Ιρλανδικές εκλογές: Ιστορικές ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό!

Τα αποτελέσματα των εκλογών του Σαββάτου 8 Φλεβάρη 2020 στην Ιρλανδία είναι ιστορικά. Ο λόγος είναι η πρωτιά του πατριωτικού-προοδευτικού Σιν Φέιν, η σημαντική άνοδος των «Πρασίνων» (Green Party) και το ιστορικό χαμηλό των δύο δεξιών κομμάτων Φιάνα Φάιλ (Fianna Fáil – FF) και Φίνε Γκελ (Fine Gael – FG), τα οποία εναλλάσσονταν στην εξουσία τα προηγούμενα χρόνια συγκυβερνώντας με τους «Εργατικούς» (Labour Party) και εφαρμόζοντας πολιτικές σκληρής λιτότητας.

Τα αποτελέσματα

Το Σιν Φέιν κατάφερε σχεδόν να διπλασιάσει τους ψήφους πρώτης προτίμησης και τα ποσοστά του σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του 2016. Το Ιρλανδικό εκλογικό σύστημα (βλ. παρακάτω) είναι πολύ διαφορετικό και πιο περίπλοκο σε σχέση με το ελληνικό. Έτσι οι ψήφοι και τα ποσοστά δεν μεταφράζονται στις αντίστοιχες έδρες, με αποτέλεσμα π.χ. το Σιν Φέιν να βγαίνει πρώτο σε ποσοστό αλλά το FF να παίρνει περισσότερες έδρες. Στις συγκεκριμένες εκλογές, αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι το Σιν Φέιν δεν κατάφερε να έχει πολλούς υποψηφίους, καθώς κατέβασε μόνο 42, σε αντίθεση με τα FF και FG που κατέβασαν 84 και 82 αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση, το εκλογικό αποτέλεσμα είναι το μεγαλύτερο που έχει πετύχει ποτέ το Σιν Φέιν, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και γι’ αυτό είναι ιστορικής σημασίας.

Το χριστιανοδημοκρατικό FG, μέλος του ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος όπως και η ΝΔ, είχε τη μεγαλύτερη πτώση, καθώς εισέπραξε τη μεγαλύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια. Από το 2016 είχε συγκροτήσει, μαζί με άλλους δεξιούς ανεξάρτητους βουλευτές και την ανοχή του FF, κυβέρνηση μειοψηφίας και επέλεξε να πάει σε πρόωρες εκλογές με «επίσημη» δικαιολογία τη συγκρότηση μιας ισχυρής πλειοψηφίας εν όψει των διαπραγματεύσεων του Μαρτίου μεταξύ ΕΕ-Βρετανίας για το Brexit. Τελικά, όπως θα δούμε και παρακάτω, το Brexit ήταν το «τελευταίο» ζήτημα με βάση το οποίο ψήφισε η ιρλανδική κοινωνία. Μαζί με το κεντροδεξιό-φιλελεύθερο FF συγκεντρώνουν μόλις 43%, το οποίο είναι το χαμηλότερο (αθροιστικά) ποσοστό που έχουν συγκεντρώσει ποτέ και, σε συνδυασμό με την άνοδο του Σιν Φέιν αλλά και των «Πρασίνων», αποκαλύπτει την οργή της ιρλανδικής κοινωνίας για τις πολιτικές που έχουν εφαρμόσει όλα τα τελευταία χρόνια, την αμφισβήτηση των δύο παραδοσιακών κομμάτων της αστικής τάξης και την αναζήτηση για μια διαφορετική πολιτική.

Η συμμαχία των αριστερών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων γύρω από τα σχήματα «Solidarity» (Αλληλεγγύη), στο οποίο παίζει βασικό ρόλο η αδερφή οργάνωση του «Ξ» στην Ιρλανδία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, και «People Before Profit – PBP» (Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη*), «συμπιέστηκε» από τη δυναμική που ανέπτυξε το Σιν Φέιν, έχοντας μείωση σε ψήφους και ποσοστά. Επανεξέλεξε 5 βουλευτές, ανάμεσά τους και τον σ. Μικ Μπάρι από τη βόρεια-κεντρική περιφέρεια του Κορκ (της 2ης μεγαλύτερης πόλης της Ιρλανδίας), όμως δεν κατάφερε να επανεκλέξει τη σ. Ρουθ Κόπινγκερ στο δυτικό Δουβλίνο.

Πως ψήφισαν οι Ιρλανδοί;

Στο παρακάτω γράφημα φαίνονται οι λόγοι με βάση τους οποίους ο ιρλανδικός λαός αποφάσισε για την ψήφο του.

Σύμφωνα με το exit poll, λοιπόν, το ζήτημα του Brexit δεν επηρέασε σχεδόν καθόλου τις εκλογές -σε αντίθεση με τους υπολογισμούς της προηγούμενης κυβέρνησης. Αντίθετα, τα «καυτά θέματα» ήταν κατά 32% η κατάρρευση του συστήματος υγείας, κατά 26% η στεγαστική κρίση και στη συνέχεια τα όρια συνταξιοδότησης, η κλιματική κρίση κλπ. Ζητήματα για τα οποία υποφέρουν για χρόνια οι εργαζόμενοι και η κοινωνία και οδήγησαν τελικά στην αγανάκτηση απέναντι στις πολιτικές των δύο δεξιών κομμάτων FG και FF, όπως σημειώναμε και σε προεκλογικό μας άρθρο.

Ακόμα, αξίζει να σημειώσουμε και την ψήφο της νεολαίας μεταξύ 18-24 ετών.

Και πάλι με βάση το exit poll, φαίνεται πως η ιρλανδική νεολαία γύρισε κυριολεκτικά την πλάτη της στα FG και FF, ψηφίζοντας κατά 1/3 το Σιν Φέιν, διπλασιάζοντας τα ποσοστά των πρασίνων (GP) και υπερδιπλασιάζοντας τα ποσοστά της συμμαχίας Solidarity -PBP (σε σύγκριση με τα συνολικά).

Η άνοδος του Σιν Φέιν και οι προοπτικές για συγκρότηση κυβέρνησης

Με βάση τα παραπάνω, η μαζική στροφή προς το Σιν Φέιν αποτελεί αριστερή μετατόπιση για την ιρλανδική κοινωνία, κίνηση αμφισβήτησης και ρήξης με το «παλιό» δικομματικό σύστημα. Ωστόσο, το Σιν Φέιν δεν είναι ένας νέος «φρέσκος» αριστερός σχηματισμός. Στην Ελλάδα είναι ίσως αρκετά συμπαθές  γιατί είναι γνωστό ως η πολιτική πτέρυγα του IRA (του Ιρλανδικού Απελευθερωτικού Στρατού, που ήταν η πιο γνωστή δύναμη αντίστασης κατά της βρετανικής κατοχής). Ωστόσο, παρά το ριζοσπαστικό όνομα που έχει, στην πράξη απέχει πολύ από το να μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια δύναμη ανατροπής (δείτε παλιότερο μας άρθρο εδώ). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση που κράτησε το 2014-2015 στο κίνημα ενάντια στο φόρο του νερού, που όχι μόνο δεν μπήκε μπροστά για να το χτίσει, αλλά την περίοδο της μαζικής άρνησης πληρωμής του φόρου εκπρόσωποί του δήλωναν δημόσια ότι τον έχουν πληρώσει.

Ακόμα, η στάση του στη Βόρεια Ιρλανδία είναι αποκαλυπτική. Το νησί της Ιρλανδίας είναι διαχωρισμένο, με το βορειοανατολικό του τμήμα να είναι κομμάτι της Μεγάλης Βρετανίας. Στο τοπικό κοινοβούλιο το Σιν Φέιν συγκυβερνά μαζί με δεξιά κόμματα, εφαρμόζοντας πολιτικές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων κλπ.

Ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα στη στάση του Σιν Φέιν είναι ότι δεν έχει μια ταξική/εργατική προσέγγιση στο εθνικό πρόβλημα της χώρας. Σε αυτό το άρθρο δεν υπάρχει χώρος για μια ανάλυση του «ιρλανδικού προβλήματος», αρκεί όμως να πούμε ότι το Σιν Φέιν απευθύνεται στον καθολικό πληθυσμό της χώρας, και δεν λαμβάνει υπόψη του τις ευαισθησίες και ανησυχίες του προτεσταντικού πληθυσμού, ούτε προσπαθεί να χτίσει γέφυρες μαζί του. Η στάση αυτή, για τα δεδομένα της Ιρλανδίας είναι πολύ προβληματική και μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις και συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η ηγέτης του Σιν Φέιν Μαίρη Λου ΜακΝτόναλντ δήλωσε ότι θα επιδιώξει συγκρότηση αριστερής κυβέρνησης με στόχο να εφαρμόσει μέτρα υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτή είναι μια κατ’ αρχήν θετική στάση, ωστόσο αν υπολογίσει κανείς τους βουλευτές θα διαπιστώσει ότι το άθροισμα απέχει αρκετά από την πλειοψηφία των 81 (σε σύνολο 160).

Το πρόβλημα είναι ότι το Σιν Φέιν δεν έχει αποκλείσει τη συμμετοχή σε κυβέρνηση με το δεξιό Φιάνα Φάιλ και άλλα κόμματα/βουλευτές, κάτι που αν πραγματοποιηθεί θα οδηγήσει το Σιν Φέιν σε υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών (όπως κάνει και στο βορρά) και θα προκαλέσει μεγάλη απογοήτευση στον κόσμο που το στήριξε. Η ελληνική εμπειρία είναι ξεκάθαρη για το τι γίνεται με «αριστερές» κυβερνήσεις που εφαρμόζουν πολιτικές του κατεστημένου.

Αυτό που φαίνεται μέχρι στιγμής ως το πιο πιθανό σενάριο είναι μια συγκυβέρνηση μειοψηφίας με κορμό το FF, τους Πράσινους κ.α. με την ανοχή του FG.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, η αδερφή οργάνωση του «Ξ» στην Ιρλανδία, καλεί το Σιν Φέιν (όπως έκανε και προεκλογικά) καταρχήν να αποκλείσει κάθε συμμετοχή σε συγκυβέρνηση με το FF ή το FG. Το Σιν Φέιν αν θέλει να μην απογοητεύσει τα λαϊκά στρώματα πρέπει να προβάλλει κατ’ αρχήν προς την κοινωνία ένα ριζοσπαστικό μαχητικό πρόγραμμα ρήξης: για άμεση λύση του στεγαστικού προβλήματος με εφαρμογή προγραμμάτων δημιουργίας ποιοτικών εργατικών κατοικιών, για αύξηση του κατώτατου μισθού, τερματισμού κάθε σχεδίου ιδιωτικοποίησης (ειδικά της υγείας), διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους κλπ, και για μια ταξική προσέγγιση στο εθνικό ζήτημα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να αποτελέσει πόλο έλξης για την εργατική τάξη σε βορρά και νότο. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αναγεννήσει το κίνημα της χώρας και να μπει μπροστά σε νέους διεκδικητικούς αγώνες. Σε αυτή τη βάση το  Σιν Φέιν πρέπει να θέσει το ζήτημα της διακυβέρνησης της χώρας, και να παλέψει να πάρει την πλειοψηφία.

Η εκστρατεία και τα αποτελέσματα του Σοσιαλιστικού Κόμματος

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα έδωσε έναν προεκλογικό αγώνα κάτω από ένα μη ευνοϊκό κλίμα. Καταρχήν, η δυναμική του Σιν Φέιν επηρέασε ένα κομμάτι του κόσμου και επιπλέον, την προηγούμενη περίοδο δεν υπήρχαν μαζικά κινήματα αντίστοιχα με την περίοδο πριν το 2016, με εξαίρεση το νικηφόρο κίνημα υπέρ του δικαιώματος των αμβλώσεων, τα οποία να αναζητήσουν πολιτική έκφραση. Συνολικά κατέβασε υποψηφίους/ες σε 9 περιφέρειες, επικεντρώνοντας όμως τις δυνάμεις στην επανεκλογή των σ. Ρουθ Κόπινγκερ και Μικ Μπάρι.

Η σ. Ρουθ η οποία αν και συγκέντρωσε το 10% και 4.353 ψήφους πρώτης προτίμησης στην περιφέρεια του δυτικού Δουβλίνου (ένα από τα καλύτερα ποσοστά του συνδυασμού), έμεινε τελικά εκτός βουλής, καθώς ο υποψήφιος των Πρασίνων επωφελήθηκε στον τελευταίο γύρο καταμέτρησης από το εκλογικό σύστημα (βλ. και παρακάτω). Αντίθετα, ο σ. Μικ κατάφερε να εκλεγεί στην περιφέρεια του βόρειου-κεντρικού Κορκ, λαμβάνοντας το 7,2% και 3.703 ψήφους πρώτης προτίμησης.

Η εκστρατεία του ΣΚ ήταν δυναμική, με δεκάδες εθελοντές να συμμετέχουν σε δράσεις στις γειτονιές, προβάλλοντας ένα μαχητικό πρόγραμμα για τη στέγαση και τον έλεγχο των ενοικίων, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, για την κλιματική κρίση, για τα δικαιώματα των γυναικών, των ΛΟΑΤ ατόμων και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας, για την ανατροπή του συστήματος των ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης. Αυτόν τον αγώνα θα συνεχίσει να δίνει τόσο μέσα στη Βουλή μέσω του σ. Μικ Μπάρι, όσο και (κυρίως) εκτός Βουλής, μέσα από τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες.

Το αποτέλεσμα των Ιρλανδικών εκλογών αποτέλεσε ακόμα ένα «χτύπημα» στο κατεστημένο. Η σχετική ανάπτυξη που εμφάνισε τα τελευταία χρόνια η ιρλανδική οικονομία διοχετεύτηκε στους υπερπλουσίους, δημιουργώντας μέσα σε ένα χρόνο 3.000 νέους εκατομμυριούχους, την ίδια στιγμή που η στεγαστική κρίση έχει «χτυπήσει κόκκινο», οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται και η φτώχεια μεγαλώνει. Αυτή η κατάσταση έστρεψε τον κόσμο προς το Σιν Φέιν εκφράζοντας μια αναζήτηση προς τα αριστερά. Το ζήτημα όμως δεν «τελειώνει» εκεί, καθώς δεν είναι «αρκετή» η εκλογική άνοδος αριστερών-προοδευτικών κομμάτων, όπως είδαμε και στην Ελλάδα με την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη η εργατική τάξη και η κοινωνία είναι οργανώσεις και κόμματα που να είναι διατεθειμένα να συγκρουστούν με το κατεστημένο και με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, έτσι ώστε να εφαρμόσουν πολιτικές υπέρ των εργαζομένων και της πλειοψηφίας της κοινωνίας και να πάνε τον αγώνα μέχρι τέλους.

Το Ιρλανδικό εκλογικό σύστημα

Η Ιρλανδία χωρίζεται σε 39 πολυεδρικές περιφέρειες (στην πλειοψηφία τους 4 εδρών) και όλοι οι υποψήφιοι συμμετέχουν σε ενιαία λίστα/ψηφοδέλτιο. Οι ψηφοφόροι μπορούν να επιλέξουν να ψηφίσουν από έναν μέχρι όλους τους υποψηφίους (ανεξαρτήτως κόμματος), δίνοντάς τους την 1η, 2η, 3η κλπ ψήφο προτίμησης. Η αρχική καταμέτρηση γίνεται με βάση τις ψήφους πρώτης προτίμησης που συγκεντρώνουν οι υποψήφιοι. Στη συνέχεια ακολουθούν διαδοχικοί γύροι καταμέτρησης όπου αποκλείονται σταδιακά οι τελευταίοι κατά σειρά, ή όσοι έχουν «πιάσει» το εκλογικό μέτρο και εκλέγονται. Τότε υπολογίζονται οι ψήφοι 2ης, 3ης κλπ προτίμησης στους εναπομείναντες, από τα ψηφοδέλτια 1η προτίμησης όσων αποκλείστηκαν και κατανέμονται αντίστοιχα. Αυτό το σύστημα ονομάζεται «απλής μεταφοράς ψήφου» (Single transferable vote – STV) και το συνολικό αποτέλεσμα κρίνεται σε κάθε περιφέρεια ανά υποψήφιο και όχι σε εθνικό επίπεδο, όπως γίνεται πχ στην Ελλάδα όπου πρώτα υπολογίζεται το ποσοστό ενός κόμματος και μετά γίνεται η κατανομή των εδρών (θεωρητικά θα μπορούσαν οι υποψήφιοι ενός κόμματος στην Ιρλανδία να πάρουν αθροιστικά 2-3% και να μην εκλεγεί κανένας βουλευτής).



___________

*Την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του PBP την πήρε η αντίστοιχη οργάνωση του ΣΕΚ στην Ιρλανδία, η οποία το 2018 μετατράπηκε σε «δίκτυο» το οποίο λειτουργεί εντός του PBP.