Ινδονησία, 1965-66: η μαζική σφαγή του κομμουνιστικού κόμματος

29/12/2018
Comments off
1.204 Views
Η 29η Δεκέμβρη του 1965, ήταν το αποκορύφωμα των αντικομμουνιστικών σφαγών στην Ινδονησία. Με αφορμή αυτό το γεγονός αναδημοσιεύουμε παλιότερο άρθρο του σ. Βίνσεντ Κόλο, από το chinaworker.info, ιστοσελίδα του κινέζικου τμήματος της CWI. Επιμέλεια Νίκος Παπαδόπουλος

 

 

Το στρατιωτικό πογκρόμ ενάντια στο Κομουνιστικό Κόμμα Ινδονησίας (ΚΚΙ) που ξεκίνησε τον Οκτώβρη του 1965 και συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ήταν μια από τις πιο αιματηρές σφαγές του 20ου αιώνα. Ακόμη και ή CIA, που συνωμότησε με τους δεξιούς Ινδονήσιους στρατηγούς για να ενορχηστρώσουν τις θηριωδίες, αργότερα συνέκρινε τις σφαγές με τα εγκλήματα των Ναζί και την τρομοκρατία του Στάλιν.

Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις φοβούνταν την απώλεια της Ινδονησίας (που κυβερνούσε τότε ο «λαϊκιστής» πρόεδρος Σουκάρνο, ο οποίος υποστηριζόταν από το ΚΚΙ) από τη «Δυτική» σφαίρα επιρροής. Ένα υπόμνημα της CIA, ήδη από το 1962 έδειξε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζον Φ. Κένεντι και ο Βρετανός πρωθυπουργός, Χάρολντ Μακμίλαν, συμφώνησαν να «απαλλαγούν από τον Πρόεδρο Σουκάρνο, ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης και με την πρώτη ευκαιρία».

Ρατσιστικές σφαγές

Η CIA και ή Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ινδονησιακή πρωτεύουσα Τζακάρτα, παρέδωσαν λίστες με χιλιάδες ονόματα «ύποπτων κομουνιστών» στο στρατό, προκειμένου να τους συγκεντρώσει και να τους εκτελέσει, υποβοηθούμενος από παραστρατιωτικές ομάδες ντυμένες με θρησκευτικό-ρατσιστικό μανδύα. Η τότε βρετανική κυβέρνηση των «Εργατικών» υπό τον Χάρολντ Γουίλσον ήταν εκείνη που πίεσε τον Ινδονησιακό στρατό να δώσει στην καμπάνια του τρόμου μία αντι-κινεζική χροιά.

«Μια από τις πιο επιτυχημένες ιδέες που η Δύση πρότεινε στους αντι-κομουνιστές πολιτικούς στην Ινδονησία ήταν το να ”φορτώσουν” την κατηγορία του κομουνισμού στην κινεζική μειονότητα της Ινδονησίας. Έτσι το ζήτημα μετατράπηκε σε εθνικό»,

σημείωσε ο Ρόναλντ Τσάλις, ανταποκριτής του BBC της εποχής.

Ο βρετανικός και ο αμερικανικός καπιταλισμός δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό στο να πυροδοτήσουν ρατσιστικές και θρησκευτικές διαιρέσεις στην προσπάθεια να προωθήσουν τα οικονομικά και στρατιωτικά τους συμφέροντα στην περιοχή. Πρόκειται για ένα μοντέλο που επαναλαμβάνεται διαρκώς, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη Μέση Ανατολή.

Οι δολοφονίες στην Ινδονησία έλαβαν χώρα σε μαζική κλίμακα, με μέση εκτίμηση το λιγότερο 500.000 νεκρούς. Ποτάμια και άλλοι θαλάσσιοι δρόμοι φράχθηκαν, καθώς εκατοντάδες πτώματα πετιούνταν στα νερά κάθε βράδυ. Το ντοκιμαντέρ του 2012, «Ή Πράξη της Δολοφονίας», ανεβάζει την εκτίμηση για τον αριθμό των θυμάτων στο ένα εκατομμύριο. Τα δύο τρίτα των νεκρών ήταν κινέζικής καταγωγής, ενώ το στρατιωτικό καθεστώς απαγόρευσε τη χρήση της κινεζικής γλώσσας σε πινακίδες και επιγραφές και έκλεισε τα κινέζικα σχολεία.

Αυτά τα γεγονότα σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για τον Σουκάρνο, ο οποίος όλο το προηγούμενο διάστημα είχε κυβερνήσει ισορροπώντας μεταξύ του ΚΚΙ στα αριστερά του και το στρατό και φεουδο-ισλαμικές ομάδες στα δεξιά του.

Το αμερικανικό υπουργείο εξωτερικών (State Department) εξέδωσε ένα θριαμβευτικό απολογισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο αριθμός των κομουνιστών παγκοσμίως στις χώρες πλην του ανατολικού μπλοκ έπεσε κατά 42% μέσα σε ένα χρόνο. Ο Σουκάρνο θα παρέμενε στην κυβέρνηση μόνο ως φαινομενικός ηγέτης μιας στρατιωτικής δικτατορίας, ή οποία την επόμενη χρονιά τον εξαφάνισε. Ήταν η αρχή της επί 32 ετών παντοδυναμίας του δικτάτορα, Στρατηγού Σουχάρτο.

Το βάρβαρο καθεστώς του Σουχάρτο ήταν ένα από τα πολλά επεισόδια στο σίριαλ των στρατιωτικών δικτατοριών που σχεδίασαν οι ΗΠΑ (ανάμεσα στις οποίες αυτή του Park Chung Hee στη Νότια Κορέα και του Chiang Kai-shek στην Ταϊβάν) προκειμένου να συγκρατήσουν το επαναστατικό κύμα που τύλιγε την Ασία.

Μετά το Ινδονησιακό πραξικόπημα, ο Αυστραλός πρωθυπουργός Χάρολντ Χολτ είπε ότι

«από τη στιγμή που 500.000 έως 1.000.000 φιλο-κομουνιστές έχουν βγει από τη μέση, νομίζω ότι είναι ασφαλές να πούμε πως η κατάσταση έχει πάρει νέο προσανατολισμό».

Άγνωστο κεφάλαιο

Σήμερα, τα γεγονότα του 1965-66 είναι, για το ευρύ κοινό, ένα άγνωστο κεφάλαιο στην ιστορία της χώρας. Για δεκαετίες το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε ένα «πλυντήριο εγκεφάλου», κάνοντας εκτεταμένη χρήση αντικομμουνιστικών ταινιών. Μια δημοσκόπηση στην εφημερίδα «Jakarta Post» το 2009, έδειξε ότι περισσότεροι από τους μίσους φοιτητές δεν είχαν ακούσει ποτέ για τις μαζικές δολοφονίες της δεκαετίας του 1960. Η σκληρή νομοθεσία που σημάδεψε την εποχή του Σουχάρτο που απαγόρευε τον Κομουνισμό, το Μαρξισμό και την εξάπλωση του αθεϊσμού δεν έχει μέχρι σήμερα ανακληθεί.

Ο Σουχάρτο ανατράπηκε δεκαετίες αργότερα, από ένα επαναστατικό κίνημα κατά τη διάρκεια της «κρίσης της ρουπίας» του 1998. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό συνέβη μετά τις ταπεινωτικές, ελληνικού τύπου πολιτικές λιτότητας που επέβαλε το ΔΝΤ στην κυβέρνησή του, μετά μάλιστα από δική του πρόσκληση.

Παρόλα αυτά, η ηγεσία του στρατού παραμένει μέχρι σήμερα η βασική δύναμη στην ινδονησιακή πολιτική. Με παρόμοιο τρόπο, οι δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες που διέπραξαν τις περισσότερες δολοφονίες το 1965-66 υπό τις οδηγίες του επίσημου στρατού, δεν έχουν μέχρι σήμερα ανακριθεί ή τιμωρηθεί και εξακολουθούν να έχουν στενές σχέσεις με το πολιτικό κατεστημένο.

Ο Σουκάρνο ήταν ένας ριζοσπάστης αστός εθνικιστής, του τύπου του Νάσερ της Αιγύπτου και του Νεχρού της Ινδίας, ο οποίος αμφιταλαντευόταν στην παγκόσμια σκηνή μεταξύ του Δυτικού και του Ανατολικού μπλοκ, του αμερικανικού καπιταλισμού και του σταλινικού μονοκομματικού καθεστώτος. Στα τελευταία του χρόνια, ο Σουκάρνο φλέρταρε έντονα με το Πεκίνο, που από την πλευρά του αποτελούσε το βασικό υποστηρικτή της ηγεσίας του ΚKI σε διεθνές επίπεδο. Ήταν η εποχή του βαθέματος του ανταγωνισμού μεταξύ του κινεζικού και του ρωσικού καθεστώτος, ένας αγώνας εξουσίας βασισμένος σε στυγνά εθνικά συμφέροντα, μεταμφιεσμένα στη γλώσσα του «αληθινού κομουνισμού» (της Κίνας) εναντίον του «ρεβιζιονισμού» (της Σοβιετικής Ένωσης).

Στην αρχή της δεκαετίας του 1960, καθώς ο «Ψυχρός Πόλεμος» εντεινόταν ειδικά στην Ασία, ο Σουκάρνο εγκαινίασε ένα ριζοσπαστικό αντι-Δυτικισμό, γεγονός βέβαια που δεν τον εμπόδισε να υπογράψει συμφωνία με Δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες το 1963, αγνοώντας τα αιτήματα του ΚΚΙ και των εθνικιστών για εθνικοποίηση των πετρελαϊκών επιχειρήσεων της χώρας. Παρόλα αυτά, εν μέσω της διαμάχης μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας σε σχέση με το ποια δύναμη θα αξιοποιούσε την προσφάτως ανεξάρτητη Μαλαισία ως γέφυρα των δυτικών συμφερόντων στην Ασία (διαμάχη που ο Σουκάρνο κατήγγειλε ως «νεο-αποικιακή»), έθεσε την Ινδονησία εκτός Ηνωμένων Εθνών. Ταυτόχρονα εκδίωξε από τη χώρα το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα με τις φιλοαμερικανικές τους πολιτικές.

Την ίδια ώρα που αυτά τα μέτρα ακούγονταν ως καμπάνες προειδοποίησης για την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, δεν αποτελούσαν σε καμία περίπτωση βελτίωση για τη ζωή της ινδονησιακής κοινωνίας, η οποία επιδεινωνόταν διαρκώς, με βασικά προβλήματα τον υπερπληθωρισμό, την αυξανόμενη ανεργία και τη στασιμότητα στο ζήτημα της αγροτικής μεταρρύθμισης. Οι ομιλίες του Σουκάρνο ήταν γεμάτες ριζοσπαστική ρητορική, ο ίδιος ωστόσο δεν αποτέλεσε ποτέ μια πραγματική εναλλακτική στον καπιταλισμό.

Ο όρος NASAKOM τον οποίο «λάνσαρε» ο Σουκάρνο (που αποτελείται από τα αρχικά των λέξεων Εθνικισμός, Θρησκεία και Κομμουνισμός) δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κολάζ προκειμένου να προσελκύσει τις διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις της χώρας.

Μια σφοδρή ξηρασία το 1963 οδήγησε σε μαζικό λιμό στην κεντρική Τζάβα (ένα από τα νησιά που αποτελούν την Ινδονησία). Όταν οι αγρότες, αρχικά υποστηριζόμενοι από το ΚΚΙ, άρχισαν να καταλαμβάνουν τη γη, αντιμετωπίστηκαν με ακραία στρατιωτική καταστολή. Ο Σουκάρνο κάλεσε τους ηγέτες του ΚΚΙ να αφήσουν στην άκρη το θέμα της γης με αντάλλαγμα συμβολικές παραχωρήσεις, κάτι που τελικά έκαναν.

Στην εξαιρετική του σύντομη ιστορία, «Η Άνοδος και η Πτώση του ΚΚ Ινδονησίας», ο Κρέγκ Μπάουεν (Craig Bowen, CWI Αυστραλίας) εξηγεί ότι

«Η χώρα ήταν βαθιά χρεωμένη σε μια σειρά ξένες τράπεζες και κάθε χρόνο το έλλειμμα του προϋπολογισμού διπλασιαζόταν. Η αξία της ρουπίας είχε βυθιστεί στο ένα εκατοσιοστό της ονομαστικής αξίας της ως αποτέλεσμα χρόνιου πληθωρισμού. Μέσα στα έξι χρόνια πριν το 1965, το κόστος ζωής αυξήθηκε κατά 2.000%. Την ίδια ώρα, ένα απίστευτο 75% του Κρατικού Προϋπολογισμού δαπανούνταν στις ένοπλες δυνάμεις».

Ή «θεωρία των σταδίων»

Ή αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια αντανακλάστηκε στην αλματώδη άνοδο του ΚKI, το οποίο από μόλις 7.000 μέλη το 1952 έφτασε στα 3 εκατομμύρια μέχρι το 1964.

Το ΚΚΙ ήταν μέχρι τότε το τρίτο μεγαλύτερο Κομουνιστικό Κόμμα στον κόσμο μετά από αυτό της Κίνας και της Ρωσίας. Ως τον Αύγουστο του 1965, μόλις κάποιες εβδομάδες πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα, 26 εκατομμύρια Ινδονήσιοι ήταν οργανωμένοι σε καθοδηγούμενα από το PKI συνδικάτα, οργανώσεις νεολαίας και γυναικών, αριθμός που αντιστοιχεί στο ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού! Ο ηγέτης του ΚΚΙ Ντίπα Νασουντάρα Αϊντίτ (Dipa Nusantara Aidit) που συνελήφθη και εκτελέστηκε από το στρατό το Νοέμβριο του 1965, είχε πει ότι αν γίνονταν εκλογές το κόμμα θα κέρδιζε το 30%, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί απολύτως εύλογο.

Όμως, δεν έγιναν εκλογές. Αναβλήθηκαν με τη συναίνεση της ηγεσίας του ΚΚΙ, όταν ο Σουκάρνο εισήγαγε αυτό που ονόμασε «καθοδηγούμενη δημοκρατία» –στην πραγματικότητα επρόκειτο για στρατιωτικό νόμο– το 1959. Στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές που έλαβαν χώρα υπό τον Σουκάρνο, το 1955, το ΚΚΙ είχε έρθει τέταρτο κόμμα με 16,4%.

Οι ηγέτες του ΚKI παγιδεύτηκαν στη σταλινική λογική της «θεωρίας των σταδίων», πιστεύοντας ότι δεν υπήρχε άμεση δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια αναπτυσσόμενη χώρα όπως ή Ινδονησία, μόλις προσφάτως απελευθερωμένης από την ολλανδική αποικιοκρατία. Συμπέραναν έτσι ότι καθήκον του εργατικού κινήματος ήταν να υποστηρίξει την πιο ριζοσπαστική πτέρυγα της «εθνικής» καπιταλιστικής τάξης σε μια «αντιιμπεριαλιστική συμμαχία». Ο σκοπός, σύμφωνα με αυτό στο σχήμα, ήταν να εδραιωθεί ο εθνικός καπιταλισμός και η «δημοκρατία», ενώ στην πραγματικότητα ανέβαλλαν την ιδέα του σοσιαλισμού επ’ αόριστο. Ο ηγέτης του ΚKI, Αϊντίτ, επέμενε πως «ο ταξικός αγώνας έπεται του εθνικού».

Η επιμονή σε αυτή τη θεωρία αποτελούσε στην πραγματικότητα μια δήλωση πίστης στα σταλινικά κομμουνιστικά κόμματα και παράλληλα σήμαινε ότι οι ηγέτες του ΚKI λειτούργησαν ως ένα γιγάντιο φρένο στους αγώνες των μαζών.

Έδωσαν έμφαση σε «εθνικούς» στόχους, όπως η στρατιωτική και πολιτική αντιμετώπιση της στηριζόμενης από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ Μαλαισίας (με την οποία η Ινδονησία μοιραζόταν χερσαία σύνορα στο νησί Βόρνεο) με κόστος την άρνηση εμπλοκής στον αγώνα για ταξικά ζητήματα, με βάση το παράδειγμα της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 και του διάσημου της συνθήματος, «ειρήνη, γη και ψωμί»!

Με βάση τους όρους της συμμαχίας του PKI με τον Σουκάρνο, το κόμμα στην πραγματικότητα προσαρτήθηκε στην κυβέρνηση, έχοντας χάσει κάθε αυτονομία σε επίπεδο δράσης και προγράμματος, εμπλεκόμενο αποκλειστικά σε εκστρατείες εγκεκριμένες από τον πρόεδρο.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ντέιβιντ Μοζίνγκο (David Mozingo)

«Οι μεγάλες εργατικές, νεολαιίστικες και γυναικείες οργανώσεις του κόμματος οργάνωναν μαζικές συγκεντρώσεις που έπαιζαν το ρόλο του ακροατηρίου του Σουκάρνο. Αυτές οι συγκεντρώσεις όμως κάθε άλλο παρά βοηθούσαν στο να προσανατολιστεί η βάση του κόμματος στην κατεύθυνση της κατάληψης της εξουσίας από το κόμμα»

Οι πολιτικές διάφορες μεταξύ του ΚKI –το οποίο επιφανειακά στηριζόταν στις ιδέες και δομές του «Μαρξισμού»– και του Σουκάρνο, έγιναν θολές στα μάτια των μαζών, αλλά και στην ίδια την ηγεσία του ΚKI.

Όπως σημείωσε ο Αυστραλός ιστορικός Rex Mortimer,

«Μέχρι το 1963 ή «λατρεία» του κόμματος είχε πάρει σχεδόν ειδωλολατρικές διαστάσεις. Παρά τη διαβόητη περιφρόνηση, αλλά και την άγνοια του Προέδρου για οικονομικά ζητήματα, το κόμμα επέμενε ότι ή επίλυση τον οικονομικών προβλημάτων μπορούσε με ασφάλεια να αφεθεί στα χέρια του. Λίγο καιρό αργότερα ο Αϊντίτ χάρισε στον Σουκάρνο τον «ανώτατο» τίτλο τιμής, χαρακτηρίζοντας τον ως τον πρώτο του δάσκαλο στον Μαρξισμό-Λενινισμό».

Επανάληψη της δεκαετίας του 1920 στην Κίνα

Η πολιτική σύγχυση των ηγετών του ΚKI, ή αποτυχία τους να διατηρήσουν μια ανεξάρτητη και ταυτόχρονα καθαρά σοσιαλιστική προσέγγιση, εμφανίζεται σχεδόν σαν μια επανάληψη των «λαθών» των Σταλινικών στην Κίνα τη δεκαετία του 1920.

Ο Λέον Τροτσκι, του οποίου ή θεωρία της «διαρκούς επανάστασης» αποτελεί το καλύτερο «αντίδοτο» για τη σταλινική «θεωρία των σταδίων», εξήγησε ότι οι Μαρξιστές, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μπορούν να συμμετάσχουν σε προσωρινές συμμαχίες με πολύ συγκεκριμένους και πρακτικούς στόχους με μη σοσιαλιστικά, ή ακόμη και αστικά κόμματα (π.χ. προκειμένου να αντισταθούν σε μια ιμπεριαλιστική στρατιωτική εισβολή, ή στην υπεράσπιση δημοκρατικών δικαιωμάτων) αλλά διατηρώντας την ίδια στιγμή απόλυτη ανεξαρτησία και ελευθερία δράσης.

Γι’ αυτόν το λόγο και ο Τρότσκι αντιτάχθηκε στην είσοδο του Κομουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) στο αστικό Κουομιντάνγκ το 1924, μια πολιτική που επιβλήθηκε από το Στάλιν στο νέο και άπειρο CCP. Έτσι, τελικά οδηγήθηκε στην υποταγή στο Κουομιντάνγκ, ένα κόμμα και μια κοινωνική τάξη που δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν μια αστική δημοκρατική επανάσταση στη νίκη.

Αποτελεί πραγματική ειρωνεία το γεγονός ότι 40 χρόνια αργότερα, το καθεστώς του Μάο στην Κίνα υπερασπίστηκε με ενθουσιασμό την υποταγή του ΚKI στον Σουκάρνο. Όπως και στην Κίνα της δεκαετίας του 1920, το αποτέλεσμα ήταν η φονική αντεπανάσταση και ο αφανισμός του πιο προχωρημένου, κομμουνιστικού στρώματος της εργατικής τάξης.

Αποτυγχάνοντας να κατανοήσει την ίδια του την ιστορία, το κινεζικό καθεστώς χειροκρότησε την πολιτική υποταγή του ΚKI στον Σουκάρνο. Το 1963, ο Αϊντίτ έγινε επίτιμο μέλος της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών και τα σημαντικότερα έργα του εκδόθηκαν στο Πεκίνο. Το δήθεν «ενιαίο μέτωπο» του ΚKI με τον Σουκάρνο χαιρετίστηκε σαν γεγονός «μεγάλης, διεθνούς σημασίας για το παγκόσμιο Κομμουνιστικό κίνημα».

Ο σκοπός αυτής της κολακείας ήταν να κρατηθεί το ΚKI μακριά από τη Μόσχα και στη σφαίρα επιρροής του Πεκίνου και κυρίως να εξασφαλιστεί η μέσω του ΚKI επιρροή της Κίνας στην κυβέρνηση του Σουκάρνο και την ινδονησιακή αστική τάξη. Με πανομοιότυπο τρόπο, τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα ο Στάλιν είχε χρησιμοποιήσει ένα φιμωμένο ΚΚ Κίνας στην προσπάθεια να εξασφαλίσει τη συμμαχία του με το Κουομιντάνγκ του Τσιάνγκ Κάι Σεκ. Ακόμη και αφού οι αντικομμουνιστικές σφαγές είχαν ξεκινήσει στα τέλη του 1965, αντί να καλέσει σε «λαϊκό πόλεμο» ή ένοπλο αγώνα ενάντια στη δεξιά, ή συμβουλή του κινεζικού καθεστώτος στο ΚKI ήταν «μην πανικοβάλλεστε, μην απαντάτε στις προκλήσεις». Αυτή η στάση ήταν αποτέλεσμα της πρόθεσής του να μην αποδυναμώσει περισσότερο τη θέση του Σουκάρνο, ώστε να διασωθεί η «συμμαχία» τους.

Ακόμη και όταν ή κινεζική Πρεσβεία στη Τζακάρτα πυρπολήθηκε, ή επίσημη κινεζική απάντηση ήταν η σιωπή. Η απόφαση μικρών υπολειμμάτων του ΚKI να στραφούν σε αντάρτικο πόλεμο (στην πραγματικότητα απλώς μια εξασθενημένη ηχώ του προηγούμενου μαζικού κινήματος) ήρθε αργότερα, το 1967, όταν έγινε πλέον καθαρό ότι οι πολιτικές του Πεκίνου στην Ινδονησία είχαν καταρρεύσει.

Η πιο σκληρή ήττα

Τον σπινθήρα για το στρατιωτικό πραξικόπημα και τις σφαγές έδωσε μια ομάδα αξιωματικών του στρατού, με το όνομα G30S. Η G30S, πήρε το όνομα του από την ημερομηνία (30 Σεπτέμβρη του 1965) του αποτυχημένου πραξικοπήματος που οργάνωσε, συλλαμβάνοντας και σκοτώνοντας έξι στρατηγούς που ανήκαν στη δεξιά. Αυτή η αποτυχημένη απόπειρα κατά πάσα πιθανότητα εκδηλώθηκε για να προλάβει και να ματαιώσει μια συνωμοσία που εξυφαινόταν από δεξιούς στρατηγούς και επρόκειτο να καταλήξει σε πραξικόπημα μια εβδομάδα αργότερα. Οι επικεφαλής του στρατού υποστηριζόμενοι από τους ιμπεριαλιστές είδαν την ευκαιρία τους να παρουσιάσουν το αποτυχημένο πραξικόπημα ως έργο του ΚKI και να προχωρήσουν σε μαζική σφαγή σαν απάντηση.

Τα μέλη του ΚKI αιφνιδιάστηκαν από το πραξικόπημα της G30S, αν και είναι πιθανό ένα μέρος της ηγεσίας του να το γνώριζε πριν εκδηλωθεί. Ωστόσο, αυτό που ακολούθησε μπορεί να περιγραφεί με μια και μοναδική λέξη: παράλυση. Όταν ο στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, σε ένα κλίμα μαζικής αντικομμουνιστικής υστερίας, υπήρχε μόνο ένας δρόμος προκειμένου να αποφευχθεί ή καταστροφή: η κινητοποίηση του συνόλου της δύναμης του ΚKI, η μαζική έξοδος στους δρόμους και το άμεσο κάλεσμα σε γενική απεργία και η ένοπλη αντίσταση πριν προλάβει το εξελισσόμενο πραξικόπημα της δεξιάς να συντρίψει κάθε δυνατότητα αντίστασης των μαζών.

Αυτό που απαιτούνταν προκειμένου να αποφευχθεί η σφαγή ήταν ένα μαχητικό κίνημα με συγκεκριμένες επιδιώξεις: άμεσες εκλογές, γη στους αγρότες, πάγωμα των τιμών και αυξήσεις στους μισθούς, εθνικοποίηση της βιομηχανίας κάτω από δημοκρατικό εργατικό έλεγχο, δημοκρατική λειτουργία του στρατού με εκλογή των αξιωματικών από τη βάση του στρατεύματος και δημιουργία ένοπλων πολιτοφυλάκων των εργαζομένων.

Μια τέτοιου είδους κινητοποίηση θα είχε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, στο βαθμό βέβαια που εκδηλωνόταν άμεσα, πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί η εξουσία της αντιδραστικής ηγεσίας του στρατού. Δυστυχώς, αδυνατώντας να δει το μαχαίρι που βρισκόταν στο λαιμό της, η ηγεσία του PKI δεν κάλεσε σε καμία κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά αντίθετα εναπόθεσε τις ελπίδες της σωτηρίας στο «φίλο» Σουκάρνο.

Η περίπτωση της Ινδονησίας παρουσιάζει ομοιότητες, τόσο με τη Γερμανία του 1933, όσο και με τη Χιλή του 1973, ως προς την έλλειψη προετοιμασίας και την ανικανότητα των στελεχών του ΚKI όταν άρχισε η σφαγή. Μέλη του ΚKI, ακόμη και ηγετικά στελέχη, δεν είχαν καν ένα στοιχειώδες σχέδιο επιβίωσης. «Περιμένετε οδηγίες» φαίνεται πως ήταν η συμβουλή που επικρατούσε – αλλά οι οδηγίες δεν ήρθαν ποτέ!

Η ισοπέδωση του ΚKI από την αντίδραση και το λουτρό αίματος που ακολούθησε αποτελεί μια ανατριχιαστική προειδοποίηση προς την παγκόσμια εργατική τάξη για το πως πολιτικά λάθη όπως οι αυταπάτες στους αστούς πολιτικούς, η έλλειψη καθαρού σοσιαλιστικού προγράμματος και η υποτίμηση της βάναυσης αποφασιστικότητας του ταξικού εχθρού μπορεί να οδηγήσουν στις πιο σκληρές ήττες. Για τη νέα γενιά αγωνιστών της εργατικής τάξης που αναδύεται στην Ασία, για τους νέους σοσιαλιστές, αυτά τα γραμμένα με αίμα διδάγματα είναι εξαιρετικά σημαντικά.