Ιράν 1979: η επανάσταση που έκλεψαν οι ισλαμιστές από τα χέρια των εργατών

11/02/2019
Comments off
2.071 Views
Σήμερα, 11 Φλεβάρη συμπληρώνονται 40 χρόνια από την Ιρανική επανάσταση που οδήγησε στην ανατροπή του Σάχη. Με αυτή την αφορμή δημοσιεύουμε παλιότερο άρθρο του Κρις Μουρ, από το socialistworld.net

Η επανάσταση του 1979 στο Ιράν ήταν μια εργατική επανάσταση, που ανέτρεψε τον Σάχη, έναν αχυράνθρωπο της Δύσης. Η επανάσταση αυτή όμως, έληξε με την επιβολή μιας σκληρής θεοκρατικής δικτατορίας. Παρακάτω εξετάζουμε γιατί έγινε αυτό, και ποιά συμπεράσματα μπορούν να βγουν σήμερα.

Τι έγινε το ’79 στο Ιράν;

Το Φλεβάρη του 1979, η μισητή μοναρχική δικτατορία του Σάχη ανατράπηκε από μια γενική απεργία, της οποίας ο πυρήνας ήταν οι εργαζόμενοι στις πετρελαιοβιομηχανίες του Κουζεστάν, στο νότιο τμήμα της χώρας. Εκατομμύρια διαδηλωτές βρέθηκαν στους δρόμους στην Τεχεράνη και άλλες πόλεις.

Αυτό το μαζικό κίνημα έβαλε τέλος στο λεγόμενο «Θρόνο του Παγονιού» και τη δυναστεία Παχλαβί. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, όπως ο Έντουαρντ Μόρτιμερ που περιέγραψε την επανάσταση στην εφημερίδα «Spectator», ήταν: «μια γνήσια λαϊκή επανάσταση με την πλήρη έννοια της λέξης: πιθανά η πιο γνήσια μετά το 1917».

Η διαφορά όμως με όσα έγιναν κατά τη Ρωσική Επανάσταση, ήταν ότι στο Ιράν δεν υπήρξε ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα όπως οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία, που θα μπορούσε να μπει αποφασιστικά στη μάχη, προβάλλοντας ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα που θα έδειχνε το δρόμο για την ανατροπή του καπιταλισμού. Χωρίς μια τέτοια ηγεσία, κατάφερε να κυριαρχήσει ένα θρησκευτικό ρεύμα στο κίνημα αντίστασης στο Σάχη και να πάρει στη συνέχεια την εξουσία.

Πριν την επανάσταση

Η ιστορία της εργατικής τάξης του Ιράν είναι γεμάτη από ηρωικούς αγώνες. Κάτω από την επιρροή της Ρωσικής Επανάστασης, στο βόρειο Ιράν εγκαθιδρύθηκε η Σοβιετική Δημοκρατία του Γκιλάν. Η προσπάθεια αυτή όμως πνίγηκε στο αίμα από τον Ρεζά Καν, τον πατέρα του Σάχη, που ανέβηκε στην εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα το 1921. Ο Καν ήταν πάντα ο αχυράνθρωπος του βρετανικού ιμπεριαλισμού, και το 1941 τον αντικατέστησε με τον πιο μετριοπαθή γιο του.

Η ιρανική εργατική τάξη πλήρωσε μεγάλο κόστος για την ανεπαρκή ηγεσίας της. Το βασικό εργατικό κόμμα πριν από την επανάσταση, το Τουντέχ (Κομμουνιστικό Κόμμα) ιδρύθηκε το 1941. Καθοδηγώντας μαζικές απεργίες, έχτισε μια τεράστια επιρροή στο Βόρειο Ιράν κατά τη διάρκεια της κατοχής του Αζερμπαϊτζάν από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ η Βρετανία έλεγχε το νότιο τμήμα της χώρας. Το 1946, οι εργάτες στις πετρελαιοβιομηχανίες του Κουζεστάν ηγήθηκαν αυτού που αργότερα ονομάστηκε η μεγαλύτερη βιομηχανική απεργία στην ιστορία της Μέσης Ανατολής και το Κεντρικό Συμβούλιο των ιρανικών συνδικάτων μετατράπηκε στη μεγαλύτερη εργατική Ομοσπονδία.

Το 1951, ένα λαϊκό κίνημα υπό την ηγεσία του ριζοσπαστικού εθνικιστικού «Εθνικού Μετώπου» του πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ εκδίωξε τους Βρετανούς από την πετρελαιοβιομηχανία και την εθνικοποίησε. Ο «πανίσχυρος» Σάχης αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί το 1953. Καθώς όμως το Ιράν ήταν μια πετρελαιοπαραγωγός χώρα, μεγάλης στρατηγικής σημασίας, τόσο ο Αμερικανικός, όσο και ο βρετανικός ιμπεριαλισμός, οργάνωσαν πραξικόπημα και επανέφεραν το Σάχη στην εξουσία. Η ηγεσία του Τουντέχ, το οποίο αριθμούσε τότε 100.000 μέλη δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει το πραξικόπημα. Αντί γιαυτό, εγκατέλειψε τη χώρα και εγκαταστάθηκε στη Μόσχα μαζί με τους σταλινικούς εντολείς της.

Τρόμος και εκβιομηχάνιση

Για να διασφαλίσει τη θέση του, ο Σάχης συνέτριψε όλες τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση και απαγόρευσε το συνδικαλισμό. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, οι ΗΠΑ ήθελαν να μετατρέψουν το Ιράν σε φρούριο της Δύσης, ενισχύοντας τον εξοπλισμό και τα μέσα καταστολής του. Με την υποστήριξη της CIA, το 1956 δημιουργήθηκε η φρικιαστική μυστική αστυνομία (Savak) που λειτουργούσε όλο και πιο ανεξέλεγκτα με την πάροδο του χρόνου. Μετά την ανατροπή του Σάχη, ανακαλύφθηκαν κάποιες από τις φρικαλεότητες της: κελιά με κρεβάτια στα οποία ήταν συνδεδεμένα όργανα βασανισμού, όπως ροδέλες κοπής χεριών.

Αλλά ο τρόμος δεν αρκούσε για να συντηρήσει το καθεστώς. Το 1963 έγινε μια νέα εξέγερση, κατά τη διάρκεια της οποίας χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εξορίστηκε, για να επιστρέψει ξανά την 1η Φλεβάρη του 1979, με πέντε εκατομμύρια ανθρώπους να ζητωκραυγάζουν για την επιστροφή του.

Το 1963, ο Σάχης εγκαινίασε το «Λευκή Επανάσταση», που περιλάμβανε τη μαζική εκβιομηχάνιση της χώρας και την παράλληλη μεταμόρφωση της υπαίθρου. Χρησιμοποιώντας τα έσοδα από το πετρέλαιο εξαγόρασε τους γαιοκτήμονες, με στόχο να τους στρέψει στη βιομηχανία, μετατρέποντάς τους έτσι σε αστική τάξη. Βελτιώνοντας τεχνολογικά τις μεθόδους καλλιέργειας, εξανάγκασε 1,2 εκατομμύρια χωρικούς να εγκαταλείψουν τη γη και να κατακλύσουν τα αστικά κέντρα, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας.

Η οικονομική πολιτική του Σάχη ήταν δανεισμένη από το «Εθνικό Μέτωπο», γεγονός που εξηγεί γιατί η υποστήριξη προς το συγκεκριμένο κόμμα σταδιακά έσβησε. Το Τουντέχ υπέστη σκληρή καταστολή, αλλά δεν είχε τα πολιτικά θεμέλια να δημιουργήσει τη βάση για ένα εργατικό κίνημα που θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό. Το μόνο που ήταν σε θέση να κάνει, ήταν να περιμένει με αγωνία έναν νέο Μοσαντέκ.

Τα έσοδα από το πετρέλαιο πλούτισαν ακόμη περισσότερο το «Θρόνο του Παγονιού». Κατά τη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στο Ισραήλ και την Αίγυπτο το 1973, ο Σάχης έκοψε κάποιες από τις χορδές που τον κρατούσαν συνδεδεμένο με τον ιμπεριαλισμό. Το Ιράν έγινε ένα από τα πιο μαχητικά μέλη του ΟΠΕΚ (Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Κρατών). Τα εμπάργκο στο πετρέλαιο τετραπλασίασαν την τιμή του. Το 1976 το 10% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, δηλαδή 295 εκατ. τόνοι, προέρχονταν από το Ιράν.

Η ιλιγγιώδης εκβιομηχάνιση δημιουργούσε μια εργατική τάξη που άρχιζε να νιώθει τη δύναμή της και να απαιτεί μερίδιο του πλούτου. Η οργή σιγόβραζε και είχε αρχίσει να φαίνεται στο ορίζοντα μια σημαντική αναμέτρηση.

Επαναστατικές εκρήξεις

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν κατάφερε να προβλέψει τις συνέπειες της αυξανόμενης δυσαρέσκειας. Το Δεκέμβρη του 1977, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, σε πρόποσή του προς τον Σάχη, αποκάλεσε τη «λαμπρή ηγεσία του» «ένα νησί σταθερότητας σε μια από τις πιο ταραχώδεις περιοχές του πλανήτη». Στα τέλη του 1978, η CIA έκανε την εκτίμηση ότι ο Σάχης θα διατηρούσε την εξουσία τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία. Η οικονομία όμως κινούνταν προς μια σημαντική κρίση, με την τιμή του πετρελαίου να έχει πέσει από το 1976 και έπειτα και με τον πληθωρισμό να γίνεται ανεξέλεγκτος. Τα μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν προκάλεσαν την άνοδο της ανεργίας, ενώ οι εργαζόμενοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.

Παρά την αιματηρή καταπίεση, ξέσπασε ένα κύμα διαμαρτυριών στους εργατικούς χώρους, τα τζαμιά, τα πανεπιστήμια, που αγκαλιάστηκε από τις φτωχές μάζες των μικροπωλητών στα παζάρια δρόμου.

Το 1977, 50.000 φτωχοί κάτοικοι της Τεχεράνης συγκρούστηκαν με μπουλντόζες που είχαν σταλεί για να ισοπεδώσουν τις φτωχογειτονιές. Το Γενάρη του 1978, η αστυνομία πυροβόλησε ένα φοιτητή θεολογίας στην ιερή πόλη Κομ, γεγονός στο οποίο οι εργαζόμενοι απάντησαν με γενική απεργία.

Μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού, η κατάσταση είχε κλιμακωθεί δραματικά, με τους εργαζόμενους στα ταχυδρομεία, τα μηχανουργεία, την υγεία, την αυτοκινητοβιομηχανία, την παραγωγή χαρτιού και άλλους χώρους να μπαίνουν σε απεργιακή δράση. Μεγάλες απεργίες έγιναν στην Τεχεράνη και στις επαρχίες Φαρς και Κουζεστάν και ιδιαίτερα στην πόλη Αβάζ.

Σταδιακά, τα αιτήματα επεκτάθηκαν από τους μισθούς και τις θέσεις εργασίας στα δημοκρατικά δικαιώματα. Ακούγονταν συνθήματα όπως «Θάνατος στο Σάχη» και «Εκδίκηση από τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές φίλους του». Κάποιοι ζητούσαν μια «σοσιαλιστική δημοκρατία με βάση το Ισλάμ». Τον Οκτώβρη, οι εργάτες μετάλλου στο Ισφαχάν στο κεντρικό Ιράν, απαίτησαν την εκδίωξη του στρατιωτικού προσωπικού και της μυστικής αστυνομίας από το εργοστάσιό τους. Οι απεργοί των πετρελαιοβιομηχανιών του Κουζεστάν παρήγαγαν πετρέλαιο μόνο για χρήση σε πραγματικά χρήσιμους τομείς. Απελπισμένος, ο Σάχης έστειλε εναντίον τους το στρατό και 3.000 διαδηλωτές σφαγιάστηκαν στην πλατεία Σαλέχ στην Τεχεράνη.

Οι εργαζόμενοι απάντησαν επεκτείνοντας την απεργία. Οι σιδηροδρομικοί δεν επέτρεπαν στην ηγεσία του στρατού και άλλους αξιωματούχους να επιβιβαστούν στα τρένα. Οι τελωνειακοί επέτρεπαν να εισαχθούν στη χώρα μόνο τα απαραίτητα, όπως φάρμακα και βρεφικές τροφές. Οι μάζες διαδήλωναν πίσω από τους εργαζόμενους στα πετρέλαια, απαιτώντας αλλαγή καθεστώτος και την απομάκρυνση του Σάχη από την εξουσία. Η σταδιακή συναδέλφωση ανάμεσα στις μάζες και το στρατό, ήταν η τελική πινελιά στην καταδίκη της μοναρχίας, που κατέρρευσε στις 11 Φλεβάρη του 1979.

Οι ηγεσίες της εργατικής τάξης

Πως λοιπόν κατάφερε ένα κίνημα που καθοδηγούνταν από το δεξιό πολιτικό Ισλάμ να πάρει την εξουσία μέσα από τα χέρια της εργατικής τάξης του Ιράν; Το μέγεθός της ήταν αναλογικά μεγαλύτερο από αυτό της εργατικής τάξης στη Ρωσία του 1917, αφού αποτελούνταν από 3-4 εκατομμύρια, σε συνολικό πληθυσμό 35 εκατομμυρίων. Ο βασικός λόγος είχε να κάνει με το γεγονός ότι το Τουντέχ δεν είχε καταλάβει τη σημασία της θεωρίας της «Διαρκούς Επανάστασης» του Τρότσκι σχετικά με τις αναπτυσσόμενες βιομηχανικά χώρες, όπως η Ρωσία και το Ιράν. Η θεωρία αυτή επιβεβαιώθηκε με τον πιο καθαρό τρόπο από τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης.

Ο Τρότσκι εξηγούσε ότι μια αδύναμη εθνική αστική τάξη, συνδεδεμένη με το φεουδαρχισμό και τον ιμπεριαλισμό, δεν ήταν δυνατό να φέρει σε πέρας τα ιστορικά καθήκοντα της αστικής επανάστασης. Δε μπορούσε να κατοχυρώσει τα δημοκρατικά δικαιώματα, το δημοκρατικά εκλεγμένο κοινοβούλιο, να απελευθερώσει τη γη από τους μεγαλοφεουδάρχες, κλπ. Το καθήκον αυτό έπεφτε στους ώμους της εργατικής τάξης, με τη στήριξη των αγροτών. Από την ώρα όμως που αυτό θα γινόταν, οι εργάτες δε θα είχαν λόγο να παραδώσουν την εξουσία στους καπιταλιστές, αντίθετα θα έμπαιναν στη μάχη για το χτίσιμο μιας εργατικής κυβέρνησης και μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αντί να οδηγήσει τους Ιρανούς εργάτες στη μάχη για την κατάληψη της εξουσίας, το Τουντέχ έμεινε προσκολλημένο στη σταλινική «Θεωρία των Σταδίων». Προσπαθούσε να πείσει ότι ο αγώνας για σοσιαλισμό έπρεπε να αναβληθεί για επόμενη φάση, αφού πρώτα θα είχε εγκαθιδρυθεί και αναπτυχθεί το καπιταλιστικό κράτος. Έτσι, το Τουντέχ είχε για σύνθημα «για μια Δημοκρατική Ισλαμική Δημοκρατία» και υποστήριξε τους Ισλαμιστές κληρικούς που εκπροσωπούσαν τον καπιταλισμό. Ακόμη και το παρατσούκλι του ηγέτη τους ήταν «Αγιατολάχ».

Δεν ήταν όμως μόνο το Τουντέχ, αλλά και άλλες σημαντικές αριστερές δυνάμεις που απέτυχαν να οργανώσουν αποτελεσματικά την ιρανική εργατική τάξη. Οι Φενταγίν, οι οποίοι προέρχονταν από στρώματα της νεολαίας που υποστήριζαν το Τουντέχ, είχαν ως βασικό μέσο πάλης τον ένοπλο αγώνα και το αντάρτικο μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος του 1953.

Έχοντας υποστεί στρατιωτική ήττα στα μέσα της δεκαετίας του 70, επανασυγκροτήθηκαν στις 10 Φλεβάρη του 1979, με σκοπό να νικήσουν την «Αθάνατη Φρουρά» του Σάχη και να αποτελειώσουν το καθεστώς του. Η ομάδα ανταρτών «Μουτζαχεντίν του λαού του Ιράν», καλούσαν στη δημιουργία μιας ισλαμιστικής κοινωνίας χωρίς τον κλήρο. Καμιά από τις παραπάνω ομάδες δεν μπόρεσε να βρει το δρόμο για το συντονισμό του κινήματος σε εθνικό επίπεδο και να αφοπλίσει τον ισλαμικό κλήρο πολιτικά και στρατιωτικά.

Πως αναπτύχθηκε το ισλαμιστικό κίνημα

Η αποτυχία της σταλινικής γραφειοκρατίας και των αριστερών αραβικών κινημάτων άνοιξε το δρόμο για το πολιτικό Ισλάμ. Μιμήθηκαν τα αστικά εθνικιστικά κινήματα που παρουσιάζονταν σαν προοδευτικά και μιλούσαν για «Αραβικό Σοσιαλισμό» την ώρα που στην ουσία δεν προκαλούσαν ευθέως το σύστημα.

Έτσι, όταν η «Λευκή Επανάσταση» του Σάχη άρχισε να βάζει στο χέρι τις εκτάσεις ενός από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες, της ισλαμικής εκκλησίας, εκείνη στράφηκε ενάντια στο καθεστώς και σύντομα ο κλήρος κατάφερε να κυριαρχήσει.

Με όλες τις πολιτικές οργανώσεις να έχουν απαγορευτεί από τον Σάχη, όσοι ήταν ενάντια στο καθεστώς άρχισαν να μαζεύονται στα τζαμιά. Ο κλήρος είχε ένα καλά οργανωμένο δίκτυο, με 10.000 τζαμιά, 180.000 μέλη, 90.000 μουλάδες (απλούς παπάδες) και 50 Αγιατολάχ (αρχιερείς). Γράμματα και ηχογραφημένα μηνύματα του Χομεϊνί έμπαιναν κρυφά στη χώρα, αντιγράφονταν και διαδίδονταν. Με το μισό πληθυσμό να ζει σε αγροτικές περιοχές και τα δύο τρίτα να μαστίζονται από τον αναλφαβητισμό, οι φτωχοί επηρεάστηκαν βαθιά από τα ριζοσπαστικά κηρύγματα.

Αντιλήφθηκαν το κάλεσμα για ανατροπή του Σάχη σαν αγώνα ενάντια στον ολοκληρωτισμό και το αίτημα για μια «Ισλαμική Δημοκρατία» σαν αίτημα για μια «Δημοκρατία των φτωχών». Ένας από τους εργάτες στην πετρελαιοβιομηχανία δήλωσε σε αμερικανό ανταποκριτή: «Ο Χομεϊνί θα πάρει την εξουσία από τους πλούσιους και θα τη δώσει σε μας». Δημιουργήθηκε το όραμα ενός ισλαμικού κράτους στο οποίο η ελευθερία και η δημοκρατία θα αντικαθιστούσαν τις διεφθαρμένες δυτικές και μη-ισλαμικές επιρροές.

Επιπλέον, γύρω από τα τζαμιά είχαν αρχίσει να ανθίζουν οι υπαίθριες αγορές και παζάρια, πληρώνοντάς τους φόρο. Όταν ο Σάχης επιτέθηκε στα παζάρια κατηγορώντας τα ότι ευθύνονται για τον πληθωρισμό, ο Χομεϊνί εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να κερδίσει την υποστήριξή τους.

Γύρω από τα τζαμιά δημιουργήθηκαν και κοινωνικά κέντρα, τα οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, παρέχοντας υποστήριξη και τροφή στους φτωχούς αγρότες που είχαν χάσει τη γη τους και κατέκλυζαν τις πόλεις. Αυτή η κατάσταση έσπρωξε κάποια μέλη του κλήρου σε αριστερή κατεύθυνση. Ένας ιερέας μάλιστα έφτασε να μιλάει για δημόσια ιδιοκτησία στη βιομηχανία και αταξική κοινωνία!

Εργατικά συμβούλια

Σε ολόκληρη τη χώρα, οι εργάτες είχαν αρχίσει να παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους, καταλαμβάνοντας τους εργασιακούς τους χώρους και οργανώνοντας απεργιακές επιτροπές. Πριν την κατάρρευση του καθεστώτος, μια απεργιακή επιτροπή από το Κουζεστάν απαιτούσε συμμετοχή των εργαζομένων στα πολιτικά πράγματα της χώρας, σαν το μοναδικό τρόπο για τη «γνήσια οικοδόμηση» μιας ιρανικής δημοκρατίας.

Αντιπρόσωποι των απεργιακών επιτροπών από όλη τη χώρα συναντήθηκαν στην Τεχεράνη στο «Khane-ye-Karegar», ή «Σπίτι των Εργατών», οργανώνοντας μια μαζική διαδήλωση την Πρωτομαγιά του 1979. Δεν υπήρχε όμως πραγματικός συντονισμός σε πανεθνικό επίπεδο και ανάμεσα στα διαφορετικά εργατικά στρώματα. Μάλιστα, το Τουντέχ μιλούσε ενάντια ακόμη και στην ίδια την ύπαρξη των απεργιακών επιτροπών.

Στα φτωχά προάστια των πόλεων εμφανίστηκαν «Συμβούλια Γειτονιάς», οργανώνοντας πρακτικά ζητήματα, όπως τη διανομή ψωμιού στους ηλικιωμένους και τους ασθενείς. Την Άνοιξη του 1980, το 70% του Ισφαχάν διοικούνταν από τις τοπικές αυτές επιτροπές. Οι άστεγες οικογένειες και οι φτωχοί κατέλαβαν πολυτελή ξενοδοχεία και βίλες και δημιούργησαν τις δικές τους επιτροπές. Στις επαρχίες του Κουρδιστάν και του Γκολεστάν, μια περιοχή με τουρκμανικό πληθυσμό, οι αγρότες ανακατέλαβαν τη γη.

Ως ο πνευματικός ηγέτης όλων των Σιιτικών μαζών και έχοντας υπό την καθοδήγησή του έναν μαχητικό κλήρο, τη μοναδική δύναμη που είχε ξεκάθαρα πολιτικά αιτήματα, οργάνωση και στρατηγική, ο Χομεϊνί κατάφερε να τεθεί επικεφαλής της επανάστασης, με το νεοϊδρυθέν «Ισλαμικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα» του. Ο Μεχντί Μπαζαργκάν, ηγέτης του φιλελεύθερου, αστικού «Εθνικού Μετώπου» ονομάστηκε πρωθυπουργός για λίγους μήνες και με τη στήριξη του Τουντέχ, ο κλήρος έβαλε τις βάσεις για ένα νέο καθεστώς.

Μέσα σε δύο μόλις μέρες, ο Χομεϊνί διέταξε τις εργατικές και τις τοπικές επιτροπές να διαλυθούν. Έπρεπε όμως να κινηθεί με προσοχή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός εργάτη στη βιομηχανία μετάλλου: «Μετά την επανάσταση, οι εργαζόμενοι συνειδητοποίησαν ότι η χώρα τους ανήκε». Ο Χομεϊνί υποχρεώθηκε να υιοθετήσει ριζοσπαστική αριστερή φρασεολογία και μια αντιιμπεριαλιστική στάση, ιδιαίτερα απέναντι στις ΗΠΑ. Επιστρέφοντας από την εξορία, ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας «κυβέρνησης του λαού». Έτσι, είχαμε μια δυαδική εξουσία, μοιρασμένη ανάμεσα στα εργατικά συμβούλια και την κεντρική εξουσία.

Ο Χομεϊνί ακροβατούσε ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη. Ήταν υποχρεωμένος να κάνει παραχωρήσεις στους εργάτες, εισάγοντας μέτρα όπως οι δωρεάν μετακινήσεις, η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η επιδότηση στα είδη πρώτης ανάγκης. Ήταν όμως αποφασισμένος να συντρίψει τις οργανώσεις τους. Το Μάρτη, οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να φοράνε μαντήλια, ένα μέτρο στο οποίο οι γυναίκες αντέδρασαν με μαζικές διαδηλώσεις. Τον Απρίλη, ο Χομεϊνί κατάφερε να κερδίσει με ποσοστό 99% το δημοψήφισμα, στο οποίο η μοναδική ερώτηση ήταν ναι ή όχι σε μια «Ισλαμική Δημοκρατία».

Το καθεστώς εντείνει την καταπίεση

Τον Ιούλη του 1980, με τα οικονομικά του κράτους σε κρίση και την ανεργία στο 25%, εκδόθηκαν τα πρώτα διατάγματα για εθνικοποιήσεις, οδηγώντας το μεγαλύτερο τμήμα της βιομηχανίας σε κρατική ιδιοκτησία, αν και η ιδιωτική περιουσία εξακολουθούσε να θεωρείται «σεβαστή».

Δημιουργήθηκαν «Επαναστατικά Δικαστήρια», τα οποία αποφάσισαν τις εκτελέσεις στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών και πρακτόρων της μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος του Σάχη. Πέρα από αυτό όμως, μπορούσαν να επιβληθούν ποινές μέχρι και δέκα χρόνων φυλάκισης για «αποδιοργανωτικές δράσεις στα εργοστάσια ή εργατική προπαγάνδα».

Άρχισαν να αναπτύσσονται «ισλαμικά συμβούλια» δίπλα στα εργατικά, κάτω όμως από τον αυστηρό έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Οι απεργίες απαγορεύτηκαν και μέχρι τα τέλη του 1980, το σώμα των «Pasadaran», ή αλλιώς «Φρουροί της Επανάστασης» είχαν περιοδεύσει σε όλα τα εργοστάσια διαλύοντας τα εργατικά συμβούλια.

Η καταπίεση από το καθεστώς του Σάχη των εθνικών μειονοτήτων, που αποτελούν το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας, συνεχίστηκε και από την ισλαμική εξουσία. Οι Τουρκομάνοι στην επαρχία Γκοργκάν, οι Αραβόφωνοι της πετρελαιοπαραγωγού επαρχίας του Κουζεστάν και κυρίως οι Κούρδοι, της επαρχίας του Κουρδιστάν, οδηγήθηκαν συχνά σε τοπικές εξεγέρσεις, οι οποίες συνετρίβησαν βίαια από το καθεστώτος.

Παρά τις απεργίες και άλλες κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν, μέχρι το 1982 το νέο καθεστώς είχε σταθεροποιήσει τη θέση του. Ο Χομεϊνί κατέστειλε κάθε διαφορετική φωνή ως «προδοσία ενάντια στην επανάσταση». Το καθεστώς εκμεταλλεύτηκε τόσο τη διάρκειας 444 ημερών κατάληψη (και ομηρία) στην αμερικανική πρεσβεία από Ισλαμιστές φοιτητές, που ξεκίνησε το Νοέμβρη του 1979, όσο και τον οκταετή πόλεμο με το Ιράκ, μετά από εισβολή του ιρακινού στρατού που είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ το Σεπτέμβρη του 1980.

Ο Χομεϊνί χρησιμοποίησε τον πόλεμο για να ενισχύσει τον εθνικισμό και να σταθεροποιήσει τη θέση του. Δεκάδες χιλιάδες αντίπαλοί του εκτελέστηκαν και εκατοντάδες χιλιάδες φυλακίστηκαν. Μέχρι το 1983 το Τουντέχ και οι κομματικές οργανώσεις των Φενταγίν είχαν συντριβεί πλήρως.

Στα αρχικά στάδια μετά το επαναστατικό κύμα, το καθεστώς του Ιράν ήταν αναγκασμένο να υιοθετήσει ένα αριστερό προφίλ. Όταν όμως η επανάσταση άρχισε να παραπαίει, ξεκίνησε να κινείται όλο και πιο γρήγορα προς τα δεξιά. Οι εθνικοποιημένοι τομείς της οικονομίας άρχισαν σταδιακά να επανιδιωτικοποιούνται.

Ο απόηχος της ιρανικής επανάστασης ενίσχυσε την ανάπτυξη του πολιτικού Ισλάμ και σε άλλες χώρες, οι οποίες σήμερα έχουν φτάσει να απειλούν τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών.

Η ειρωνεία της υπόθεσης, έγκειται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός και τα διεφθαρμένα, τυραννικά καθεστώτα που στηρίζει στις αραβικές χώρες, ήταν αυτοί που δημιούργησαν το δεξιό πολιτικό Ισλάμ, σαν αντίπαλο δέος στη Σοβιετική Ένωση και τα αριστερά κινήματα. Η χρηματοδότηση χιλιάδων ισλαμικών σχολείων στο Πακιστάν, την Ινδία και τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο, οδήγησε στην ανάπτυξη του ισλαμικού κινήματος. Στη συνέχεια, η στρατιωτική ήττα της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν το 1989 από τους Μουτζαχεντίν και άλλες ομάδες Αράβων μαχητών (που χρηματοδοτούνταν και εξοπλίζονταν από τις ΗΠΑ) και η τελική της κατάρρευση, βοήθησαν ακόμη περισσότερο την άνοδο του δεξιού πολιτικού Ισλάμ.

Διασπάσεις

Από την πρώτη στιγμή της επικράτησης του ισλαμικού καθεστώτος, εμφανίστηκαν βαθιές διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό του. Άρχισαν να αναπτύσσονται λυσσαλέες μάχες ανάμεσα στους πιο σκληροπυρηνικούς εκπροσώπους του κλήρου, που ήταν αποφασισμένοι να διατηρήσουν την ισχύ του κράτους και τους λεγόμενους «ρεφορμιστές» που πρότειναν τη βελτίωση των σχέσεων με το δυτικό καπιταλισμό και τη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων.

Ο Μοχάμεντ Χαταμί, πρόεδρος του Ιράν ανάμεσα στο 1999 και το 2005 έφερε μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της κυριαρχίας της αγοράς, υποστήριξε τον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό και ως εκ τούτου δέχτηκε την υποστήριξη της Δύσης. Κατάφερε να γίνει ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας του, καθώς αγνοούσε συστηματικά τα εργατικά δικαιώματα και την κοινωνική δικαιοσύνη, ακόμα και όταν διαδηλωτές φοιτητές δέχονταν πυροβολισμούς.

Ο Αχμαντινετζάντ, που εκλέχτηκε το 2005, είναι ένας σκληροπυρηνικός ηγέτης, που απολάμβανε την υποστήριξη του πνευματικού ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Είχε υποσχεθεί να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από το πετρέλαιο προκειμένου να ανακουφίσει τις φτωχές μάζες και να μειώσει το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, χωρίς όμως να φέρει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Χρησιμοποίησε μάλιστα τος απειλές και τις κυρώσεις των ΗΠΑ ενάντια στο Ιράν, με αφορμή το πρόγραμμά εμπλουτισμού ουρανίου της χώρας, προκειμένου να απομακρύνει την προσοχή από τις δικές του, αποτυχημένες οικονομικές πολιτικές.

Μετά την πτώση του «σκληροπυρηνικού» Αχμαντινετζάντ, ανέλαβε ο σημερινός πρόεδρος Ρουχανί, ο οποίος ανήκει στην «μετριοπαθή» πτέρυγα του καθεστώτος.

Παρά τις εναλλαγές των διαφορετικώς φραξιών του καθεστώτος στην εξουσία, η εργαζόμενοι και οι φτωχοί λαϊκοί άνθρωποι στο Ιράν συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την ανέχεια, την ανεργία και την καταστολή.

Όσο η παγκόσμια οικονομική κρίση βαθαίνει και οι διασπάσεις στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν γίνονται όλο και εντονότερες, η ιρανική εργατική τάξη θα ξαναβγεί στο προσκήνιο. Χωρίς όμως το χτίσιμο ενός ανεξάρτητου κόμματος των εργαζομένων, που θα παλέψει με αποφασιστικότητα για μια σοσιαλιστική κοινωνία, σαν το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας της Μέσης Ανατολής, δε μπορεί να υπάρξει έξοδος από τους πολέμους, τη φτώχεια και την καταπίεση που μαστίζουν τη χώρα.