Η χυδαιότητα του Άδωνι απέναντι στους εργαζόμενους στις τράπεζες

Θανάσης Μαρίνης, εργαζόμενος στην Εθνική Τράπεζα

Σε χυδαίους χαρακτηρισμούς απέναντι στους τραπεζοϋπαλλήλους προχώρησε ο υπουργός ανάπτυξης και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Άδωνις Γεωργιάδης.

Πιο συγκεκριμένα, κάλεσε τις διοικήσεις των τραπεζών:

«να παρέμβουν, αν κάποιοι υπάλληλοί τους στον τομέα χορήγησης των δανείων έχουν πνεύμα ωχαδερφισμού και δεν έχουν καταλάβει που βρισκόμαστε.»

Με λίγα λόγια, κλείνει το μάτι στους τραπεζίτες να κλιμακώσουν τις επιθέσεις απέναντι στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες. Ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί χιλιάδες θέσεις εργασίας μέσω των προγραμμάτων «εθελουσίας εξόδου» κι ενώ μέσα στην καραντίνα οι εργαζόμενοι-ες στις τράπεζες, υπό αντίξοες συνθήκες, παλέψαμε σκληρά για να εξυπηρετήσουμε το κοινό.

Ταυτόχρονα, πιστός στο αφήγημα περί «ατομικής ευθύνης», επιχειρεί να φορτώσει την ευθύνη για την επερχόμενη οικονομική κρίση στην κοινωνία απαλλάσσοντας από αυτό το βάρος τους εργοδότες και την κυβέρνηση.

Αφορμή γι’ αυτές τις δηλώσεις αποτέλεσαν τα προβλήματα που έχουν εμφανιστεί στην υλοποίηση του προγράμματος «Επιχειρηματικής χρηματοδότησης ΤΕΠΙΧ ΙΙ», που αφορά στην χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έχουν πληγεί την περίοδο της πανδημίας.

Λίγα λόγια για την χρηματοδότηση από το ΤΕΠΙΧ ΙΙ

Οι επιχειρήσεις που έχουν πληγεί μπορούν να απευθυνθούν στις τράπεζες για χρηματοδότηση έως 500.000 ευρώ (ανάλογα με τον κύκλο εργασιών τους) με διάρκεια αποπληρωμής έως 5 χρόνια. Τα δύο πρώτα χρόνια το επιτόκιο επιδοτείται και μετά επιστρέφει στα «κανονικά» επίπεδα. Το συνολικό ύψος του προγράμματος είναι 1,3 δισ. ευρώ ενώ υπάρχει δυνατότητα να φτάσει τα 7 δισ.

Στις προϋποθέσεις για ένταξη στην χρηματοδότηση μπαίνει και η 2ετής διατήρηση του αριθμού των θέσεων εργασίας χωρίς άλλους όρους! Δεν γίνεται, δηλαδή, λόγος ούτε για διατήρηση των υφιστάμενων εργαζομένων, ούτε για διατήρηση μισθών και δικαιωμάτων, ούτε και το τι θα γίνει μετά την 2ετία!

Οι δηλώσεις του υπουργού, η αποκατάσταση της αλήθειας

Ο υπουργός είτε είναι άσχετος με το αντικείμενο είτε συνειδητά επιλέγει να στοχοποιήσει τον κλάδο μας για να εξυπηρετήσει τα σχέδια των τραπεζιτών για περαιτέρω μείωση του προσωπικού, περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων εργασίας και ακόμα μεγαλύτερο χτύπημα των εργατικών κεκτημένων (συλλογικές συμβάσεις, κοινωνική ασφάλιση).

Η πραγματικότητα είναι η εξής:

  1. Για την πραγματοποίηση αίτησης στο πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ ΙΙ δεν απαιτείται η συνδρομή υπαλλήλου, αφού η αίτηση γίνεται μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Άρα ούτε να ενθαρρύνουν ούτε να αποθαρρύνουν μπορούν οι τραπεζοϋπάλληλοι τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες.
  2. Μέσα σε διάστημα μιας εβδομάδας πραγματοποιήθηκαν 32.000 αιτήματα χρηματοδότησης συνολικής αξίας 5,3 δισ. ευρώ, ενώ όπως είπαμε παραπάνω το ύψος του προγράμματος είναι μόλις 1,3 δισ. Τα νούμερα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα το βάθος της κρίσης και το μέγεθος του προβλήματος. Και φυσικά, η ηλεκτρονική πλατφόρμα κατέρρευσε με αποτέλεσμα να παγώσει η διαδικασία και να σχεδιάζεται να ξεκινήσει εκ νέου στις 20 Μαΐου.
  3. Επιπλέον, σκοπίμως ο υπουργός παραλείπει ότι την τελική απόφαση για την έγκριση ή μη της χορήγησης ενός δανείου θα την λαμβάνουν οι διοικήσεις των τραπεζών. Το ύψος, όμως, των κόκκινων δανείων και η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των επιχειρήσεων λόγω της οικονομικής κατάρρευσης οδηγεί το χρηματοδοτικό αυτό πρόγραμμα σε αδιέξοδο καθώς λίγες είναι αυτές που θα πληρούν τα κριτήρια. Αμφίβολο είναι, λοιπόν, εάν και κατά πόσο θα δοθούν και αυτά τα 7 δισ. που προβλέπονται.
  4. Το επιτόκιο τάξης του 8% που ορίζεται είναι για την πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων απαγορευτικό και ταυτόχρονα αποτελεί τον ορισμό της αισχροκέρδειας, όταν οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ και τις αγορές με επιτόκια που βρίσκονται κοντά στο 0%.
  5. Ακόμα, η ασυδοσία των τραπεζιτών ενισχύεται καθώς από τη μια έχουμε κρατικές εγγυήσεις και χρήμα που ρίχνονται στην αγορά και από την άλλη έχουμε πλήρη διαχείριση της τύχης της χρηματοδότησης από τους ιδιώτες τραπεζίτες και τα κερδοσκοπικά funds που βρίσκονται πλέον στο τιμόνι των τραπεζών.

Διαπιστώνουμε επομένως ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι τα ανεπαρκή μέτρα στήριξης της οικονομίας που σχεδιάζει να πάρει η κυβέρνηση.

Μια ενδεχόμενη πρόσκαιρη ανακούφιση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίσει τα συσσωρευμένα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα (κατάρρευση επενδύσεων της τάξης των 69 δισ. ευρώ, δραματική πτώση της κατανάλωσης, υψηλή και επίμονη ανεργία, δημόσιο χρέος που προβλέπεται να σκαρφαλώσει στο 200% του ΑΕΠ, κ.α.)

Τι χρειάζεται να γίνει

  • Τα ποσά που θα πέσουν στην οικονομία οφείλουν να αυξηθούν δραστικά. Αυτό να γίνει με γνώμονα τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι τα κέρδη της ελίτ.
  • Να συνδυαστεί με μέτρα απαγόρευσης των απολύσεων, υποχρεωτικής εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων σε όλους τους κλάδους (τουρισμός, εμπόριο, εστίαση, κ.α.) και εθνικοποίησης/κοινωνικοποίησης όσων επιχειρήσεων καταρρεύσουν, χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων τους.
  • Για να υλοποιηθεί ο πιο πάνω σχεδιασμός απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Με άλλα λόγια ένα σχέδιο για το πόσα χρήματα θα δοθούν, σε ποιους κλάδους, με τι όρους, κτλ. Οι ιδιωτικές τράπεζες δεν υπάρχει περίπτωση να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Το αίτημα για εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο της κοινωνίας και των εργαζομένων γίνεται ξανά επίκαιρο.
  • Όσο και να προσπαθούμε όμως πάντα θα σκοντάφτουμε στο ανυπέρβλητο εμπόδιο του δημοσίου χρέους. Για αυτό είναι σημαντικό να επαναφέρουμε το εξής δίλημμα: Πληρωμή του δημοσίου χρέους ή αξιοποίηση αυτών των χρημάτων για τις ανάγκες της κοινωνίας; Η απάντηση θα πρέπει να είναι καθαρή. Δεν θυσιάζουμε τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα για να σωθούν οι τραπεζίτες και οι γραφειοκράτες της ΕΕ. Να σταματήσει η αποπληρωμή του χρέους, που αποτελεί ασταμάτητη αιμορραγία, για να διοχετευτούν αυτά τα ποσά στην οικονομία, με τη μορφή δημόσιων επενδύσεων για την ανάπτυξη της οικονομίας