Κάποιες προτάσεις για την Αριστερά του μέλλοντος μας

28/12/2016
Comments off
1.804 Views
Το κείμενο αυτό αρχικά δημοσιεύτηκε στο Red Notebook (χτες 27-12-16) στα πλαίσια πρωτοβουλίας του τελευταίου για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με το μέλλον της Αριστεράς και των κινημάτων μετά την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ.
andros
Του Ανδρέα Παγιάτσου

 

 

Η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων έδειξε ότι η Αριστερά δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Δεν απέτυχε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος σύρθηκε, υποτάχτηκε, «μεταλλάχτηκε» και εξευτελίστηκε. Απέτυχε και η υπόλοιπη Αριστερά – αυτή που είχε την «κρίσιμη μάζα» (την ελάχιστη απαιτούμενη δύναμη/μέγεθος) για να επιφέρει σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές. Αυτή η Αριστερά δεν μπόρεσε να καλύψει το κενό που δημιούργησε η υποταγή της ηγεσίας Τσίπρα και σαν αποτέλεσμα βρέθηκε η ίδια σε κρίση του ενός ή του άλλου είδους. Για τις μικρότερες δυνάμεις της «ριζοσπαστικής» ή «ανατρεπτικής» Αριστεράς το ζήτημα που τίθεται είναι πώς θα αποκτηθεί η «κρίσιμη μάζα» που απαιτείται για τις μεγάλες ανατροπές που απαιτούνται.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λοιπόν, το θέμα του «τι Αριστερά χρειαζόμαστε» για το μέλλον τίθεται ξανά με τον πιο επιτακτικό τρόπο.

Η πραγματικότητα είναι πως η υποταγή και μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προβλέψιμη – και είχε προβλεφθεί. Και πως το πολιτικό πλαίσιο/πρόγραμμα για έξοδο από την κρίση και την εποχή των Μνημονίων είχε έγκαιρα κατατεθεί στις γραμμές της Αριστεράς. Αυτό το πρόγραμμα δεν υιοθετήθηκε – οι ευθύνες εδώ είναι, επομένως, συγκεκριμένες. Όταν λέμε πως αυτό το πρόγραμμα είχε έγκαιρα κατατεθεί, εννοούμε βέβαια στις βασικές του κατευθύνσεις – γιατί πλήρες, ολοκληρωμένο και λεπτομερές πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν έχει προηγουμένως παρθεί η εξουσία (με την κυβερνητική αλλά και οικονομική και κοινωνική της διάσταση).

Η συζήτηση για τη «μετά-ΣΥΡΙΖΑ» εποχή είναι, έτσι, πολύ σημαντική. Το κυρίαρχο στοιχείο αυτή τη στιγμή είναι η ήττα, η υποχώρηση των κινηματικών διαδικασιών και η κρίση στις γραμμές της Αριστεράς. Το ερώτημα είναι αν μπορούν μέσα από αυτή την κρίση να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα για το ποια Αριστερά χρειάζεται η κοινωνία και πώς αυτή θα χτιστεί. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, καταθέτουμε σαν  «Ξ» μια σειρά από προτάσεις-απόψεις.

Το κλασσικό δίλημμα: μεταρρύθμιση ή επανάσταση;

1. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ επανάφερε το «κλασσικό» δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» και, ξανά, το απάντησε. Η συγκεκριμένη, πρακτική μορφή του ρεφορμισμού (της αντίληψης ότι σταδιακές και ήπιες μεταρρυθμίσεις / προσαρμογές μπορούν να οδηγήσουν σε μια «άλλη» κοινωνία) στην πρόσφατη ελληνική πραγματικότητα, είχε να κάνει με το αν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και πιο ειδικά το «πρόγραμμα της Θεσ/νίκης» του Σεπτέμβρη του 2014 μέσα στα πλαίσια του συστήματος – του καπιταλισμού, της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η εμπειρία απέδειξε ότι αυτό ήταν κάτι το αδύνατο. Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με λάθη χειρισμών ή αδυναμίες στην «πάλη» για την εφαρμογή του προγράμματος αυτού. Έχει να κάνει με το ότι το πρόγραμμα αυτό ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί γιατί ερχόταν σε μετωπική σύγκρουση με την ίδια τη δομή και λειτουργία του συστήματος – κι επομένως είτε το πρόγραμμα θα ανατρεπόταν είτε η δομή και λειτουργία του συστήματος θα έπρεπε να ανατραπεί. Ο σταδιακός, «μεταρρυθμιστικός» δρόμος οδήγησε στην ιστορική ήττα. Ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός δρόμος ήταν ο δρόμος της σύγκρουσης με την άρχουσα τάξη, με το ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο, με τη Ευρωζώνη και την ΕΕ.

Πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, πρόγραμμα ρήξης με το σύστημα

2. Το πολιτικό πρόγραμμα της ρήξης με το σύστημα, σαν ο μοναδικός ρεαλιστικός δρόμος για έξοδο από την κρίση και για μια φιλολαϊκή πολιτική, είχε έγκαιρα κατατεθεί στην ελληνική Αριστερά γενικά και στον ΣΥΡΙΖΑ πιο ειδικά. Βασικά του σημεία, θυμίζουμε, είναι: η άρνηση αποπληρωμής του χρέους η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) και στο εξωτερικό εμπόριο  η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος  η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα  η μετατροπή του δημόσιου τομέα σε κύριο μοχλό των επενδύσεων, της οικονομικής μεγέθυνσης και της ανάπτυξης μέσα από την εθνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας  η απαλλαγή των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων από τα υπερβολικά χρέη που δημιούργησαν η κρίση και οι πολιτικές των Μνημονίων  η ενθάρρυνση των συνεταιριστικών, μη κερδοσκοπικών μορφών οικονομικής δραστηριότητας  ο εκδημοκρατισμός της παραγωγικής διαδικασίας και του σχεδιασμού της οικονομίας μέσα από τη θεσμοθέτηση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και διαχείρισης, κλπ.

Είναι κατανοητό ότι αυτές οι προτάσεις αποτελούν βασικές κατευθύνσεις που απαιτούν περαιτέρω επεξεργασία – επεξεργασία που δεν αφορά μόνο «ειδικούς» αλλά πρώτα και κύρια τις ζωντανές δυνάμεις της εργασίας.

3. Είναι γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς προσυπογράφει το πιο πάνω πολιτικό πλαίσιο. Το ερώτημα είναι σε πόσο βαθμό αυτή η συμφωνία είναι πραγματική. Αν ήταν, γιατί δεν επιτεύχθηκαν ποτέ οι απαιτούμενες συγκλίσεις; Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι σχεδόν όλα τα πιο πάνω σημεία περιλαμβάνονταν στο παλιό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ…

Η βαθύτερη ουσία του μεταβατικού προγράμματος

4. Ένα πρόγραμμα όπως το πιο πάνω (το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί με το στοιχείο του διεθνισμού με το οποίο καταπιανόμαστε στη συνέχεια) που αποκαλείται από το σύνολο σχεδόν της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς σαν «μεταβατικό», οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και την ΕΕ και θέτει θέμα εξουσίας με την πλήρη έννοια του όρου (κι όχι απλά με την κυβερνητική). Αυτό είναι ένα σημείο κλειδί που αποτελεί και τη βάση διαιρέσεων ή και συγκρούσεων στις γραμμές της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς.

Στεκόμαστε σ’ αυτό το σημείο για να ανοίξουμε την απαιτούμενη συζήτηση: το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι κάτι ξεχωριστό από το πρόγραμμα της εργατικής-λαϊκής εξουσίας και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού – μια τέτοια αντίληψη μας οδηγεί κατευθείαν στη «θεωρία των σταδίων» που δυστυχώς διαπερνά τη ΛΑΕ. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι η γέφυρα που ενώνει το σήμερα της κρίσης και των αγώνων με το αύριο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Η διαδικασία είναι μία και ενιαία. Η εργατική-λαϊκή εξουσία εμπεριέχεται σαν οργανικό στοιχείο στο «μεταβατικό πρόγραμμα» όπως το επεξεργάστηκαν οι Μπολσεβίκοι με τον Λένιν και το ανάπτυξε παραπέρα ο Τρότσκι. Η ΛΑΕ απορρίπτει το αύριο μένοντας στο «στάδιο» (τα κείμενα της ΛΑΕ έχουν μικρή σημασία – πρωτεύουσα σημασία έχει η πολιτική αντίληψη του παλιού Αριστερού Ρεύματος που ελέγχει τη ΛΑΕ) ενώ το ΚΚΕ απορρίπτει τη διαδικασία της μετάβασης μιλώντας μόνο για το… «αύριο» (βασικό στοιχείο του σεκταριστικού απομονωτισμού του). Και οι δύο προσεγγίσεις είναι αδιέξοδες. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ επικρατεί μια γενική σύγχυση πάνω στα θέματα αυτά, με κυρίαρχο βέβαια το στοιχείο του σεκταρισμού.

Διεθνισμός

5. Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένο αν δεν περιέχει το στοιχείο του διεθνισμού. Οποιαδήποτε αντίληψη επιχειρεί λύσεις σε εθνοκεντρική βάση είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας και τραγική. Ήταν πάντα μονόδρομος για τους μαρξιστές, αλλά ειδικά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που ζούμε (όσο κι αν αυτή στη σημερινή φάση βρίσκεται σε διαδικασία ανάσχεσης), η αναζήτηση των κοινών δρόμων πάλης με το εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα στην υπόλοιπη Ευρώπη και διεθνώς. Όλη η Ευρώπη (κι όχι μόνο η Ευρώπη – όλος ο κόσμος) σήμερα βρίσκεται σε διαδικασίες έντονων ζυμώσεων. Οι διαδικασίες είναι βέβαια αργές, αλλά είναι πολύ σημαντικές. Με μια έννοια οι αρνητικές επιπτώσεις από την κατάρρευση του Σταλινισμού εξακολουθούν να ταλανίζουν τα κοινωνικά κινήματα και τους πολιτικούς τους φορείς αλλά τα προχωρήματα είναι γεγονός και πολύ σημαντικά. Τα κινήματα από χώρα σε χώρα κι από ήπειρο σε ήπειρο έχουν διαφορετικές ταχύτητες: πιο παλιά, όταν το ελληνικό κίνημα ήταν μπροστά, άλλα κινήματα ήταν πίσω σήμερα το ελληνικό κίνημα είναι σε υποχώρηση ενώ άλλα είναι μπροστά και επιθετικά. Στην πραγματικότητα οι διαδικασίες αναγέννησης των κινημάτων και ανάπτυξης μιας ταξικής-αντικαπιταλιστικής συνείδησης σε μαζικό επίπεδο, είναι διεθνείς.

Ο συντονισμός των αγώνων είναι εκ των ων ουκ άνευ. Αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω από τον απλό συντονισμό: χρειάζονται οι κοινοί στόχοι για τον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης. Κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ το έλεγε, μόνο που ποτέ δεν το πίστεψε: για την Ευρώπη των Εργαζομένων και του Σοσιαλισμού. Η νέα Αριστερά που οφείλουμε να χτίσουμε πρέπει να το πιστέψει και πρέπει να ξεφύγει από το «αφηρημένο» και το «γενικό», χαρακτηριστικά που ήταν τόσο έντονα στον ΣΥΡΙΖΑ (για συνειδητούς λόγους και με προφανείς στόχους). Αυτό σημαίνει να υιοθετήσει τον στόχο της πάλης για μια Σοσιαλιστική Ενωμένη Ευρώπη, με βάση και την κατανόηση που προκύπτει μέσα από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ ότι πραγματικά ενωμένη Ευρώπη σε καπιταλιστική βάση δεν πρόκειται να υπάρξει (ας μην ξεχνάμε ότι η συζήτηση αυτή κρατάει περίπου ένα αιώνα).

Αριστερά: ελλείμματα και κρίση

6. Η έκταση της αδυναμίας και των ελλειμμάτων της Αριστεράς φαίνεται από το γεγονός ότι η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε μετά τη μετάλλαξή του σε γενικευμένη κρίση της Αριστεράς που δεν μπόρεσε να καλύψει το κενό που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ. Η συνολική κρίση της Αριστεράς, αυτή που βλέπουμε σήμερα, δεν ήταν κάτι το προδιαγεγραμμένο ή το αναπόφευκτο. Αν οι κύριες οργανώσεις ή ρεύματα της Αριστεράς (αυτές/α που έχουν την «κρίσιμη μάζα» – δηλαδή το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η αριστερή πτέρυγα που υπήρχε στον παλιό ΣΥΡΙΖΑ) είχαν σωστή πολιτική, τακτική και οργανωτική πρόταση, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την μαζική κρίση στην οποία περιήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015, για να μετατραπούν σε ηγεμονικές δυνάμεις στο χώρο των κινημάτων καλύπτοντας το κενό που άφηνε πίσω της η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Το γεγονός ότι στην πιο μεγάλη κρίση του ελληνικού καπιταλισμού εδώ και πολλές δεκαετίες και της πιο μεγάλης κρίσης του ρεφορμισμού στην ιστορία της χώρας, η Αριστερά που μιλά στο όνομα της επαναστατικής ανατροπής (και το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ) κάθε άλλο παρά μπόρεσαν να πείσουν ότι έχουν τις απαντήσεις στην κρίση, είναι αποτέλεσμα των δικών τους ενδογενών ορίων κι όχι γιατί τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν το σωστό κριτήριο. Οι βασικές παθογένειες του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η αδυναμία κατανόησης του μεταβατικού προγράμματος και της τακτικής του ενιαίου μετώπου, ενώ η βασική αδυναμία της ΛΑΕ είναι η αναζήτηση εθνοκεντρικών λύσεων στα πλαίσια ενός «προοδευτικού μετασχηματισμού» του ελληνικού καπιταλισμού (θεωρία σταδίων). Οι ιδεολογικές/πολιτικές αυτές αδυναμίες συνδυάζονται, ακόμα, με ένα εσωτερικό καθεστώς το οποίο χαρακτηρίζεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από σταλινικά στοιχεία – κάτι αυτοκαταστροφικό στη σημερινή εποχή.

7. Οι πιο πάνω αντιφάσεις και αντιθέσεις φανερώνουν την έκταση του προβλήματος, η ουσία του οποίου είναι η αδυναμία των σημερινών μαζικών ή ημιμαζικών σχηματισμών της Αριστεράς να αποτελέσουν τη νέα Αριστερά που χρειάζεται η κοινωνία και τα κινήματα. Αυτό μεταφέρει σε όσους από εμάς έχουν την κατανόηση του κενού που υπάρχει, την ευθύνη της προσπάθειας να συμβάλουμε στο να ξεπεραστούν τα όρια των σημερινών μαζικών και ημιμαζικών σχηματισμών.

Για το «ενιαίο μέτωπο»

8. Η έκταση του προβλήματος είναι τόσο μεγάλη που αντανακλάται στην «αδυναμία» των πιο πάνω σχηματισμών (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΛΑΕ) να συνεργαστούν μεταξύ τους για τα πιο απλά ζητήματα του κινήματος. Από τη μεριά των «υγιών» (ενωτικών, συνεπών, με σεβασμό στη δημοκρατία και την ισοτιμία) δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς ένα κεντρικό καθήκον, που πρέπει να τίθεται και να απευθύνεται στο σύνολο της Αριστεράς, είναι αυτή ακριβώς η ανάγκη της συνεργασίας. Ανεξάρτητα από το αν το ΚΚΕ αρνείται επίμονα και το ΝΑΡ σαν γενικό κανόνα (δείτε ενδεικτικά το πρόσφατο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ και τις εκλογές για το ΤΕΕ) το καθήκον πρέπει να τίθεται, ανοικτά και δημόσια, ώστε να ασκείται πίεση σ’ αυτές τις δυνάμεις και να δίνεται ένα ζωντανό παράδειγμα στην κοινωνία και τα κινήματα, ιδιαίτερα στις νέες γενιές αγωνιστών.

Η συνεργασία της Αριστεράς, ή το «Μέτωπο» όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται στο ελληνικό κίνημα, δεν πρέπει να σημαίνει κατ’ ανάγκη νέο φορέα, ούτε μέτωπο σε μόνιμη και διαρκή βάση. Πρέπει να ξεκινά από τις ανάγκες της κοινής δράσης του κινήματος και σ’ αυτό να συμπεριλαμβάνονται και οι κοινές εκλογικές κάθοδοι. Από εκεί και πέρα αν μπορεί να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, τόσο το καλύτερο. Αν μπορεί να μετεξελιχθεί σε νέο φορέα ακόμα πιο καλά. Όμως το τελευταίο δεν πρέπει να τίθεται σαν όρος για συνεργασία. Η συνεργασία ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς, χρειάζεται να υπάρχει μέχρι το σημείο που είναι δυνατή, δηλαδή πάνω σε όλα, όσα είναι, τα σημεία που υπάρχει συμφωνία – για το καλό των κινημάτων και των στρωμάτων που βρίσκονται σε μάχες και τελικά και της ίδιας της Αριστεράς συνολικά. Η ειλικρίνεια στη συνεργασία, η ισοτιμία και ο σεβασμός στη δημοκρατία των κινημάτων πρέπει να θεωρούνται ως εντελώς απαραίτητες προϋποθέσεις.

Για τον «πόλο»

9. Στα πλαίσια αυτής της γενικής «ενότητας στη δράση» ή του «ενιαίου μετώπου» της Αριστεράς και των κινημάτων, οι δυνάμεις που θεωρούν ότι εκφράζουν και εκφράζονται από τις ιδέες της ανατροπής και της ρήξης, που κατανοούν ότι χωρίς σύγκρουση με το σύστημα –τον καπιταλισμό, την Ευρωζώνη και τους διεθνείς οργανισμούς του κεφαλαίου– δεν υπάρχει μέλλον, οφείλουν κατά τη γνώμη μας να συναντηθούν για να συντονίσουν το βηματισμό τους. Είτε συμμετέχουν στη ΛΑΕ, είτε συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε σε κανένα από τους δύο αυτούς σχηματισμούς.

Ο στόχος που πρέπει να θέσουν πρέπει να είναι η συγκρότηση, σε βάθος χρόνου, ενός πολιτικού φορέα που να εκφράζει τις πιο πάνω αντιλήψεις. Για να διαχωρίσουμε την έννοια του «μετώπου» από την έννοια του πολιτικού φορέα, σαν  «Ξεκίνημα» χρησιμοποιούμε τον όρο «πόλος» για να περιγράψουμε αυτή την πρόταση. Ο «πόλος» αυτός ασφαλώς δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά ενιαίου κόμματος – δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μπορεί όμως να έχει ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και η έκφραση «πόλος» είναι πιο δόκιμη αντί του «πολιτικός φορέας».

10. Τελικά, το μαζικό κίνημα χρειάζεται και την πλατιά ενωτική δράση («μέτωπο») και τον πολιτικό φορέα («πόλο») που θα κάνει τις απαραίτητες επεξεργασίες και θα παίρνει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες που να το βοηθήσουν να ολοκληρώσει τον ιστορικό του ρόλο, την εγκαθίδρυση μιας άλλης, εναλλακτικής κοινωνίας – που όσο κι αν οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους μπορούμε να την περιγράψουμε σαν σοσιαλιστική, στηριγμένη στην εργατική δημοκρατία.

Χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία, ας μη χαθεί και η επόμενη

11. Μπορούμε να είμαστε γενικά αισιόδοξοι για την προοπτική που περιγράφουμε πιο πάνω, αλλά για το προβλεπτό μέλλον η αισιοδοξία μας πρέπει να είναι πολύ συγκρατημένη. Τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα υπήρξαν ιστορικές δυνατότητες. Το κίνημα έφτασε σε εξαιρετικά ψηλά επίπεδα μαχητικότητας και αγώνων. Ενέπνευσε εκατομμύρια σε όλο τον πλανήτη. Οι ευκαιρίες ήταν μοναδικές. Όμως οι οργανώσεις και τα ρεύματα της Αριστεράς που μιλούν στο όνομα της «ριζοσπαστικής» ή «επαναστατικής» ανατροπής δεν μπόρεσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Είτε δεν κατανόησαν σε βάθος την ιστορική συγκυρία και τα καθήκοντα, είτε έμειναν δέσμιες αγκυλώσεων όπως της «μοναδικότητας» της «επαναστατικής καθαρότητας» ή απλά του «ανταγωνισμού» προς άλλες οργανώσεις της Αριστεράς – αγκυλώσεις που ταλαιπωρούν την Αριστερά για δεκαετίες. Αν αυτές μπορούν να ξεπεραστούν από κάποιες από τις νέες κινήσεις και μέσα από τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει αυτό είναι κάτι που θα φανεί – και θα είναι σημαντικό. Το θετικό στη σημερινή συγκυρία είναι ότι η εμπειρία από την εξευτελιστική υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ βοηθάει στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Το αρνητικό είναι η αίσθηση της ήττας και της απογοήτευσης που διαπερνά την κοινωνία και τα κινήματα. Αυτό όμως έχει ημερομηνία λήξης που μπορούμε να ελπίζουμε πως δεν είναι πολύ μακριά. Ταυτόχρονα υπάρχουν οι διεθνείς διεργασίες (ΗΠΑ, Βρετανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, κι όχι μόνο…) που είναι θετικές και στις οποίες χρειάζεται να επενδύσουμε. Το παρόν εμφανίζει μεγάλες δυσκολίες, το μέλλον όμως είναι πολλά υποσχόμενο.

 

Θεματικές