νοσοκομείων, να ενισχυθούν.

Επιπλέον, εκτός από την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση, σε έναν κόσμο όπου η συνεχιζόμενη ρύπανση του περιβάλλοντος και οι φρενήρεις ρυθμοί των καπιταλιστικών κοινωνιών απειλούν την υγεία περισσότερο από ποτέ, σημασία έχει και η θεραπεία.

Η έρευνα για την βελτίωση των φαρμάκων και την ανακάλυψη νέων θεραπειών, πρέπει να γίνεται από δημόσια πανεπιστήμια και επιστημονικά κέντρα, τα οποία θα λειτουργούν προς όφελος του συνόλου και όχι των φαρμακευτικών εταιρειών. Εξίσου σημαντικό είναι και το ανθρώπινο δυναμικό που στελεχώνει τις ογκολογικές κλινικές και τα ειδικά αντικαρκινικά νοσοκομεία: τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα μας παράγει εξαιρετικούς επαγγελματίες υγείας όλων των ειδικοτήτων, οι οποίοι ωστόσο έχουν απέναντί τους τις μνημονιακές πολιτικές. Καθώς οι προσλήψεις μοιάζουν πλέον με μακρινό όνειρο, οι νέοι απόφοιτοι ιατρικών και νοσηλευτικών σχολών γίνονται περιζήτητοι στο εξωτερικό, ενώ ο φόρτος εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία μοιράζεται σε ολοένα και λιγότερους εργαζόμενους. Σταθερή εργασία με αξιοπρεπείς αμοιβές και ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς είναι αναγκαία ώστε τα νοσοκομεία να συνεχίσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα και να παρέχουν υψηλής ποιότητας περίθαλψη στους ασθενείς.

*Η φωτό είναι έργο του Plasticobilism και τον ευχαριστούμε για τη δωρεάν παραχώρηση