Καμία εμπιστοσύνη σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Έχουμε εμπιστοσύνη μόνο στους αγώνες μας

Άρθρο της Σύνταξης από το νέο τεύχος του «Ξ», 485, 18 – 31 Γενάρη

 

Έλαβε χτες 16/1 τελικά ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ εν όψει της ψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών. Εκτός από τους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ την κυβέρνηση ψήφισαν και 4 των ΑΝΕΛ, 1 ανεξάρτητη πρώην ΝΔ (Παπακώστα) και 1 του Ποταμιού.

Έτσι η κυβέρνηση πέρασε τον πρώτο σκόπελο μετά την «ελεγχόμενη» κρίση με την αποχώρηση των ΑΝΕΛ, και σε μερικές μέρες θα φέρει και την Συμφωνία των Πρεσπών στο κοινοβούλιο. Αν η Συμφωνία επικυρωθεί (κάτι που την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές φαίνεται πιθανό αλλά όχι δεδομένο) θα μπορέσει να κερδίσει κάποιο χρόνο και να αποφασίσει σε επόμενη φάση για την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών με βάση το πότε είναι περισσότερο βολικό γι’ αυτήν.

«Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού»;

Στην ομιλία του στη βουλή ο Τσίπρας ανέφερε ότι υπάρχει μια αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, προκειμένου να δικαιολογήσει τις μετακινήσεις βουλευτών, το σπάσιμο της συνεργασίας με τον Καμμένο αλλά και την πιθανή μετεκλογική συνεργασία του με δυνάμεις από τον χώρο της κεντροαριστεράς. Με βάση τον Τσίπρα, το «τέλος των Μνημονίων» δημιουργεί νέα δεδομένα, καθώς επανέρχονται οι πολιτικοί διαχωρισμοί που υπήρχαν πριν την κρίση. Έτσι, δικαιολογεί την μέχρι τώρα συμμαχία του με τους εθνικιστικούς ΑΝΕΛ στο όνομα του «αντιμνημονιακού αγώνα» και προσεγγίζει Ποτάμι και ΚΙΝΑΛ στο όνομα της «μάχης της προόδου με την συντήρηση».

Τίποτα απ’ όλα αυτά βέβαια δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στα λαϊκά στρώματα όταν προέρχεται από μια κυβέρνηση που την ώρα που μιλάει για το τέλος των Μνημονίων συνεχίζει να εφαρμόζει λιτότητα.

Και ακόμα: τι αγώνα «ενάντια στην ακροδεξιά» θα δώσει ο Τσίπρας, όταν είναι φανερό όλα τα τελευταία χρόνια ότι η ακροδεξιά τρέφεται από τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζει ο Τσίπρας και όλες οι κυβερνήσεις στην ΕΕ;

Η ζημιά που έχει κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην ιδέα της Αριστεράς, προσχωρώντας στο στρατόπεδο του συστήματος και του κατεστημένου, είναι βούτυρο στο ψωμί των φασιστών και της ακροδεξιάς.

Υποκριτική και σάπια αντιπολίτευση

Η ΝΔ από την άλλη, το μόνο σίγουρο είναι ότι θέλει να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα για την λαϊκή πλειοψηφία. Ανυπομονεί να ανέβει στην εξουσία ξανά, θεωρώντας «προσβολή» ότι κάποιοι άλλοι ανέλαβαν την διοίκηση του κράτους. Ο Κ. Μητσοτάκης δίνει την αίσθηση ότι βιάζεται να γίνει πρωθυπουργός για να κόψει ακόμα και τα «φιλανθρωπικά» επιδόματα που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να επιβιώσει εκλογικά. Η συμπόρευση του με την ακροδεξιά δε, ακόμα και σε θέματα όπως το Μακεδονικό όπου η θέση της ΝΔ ήταν εδώ και χρόνια για σύνθετη ονομασία, και η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας και ρητορικής, δείχνει τον χωρίς όρια καιροσκοπισμό του.

Στην πραγματικότητα η «αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού» έχει να κάνει με το ότι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα πλην του ΚΚΕ συμφωνούν στην κεντρική ουσία της πολιτικής που εφαρμόζεται (λιτότητα εντός του ευρώ και της ΕΕ), και άρα οι αντιπαραθέσεις πια είναι γύρω από δευτερεύοντα ζητήματα. Αυτή η πραγματικότητα είναι πίσω από τα παζάρια χωρίς αρχές που γίνονται εντός του κοινοβουλίου αλλά και πίσω από την απογοήτευση, την αδιαφορία και την αηδία με την οποία παρακολουθούν τις εξελίξεις οι εργαζόμενοι και η νεολαία. Το κλίμα αυτό φυσικά θα αποτυπωθεί και στις εκλογές όποτε και αν γίνουν.

Πρέσπες και εμπιστοσύνη

Εν όψει της ψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών, τις επόμενες μέρες οργανώνονται συλλαλητήρια από εθνικιστικές δυνάμεις, συλλαλητήρια που όσες φορές έγιναν έδωσαν χώρο σε φασιστικές ομάδες να βγουν από το καβούκι τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει απόλυτη πλειοψηφία στην βουλή για να την περάσει, ενώ οι βουλευτές των ΑΝΕΛ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης δεν είναι πιθανό να την ψηφίσουν. Υπάρχουν όμως βουλευτές του ΚΙΝΑΛ και του Ποταμιού που είναι διατεθειμένοι να ψηφίσουν υπέρ, και θα φανεί τις επόμενες μέρες αν θα βρεθούν οι ψήφοι και τι επίπτωση θα έχει αυτή η ψηφοφορία σε αυτά τα κόμματα.

Όλες οι παραπάνω εξελίξεις δεν προμηνύουν τίποτα θετικό για τα λαϊκά στρώματα, ούτε δίνουν ελπίδα για κάποια προοδευτική αλλαγή των πραγμάτων. Η μόνη ελπίδα που μπορεί να αυξήσει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων και να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα είναι οι κοινωνικοί αγώνες. Αγώνες για τα εργατικά δικαιώματα όπως αυτός που δίνουν οι εκπαιδευτικοί αυτή την περίοδο, αγώνες για την ποιότητα ζωής και το περιβάλλον, αγώνες ενάντια στο ρατσισμό και την γυναικεία καταπίεση. Μόνο αυτός ο παράγοντας μπορεί να αλλάξει το κλίμα και να δημιουργήσει το έδαφος για τις πολιτικές και συστημικές ανατροπές που χρειαζόμαστε.