ΗΠΑ: εκλογές εν μέσω κορονοϊού και κοινωνικής πόλωσης

Στις 3 Νοέμβρη οι ΗΠΑ έχουν προεδρικές εκλογές με αντιμέτωπους τον Ρεπουμπλικάνο Ντόναλντ Τραμπ και τον Δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν. Παρά το γεγονός ότι ο Μπάιντεν είναι μπροστά στα πανεθνικά γκάλοπ, η ψαλίδα κλείνει όλο και περισσότερο, ενώ υπάρχουν πολιτείες στις οποίες η διαφορά είναι οριακή. Για παράδειγμα, στη Βόρεια Καρολίνα έχουν περίπου μια μονάδα διαφορά, στο Οχάιο επίσης μία, στη Φλόριντα μιάμιση, κλπ.

Όμως, με τα πεπραγμένα, την αλλοπρόσαλλη πολιτική στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, πως είναι δυνατό να συζητάμε το σενάριο να επανεκλεγεί ο Τραμπ;

Εκλογικό σύστημα, επιστολικές ψήφοι και κορονοϊός

Στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, κερδίζει ο υποψήφιος που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο αριθμό εκλεκτόρων, τουλάχιστον 270 από τα 538 μέλη του «Εκλογικού Συμβουλίου», ενός σώματος που συνεδριάζει μια (μόνο) φορά στα τέσσερα χρόνια, δηλαδή μετά τις εκλογές, προκειμένου να εκλέξει πρόεδρο. Κάθε πολιτεία, έχει συγκεκριμένο αριθμό εκλεκτόρων της και έτσι ο υποψήφιος που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους δικούς του εκλέκτορες γίνεται πρόεδρος. Μπορεί επομένως κάποιος υποψήφιος να έχει μικρότερο αριθμό ψήφων από τον αντίπαλό του σε πανεθνικό επίπεδο, να κερδίσει όμως τις εκλογές γιατί κατάφερε να κερδίσει μεγαλύτερο αριθμό εκλεκτόρων, όπως έγινε στις τελευταίες εκλογές, όπου ο Τραμπ είχε λιγότερες ψήφους, αλλά περισσότερους εκλέκτορες από την Κλίντον.

Στις ΗΠΑ επίσης, υπάρχουν δυο τρόποι για να ψηφίσει κανείς. Ο ένας είναι πηγαίνοντας στο εκλογικό τμήμα και ρίχνοντας το ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Ο άλλος είναι μέσω επιστολής. Πρόκειται για τις λεγόμενες «επιστολικές ψήφους», που αρκετές πολιτείες συζητάνε να επεκτείνουν στις φετινές εκλογές, λόγω της κρίσης του κορονοϊού. Ο Τραμπ όμως, ισχυρίζεται ότι οι επιστολικές ψήφοι ευνοούν τη νοθεία και σχεδιάζει να μην αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα (σε περίπτωση που χάσει βέβαια) αν η «επιστολική ψήφος» είναι εκτεταμένη και λέει ανοιχτά ήδη από τώρα, ότι η εκλογική διαδικασία θα κριθεί στο ανώτατο δικαστήριο. Όταν πρόσφατα ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν εγγυάται την ομαλή μετάβαση της εξουσίας μετά τις εκλογές, ο Τραμπ στην ουσία αρνήθηκε να απαντήσει, επαναλαμβάνοντας πόσο κακές είναι οι επιστολικές ψήφοι και ότι δε θα υπάρξει μετάβαση, αλλά συνέχιση της προεδρίας του.

Η πραγματικότητα γύρω από τις επιστολικές ψήφους έχει να κάνει με το ποια διαδικασία αναμένεται να προτιμήσουν οι ψηφοφόροι των δύο κομμάτων. Οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών και του Μπάιντεν, είναι πιθανότερο να κάνουν σε μεγαλύτερο ποσοστό χρήση του δικαιώματος της επιστολικής ψήφου, καθώς παίρνουν περισσότερο στα σοβαρά τον κορονοϊό και τους κινδύνους του, κι έτσι είναι πιθανότερο να αποφύγουν τη μετακίνηση και το συνωστισμό ενός εκλογικού κέντρου. Όσο για τους ψηφοφόρους του Τραμπ, είναι πιθανότερο να αγνοήσουν τα μέτρα προστασίας και να πάνε στα εκλογικά τμήματα, καθώς ο ίδιος δε χάνει ευκαιρία να προσπαθεί να πείσει τους υποστηρικτές του ότι η κατάσταση γύρω από την πανδημία δεν είναι και τόσο κακή. Αυτό δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις αυτών των ημερών, σύμφωνα με τις οποίες περίπου τα 2/3 των υποστηρικτών του Τραμπ δηλώνουν πως θα πάνε στην κάλπη να ψηφίσουν, ενώ μόλις γύρω στο ¼ των υποστηρικτών του Μπάιντεν έχουν πρόθεση να κάνουν το ίδιο.

Τέσσερα χρόνια Τραμπ

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τα βασικά στοιχεία της πολιτικής του Τραμπ το διάστημα των τελευταίων ετών. Ένα από τα σημεία που σημάδεψε την προεδρία του ήταν ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα. Πάνω σε αυτή την πολιτική βάσισε σημαντικό τμήμα της υποστήριξής του, καθώς μια από τις κεντρικές υποσχέσεις του κατά τη προηγούμενη προεκλογική εκστρατεία ήταν ότι θα προωθήσει την αμερικανική βιομηχανία και θα δημιουργήσει μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας, βάζοντας σοβαρούς φραγμούς στην πρόσβαση των κινεζικών προϊόντων στην αμερικάνικη αγορά. Παρόλα αυτά, η φτώχεια και η ανισότητα βρίσκονται ακόμη στο κόκκινο στην ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη.

Στο κοινωνικό πεδίο, αυτό που χαρακτήρισε την πολιτική του ήταν ο ακραίος ρατσιστικός και σεξιστικός του λόγος, η ένταση της καταστολής και η αποθράσυνση της Ακροδεξιάς και των πιο βίαιων, ρατσιστικών στοιχείων στην αστυνομία. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, οι ΗΠΑ βρέθηκαν εκτός Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα, εκτός της Συμφωνίας με το Ιράν για τα πυρηνικά και από τον Ιούλη του 2021 θα βρίσκονται εκτός του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Όπως είναι λογικό, η πολιτική αυτή έχει εξοργίσει πλατιά στρώματα των φτωχών, των καταπιεσμένων και των ανέργων, τους αφροαμερικανούς και τις εθνικές μειονότητες, τις γυναίκες, τα ΛΟΑΤ άτομα, τα πιο προοδευτικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας. Αλλά την ίδια στιγμή καταφέρνει να διατηρεί ένα σταθερό κοινωνικό ποσοστό που έχει σαν βάση το 30% του εκλογικού σώματος, το οποίο και κινητοποιεί με κάθε ευκαιρία.

Η φτώχεια στο κόκκινο

Στις ΗΠΑ δε χρειάζεται να είσαι άνεργος για να είσαι φτωχός, άστεγος, ή να δυσκολεύεσαι να επιβιώσεις. Όπως περιγράφεται σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ της Deutsche Welle, υπάλληλοι εταιρειών security, οδηγοί της «Uber», καθαριστές, γενικά άνθρωποι με κακοπληρωμένες υπό κανονικές συνθήκες δουλειές, είναι συχνά άστεγοι ή αναγκάζονται να ζουν μέσα στα αυτοκίνητά τους. Με μισθό της τάξης των 1.750 δολαρίων (περίπου 1.500 ευρώ) στην Καλιφόρνια, δε μπορείς να πληρώνεις και νοίκι και τρόφιμα ταυτόχρονα. Πρέπει να επιλέξεις.

Μέχρι και πριν την κρίση του κορονοϊού υπολογίζεται ότι 40 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας και εκατομμύρια άλλοι βρίσκονταν κοντά σε αυτό το όριο, τρέμοντας καθημερινά ότι μπορεί να βρεθούν άνεργοι, άστεγοι, χωρίς τροφή ή φάρμακα. Την ίδια περίοδο, 28 εκατομμύρια Αμερικανοί δεν είχαν κανενός είδους ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Κατά την έναρξη της κρίσης 22 εκατομμύρια παιδιά εξαρτώνταν από τα σχολικά γεύματα για τη διατροφή τους, καθώς οι γονείς τους δε μπορούσαν να τους τα παρέχουν.

Κορονοϊός

Αυτές ήταν περίπου οι συνθήκες σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ πριν χτυπήσει ο κορονοϊός, ή ο «κινέζικος ιός» όπως τον αποκαλεί ο Τραμπ. Παρά το γεγονός ότι αναγκάστηκε μέσα στην άνοιξη να προχωρήσει σε lockdown και να πάρει κάποια μέτρα προστασίας της αμερικανικής κοινωνίας –η οποία χτυπήθηκε ιδιαίτερα σκληρά από την πανδημία– το βασικό του μέλημα είναι να λειτουργήσει η οικονομία.

Η στάση υποτίμησης των κινδύνων της υγειονομικής κρίσης από την πλευρά της κυβέρνησης και του ίδιου του Τραμπ, τροφοδοτεί τις διαδηλώσεις ενάντια στα μέτρα προστασίας που διοργανώνουν κατά κανόνα ακροδεξιοί υποστηρικτές του, αλλά και στη συνολική στάση άρνησης των μέτρων, συμβάλλοντας στη διάδοση του ιού.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορονοϊού, οι μόνοι που επωφελήθηκαν ήταν οι μεγάλες επιχειρήσεις τύπου Amazon. Η επίσημη ανεργία εκτοξεύτηκε από το 3,7% στο 10,4%. Ταυτόχρονα, τα επιδόματα της περιόδου του lockdown έχουν σταματήσει να καταβάλλονται, ενώ τα επιπλέον ανεργιακά επιδόματα της καραντίνας επεκτείνονται για έξι ακόμη εβδομάδες. Μόνο που τα 300 δολάρια την εβδομάδα αρκούν οριακά για να μην πεθάνεις από την πείνα.

Black Lives Matter και Aκροδεξιά

Πέρα από τα παραπάνω, η προεκλογική περίοδος διεξάγεται μέσα σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης, με το κίνημα Black Lives Matter (BLM) να εμφανίζει σημεία υποχώρησης σε σχέση με τις αρχές του καλοκαιριού, όταν έβγαλε στους δρόμους εκατομμύρια ανθρώπους, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι τον Ιούνη το ποσοστό υποστήριξης του κινήματος σε δημοσκοπήσεις έφτανε μέχρι και το 67%, από τότε έχει μειωθεί κάπως και σήμερα βρίσκεται στο 55%.

Ταυτόχρονα το κίνημα έχει αρχίσει να στρέφεται σε αδιέξοδες διαδικασίες, ανάμεσα στις οποίες οι βίαιες συγκρούσεις μεμονωμένων ομάδων ή ατόμων –ακόμη και με όπλα– με την αστυνομία και ακροδεξιούς τραμπούκους. Το γεγονός αυτό έχει βέβαια εξήγηση, καθώς η έλλειψη μιας μαζικής, αριστερής εναλλακτικής που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στο κίνημα και να το στρέψει σε δράσεις προσανατολισμένες στα μαζικά καλέσματα στην αμερικανική κοινωνία σε συνδυασμό με εργατικούς και απεργιακούς αγώνες, είναι η μεγάλη πληγή του. Ταυτόχρονα είναι κατανοητή και η τεράστια οργή των Αφροαμερικανών και ιδιαίτερα της νεολαίας για τις δολοφονίες από την αστυνομία και την ατιμωρησία που τις συνοδεύει. Πρόκειται όμως για πισωγύρισμα από την πλευρά του κινήματος, που αν συνεχιστεί και ενταθεί, μπορεί να οδηγήσει στην υποχώρηση της υποστήριξης που έχει από την κοινωνία.

Την ίδια ώρα η Ακροδεξιά έχει αρχίσει να οργανώνεται και να βγαίνει στους δρόμους, υποστηρίζοντας την καμπάνια του Τραμπ και προσπαθώντας να επιβάλει το «νόμο και την τάξη» στις περιοχές της. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τελευταίου διαστήματος είναι τα πρόσφατα γεγονότα στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, όπου διοργανώθηκε διαδήλωση από το κίνημα BLM μετά την ανακοίνωση της απόφασης να μη διωχθούν οι αστυνομικοί δολοφόνοι της αφροαμερικανίδας Μπριόνα Τέιλορ. Σε αυτές τις διαδηλώσεις απάντησαν ακροδεξιοί με αντιδιαδηλώσεις, ακολούθησαν συγκρούσεις και σκοτώθηκε από πυροβολισμούς ένας ακροδεξιός.

Ο Τραμπ προσπαθεί να αξιοποιήσει την κατάσταση όσο καλύτερα μπορεί στην προεκλογική εκστρατεία, κατηγορώντας τον Μπάιντεν ότι:

«… παρέδωσε τις δουλειές σας στην Κίνα και τώρα θέλει να παραδώσει τη χώρα στο βίαιο αριστερό όχλο».Αν και τα παραπάνω ακούγονται εντελώς προκλητικά, στην πραγματικότητα μπορούν να συσπειρώσουν το πιο συντηρητικό τμήμα της κοινής γνώμης.

Χωρίς μαζική εναλλακτική

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η εκλογική νίκη του Τραμπ δε μπορεί να αποκλειστεί. Επίσης δε μπορεί να αποκλειστεί η άρνησή του να αποδεχτεί την ήττα και την απομάκρυνση από την εξουσία, προοπτική που προκαλεί μεγάλη ανησυχία για τις εξελίξεις που ενδέχεται να πυροδοτήσει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι η οργή που αναπτύσσεται σε πλατιά στρώματα της κοινωνίας ενάντια στον Τραμπ και το σύστημα συνολικά, δε βρίσκει ουσιαστική διέξοδο.

Ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη μέσα σε λίγα χρόνια άρνηση του Μπέρνι Σάντερς να προχωρήσει στο σχηματισμό μιας ανεξάρτητης αριστερής δύναμης μετά την ήττα του στη μάχη για το χρίσμα των Δημοκρατικών και τη στήριξή του στον Μπάϊντεν (ή τον «κοιμισμένο Τζο» όπως τον αποκαλεί ο Τραμπ) τα κινήματα και η οργή βρίσκονται ξανά σε αδιέξοδο. Η μάχη για το χτίσιμο της εναλλακτικής που χρειάζεται η αμερικανική κοινωνία πέφτει στις πλάτες των καθημερινών αγωνιστών του εργατικού, του αντιρατσιστικού, του γυναικείου κινήματος, των κινημάτων υπεράσπισης του περιβάλλοντος, των οργανώσεων της Αριστεράς. Πρόκειται για μια μάχη καθόλου εύκολη, ταυτόχρονα όμως η επιτυχία της είναι πιο κρίσιμης σημασίας από ποτέ.