Ήττα της Amazon: ψηφίστηκε φορολόγηση 50εκ$ κάτω από την πίεση του κινήματος στο Σιάτλ

Διασκευή άρθρου από το site της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής», (CWI, αδελφή οργάνωση του «Ξ» στις ΗΠΑ) για την απόφαση του Συμβουλίου της Πόλης του Σιάτλ να φορολογήσει την Amazon, προκειμένου να εξασφαλιστούν σημαντικά ποσά για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης που αντιμετωπίζει η πόλη. Η απόφαση αυτή πάρθηκε κάτω από την τεράστια πίεση του κινήματος και της εκστρατείας «Tax Amazon».

 

Στις 14 Μάη το Συμβούλιο της Πόλης του Σιάτλ πήρε την ιστορική απόφαση της φορολόγησης της Amazon και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η κατασκευή δημόσιων, φτηνών κατοικιών.

Το Σιάτλ είναι η πόλη στην οποία έχει την έδρα της η Amazon, που είναι η μεγαλύτερη εταιρία πωλήσεων στον πλανήτη. Ο ιδιοκτήτης της Τζέφ Μπέζος ανακηρύχθηκε φέτος ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Παρόλα αυτά, η εταιρία πληρώνει μηδενικούς (!) φόρους σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και ταυτόχρονα πληρώνει πολύ χαμηλούς μισθούς στους εργαζόμενους της.

Την ίδια ώρα, στο Σιάτλ είναι σε εξέλιξη μια στεγαστική κρίση. Λόγω της εταιρικής ανάπτυξης της περιοχής, οι τιμές των ακινήτων έχουν ανέβει κατακόρυφα, και τα εργατικά στρώματα δεν έχουν τη δυνατότητα να νοικιάσουν ή να αγοράσουν κατοικίες σε προσιτές τιμές. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Seattle Magazine, σήμερα υπάρχουν μόνο 44 (!) κατοικίες προς πώληση στην πόλη του Σιάτλ (όπου υπάρχουν συνολικά 80.000 κατοικίες), και οι περισσότερες από αυτές έχουν τιμή πάνω από 1 εκατομμύριο $! Οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται κατά 19% το χρόνο!

Αυτή η κατάσταση έχει προκαλέσει οργή στα λαϊκά στρώματα. Σε αυτή τη βάση δημιουργήθηκε η εκστρατεία «Tax Amazon» («φορολογήστε την Amazon») που παλεύει για την φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων στο Σιάτλ, ώστε να κατασκευαστούν φτηνές κατοικίες.

Η εκστρατεία ξεκίνησε το περασμένο φθινόπωρο με την κατάληψη του Δημαρχείου και προκάλεσε μια μεγάλη δημόσια συζήτηση στην πόλη, ώστε να φτάσουμε στις 14 Μάη που είχε την πρώτη της σημαντική νίκη.

«Πολιτικοί – υπάλληλοι της Amazon»

Στη διάρκεια της εβδομάδας που προηγήθηκε της τελικής ψηφοφορίας, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πολιτικοί που λειτουργούν ως υπάλληλοί τους, όπως η Δήμαρχος του Σιάτλ, Τζένι Ντάρκαν, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειες για τις εταιρείες. Η Ντάρκαν κατέθεσε αντιπρόταση, με βάση την οποία, η φορολογία θα απέφερε 40 εκατ. δολάρια το χρόνο, αντί για 75 εκατ. δολάρια (με βάση την αρχική πρόταση που κατέθεσε η σ. Σάμα Σαγουάντ) τα οποία μάλιστα θα κατευθύνονταν σε προσωρινές, όσο και απάνθρωπες «λύσεις», όπως οι καταυλισμοί αστέγων, αντί για τη δημιουργία μόνιμων κατοικιών. Η πρότασή της καταψηφίστηκε από την επιτροπή οικονομικών του Συμβουλίου, χάρη στην τεράστια δυναμική του κινήματος για τη φορολόγηση της Amazon.

Την ίδια ώρα όμως που το κίνημα βρισκόταν στους δρόμους, απαιτώντας 75 εκατ. δολάρια, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, το Συμβούλιο της Πόλης του Σιάτλ, μεθόδευσε μια νέα πρόταση, η οποία είναι ελάχιστα καλύτερη από αυτή της Δημάρχου και του ιδιοκτήτη της Amazon, Τζεφ Μπέζος. Για την ακρίβεια, αυτό που ψηφίστηκε τελικά, ήταν η εξασφάλιση 48 εκατ. δολαρίων το χρόνο από τη φορολόγηση της Amazon. Αν και το τελικό αποτέλεσμα είναι μακριά από το αρχικό αίτημα του κινήματος, η σημασία του γεγονότος ότι 48 εκατομμύρια δολάρια θα φεύγουν κάθε χρόνο από την τσέπη του Μπέζος και θα καταλήγουν στις ανάγκες στέγασης στην πόλη, είναι τεράστια. Και αυτή η νίκη δε θα είχε ποτέ γίνει πραγματικότητα, χωρίς τη μάχη που προηγήθηκε, με την κινητοποίηση και την ικανότητά του κινήματος να απαντάει πειστικά στα επιχειρήματα των πολιτικών που υπηρετούν τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η Amazon έδωσε λυσσαλέα μάχη ενάντια στη φορολόγηση, αλλά στο τέλος ηττήθηκε.

Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και με την εκστρατεία για 15$/ώρα βασικό μισθό, που έδωσαν οι εργαζόμενοι του Σιάτλ. Είχαν να αντιμετωπίσουν τους εργοδότες του Σιάτλ, αλλά κατάφεραν να περάσουν το μέτρο, που τώρα έχει επεκταθεί και σε πολλές άλλες πόλεις των ΗΠΑ.

Απειλές από την Amazon

Το διάστημα πριν την ψήφιση του μέτρου, η Amazon χρησιμοποίησε απειλές, λέγοντας ότι αν αυτό περάσει από το Συμβούλιο, θα εγκαταλείψει ένα μεγάλο μέρος του κατασκευαστικού της προγράμματος στην πόλη, αφήνοντας άνεργους 7.000 εργαζόμενους.

Στην πραγματικότητα βέβαια, το ποσό το οποίο καλείται να πληρώσει η εταιρεία, δεν της προκαλεί κανένα ουσιαστικό οικονομικό πρόβλημα, αφού πρόκειται για ψίχουλα μπροστά στα τεράστια κέρδη της. Αυτό όμως που προβληματίζει την Amazon είναι ότι ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα και για άλλες πολιτείες της χώρας, στις οποίες έχει γραφεία και εγκαταστάσεις, όπου θα μπορούσαν να αναπτυχθούν αντίστοιχα κινήματα. Ένα τέτοιο ντόμινο διεκδικήσεων για φορολόγηση της Amazon είναι ικανό να απειλήσει την κερδοφορία του Μπέζος.

Οι απειλές της Amazon είναι μια απόπειρα τρομοκράτησης και διχασμού των εργαζομένων της πόλης. Μάλιστα, σε κάποια φάση ο Μπέζος προσπάθησε να κινητοποιήσει ένα σωματείο εργαζομένων που υπέκυψε στους εκβιασμούς του, και να το στρέψει ενάντια στο κίνημα.

Όλα αυτά, τη στιγμή που οι εργαζόμενοι της εταιρείας σε ολόκληρο τον κόσμο, δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες εντατικοποίησης, αλλά και στενής παρακολούθησης. Την ίδια ώρα που, σύμφωνα με στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας ανά τακτά διαστήματα, μεγάλο ποσοστό τους δεν είναι καν σε θέση να αγοράσει τα απαραίτητα τρόφιμα με το μισθό του. Στο Οχάιο, το 10% των εργαζομένων της εταιρείας, βασίζονται για την επιβίωσή τους σε τράπεζες τροφίμων, ενώ στην Πενσυλβάνια, περίπου το ίδιο ποσοστό εργαζομένων δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις διατροφικές του ανάγκες με το μισθό του.

Δυνατότητες εξάπλωσης

Η μεγάλη νίκη που πέτυχε το κίνημα στο Σιάτλ έχει δυνατότητες εξάπλωσης σε ολόκληρη τη χώρα. Παρά το γεγονός ότι το ποσό που εξασφαλίστηκε δεν είναι αυτό που διεκδικούσε αρχικά το κίνημα, είναι περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια πάνω από αυτά που ήταν διατεθειμένοι να δώσουν οι ιδιοκτήτες μεγάλων επιχειρήσεων όπως η Amazon.

Χαρακτηριστικό του αντίκτυπου και της πίεσης του κινήματος, είναι το γεγονός ότι μεγάλες εφημερίδες και ενημερωτικά δίκτυα, μέσα και έξω από τις ΗΠΑ, ασχολήθηκαν εντατικά με το θέμα. Μέσα όπως η New York Times, η Washington Post, το πρακτορείο Reuters, ο Guardian, κ.α. έκαναν αναλυτικά ρεπορτάζ, γύρω από το θέμα.

Η οργή που συσσωρεύεται στα λαϊκά στρώματα της Αμερικάνικης κοινωνίας ψάχνει να βρει δρόμους έκφρασης. Ο Μπέζος και το σινάφι του προτιμάνε η οργή αυτή να διοχετευτεί σε ακροδεξιούς πολιτικούς, σε ρατσιστικές συμπεριφορές, κτλ. Φοβούνται τη δύναμη των κινημάτων και των εργαζομένων, αν αυτοί αποφασίσουν να εκφράσουν την οργή αυτή εναντίον τους.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ο ρόλος της «Σοσιαλιστικής Εναλλακτικής» και της Συμβούλου Σάμα Σαγουάντ ήταν καθοριστικός, καθώς καθόρισαν την ατζέντα των πολιτικών εξελίξεων της πόλης και οδήγησαν στην ήττα την μεγαλύτερη εταιρία στον πλανήτη.

Οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί βέβαια, δεν μπορούν να σταματήσουν εδώ. Κάθε μικρή νίκη εντάσσεται στον αγώνα για μια κοινωνία αλληλεγγύης, ισότητας και πραγματικής δημοκρατίας, για τις ανάγκες και τις προσδοκίες της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων.

Θεματικές

, ,