Ιρακινό Κουρδιστάν: το επερχόμενο δημοψήφισμα και η στάση των σοσιαλιστών

23/09/2017
Comments off
913 Views
Του Σερζ Τζόρνταν, από το socialistworld.net
Μετάφραση: Αλέξανδρος Πραντούνας

 

Τη Δευτέρα 25 Σεπτέμβρη, η κούρδικη περιοχή του Ιράκ (Νότιο Κουρδιστάν) πρόκειται να διοργανώσει δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της περιοχής. Διάφορες περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις κατέστησαν σαφή την αντίρρηση τους σε μια τέτοια κίνηση και το Ανώτατο Δικαστήριο του Ιράκ αποφάσισε να σταματήσει κάθε προετοιμασία της ψηφοφορίας.

Τα κράτη της Τουρκίας, του Ιράν και της Συρίας ανησυχούν για το γεγονός ότι μια διαδικασία ανεξαρτησίας στη γειτονική τους χώρα θα είχε μεταδοτική επίδραση στις δικές τους κουρδικές μειονότητες, οι οποίες υπέστησαν ποικίλους βαθμούς καταπίεσης και διακρίσεων από αυτά τα αυταρχικά καθεστώτα.

Οι ΗΠΑ και πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιέζουν επίσης την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG) να ακυρώσει ή να αναβάλει επ ‘αόριστον το δημοψήφισμα. Η αντίθεση τους επικεντρώνεται επισήμως στον κίνδυνο «αποσταθεροποίησης της περιοχής» και στην ανάγκη «διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράκ». Ζητούν την ενότητα με την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης για την καταπολέμηση του ISIS.

Ωστόσο, αυτές οι κυβερνήσεις είναι άμεσα υπεύθυνες για την ώθηση της ιρακινής κοινωνίας στα πρόθυρα της κατάρρευσης, καθιστώντας τη χώρα έδαφος για πολλαπλές στρατιωτικές παρεμβάσεις, έντονη τρομοκρατική δραστηριότητα και φονταμενταλιστική αιματοχυσία. Ήταν ο αμερικανικός και ο βρετανικός ιμπεριαλισμός, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στην εισβολή στο Ιράκ, της οποίας οι συνέπειες στη σταθερότητα της περιοχής ήταν κατακλυσμικές και έθεσαν το έδαφος για την εμφάνιση της υπερ-αντιδραστικής οργάνωσης που είναι το ISIS.

Είναι μάλλον ειρωνικό το γεγονός ότι η μόνη περιφερειακή δύναμη που χαιρέτισε το δημοψήφισμα είναι το δεξιό καθεστώς του Ισραήλ. Την ώρα που στηρίζει το δικαίωμα των Κούρδων στο να έχουν δικό τους κράτος, η κυβέρνηση του Νετανιάχου αρνείται αυτό το δικαίωμα στον παλαιστινιακό λαό. Αυτή η καθαρή υποκρισία αντικατοπτρίζει μια προσπάθεια του Ισραήλ να χειραγωγήσει τις προσδοκίες του κουρδικού λαού για χάρη της εμβάθυνσης των επιχειρηματικών, πολιτικών και δεσμών ασφαλείας του με την KRG.

Ισχυρή λαϊκή υποστήριξη για την ανεξαρτησία

Οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν τον αγώνα όλων των καταπιεσμένων εθνών για πλήρη ισότητα και για το δικαίωμα τους στην αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της απόσχισης, δηλαδή του να οικοδομήσουν ανεξάρτητα κράτη αν το επιθυμούν. Αυτό ισχύει σαφώς για τους Κούρδους, τη μεγαλύτερη εθνότητα χωρίς κράτος παγκόσμια.

Την ίδια στιγμή, πιστεύουμε ότι το δημοκρατικό αίτημα για αυτοδιάθεση πρέπει να συνδεθεί με έναν διαρκή αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, διότι κανένα έθνος δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερο αν δεν έχει απαλλαγεί από την οικονομική εκμετάλλευση και την ιμπεριαλιστική λεηλασία.

Δεδομένου ότι οι Κούρδοι είναι μοιρασμένοι σε τέσσερα κράτη και αντιμετωπίζουν διαφορετικές καταστάσεις, το δικαίωμα τους στην αυτοδιάθεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με μια απλή φόρμουλα. Η εξάσκηση του δικαιώματος τους αυτού θα μπορούσε να περιλαμβάνει, αν αυτή είναι η δημοκρατική τους επιθυμία, πλήρη αυτονομία εντός του κράτους στο οποίο ζουν σήμερα, την ίδρυση ανεξάρτητων κρατών ή ενός κοινού, ενιαίου κράτους για όλους του Κούρδους.

Μεταξύ των Κούρδων που ζουν στο νότιο Κουρδιστάν υπάρχει αναμφισβήτητα ισχυρή υποστήριξη για ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Κουβαλώντας την κληρονομιά της σκληρής καταστολής, της αναγκαστικής αραβοποίησης και της εθνοκάθαρσης από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν, καθώς και άλλων βασάνων από τις προηγούμενες ιρακινές κυβερνήσεις, οι παλιές γενιές των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ δεν νιώθουν καμία ταύτιση με το ιρακινό κράτος.

Πολλοί νεότεροι Ιρακινοί Κούρδοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε αυτό που είναι ήδη μια οιονεί αυτόνομη περιοχή από το 1991. Μετά το 2003 είδαν τις βίαιες συνέπειες της ιμπεριαλιστικής κατοχής και είδαν το υπόλοιπο Ιράκ να υφίσταται μια διαδικασία βίαιου κατακερματισμού και αυξημένων συγκρούσεων μεταξύ εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων.

Επιπλέον, η ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ ακολουθήθηκε από την εμφάνιση ενός κυριαρχούμενου από τους Σιίτες άξονα εξουσίας στη Βαγδάτη, ο οποίος, παρά τη νέα συνταγματική νομοθεσία που αναγνωρίζει τυπικά τα δικαιώματα αυτονομίας για τους Κούρδους, έχει δείξει συνεχή περιφρόνηση απέναντι τους, καθώς και σε μια καταπιεστική  στάση απέναντι στους Σουνίτες – μια θρησκεία που ακολουθεί η πλειοψηφία των Κούρδων που ζουν στο βόρειο Ιράκ.

Για αυτούς τους λόγους, οι περισσότεροι Κούρδοι του Ιράκ δεν νιώθουν να συνδέονται με τις κρατικές δομές του Ιράκ και θεωρούν την ανεξαρτησία λογική και απαραίτητη. Αυτό επιβεβαιώνεται από διάφορες δημοσκοπήσεις και εκθέσεις που έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει το «Ναι» στην ανεξαρτησία στην ψηφοφορία της 25ης Σεπτέμβρη. (*)

Αυξανόμενη οργή ενάντια στις επικρατούσες ελίτ της KRG

Η υποστήριξη για την ανεξαρτησία δεν συνδυάζεται με παρόμοια υποστήριξη για τους βάρβαρους και διεφθαρμένους ηγεμόνες του Ιρακινού Κουρδιστάν, μιας περιοχής πολιτικά και οικονομικά κυριαρχούμενης από δυο μεγάλα καπιταλιστικά κόμματα: το Δημοκρατικό Κόμμα Κουρδιστάν (KDP) του οποίου ηγείται ο Μασούντ Μπαρζανί και της Πατριωτικής Ένωσης Κουρδιστάν (PUK) με ηγέτη τον Τζαλάλ Ταλαμπανί.

Η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη: αυξανόμενα τμήματα εργαζομένων και νεολαίας είναι θυμωμένα με το καθεστώς – όπως επιβεβαιώνεται και από τις συχνές διαδηλώσεις τα τελευταία χρόνια.

Μετά το 2003, η διεθνής άρχουσα τάξη έπλεκε το εγκώμιο της KRG, παρουσιάζοντας την περιοχή σαν ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και παράδεισο σταθερότητας που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το χάος που επικρατούσε στο νότιο και κεντρικό Ιράκ. Σε σύγκριση με το υπόλοιπο Ιράκ, οι κουρδικές περιοχές είχαν επωφεληθεί από τις γενικά καλύτερες συνθήκες ασφαλείας, το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά μια τέτοια εικόνα αντανακλά μόνο τη μια πλευρά της ιστορίας.

Πλατιά στρώματα των Ιρακινών Κούρδων δεν επωφελήθηκαν ποτέ από τη δεκαετία της οικονομικής ανάπτυξης, που ήταν πάνω απ’ όλα μια γόνιμη εποχή για τα εταιρικά κέρδη, τα οποία ενίσχυε η πολύ χαμηλή φορολογία στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η ανάπτυξη έφτασε σε ένα απότομο τέλος το 2014. Η συντριβή των τιμών του πετρελαίου, από την οποία εξαρτάται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου η KRG, έφερε την περιοχή στο χείλος της χρεοκοπίας.

Οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι της KRG και οι μεγαλοεπιχειρηματίες φίλοι τους φόρτωσαν την κρίση στους ώμους της εργατικής τάξης μέσω εκτεταμένων μέτρων λιτότητας και μεγάλων περικοπών στις θέσεις εργασίας και τους μισθούς. Την ίδια στιγμή, καθώς η “φλέβα” του πετρελαίου τελείωνε, η σύγκρουση για τη λεία των εσόδων του πετρελαίου με την καπιταλιστική ελίτ της Βαγδάτης κλιμακώθηκε.

Τον Οκτώβρη του 2015 και τον Φλεβάρη του 2016 ξέσπασαν μια σειρά αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Αυτή τη στιγμή χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένων και στρατιωτών Πεσμεργκά, δεν έχουν πληρωθεί για μήνες, ή ακόμα και χρόνια, μια κατάσταση που έχει προκαλέσει συχνές απεργίες. Υπάρχουν αναφορές ότι σε ορισμένες αγροτικές περιοχές υπάρχουν άνθρωποι που τρώνε γρασίδι για να επιβιώσουν.

Ακόμη και πριν την πρόσφατη οικονομική κατάρρευση, το επαναστατικό κύμα που ταρακούνησε την Αίγυπτο και την Τυνησία στις αρχές του 2011 ενέπνευσε χιλιάδες Κούρδους νεολαίους στο βόρειο Ιράκ, που πλημμύρισαν τους δρόμους των μεγάλων πόλεων σε διαδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση. Αυτές οι διαδηλώσεις καταστάληκαν βίαια από τις δυνάμεις ασφαλείας. Τα γεγονότα αυτά κατέδειξαν τόσο την ετοιμότητα ενός στρώματος Κούρδων να αμφισβητήσουν το καθεστώς, όσο και την ετοιμότητα του κράτους να καταστείλει τις κινητοποιήσεις με τον πιο βάναυσο τρόπο.

Η κρατική καταστολή στο Ιρακινό Κουρδιστάν είναι ευρέως διαδεδομένη, καθώς ακτιβιστές, συνδικαλιστές, υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων και δημοσιογράφοι που κάνουν κριτική στο καθεστώς υπόκεινται σε βίαιες μεθόδους καταπίεσης, συμπεριλαμβανομένων αυθαίρετων συλλήψεων και δολοφονιών. Η διαφθορά των κυβερνώντων, βασισμένη σε ένα παγιωμένο πελατειακό σύστημα, είναι επίσης διαβόητη και εκτεταμένη. Ακόμη και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, όπως αποκαλύφθηκε σε αναφορά του διέρρευσε μέσω Wikileaks περιγράφει την κατάσταση ως εξής: «Η KDP αποτελείται από οικογένειες που λειτουργούν  λίγο πολύ όπως η μαφία».

Καμιά εμπιστοσύνη στον Μπαρζανί, τον Ταλαμπανί και τις κλίκες τους

Το καθεστώς του προέδρου Μπαρζανί προσπαθεί να καβαλήσει κύμα υπέρ της ανεξαρτησίας στο νότιο Κουρδιστάν, αλλά έχει συνεργαστεί με τους καταπιεστές των Κούρδων σε άλλα τμήματα του Κουρδιστάν. Αποτελεί εδώ και χρόνια «σκυλάκι» των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των οποίων η κληρονομιά και οι επαναλαμβανόμενες προδοσίες βρίσκονται στη καρδιά της καταπίεσης δεκαετιών από την οποία υποφέρουν οι Κούρδοι σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Έχει πολύ στενούς δεσμούς με το καθεστώς του Ερντογάν στην Τουρκία, τον κύριο επενδυτή και εμπορικό εταίρο του, στον οποίο έχει δώσει το πράσινο φως για επαναλαμβανόμενες στρατιωτικές επιδρομές και βομβαρδισμούς εναντίον των θέσεων του PKK  στα βουνά του βόρειου Ιράκ, και με το οποίο συμμετείχε στον οικονομικό αποκλεισμό που επιβλήθηκε στους Κούρδους που ζουν στην βόρεια Συρία (στη Ροτζάβα ή δυτικό Κουρδιστάν).

Με τόσο μεγάλη ιστορία διαφθοράς και προδοσιών, είναι απολύτως σαφές ότι καθεστώς δεν έχει οργανώσει αυτό το δημοψήφισμα έχοντας στο μυαλό του τις δημοκρατικές προσδοκίες του κούρδικου λαού. Όσον αφορά την δημοκρατία, οι εξουσίες του Μπαρζανί ως προέδρου έχουν ήδη λήξει περισσότερο από δυο χρόνια, όταν το τοπικό κοινοβούλιο αρνήθηκε να επεκτείνει τη θητεία του τον Αύγουστο του 2015 – εξέλιξη μετά την οποία ο Μπαρζανί έκλεισε το κοινοβούλιο. Πιο συγκεκριμένα, η προκήρυξη του δημοψηφίσματος αποτελεί μια προσπάθεια να απομακρυνθεί η προσοχή από την κρίση που αντιμετωπίζει το καθεστώς και να σταματήσει την φθίνουσα πορεία της δημοτικότητας του.

Για τον Μπαρζανί και την κλίκα του οι προσδοκίες της κουρδικής πλειοψηφίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα στήριγμα στο παιχνίδι εξουσίας τους με τη Βαγδάτη και τις προσπάθειες τους να ενισχύσουν την βάση υποστήριξης τους στρέφοντας την οργή του πληθυσμού μακριά από τους ίδιους. Προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της καπιταλιστικής ελίτ του Ιρακινού Κουρδιστάν είναι έτοιμοι να προδώσουν τις προσδοκίες για μια κούρδικη πατρίδα όπως είναι έτοιμοι να προσποιηθούν ότι τις υπερασπίζονται σήμερα.

Επιπλέον, δηλώσεις Κούρδων αξιωματούχων έχουν επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι το δημοψήφισμα δεν είναι δεσμευτικό και ότι μια πλειοψηφική ψήφος υπέρ της ανεξαρτησίας δεν σημαίνει αυτόματα έναν άμεσο διαχωρισμό από το Ιράκ. Οι κούρδικες κυβερνώντες φατρίες, μέσω αυτού του δημοψηφίσματος, ενδιαφέρονται περισσότερο να αυξήσουν τη δύναμη τους στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με την κεντρική κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας την απειλή της ανεξαρτησίας για να πετύχουν το μέγιστο οικονομικό και εδαφικό πλεονέκτημα στην περίπτωση ενός νέου διακανονισμού με τους εξίσου διεφθαρμένους ηγέτες της Βαγδάτης. Αυτό σημαίνει και η δήλωση του Μπαρζανί ότι ένα αποτέλεσμα υπέρ του «Ναι» θα σήμαινε ότι «ξεκινούν σοβαρές συζητήσεις με τη Βαγδάτη».

Ενώ υποστηρίζει μια πορεία δράσης που αψηφεί την πολιτική της αμερικάνικης κυβέρνησης όσον αφορά το δημοψήφισμα, ο πρόεδρος Μπαρζανί είναι επίσης απίθανο να εμπλέξει το καθεστώς του σε μια πορεία πλήρους σύγκρουσης με την διοίκηση Τραμπ. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει υπάρξει στρατηγικός σύμμαχος και στρατιωτικός υποστηρικτής της KRG για χρόνια και πολλές αμερικάνικες εταιρείες λειτουργούν στην περιοχή.

Ωστόσο το καθεστώς βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Πολλοί Κούρδοι ονειρεύονται την ανεξαρτησία σαν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι ηγέτες της KRG και κάθε αμφισβήτηση ή παρεκτροπή από αυτό το δρόμο θα μπορούσε ενδεχομένως να στραφεί ενάντια της κυβερνώσας κλίκας.

Ποια θέση πρέπει να πάρουν οι σοσιαλιστές;

Η CWI στηρίζει το δικαίωμα των κούρδικων μαζών να ψηφίσουν υπέρ του δικού τους, ανεξάρτητου κράτους. Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να τονισθεί ο ασυμβίβαστος ανταγωνισμός που βρίσκεται ανάμεσα στις θεμιτές επιθυμίες τους να σπάσουν τα δεσμά μιας μακρόχρονης καταπίεσης και των σχεδίων των κούρδικων καπιταλιστικών ελίτ να χρησιμοποιήσουν αυτό το δημοψήφισμα προκειμένου να ενισχύσουν την δικιά τους αντιδραστική μορφή εθνικισμού πάνω στις μάζες, να εμποδίσουν την εγχώρια ανάπτυξη της ταξικής πάλης και να εξασφαλίσουν περισσότερη δύναμη και χρήματα για τον εαυτό τους.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η προσδοκία των Κούρδων για μια πατρίδα χρησιμοποιείται από το αντιδραστικό καθεστώς του Μπαρζανί για τους δικούς του σκοπούς δεν πρέπει να αποτελεί επιχείρημα για τους σοσιαλιστές να σταθούν στον δρόμο αυτών των προσδοκιών, κάτι που στην πραγματικότητα κάνουν οι εκκλήσεις για αποχή από το δημοψήφισμα που κάνουν ορισμένες οργανώσεις της Αριστεράς.

Οι προσπάθειες από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Ιράκ για αποτροπή του δημοψηφίσματος και οι απειλές που εκτοξεύτηκαν από γειτονικές χώρες θα θεωρηθούν από τους περισσότερους Κούρδους ως μια άμεση επίθεση στο βασικό τους δικαίωμα να αποφασίσουν το δικό τους μέλλον. Οι εκκλήσεις για αποχή σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα βρουν πιθανότατα μόνο κλειστά αυτιά.

Αν η Αριστερά δεν πάρει μια σαφή θέση υποστήριξης της ανεξαρτησίας, τα ευρέως διαδεδομένα αισθήματα υπέρ της είναι όλο και πιο πιθανό να διοχετευτούν και να αξιοποιηθούν από τους αντιδραστικούς σοβινιστές τύπου Μπαρζανί και Ταλαμπανί.

Φυσικά, η διαδικασία προς μια γνήσια αλλαγή δεν μπορεί να εκπληρωθεί απλά από ένα δημοψήφισμα, ιδιαίτερα ένα δημοψήφισμα που έχει καλεστεί από ένα σάπιο καθεστώς προς όφελος των ιδιοτελών σκοπών του. Όμως ανεξάρτητα από τις μηχανορραφίες της κουρδικής ελίτ, αυτό το δημοψήφισμα θα θεωρηθεί από πολλούς ως μια ευκαιρία ζωής να αποκτήσουν ανεξαρτησία ή τουλάχιστον να στείλουν ένα σαφές μήνυμα με αυτό τον τρόπο, οπότε η Αριστερά θα είναι σε ισχυρότερη θέση για να αναπτύξει τον αγώνα εναντίον του καθεστώτος Μπαρζανί και να ξεσκεπάσει τα κίνητρα του, αν τα αιτήματα της περιλαμβάνουν μια θέση υπέρ της ανεξαρτησίας, συνδέοντας όμως την ανεξαρτησία με την σοσιαλιστική προοπτική.

Αυτό σημαίνει να συνδυάσει τον πιο αποφασιστικό αγώνα υπέρ της κουρδικής εθνικής απελευθέρωσης με τον πιο αποφασιστικό αγώνα ενάντια στις αντιδραστικές, καπιταλιστικές και φεουδαρχικές πτέρυγες του κουρδικού κινήματος, που πολιτικά εκπροσωπούνται από το KPD και την PUK. Σημαίνει επίσης την αναζήτηση στήριξης και ενότητας με τον μόνο διεθνή σύμμαχο που οι κούρδικες μάζες μπορούν να βρουν προκειμένου να πετύχουν πραγματική αλλαγή: το κίνημα των εργαζομένων, των αγροτών και των καταπιεσμένων που παλεύουν ενάντια στα δικά τους διεφθαρμένα και καταπιεστικά καθεστώτα στην περιοχή.

Κίνδυνοι

Υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν παράλογο να αρνηθεί κανείς ότι το δημοψήφισμα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του, περιέχει σοβαρούς κινδύνους να προκαλέσει εθνοτικές και θρησκευτικές αντιδράσεις. Ορισμένες παραστρατιωτικές ομάδες Σιιτών που υποστηρίζονται από το Ιράν, οι οποίες έχουν ενισχυθεί στην μάχη τους κατά του ISIS  τα τελευταία δυο χρόνια, έχουν ήδη καταστήσει σαφές ότι είναι διατεθειμένες να «προχωρήσουν σε πόλεμο» με τους Κούρδους αν τα σχέδια για ανεξαρτησία υλοποιηθούν.

Οι λεγόμενες «αμφισβητούμενες περιοχές» αποτελούν επίσης ένα δυνητικά εκρηκτικό πεδίο. Αυτές οι περιοχές βρίσκονται έξω από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα της KRG που θα ψηφίσουν και περιλαμβάνουν Σουνίτες Άραβες, Τουρκμένους, Ασσύριους, Χριστιανούς και άλλες εθνότητες και θρησκευτικές ομάδες. Η πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή του Κιρκούκ ειδικότερα, η δημογραφική σύνθεση της οποίας έχει τροποποιηθεί βίαια αρκετές φορές κατά την προηγούμενη και την πρόσφατη ιστορία, βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των εντάσεων. Θα μπορούσε να γίνει το πεδίο για μια βίαιη σύγκρουση που να εξαπολυθεί από τους καπιταλιστές πολιτικούς και τις θρησκευτικές πολιτοφυλακές όλων των πλευρών. Ενώ χιλιάδες Κούρδοι εξακολουθούν να αναζητούν δικαιοσύνη για τις απελάσεις και τα άλλα εγκλήματα από τα οποία υπέφεραν την εποχή της διακυβέρνησης Σαντάμ, οι Άραβες κάτοικοι και οι άλλες μειονότητες δικαιολογημένα φοβούνται πιθανά αντίποινα όπως αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, σε περίπτωση που το «Ναι» επικρατήσει στην ψηφοφορία.

Οποιαδήποτε βίαιη παρακράτηση οποιονδήποτε μειονοτήτων εντός των ορίων μιας νέας κουρδικής κρατικής οντότητας θα πρέπει να απορριφθεί αποφασιστικά, μαζί με οποιαδήποτε επίθεση σε οποιονδήποτε με βάση τη θρησκεία ή την εθνικότητα του. Διαθρησκευτικές και διεθνοτικές επιτροπές των κατοίκων της περιοχής πρέπει να οργανώσουν την αυτοάμυνα τους απέναντι σε οποιαδήποτε τέτοια επίθεση. Τα δημοκρατικά, πολιτιστικά, γλωσσικά και θρησκευτικά δικαιώματα όλων των κοινοτήτων πρέπει να διασφαλιστούν, αρχής γενομένης από το δικαίωμα όλων να αποφασίζουν ελεύθερα που και σε ποιο κράτος θέλουν να ζήσουν.

Αλλά τελικά οι συγκρούσεις για τους πόρους, τα σπίτια και τη γη μπορούν να επιλυθούν μόνο εάν λειτουργήσει ένας ριζοσπαστικός μετασχηματισμός στις συνθήκες ζωής των ανθρώπων, μακριά από ένα σύστημα στο οποίο μια μικρή ομάδα πλούσιων διεφθαρμένων αφεντικών και γαιοκτημόνων συλλέγουν ασύλληπτο πλούτο για τον εαυτό τους σε βάρος της πλειοψηφίας και ενθαρρύνουν τους εθνικούς και θρησκευτικούς διαχωρισμούς ανάμεσα στους φτωχούς για να διατηρήσουν την εξουσία και τα προνόμια τους ανέγγιχτα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Κούρδοι εργαζόμενοι και φτωχοί, ενώ παλεύουν για τα δίκαια εθνικά τους αιτήματα, πρέπει να συνδεθούν με τους Ιρακινούς αδελφούς και αδελφές τους σε ένα ενιαίο κίνημα ενάντια στη φτώχεια, την ανεργία και την εκμετάλλευση και για την ανατροπή των διεφθαρμένων και βάναυσων αρχουσών τάξεων που τους εκμεταλλεύονται και τους καταπιέζουν αμφότερους. Βασισμένο στη δημόσια ιδιοκτησία και σχεδιασμό της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των άλλων μεγάλων  φυσικών πόρων, το χτίσιμο ενός δημοκρατικού σοσιαλιστικού Κουρδιστάν, πλάι σε ένα σοσιαλιστικό Ιράκ, και τα δυο συστατικά μέρη μιας εθελοντικής ομοσπονδίας σοσιαλιστικών κρατών της Μέσης Ανατολής, θα βάλει τις βάσεις για μια ειρηνική και μόνιμη λύση στο εθνικό ζήτημα.

 

 


(*) Σε μια δημοσκόπηση που διεξάχθηκε το 2011 και αναφέρεται στο βιβλίο «Οι Κούρδοι του Ιράκ» του Μαχίρ Αζίζ, στην ερώτηση «Πόσο στενά συνδεδεμένος ή πιστός αισθάνεστε στο Ιράκ στο σύνολο του;» οι απαντήσεις «όχι πολύ» και «καθόλου» συγκέντρωσαν αθροιστικά πάνω από 82%. Και στην ερώτηση «Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι πιο κοντά στην άποψη σας;», μεταξύ τεσσάρων προτάσεων, το 90% των ερωτηθέντων διάλεξε αυτή που ανέφερε ότι «το Κουρδιστάν πρέπει να γίνει ανεξάρτητο, ξεχωριστό από το Ιράκ». Πιο πρόσφατα, μια δημοσκόπηση που διεξήχθη από τον οργανισμό Greenberg Quinlan Rosner Research το 2015 διαπίστωσε ότι το 82% των Κούρδων θέλουν η περιοχή τους να είναι ανεξάρτητη. Μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2016 από το Κέντρο Ειρήνης και Ασφαλείας του αμερικάνικου πανεπιστήμιου που υπάρχει στην περιοχή κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα.

Θεματικές