Η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης» και ο Οκτώβρης του 1917

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Ρωσική Επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 (στις 7 Νοέμβρη με το νέο ημερολόγιο, 25 Οκτώβρη με το παλιό) δημοσιεύουμε σήμερα άρθρο του σ/φου Ανδρέα Παγιάτσου στο οποίο αποτιμάται η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του Λ. Τρότσκι στο φως της εμπειρίας του ρωσικού Οκτώβρη. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο τεύχος 24 του θεωρητικού περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη (xekinima.org, 11.10.2017). Στο site του «Ξ», μπορείτε να δείτε πληθώρα άρθρων σχετικά με τον Οκτώβρη στον «φάκελο» 1917: η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο!

 

Λίγες έννοιες είναι τόσο μπερδεμένες στο πολιτικό λεξιλόγιο της Αριστεράς όσο η έννοια της «Διαρκούς Επανάστασης». Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι το «μπέρδεμα» αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας παρανόησης, αλλά αποτέλεσμα συνειδητής διαστρέβλωσης. Και ο λόγος βέβαια είναι ότι η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης είναι συνδεδεμένη με τον Λέοντα Τρότσκι.

Η διαστρέβλωση αυτή προέρχεται, κύρια, φυσικά, από τις γραμμές του σταλινισμού, για τον οποίο ο Τρότσκι και οι ιδέες του αποτελούσαν και αποτελούν κίνδυνο. Την σταλινική παραποίηση, ακολούθησαν από κοντά και τα σοσιαλδημοκρατικά ή ευρωκομμουνιστικά ρεύματα (του είδους του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα) καθώς και οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης.

Η ιδέα της «Διαρκούς Επανάστασης» παρουσιάζεται σαν κάτι ακραίο και υπεραριστερό, σαν μία μανιώδης αναζήτηση μιας επαναστατικής διαδικασίας που δεν τελειώνει ποτέ, σαν η ικανοποίηση «ψυχολογικών» ή διανοουμενίστικων αναζητήσεων, σαν άρνηση να αποδεχτεί κάποιος την πραγματικότητα, π.χ., ότι μια επανάσταση έχει εθνικά χαρακτηριστικά, κλπ.

Βέβαια τον όρο «διαρκής επανάσταση» τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Μαρξ, σχεδόν 70 χρόνια πριν από τον Τρότσκι, αλλά αυτό αφήνει τους «μαρξιστές» επικριτές του Τρότσκι αδιάφορους. Αξίζει να σημειώσουμε ακόμα ότι ο Λένιν, ο οποίος είχε κατά περιόδους σοβαρές διαφορές με τον Τρότσκι, ποτέ δεν άσκησε κριτική στη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης.

Στην πραγματικότητα η ιδέα της Διαρκούς Επανάστασης είναι κάτι απλό, όσο και μεγαλοφυές. Η ουσία της συμβολής του Τρότσκι είναι η ακόλουθη: είχε προβλέψει από το 1905 ότι η επόμενη επανάσταση στη Ρωσία (που τελικά έγινε το 1917) μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Κι ότι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη στη Ρωσία θα μπορούσε να προηγηθεί της κατάληψης της εξουσίας στις «ανεπτυγμένες» βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης στις οποίες η εργατική τάξη ήταν παλαιότερη και απείρως ισχυρότερη!

Γιατί ήταν παράδοξη, εκ πρώτης όψεως, αυτή η πρόβλεψη; Γιατί, όλοι χωρίς εξαίρεση οι μαρξιστές της εποχής του Τρότσκι, περίμεναν ότι η ρωσική επανάσταση θα ήταν μια αστική επανάσταση.

Ο Τρότσκι, συμφωνούσε ότι η επανάσταση θα ξεκινούσε σαν μια αστική επανάσταση αλλά εκτίμησε (από το 1905) ότι στην πορεία της θα μετεξελισσόταν σε μια εργατική επανάσταση η οποία που θα μπορούσε να καταλήξει στην εργατική εξουσία και να ανοίξει το δρόμο σε παρόμοιες εξελίξεις πανευρωπαϊκά. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε από την ιστορία, από την πορεία της Ρωσικής Επανάστασης, πράγμα που αποδεικνύει τη δύναμη της μεθοδολογίας και ανάλυσης του Τρότσκι.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που οι ιδέες του Τρότσκι παραμένουν ζωντανές, ενισχύονται και θα συνεχίσουν να ενισχύονται στο μέλλον, παρά τον πόλεμο που δέχονται από τα υπόλοιπα ρεύματα της Αριστεράς (και ιδιαίτερα από τον σταλινισμό) και από την άρχουσα τάξη.

Κάτι «παράδοξο» στην ιστορική εξέλιξη;

Σύμφωνα με τον Μαρξ κατ’ αρχήν, αλλά και τον Ένγκελς και όλους τους επαναστάτες σοσιαλιστές που τους ακολούθησαν στη συνέχεια, με κορυφαίους θεωρητικούς όπως τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Πλεχάνοφ (όσο παρέμενε μαρξιστής) τον Φραντς Μέρινγκ, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ κλπ, η εργατική εξουσία και ο σοσιαλισμός είχαν σαν προϋπόθεση μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Προτού φτάσει στο σοσιαλισμό η ανθρωπότητα θα έπρεπε να περάσει από διάφορες προ-καπιταλιστικές μορφές οργάνωσης (δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαρχισμός κλπ). Μέσα από την «ωρίμανσή» του, ο καπιταλισμός θα έχανε κάθε προοδευτικό στοιχείο που είχε στα αρχικά του στάδια και έτσι θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή του – η οποία δεν θα γινόταν μέσα από κάποιο αυτόματο μηχανισμό αλλά μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Αυτή η τοποθέτηση αποτελεί κάτι στοιχειώδες στη μαρξιστική θεώρηση. Υπεραπλουστεύοντας κάπως το επιχείρημα υπέρ της πιο πάνω άποψης θα λέγαμε ότι χωρίς ανεπτυγμένο καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρχει «ανεπτυγμένη» (δηλαδή ισχυρή αριθμητικά, καλά οργανωμένη και με προχωρημένη ταξική συνείδηση) εργατική τάξη. Και χωρίς μια τέτοια εργατική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει σοσιαλισμός αφού ο σοσιαλισμός είναι το κοινωνικό σύστημα στο οποίο η εργατική τάξη βρίσκεται στην εξουσία και διαχειρίζεται την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική.

Επομένως, με βάση αυτή την αντίληψη, η Ρωσία του 1917 δεν θα μπορούσε να είναι η χώρα από την οποία θα ξεκινούσε η σοσιαλιστική επανάσταση! Η Ρωσία δεν ήταν μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, ήταν, αντίθετα, η πιο καθυστερημένη οικονομικά χώρα της Ευρώπης, με τις φεουδαρχικές σχέσεις να είναι κυρίαρχες στις ασιατικές περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας.

Πώς εξηγείται λοιπόν το «παράδοξο» γεγονός ότι η πρώτη επιτυχημένη εργατική επανάσταση έλαβε χώρα στην πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης; Και τι ήταν ακριβώς αυτό που πρόβλεψε ο Τρότσκι;

Θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Δυο λόγια για το τι πρόβλεπε ο Μαρξ

Ο Μαρξ έζησε και επεξεργάστηκε τις θεωρητικές του αντιλήψεις την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων του 19ου αιώνα, στη φάση της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Οι παλιές φεουδαρχικές δυνάμεις, κυρίαρχες τάξεις και αυτοκρατορίες καταρρέανε και στη θέση τους εμφανίζονταν τα «εθνικά κράτη». Η διαδικασία ήταν βίαιη, φυσικά, και περνούσε μέσα από εμφύλιους και εθνικούς πολέμους. Η γαλλική επανάσταση του 1789 θα είναι η αιώνια κλασική αστική επανάσταση όπου οι παλιοί γαιοκτήμονες, αριστοκράτες και βασιλείς, έχασαν την εξουσία η οποία πέρασε στην νέα, ανερχόμενη αστική τάξη – τους εμπόρους, τραπεζίτες και βιομήχανους.

Η διαδικασία αυτή οδήγησε στη δημιουργία των «εθνικών κρατών». Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το κράτος στη μακραίωνη ανθρώπινη ιστορία συσπείρωνε το «έθνος», ανθρώπους δηλαδή με κοινά χαρακτηριστικά όπως καταγωγή, ιστορική διαδρομή και γλώσσα. Οι επαναστάσεις αυτές κατάστρεψαν τον απολυταρχισμό των παλιών αυτοκρατοριών, των φεουδαρχών, των βασιλιάδων και της Καθολικής Εκκλησίας και δημιούργησαν τις «Δημοκρατίες» (Republics) στις οποίες έκανε την εμφάνισή της η αστική, «κοινοβουλευτική δημοκρατία». Σ’ αυτές τις συνθήκες τα εργατικά και λαϊκά στρώματα κατάφεραν σιγά σιγά και μέσα από αιματοβαμμένους αγώνες, να κατακτήσουν δικαιώματα, όπως της οργάνωσης, των συνδικάτων, των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων και, τελικά, και το καθολικό δικαίωμα στην ψήφο.

Οι «εθνικές-δημοκρατικές» επαναστάσεις πέρασαν στην ιστορία και ειδικά στην μαρξιστική φιλολογία με τον όρο «αστικές-δημοκρατικές» επαναστάσεις. Επικεφαλής των λαϊκών μαζών σ’ αυτές τις επαναστάσεις βρισκόταν–η αστική τάξη– και μέσα απ’ αυτές τέθηκαν οι βάσεις για την καπιταλιστική κοινωνία όπως την ξέρουμε σήμερα. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των επαναστάσεων ήταν τα ακόλουθα.

  • Η αστική τάξη που έχει δημιουργηθεί μέσα στους κόλπους του φεουδαρχικού συστήματος και ασφυκτιά μέσα σ’ αυτό, νιώθει σε κάποια φάση την δυνατότητα να ανατρέψει την τάξη των αριστοκρατών και να πάρει η ίδια την πολιτική εξουσία στα χέρια της, μπαίνοντας μπροστά στην επαναστατική πάλη των λαϊκών στρωμάτων που αντιμέτωπα με φτώχεια, πείνα, πολέμους κλπ, εξεγείρονται.
  • Κεντρικό στοιχείο της «εθνικής-δημοκρατικής», ή «αστικοδημοκρατικής», επανάστασης είναι η αφαίρεση της οικονομικής εξουσίας από την φεουδαρχική αριστοκρατία: αυτό μεταφράζεται στο μοίρασμα της γης, που ήταν στα χέρια της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, στους καλλιεργητές.
  • Η αστική τάξη ενοποιεί το κράτος πάνω στη βάση εθνικών γραμμών – για πρώτη φορά στην ιστορία δημιουργούνται τα εθνικά κράτη (ή τα «έθνη-κράτη») τα οποία διαλύουν τις μικρές φεουδαρχικές οικονομικές οντότητες και ενοποιούν την αγορά για εκατομμύρια ανθρώπους, σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για ένα τεράστιο άλμα στην κατεύθυνση της ανάπτυξης της καπιταλιστικής αγοράς και της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής.
  • Οι παλιές αυτοκρατορίες ανατρέπονται, η εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας περιορίζεται, γεννιούνται οι πρώτες «Δημοκρατίες» («Republics»)..

Με τα δεδομένα της Τσαρικής Ρωσίας του 1917, με βάση την αντικειμενική κατάσταση, την οικονομική, κοινωνική και πολιτική καθυστέρηση που την χαρακτήριζε, μπροστά στους μαρξιστές-επαναστάτες της εποχής τα καθήκοντα που έμπαιναν ήταν αυτά της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Δηλαδή η ανατροπή του τσαρισμού, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η διανομή της γης και η ανάπτυξη της βιομηχανίας. Για τις πολλές εθνότητες που ζούσαν καταπιεσμένες κάτω από την Τσαρική Αυτοκρατορία, η αστικο-δημοκρατική επανάσταση θα σήμαινε, επίσης, τη δημιουργία ξεχωριστών εθνικών κρατών (σε Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Φιλανδία, Βαλτικές χώρες, Καύκασο, κεντρική Ασία κλπ).

Με βάση την πιο πάνω ανάλυση και με βάση την βεβαιότητα ότι η Ρωσική Επανάσταση ήταν αναπόφευκτο να έρθει κάποια στιγμή, αφού ο καπιταλισμός είχε εδραιωθεί στην Ευρώπη και επεκτεινόταν με ταχύτητα σε παγκόσμιο επίπεδο, όλοι οι μαρξιστές αλλά και συνολικά η Αριστερά της εποχής του Λένιν και του Τρότσκι, εκτιμούσαν πως η επερχόμενη Ρωσική επανάσταση θα ήταν αστικο-δημοκρατική.

Η διαφορά του Τρότσκι από τους υπόλοιπους ήταν η εξής: εκτίμησε πως η ρωσική επανάσταση θα ξεκινούσε για να φέρει σε πέρας τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα αλλά δεν θα σταματούσε σ’ αυτά, θα προχωρούσε παραπέρα, στην εργατική εξουσία. Η Ρωσία, έτσι, ενώ ήταν η πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης θα μπορούσε να κάνει ένα τεράστιο άλμα, να γίνει η πρώτη χώρα στην οποία η εργατική τάξη θα κατακτούσε την εξουσία, δίνοντας μια τεράστια ώθηση στην προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτό ήταν το πιο κρίσιμο στοιχείο της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης που ανέπτυξε ο Τρότσκι το 1905 στο βιβλίο του Αποτελέσματα και Προοπτικές.[1] Υπήρχαν κι άλλες πτυχές που θα δούμε στη συνέχεια. Αυτό όμως ήταν το πιο σημαντικό και πιο καινοτόμο στοιχείο.

Η πορεία της ιστορίας δικαίωσε τον Τρότσκι με ένα πολύ καθαρό τρόπο. Η ρωσική επανάσταση του 1917 ήταν στην πραγματικότητα δυο επαναστάσεις: η επανάσταση του Φλεβάρη του ’17 που ανάτρεψε τον Τσάρο είχε αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά αλλά μέσα σε ένα διάστημα 9 μηνών η εργατική τάξη, οργανωμένη στα Σοβιέτ (που σταδιακά πέρασαν στην επιρροή των Μπολσεβίκων) ανάτρεψε την κυβέρνηση των βιομήχανων και των τραπεζιτών για να πάρει την εξουσία και να εγκαθιδρύσει το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο.

Μήπως έκανε κάπου λάθος ο Μαρξ;

Μήπως αυτή η πορεία των πραγμάτων ανέτρεπε τη βασική μαρξιστική πρόγνωση ότι η προϋπόθεση για να μπορέσει να εμφανιστεί ο σοσιαλισμός σαν το νέο κοινωνικό σύστημα, ήταν να φτάσει ο καπιταλισμός σε ψηλά επίπεδα βιομηχανικής ανάπτυξης; Μήπως στο όνομα του μαρξισμού ο Τρότσκι ανέτρεπε μια βασική μαρξιστική θέση; Καθόλου.

Ο μαρξισμός δεν είναι ένα δόγμα, όπως προσπαθούν να το παρουσιάσουν οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης ή όπως τον έχουν καταντήσει οι απολογητές του σταλινισμού. Είναι ένα εργαλείο ανάλυσης και σαν τέτοιο εξαιρετικά ευέλικτο. Ο Μαρξ είχε αναλύσει διεξοδικά πώς για να μπορέσει να γίνει η μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία απαιτούνταν, σαν απαραίτητη προϋπόθεση, ένα υψηλό επίπεδο βιομηχανικής ανάπτυξης. Η βιομηχανική ανάπτυξη δημιουργεί την εργατική τάξη – επιφέρει τις μεγάλες μετακινήσεις μαζών από την ύπαιθρο, όπου δουλεύανε με πρωτόγονα μέσα στη γη, στα εργοστάσια. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας δημιουργεί σταδιακά ένα τεράστιο τομέα υπηρεσιών («τριτογενή τομέα» της οικονομίας) που επίσης στηρίζεται σε μισθωτούς εργαζόμενους. Ο καπιταλισμός στην εξέλιξή του διευρύνει όλο και περισσότερο την έννοια της εργατικής τάξης περιλαμβάνοντας σ’ αυτήν τεράστιες μάζες που δουλεύουν στην βιομηχανία, στον πρωτογενή τομέα (εργαζόμενοι σε αγροτικές εργασίες, στην εξόρυξη πρώτων υλών, κλπ) αλλά και στις υπηρεσίες. Σταδιακά η εργατική τάξη μετατρέπεται σε πλειοψηφία στην κοινωνία. Σ’ αυτή τη διαδικασία ο καπιταλισμός υποχρεώνεται να μορφώσει την εργατική τάξη καθώς οι απαιτήσεις της παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας απαιτούν ένα σχετικά ψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η εργατική τάξη μέσα από τους αγώνες της κατακτά δημοκρατικά δικαιώματα, κάτω από κάποιες συνθήκες μάλιστα επιβάλλει τη συμμετοχή της σε επιτροπές ελέγχου της καπιταλιστικής παραγωγής κι έτσι αποκτά εμπειρία στη διοίκηση της οικονομίας.

Μέσα από αυτές τις διαδικασίες ο καπιταλισμός δημιουργεί, αναπόφευκτα, τη δύναμη που κάποια στιγμή θα μπορέσει να τον ανατρέψει – δημιουργεί, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μαρξ «τους νεκροθάφτες του».

Όμως ο Μαρξ ποτέ δεν είδε όλες αυτές τις διεργασίες με ένα τρόπο μηχανιστικό. Ποτέ δεν είπε ότι δεν μπορεί να γίνει επανάσταση σε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα! Εξάλλου η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες επαναστάσεις!

Αυτό που είπε είναι ότι μια επανάσταση σε μια καθυστερημένη χώρα δεν μπορεί από μόνη της να φτάσει μέχρι το σοσιαλισμό!

Η επανάσταση του 1848 και ένα κείμενο του 1882

Ο Μαρξ αντιμετώπιζε τις διεργασίες στις οποίες αναφερόμαστε με ένα τρόπο σύνθετο και ευέλικτο, κατανοώντας τις αντιφάσεις που ενυπήρχαν και την αλληλεπίδρασή τους – με ένα τρόπο «διαλεκτικό» για να χρησιμοποιήσουμε ένα ακόμη όρο στη μαρξιστική φιλολογία. Δύο παραδείγματα θα βοηθήσουν να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ προσέγγιζε τα πράγματα.

Το 1848 ένα τεράστιο επαναστατικό κύμα διαπέρασε και συγκλόνισε την Ευρώπη. Από τη Γερμανία στην οποία βρισκόταν ο Μαρξ έπαιξε ενεργό ρόλο σ’ αυτή την επανάσταση. Τα βασικά χαρακτηριστικά των επαναστάσεων του 1848 ήταν αστικοδημοκρατικά. Για πρώτη φορά, όμως, είχε αρχίσει να εμφανίζεται ένας νέος παράγοντας στις εξελίξεις, κι αυτός ήταν η ενεργή παρουσία της εργατικής τάξης, που παρότι ήταν μέχρι τότε μια πολύ μικρή μειοψηφία, είχε αρχίσει, στις προηγούμενες δεκαετίες, να κάνει τα πρώτα της βήματα για να συγκροτηθεί σαν τάξη.

Η γερμανική άρχουσα τάξη που ανάλαβε την ηγεσία της γερμανικής επανάστασης αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη να κάνει αυτό που είχαν κάνει αντίστοιχες αστικές τάξεις σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Αγγλία. Να συγκρουστεί δηλαδή αποφασιστικά με την απολυταρχία, να προχωρήσει στην αναδιανομή της γης, να ενοποιήσει τους γερμανικούς λαούς σε ένα «έθνος-κράτος» και να δώσει δημοκρατικά δικαιώματα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αντί για σύγκρουση με το απολυταρχικό κατεστημένο η γερμανική άρχουσα τάξη επεδίωκε ένα συμβιβασμό.

Καταγγέλλοντας αυτή την ατολμία και δειλία της αστικής τάξης ο Μαρξ έθεσε για πρώτη φορά την ιδέα ότι τελικά η εργατική τάξη, παρότι μικρή και άπειρη, θα έπρεπε να πάρει την ηγεσία της επανάστασης από τα χέρια της ανίκανης αστικής τάξης για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η «εθνική-δημοκρατική» επανάσταση. Αυτή τη διαδικασία, της μεταφοράς του ρόλου της επαναστατικής πρωτοπορίας από την αστική τάξη στην εργατική τάξη, στη διαδικασία μιας αστικο-δημοκρατικής επανάστασης, ο Μαρξ την χαρακτήρισε σαν «διαρκή επανάσταση». Αυτό τον όρο δανείστηκε και επέκτεινε ο Τρότσκι πολλές δεκαετίες αργότερα.

Η στάση του Μαρξ απέναντι στα γεγονότα του 1848 δείχνει πόσο ευέλικτος ήταν στην προσέγγισή του και πόσο μακριά ήταν από μηχανιστικά και τυπολατρικά σχήματα. Το ίδιο έκανε και το 1882 σε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, που αναφερόταν στην περίπτωση επανάστασης στη Ρωσία.[2] Έγραφε τότε:

«Στη Ρωσία όμως, πλάι στη γρήγορη άνθηση της καπιταλιστικής φενάκης και στην αστική γαιοκτησία που μόλις τώρα αναπτύσσεται, βρίσκουμε πάνω από τα μισά εδάφη να είναι κοινή ιδιοκτησία των αγροτών. Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα. Μπορεί η ρωσική “ομπστσίνα” μια έστω πολύ φθαρμένη μορφή της παμπάλαιας κοινοκτημοσύνης της γης, να περάσει άμεσα στην ανώτερη μορφή της κομμουνιστικής κοινοκτημοσύνης; Ή πρέπει αντίθετα να διανύσει πρωτύτερα την ίδια διαδικασία διάλυσης που αποτελεί την ιστορική εξέλιξη της Δύσης;

Η μοναδική απάντηση που μπορεί να δοθεί σήμερα πάνω σ’ αυτό είναι η ακόλουθη: Αν η ρωσική επανάσταση γίνει το σύνθημα μιας προλεταριακής επανάστασης στη Δύση, έτσι ώστε και οι δυο να αλληλοσυμπληρώνονται, τότε η τωρινή ρωσική κοινοκτημοσύνη της γης μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία μιας κομμουνιστικής εξέλιξης».

Ο Μαρξ διαβλέπει εδώ την πιθανότητα η ρωσική επανάσταση να γίνει το σύνθημα για μια προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση στη Δύση, κι αυτό δεκαετίες πριν η ρωσική επανάσταση γίνει γεγονός!

Εξηγεί ακόμα πως η Ρωσία, που αποτελεί το πιο οπισθοδρομικό τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου, έχοντας δώσει το έναυσμα, μπορεί στη συνέχεια να κάνει ένα άλμα στην κατεύθυνση της κομμουνιστικής οργάνωσης της κοινωνίας ξεπερνώντας διάφορα στάδια στην πορεία της εξέλιξης του καπιταλισμού!

Έχουμε ξανά στοιχεία της βασικής ιδέας της «διαρκούς επανάστασης». Η μία επανάσταση (αστική) εμπλέκεται με την άλλη (εργατική-σοσιαλιστική) σε ένα αδιαίρετο σύνολο. Ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός είναι, απαραίτητα, η βασική προϋπόθεση για να υπάρξει η μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Όμως το έναυσμα γι’ αυτή την επανάσταση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να τη δώσει μια επανάσταση στην πιο καθυστερημένη οικονομικά αυτοκρατορία, στην οποία οι σχέσεις που κυριαρχούν δεν είναι οι καπιταλιστικές αλλά οι φεουδαρχικές.

O Τρότσκι και η επανάσταση του 1905

Αυτές τις ιδέες του Μαρξ πήρε ο Τρότσκι και τις επέκτεινε με βάση και την εμπειρία της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία. Ο Τρότσκι είχε παίξει ηγετικό ρόλο στην επανάσταση αυτή σαν πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης, της πόλης που αποτελούσε (όπως και το 1917) το επίκεντρο της επανάστασης. Η εμπειρία αυτή ήταν καταλυτική για τα συμπεράσματα του.

Παρότι η Ρωσία ήταν μια χώρα στην οποία οι κυρίαρχες σχέσεις ήταν οι φεουδαρχικές, σε μια σειρά πόλεις και ιδιαίτερα την Πετρούπολη και τη Μόσχα αναπτυσσόταν με ραγδαίους ρυθμούς η βιομηχανία, δημιουργώντας μια πολύ ισχυρή παρουσία της εργατικής τάξης. Στις συνθήκες του Τσαρισμού δεν υπήρχαν δημοκρατικά δικαιώματα και η πολιτική δράση των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων ήταν εντελώς παράνομη και συνοδευόταν από πολύ μεγάλη καταστολή. Παρά τους μικρούς τους αριθμούς, σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού, η εργατική τάξη είχε ένα πολύ μεγάλο ειδικό βάρος στις βασικές πόλεις της τσαρικής αυτοκρατορίας.

Η επανάσταση του 1905 πήρε ώθηση από την πείνα και τις κακουχίες που είχε προκαλέσει ο πόλεμος με την Ιαπωνία εκείνη την περίοδο αλλά εντασσόταν, ιστορικά μιλώντας, στην αντικειμενική ανάγκη να δοθεί λύση στα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα της εποχής, όπως περιγράφηκαν πιο πάνω. Αυτή η επανάσταση όμως είχε μια ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις: μπροστά βρισκόταν η εργατική τάξη! Ενώ στις επαναστάσεις του 1848 (όταν ο Μαρξ έκανε την αναφορά για πρώτη φορά στην ιδέα της «Διαρκούς Επανάστασης») η εργατική τάξη είχε κάνει την εμφάνισή της και είχε παίξει κάποιο συμπληρωματικό ρόλο, στην επανάσταση του 1905 (όπως και στην Παρισινή Κομμούνα του 1871) η εργατική τάξη έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το 1905 η εργατική τάξη στη Ρωσία είχε συγκροτήσει, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, εργατικά συμβούλια –τα σοβιέτ– που αντιπροσώπευαν και συντόνιζαν τον αγώνα των μαζών και είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Είχε δε προηγηθεί, το 1871, η Κομμούνα του Παρισιού στην οποία οι Παρισινοί εργάτες είχαν πάρει την εξουσία. Η Παρισινή Κομμούνα άντεξε τρεις μήνες προτού οι ενωμένες δυνάμεις της Γαλλικής και Γερμανικής αντίδρασης την πνίξουν στο αίμα. Έδειξε όμως πως ήταν τελικά δυνατό, οι εργάτες να πάρουν την εξουσία, δικαιώνοντας τη βασική πρόβλεψη του Μαρξ ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τους νεκροθάφτες του. Το 1905 ξαναζωντάνεψε στο μυαλό των αρχουσών τάξεων όλης της Ευρώπης, κι όχι μόνο της Ρωσίας, τον εφιάλτη του 1871.

Την ίδια στιγμή, υπήρχαν κι άλλες διαφορές από την εποχή των επαναστάσεων του 1848 και την Παρισινή Κομμούνα, που αφορούσαν τη δομή του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.

Με την είσοδο στον 20ό αιώνα, ο καπιταλισμός είχε πια μπει στην ιμπεριαλιστική του φάση, είχε γίνει μονοπωλιακός καπιταλισμός, το εμπόριο καθώς και το χρηματιστικό κεφάλαιο είχαν ήδη αποκτήσει παγκόσμια χαρακτηριστικά. Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής, κατ’ αρχήν η Βρετανία και η Γαλλία, αργότερα και η Γερμανία, είχαν διεισδύσει σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη – ανάμεσά τους και στην Τσαρική Αυτοκρατορία. Η ρωσική αστική τάξη είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα –όπως είχε κάνει και το Τσαρικό καθεστώς και η φεουδαρχική αριστοκρατία.

Εδώ βλέπουμε πως η «παλιά» αστική τάξη που είχε συγκλονίσει την Ευρώπη και τον πλανήτη με την επαναστατική της πάλη στην πορεία των προηγούμενων τριών αιώνων, με κορυφαίο παράδειγμα τη γαλλική επανάσταση, στις νέες χώρες που μπαίνανε στο δρόμο του καπιταλισμού είχε πια μπει στο δρόμο του συμβιβασμού. Η άρχουσα τάξη στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις είχε μετατραπεί σε μια αδίστακτη δύναμη αντίδρασης καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργατικών μαζών και των αποικιών. Οι δε άρχουσες τάξεις των χωρών της «περιφέρειας» είχαν κτίσει δεσμούς συνεργασίας και εξάρτησης με τα ιμπεριαλιστικά κεφάλαια και κέντρα. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι άρχουσες τάξεις των οικονομικά «καθυστερημένων» χωρών αναπτύσσανε σχέσεις συνεργασίας και με τη φεουδαρχική αριστοκρατία στις χώρες τους, η οποία, με τη σειρά της, έστρεφε όλο και περισσότερο την οικονομική της δραστηριότητα στην κατεύθυνση της βιομηχανίας, του εμπορίου και των τραπεζών.

Έτσι, αν το 1848 ο Μαρξ μπορούσε να μιλά για ατολμία και δειλία των εκπροσώπων της αστικής τάξης, το 1905 κάποιος μπορούσε να μιλά για ανοικτό ξεπούλημα και πισώπλατη μαχαιριά στην επανάσταση, για όλους τους πιο πάνω λόγους. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού η αστική τάξη είχε πια χάσει τα «παλιά» επαναστατικά της χαρακτηριστικά, όχι μόνο στο κέντρο του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού κόσμου αλλά και στην περιφέρεια. Είχε «ωριμάσει» σε μια συντηρητική, στον κύριο όγκο της, αντεπαναστατική δύναμη!

Από αυτό ο Τρότσκι έβγαλε το συμπέρασμα ότι η ρωσική αστική τάξη δεν επρόκειτο να φέρει σε πέρας την ιστορική αποστολή που είχαν φέρει οι αστικές επαναστάσεις στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή ήπειρο. Δηλαδή, να ολοκληρώσει την εθνική-δημοκρατική επανάσταση, να ανατρέψει τον Τσαρισμό, να προχωρήσει σε αναδιονομή της γης, να προχωρήσει σε συντακτική εθνοσυνέλευση και σε κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Αυτή η διαπίστωση όμως δεν αναιρούσε την επικαιρότητα και το αναπόφευκτο της επανάστασης. Γιατί το θέμα της γης, το θέμα της δημοκρατίας και το θέμα της εθνικής καταπίεσης αποτελούσαν ζωτικά προβλήματα και αργά η γρήγορα θα προκαλούσαν τις επαναστατικές εξεγέρσεις των λαϊκών μαζών.

Η «εθνική-δημοκρατική» επανάσταση ήταν λοιπόν αναπόφευκτη παρότι η αστική τάξη που ιστορικά αποτελούσε τον φυσικό «ηγέτη» των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων δεν επρόκειτο να ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον.

Ποιος θα κάλυπτε το κενό; Η απάντηση του Τρότσκι ήταν «η εργατική τάξη». Πάνω σ’ αυτή τη βάση προέβλεπε ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση θα ξεσπούσε, αργά ή γρήγορα στη Ρωσία, αλλά η αστική τάξη θα έπαιζε το ρόλο του φρένου, δεν θα άφηνε να εκπληρωθούν τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα! Αυτό το ρόλο, της ανατροπής του Τσαρισμού, της διανομής της γης στους καλλιεργητές, του εκδημοκρατισμού, και της λύσης του εθνικού προβλήματος όπου υπήρχαν καταπιεσμένες εθνότητες, θα αναλάμβανε να φέρει σε πέρας η εργατική τάξη, μπαίνοντας μπροστά στην πάλη των ευρύτερων επαναστατημένων μαζών.

Όμως, από τη στιγμή που η εργατική τάξη θ’ αναλάμβανε τα ηνία του αγώνα στην επανάσταση αυτή, ποιο ήταν το όριο και που θα σταματούσε; Η απάντηση του Τρότσκι ήταν ότι δεν θα σταματούσε στα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα. Η εργατική τάξη θα προχωρούσε στην κατάληψη της εξουσίας από την ίδια, θέτοντας έτσι τις βάσεις όχι για την καπιταλιστική ωρίμανση της Ρωσίας αλλά για την πρώτη φάση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της.

Αυτό ακριβώς που έγινε. Ο Τρότσκι, έτσι, μιλούσε για μια ενιαία διαδικασία που θα ξεκινούσε από μια αστική επανάσταση και θα κατέληγε σε μια εργατική επανάσταση – και την ονόμασε, δανειζόμενος και επεκτείνοντας τον όρο του Μαρξ, «Διαρκή Επανάσταση».

Σχετικά με το ρόλο της αγροτιάς

Ο Τρότσκι κατηγορείται ότι με τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης, υποτιμούσε το ρόλο των τεράστιων αγροτικών μαζών που θα έπαιζαν κρίσιμο ρόλο στην πορεία και στην τελική έκβαση της επανάστασης.

Η κατηγορία αυτή (όπως και τόσες άλλες ενάντια στον Τρότσκι) δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Τρότσκι, σε ένα από άπειρα σχετικά αποσπάσματα:

«Όχι μόνο το αγροτικό, αλλά και το εθνικό ζήτημα καθορίζουν στην αγροτιά –τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού στις καθυστερημένες χώρες– μια εξαιρετική θέση στη δημοκρατική επανάσταση. Χωρίς μια συμμαχία του προλεταριάτου με την αγροτιά, τα καθήκοντα της δημοκρατικής επανάστασης δεν μπορούν να εκπληρωθούν, δεν μπορούν ούτε καν να τεθούν στα σοβαρά».[3]

Όχι μόνο ο Τρότσκι αλλά και κανένας μαρξιστής (και γενικά κανένα αριστερό ρεύμα) της εποχής του όχι μόνο δεν υποστήριζε αλλά και δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα ήταν δυνατό να γίνει επανάσταση χωρίς την αποφασιστική συμβολή των αγροτικών πληθυσμών που αποτελούσαν, τότε, τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Όλοι οι επιφανείς μαρξιστές των αρχών του 20ού αιώνα, και ο Τρότσκι ανάμεσά τους, συμφωνούσαν ότι η επικείμενη επανάσταση στη Ρωσία θα είχε αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά και σ’ αυτήν ο ρόλος των αγροτικών μαζών θα ήταν καταλυτικός. Οι κατηγορίες που εκτοξεύονται ενάντια στον Τρότσκι πάνω σ’ αυτό το ζήτημα δεν έχουν να κάνουν με τίποτε άλλο παρά με την προσπάθεια της σταλινικής γραφειοκρατίας να σπιλώσει το όνομά του διαστρεβλώνοντας τις θέσεις του.

Το ζήτημα που έθετε ο Τρότσκι δεν αφορούσε το αν η συμμαχία με την αγροτιά ήταν απαραίτητη αλλά αφορούσε στο ποια τάξη θα ηγεμόνευε στα πλαίσια αυτής της συμμαχίας.

Στις αστικές επαναστάσεις που είχαν προηγηθεί της ρωσικής, την ηγεμονία την είχε η αστική τάξη η οποία έμπαινε μπροστά στην πάλη των μεγάλων λαϊκών μαζών που στην πλειοψηφία τους ήταν αγροτικές. Στην περίπτωση της ρωσικής επανάστασης ο Τρότσκι εκτιμούσε ότι ήταν αναπόφευκτο η εργατική τάξη να τεθεί επικεφαλής, σαν πρωτοπόρος της πάλης και οδηγός των αγροτικών μαζών.

Αναπτύσσοντας αυτές τις ιδέες, ο Τρότσκι δεν έκφραζε κάποιου είδους βολονταρισμό – δικές του υποκειμενικές επιθυμίες πέρα κι έξω από την πραγματικότητα της εποχής του. Έκανε βασικά μια εκτίμηση σε ότι αφορούσε τις προοπτικές. Μια εκτίμηση για το πώς θα έτειναν να εξελιχθούν τα πράγματα για το ποιες μορφές θα έτεινε να πάρει η ταξική πάλη. Και το έκανε για να προετοιμάσει πολιτικά τις δυνάμεις της Ρωσικής εργατικής τάξης και τους πρωτοπόρους επαναστάτες στις γραμμές της, όντας ένας από τους πιο σημαντικούς ηγέτες της.

Τι έλεγε ο Λένιν;

Ο Λένιν έφτασε στο σταθμό της «Φιλανδίας» στις 3 Απρίλη του 17. Απευθύνθηκε στο συγκεντρωμένο πλήθος των εργατών και των φαντάρων που είχαν έρθει για να τον προϋπαντήσουν και τους είπε:

«Αγαπητοί σύντροφοι, στρατιώτες, ναύτες και εργάτες, είμαι χαρούμενος που στο πρόσωπό σας χαιρετίζω τη νικηφόρα ρωσική επανάσταση, χαιρετίζω την πρωτοπορία του παγκόσμιου προλεταριακού στρατού… Δεν είναι μακριά η ώρα που στην έκκληση του συντρόφου μας Καρλ Λήμπκνεχτ οι λαοί θα στρέψουν τα όπλα τους ενάντια στους εκμεταλλευτές καπιταλιστές. Η ρωσική επανάσταση που έγινε από σας άνοιξε μια καινούρια εποχή. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση!».[4]

Ας σημειώσουμε αυτά τα λόγια: «…χαιρετίζω τη νικηφόρα ρωσική επανάσταση… την πρωτοπορία του παγκόσμιου προλεταριακού στρατού… Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση». Αυτή ήταν η ουσία του Λενινισμού την περίοδο από το Φλεβάρη στον Οκτώβρη.

Αυτές τις θέσεις θα πρόβαλλε επίμονα και εμφατικά στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου. Όσοι έχουν μελετήσει στοιχειωδώς την περίοδο αυτή ξέρουν πως χωρίς την παρέμβαση του Λένιν η επανάσταση του Οκτώβρη ήταν εξαιρετικό δύσκολο, για να μην πούμε αδύνατο, να συμβεί.

Τον Απρίλη, το μήνα της επιστροφής του, ο Λένιν έδωσε μια μεγάλη μάχη μέσα στο κόμμα των Μπολσεβίκων για να το στρέψει στην κατεύθυνση της προετοιμασίας για την επανάσταση του Οκτώβρη.[5]

Μέχρι την επιστροφή του Λένιν το κόμμα των Μπολσεβίκων ασκούσε «εποικοδομητική κριτική» στην κυβέρνηση που είχε αναλάβει «προσωρινά» τη διακυβέρνηση μετά την πτώση του Τσάρου.[6] Την κυβέρνηση αυτή την αποτελούσαν τρία κόμματα: Οι Συνταγματικοί Δημοκράτες (γνωστοί και σαν «Καντέ») και τα δύο αριστερά ρεφορμιστικά κόμματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών (γνωστών και σαν «Εσέρων»). Μέχρι την επιστροφή του Λένιν η ηγεσία του κόμματος ήταν στα χέρια τριών μελών της Κεντρικής Επιτροπής: των Στάλιν, Κάμενεφ και Μουράνοφ.

Μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης του 17 ο στόχος τον οποίο έθετε μέσα από τα κείμενα και τις ομιλίες του ο Λένιν ήταν η πτώση του Τσαρισμού και η αντικατάστασή του από αυτό που περιέγραφε ως «Δημοκρατική Δικτατορία του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς».

Ο όρος είναι ασφαλώς ακατανόητος για τις σημερινές γενιές, καθώς οι συνθήκες αλλά και οι έννοιες των λέξεων αλλάζουν, γι’ αυτό χρειάζεται κάποια εξήγηση. Η «δημοκρατική δικτατορία» θα πρέπει να μεταφραστεί σε «δημοκρατική εξουσία» ή σε ένα δημοκρατικό επαναστατικό καθεστώς στο οποίο θα κυβερνούσαν/διοικούσαν από κοινού οι εργατικές μάζες σε συμμαχία με τις αγροτικές μάζες. Ο Λένιν χρησιμοποιούσε τον όρο «δικτατορία» για να υποδηλώσει ότι θα χρειαζόταν η άσκηση βίας ενάντια στις άρχουσες τάξεις – ας μην ξεχνάμε πως οι ρωσικές μάζες και οι υπόλοιποι λαοί της Τσαρικής αυτοκρατορίας δεν είχαν ζήσει ποτέ σε συνθήκες κάποιου είδους δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η «δικτατορία» αυτή όμως θα ήταν δημοκρατική, καθώς θα αντιπροσώπευε τις εργατικές και αγροτικές μάζες της Ρωσίας, δηλαδή τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι υπήρχαν διαφορές σε όλη την περίοδο ανάμεσα στο 1903 και το 1917. Ο Τρότσκι θεωρούσε τις οργανωτικές μεθόδους του Λένιν λαθεμένες γιατί προκαλούσαν τη διάσπαση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος – είχε δηλαδή αυταπάτες ότι ήταν δυνατό να υπάρχει ενότητα με τους Μενσεβίκους. Παρά τις διαφορές του με τους Μπολσεβίκους όμως ήταν πάντα πιο κοντά στην επαναστατική γραμμή των Μπολσεβίκων. Αργότερα, αναγνώρισε πως αυτό ήταν το πιο σημαντικό λάθος του, ότι δεν είχε κατανοήσει στην πλήρη του έκταση την ανάγκη της οργανωτικής ρήξης των επαναστατών με τον ρεφορμισμό. [7]

Ο Τρότσκι όμως άσκησε κριτική στο σύνθημα της «Δημοκρατικής Δικτατορίας» του Λένιν. Εξήγησε πως ενώ το σύνθημα αυτό εμπεριείχε μια αναμφισβήτητη δυναμική και συνέβαλλε στη δημιουργία της απαραίτητης συνείδησης για την αναγκαία συμμαχία ανάμεσα στην εργατική και την αγροτική τάξη, περιείχε ένα σοβαρό κίνδυνο: Να δημιουργήσει σύγχυση σε σχέση με τη μορφή θα είχε η εξουσία στο καθεστώς της «Δημοκρατικής Δικτατορίας».

Θα μπορούσε η αγροτική τάξη να πάρει με ουσιαστικό τρόπο ένα τμήμα της επαναστατικής εξουσίας; Πώς θα γινόταν αυτό; Η εργατική τάξη, συγκεντρωμένη στις πόλεις, παρότι μια πολύ μικρή πλειοψηφία στο σύνολο του πληθυσμού είχε τη δυνατότητα να οργανώσει τις δυνάμεις της, να χτίσει συνδικάτα και πολιτικά κόμματα και να δημιουργήσει όργανα εξουσίας, όπως τα Σοβιέτ, όπως είχε ήδη δείξει η επανάσταση του 1905. Η Παρισινή Κομμούνα είχε αποδείξει ότι η εργατική τάξη μπορεί να πάρει την εξουσία – το θέμα είναι να καταφέρει να την κρατήσει. Οι αγροτικές μάζες όμως δεν είχαν δείξει τέτοιες δυνατότητες, ιστορικά, κατ’ αρχήν λόγω του διάσπαρτου χαρακτήρα τους. Ακόμα, η αγροτιά σαν στρώμα διεκδικεί το δικαίωμα της ιδιοκτησίας της γης την οποία καλλιεργεί. Η συνείδηση του αγρότη, με άλλα λόγια, είναι ατομική – έχει δηλαδή τα δικά του ατομικά συμφέροντα σαν παραγωγός. Αντίθετα η συνείδηση του προλετάριου αναπτύσσεται υποχρεωτικά σαν συλλογική γιατί δεν μπορεί να έχει άμεση ιδιοκτησία, σαν άτομο, του προϊόντος που παράγει στο χώρο εργασίας του.

Σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να πάρουν στα δικά τους χέρια την πολιτική εξουσία και να δώσουν στην κοινωνία τη δική τους συγκεκριμένη κατεύθυνση, τα αγροτικά στρώματα θα έτειναν να υποστηρίξουν κάποια από τις τάξεις που είχαν τη δυνατότητα να την διεκδικήσουν αποφασιστικά: είτε θα πηγαίνανε με την πλευρά της εργατικής τάξης είτε με την πλευρά της αστικής.

Το προλεταριάτο επομένως όφειλε να βρει τον τρόπο να κερδίσει την αγροτιά με το δικό του μέρος, να κτίσει τη συμμαχία με την αγροτιά, αλλά όφειλε ταυτόχρονα να γνωρίζει ότι δεν μπορούσε να υπάρξει «ισότιμο» μοίρασμα της εξουσίας ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά. Όφειλε να αναγνωρίζει ότι θα έπαιζε ηγεμονικό ρόλο στα πλαίσια αυτής της συμμαχίας. Σε αντίθετη περίπτωση υπήρχε ο κίνδυνος το προλεταριάτο να κάνει υποχωρήσεις αρχών από τις σοσιαλιστικές του πεποιθήσεις, πρόγραμμα και προοπτικές, να κάνει εκπτώσεις από το στόχο της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού, για χάρη της συνεργασίας με την αγροτιά.

Αυτή ήταν η κριτική που ασκούσε ο Τρότσκι σε αυτό που έβλεπε σαν επικίνδυνο στη διατύπωση του Λένιν για τη «Δημοκρατική Δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς».

Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως δεν μπορούν να υπάρξουν μαζικά αγροτικά κινήματα, εξεγέρσεις κι επαναστάσεις που να παίξουν καταλυτικό ρόλο, να αλλάξουν την πορεία της ιστορίας. Σε πολλές από τις αντιαποικιακές επαναστάσεις που είδαμε στην πορεία του 20ου αιώνα ο ρόλος των αγροτικών στρωμάτων ήταν κυρίαρχος, ειδικά σε ότι αφορά την ανάπτυξη αντάρτικων κινημάτων – από την Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ μέχρι το Βιετνάμ, την Καμπότζη, το Λάος, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη, κλπ, τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά… Τι δείχνει όμως το αποτέλεσμα αυτών των κινημάτων; Ότι τελικά κινήθηκαν στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού, σαν το μόνο τρόπο να αντιμετωπίσουν την ιμπεριαλιστική ληστεία και στέρηση των εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Τα καθεστώτα που προέκυψαν σ’ αυτές τις χώρες ήταν «καθ’ εικόνα και ομοίωση» του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία στήριξε στον ένα ή τον άλλο βαθμό και για τους δικούς της λόγους αυτά τα κινήματα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια παραμορφωμένη αντανάκλαση της λειτουργίας των «νόμων» της Διαρκούς Επανάστασης: ένα ένοπλο κίνημα, κατά βάση αγροτικό, θέλει να παλέψει ενάντια στον ιμπεριαλισμό και για εθνικά και δημοκρατικά δικαιώματα και «αναγκαστικά» οδηγείται στο στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Είναι το δίλημμα «ή με το κεφάλαιο ή με την εργατική τάξη» αλλά σε διεθνές επίπεδο, και παραμορφωμένα όπως αναφέρθηκε, γιατί στη θέση του εκπροσώπου της εργατικής τάξης υπάρχει ένα σταλινικό καθεστώς. Με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» βέβαια όλες αυτές οι χώρες κατέρρευσαν στον καπιταλισμό. Πέρα από μια απλή αναφορά σ’ αυτό το θέμα όμως δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναπτυχθεί περισσότερο στα πλαίσια αυτού του άρθρου.

Συνοψίζοντας, στο θέμα των διαφορών του Τρότσκι με τον Λένιν, πάνω στο θέμα, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του Τρότσκι ήταν πιο καθαρή σ’ ότι αφορά τις προοπτικές και τα καθήκοντα της επανάστασης. Στον αντίποδα η «Δημοκρατική Δικτατορία» του Λένιν ήταν θολή – περιείχε μια μεγάλη ασάφεια σε ότι αφορά το πώς θα μοιραζόταν η εξουσία ανάμεσα στις δύο τάξεις. Ήταν φανερό πως ο Λένιν ήθελε να αφήσει ανοικτό το ζήτημα του πώς θα εξελισσόταν το θέμα της κρατικής εξουσίας και διακυβέρνησης ανάμεσα στις δύο τάξεις, σε μια επικείμενη επανάσταση.

Το σημαντικό όμως είναι το εξής: η ίδια η εμπειρία της επανάστασης έδειξε ότι οι δύο κορυφαίες φυσιογνωμίες της ρωσικής επανάστασης εννοούσαν και καταλάβαιναν τα ίδια περίπου πράγματα.

Κι αφού αυτό ξεκαθάρισε και ταυτόχρονα ξεκαθάρισε εντελώς ο αντεπαναστατικός ρόλος των Μενσεβίκων (ο Λένιν ήταν ξεκάθαρος από πάντα γι’ αυτό, ο Τρότσκι άργησε να το κατανοήσει πλήρως) η ενοποίηση των δυνάμεων που εκπροσωπούσε ο Τρότσκι με τους Μπολσεβίκους προχώρησε ταχύτατα.

Η «Θεωρία των Σταδίων»

Έχοντας αναφερθεί στην κριτική του Τρότσκι στη θέση του Λένιν για τη «Δημοκρατική Δικτατορία» χρειάζεται να τονίσουμε πως η βασική σύγκρουση δεν ήταν ανάμεσα στον Τρότσκι και τον Λένιν, αλλά ανάμεσα στον Τρότσκι και τον Λένιν από τη μια πλευρά και τους Μενσεβίκους από την άλλη.

Οι Μενσεβίκοι και η Προσωρινή Κυβέρνηση πολέμησαν λυσσαλέα τον Λένιν τον Τρότσκι και τους Μπολσεβίκους, ξεκινώντας από την θέση ότι η ρωσική επανάσταση, ιστορικά, είχε να επιλύσει «αστικοδημοκρατικά καθήκοντα» κι όχι «σοσιαλιστικά καθήκοντα». Ξεκινούσαν δηλαδή από αυτό που ήταν δεδομένο για όλη τη Αριστερά της εποχής για να καταλήξουν όμως στο συμπέρασμα ότι κάθε αναφορά σε εργατική εξουσία αποτελούσε καταστροφικό τυχοδιωκτισμό, γιατί «δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες».

Γι’ αυτό, θεωρούσαν, η Αριστερά της εποχής όφειλε να βοηθήσει την αστική τάξη να πάρει αυτή την εξουσία, να ανατρέψει τον Τσάρο, να προχωρήσει στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, να αναπτύξει την οικονομία κλπ. Μετά, με την σταδιακή ανάπτυξη του καπιταλισμού, κι αφού θα είχε περάσει μια ιστορική περίοδος αρκετά μακρά, θα είχαν δημιουργηθεί οι απαραίτητες συνθήκες για να μπορέσει η εργατική τάξη να πάρει την εξουσία.

Αυτή ήταν η «θεωρία των σταδίων». Ήταν η πρώτη της ιστορική εμφάνιση – χωρίς ακόμη να διεκδικεί τον τίτλο μιας ουσιαστικά νέας «θεωρίας». Θα γινόταν όμως η επίσημη πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Λένιν όταν η σταλινική γραφειοκρατία πέρασε το κόμμα και το κράτος κάτω από το δικό της έλεγχο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η θεωρία αυτή θα επιβίωνε μέχρι και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού Μπλοκ (1989-91) ενώ συνεχίζει να υπάρχει στα προγράμματα των κομμουνιστικών κομμάτων που έχουν επιβιώσει από την κατάρρευση του σταλινισμού.[8] Τα αποτελέσματα από αυτή την πολιτική για το διεθνές κίνημα θα ήταν απερίγραπτα τραγικά.

Η σύγκρουση του Λένιν και του Τρότσκι με τους (πρώην συντρόφους τους, στο ίδιο κόμμα) Μενσεβίκους, ήταν σκληρή. Οι Μπολσεβίκοι είχαν κηρυχθεί παράνομοι από την Προσωρινή Κυβέρνηση στην οποία συμμετείχαν οι Μενσεβίκοι κι ο Λένιν κατηγορούνταν ότι ήταν… πράκτορας των Γερμανών! Τον Ιούλη του 17 ο Λένιν ήταν στην παρανομία, κρυμμένος για να μην συλληφθεί, ενώ ο Τρότσκι ήταν φυλακή![9]

Τέτοια ήταν η έκταση των διαφωνιών ανάμεσα στους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους, γύρω ακριβώς από το θέμα των «σταδίων» – αν έπρεπε δηλαδή η εργατική τάξη να προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας ή αν απλά έπρεπε να λειτουργήσει σαν βοηθητική δύναμη για να πάρει η αστική τάξη την εξουσία και να δημιουργήσει (υποτίθεται) ένα καπιταλισμό στα πρότυπα των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών.

Το κόμμα των Μπολσεβίκων επέστρεψε στη νομιμότητα και οι φυλακισμένοι Μπολσεβίκοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μόνο όταν τον επόμενο μήνα, Αύγουστο του 17, ο στρατηγός Κορνίλοφ επιχείρησε να ανατρέψει με πραξικόπημα την Προσωρινή κυβέρνηση.[10]

Οι κίνδυνοι που περιείχε το σύνθημα της «Δημοκρατικής Δικτατορίας»

Ο Στάλιν, ο Κάμενεφ και η πλειοψηφία της ΚΕ των Μπολσεβίκων, με το ξέσπασμα της επανάστασης του Φλεβάρη, είχανε λάθος θέση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και αυτή τη θέση τη διόρθωσε ο Λένιν γυρνώντας από την εξορία τον Απρίλη του 17.

Ο Στάλιν παραμέρισε μόλις ο Λένιν εξαπέλυσε τους κεραυνούς του ενάντια στους «παλιούς Μπολσεβίκους» όπως τους αποκαλούσε (τους είχε μάλιστα απειλήσει με διάσπαση) αλλά ο Κάμενεφ ηγήθηκε της σύγκρουσης με τον Λένιν. Το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποίησε ενάντια στον Λένιν ήταν… το σύνθημα της «Δημοκρατικής Δικτατορίας» του Λένιν! Αντέτεινε στον Λένιν (κι αυτός και πολλοί άλλοι από τους διαφωνούντες) πως άλλα έλεγε παλιά και άλλα λέει τώρα και τον κατηγόρησε για… Τροτσκισμό!

Η εκτίμηση λοιπόν του Τρότσκι ότι η φόρμουλα του Λένιν για τη «Δημοκρατική Δικτατορία» περιείχε κινδύνους, ότι θα μπορούσε να μπερδέψει ή να αποπροσανατολίσει κομματικά στελέχη ή κομμάτια του κινήματος από τον στόχο της κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη, αποδείχτηκε σωστή.

Το ’17 όμως υπήρχε ο Λένιν, ο οποίος με την παρέμβασή του διόρθωσε την πορεία του κόμματος και την καταστροφή στην οποία το οδηγούσαν ο Στάλιν μαζί με τον Κάμενεφ και άλλους. Μετά το ’24 όμως ο Λένιν δεν υπήρχε.

Έτσι όταν το 1925 ξέσπασε η μεγαλειώδης Κινεζική επανάσταση, ο Στάλιν, επικεφαλής της γραφειοκρατίας που είχε περάσει την ηγεσία του κόμματος και της Διεθνούς κάτω από τον έλεγχό της, έκανε αυτό που ήταν ικανός να κάνει: στο όνομα της «συμμαχίας με την αγροτιά» και της «δημοκρατικής δικτατορίας» ανάγκασε το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας να διαλυθεί (να καταργηθεί σαν ανεξάρτητη οργάνωση/κόμμα) μέσα στο αστικό κίνημα Κουομιτάνγκ το οποίο ηγούνταν των κινεζικών μαζών (αγροτικών στη συντριπτική τους πλειοψηφία) σε ένα μεγάλο εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στους Ιάπωνες και Δυτικούς ιμπεριαλιστές.

Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Το Κουομιντάνγκ, υπό την ηγεσία της αστικής τάξης, πολύ γρήγορα πέρασε στην αντίδραση και η κινέζικη επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Τον Απρίλη του 1927, ο ηγέτης του Κουομιτάγκ, Τσιανγκ Κάι Σεκ, έστρεψε τα όπλα του ενάντια στο Κομμουνιστικό Κόμμα και ενάντια στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης στις πόλεις, σε μια τρομακτική σφαγή. Είχε χρησιμοποιήσει το Κομμουνιστικό Κόμμα και την ίδια την σταλινοποιημένη Κομμουνιστική Διεθνή για τους δικούς του σκοπούς, μέχρι να κατακτήσει την εξουσία και στη συνέχεια εξόντωσε τον «κίνδυνο» που εκπροσωπούσε το κομμουνιστικό κόμμα για την κυριαρχία της κινέζικης αστικής τάξης.

Για το θέμα της Κίνας ο Τρότσκι συγκρούστηκε σκληρά με τη σταλινική κλίκα. Η γραφειοκρατία και ο βασικός της εκπρόσωπος, Στάλιν, έπρεπε να βρουν κάποια απάντηση για να δικαιολογήσουν την τραγωδία στην Κίνα: έτσι, για τη σφαγή έφταιγε… ο Τσιανγκ Κάι Σεκ (πάντα φταίει ο εχθρός…) και ο Τρότσκι, βέβαια, υποτιμούσε τη συμμαχία με την αγροτιά!

Η διάλυση του ΚΚ Κίνας μέσα στο Κουομιτάνγκ και η υποταγή του στις διαταγές του Τσιαννγκ Κάι Σεκ εκπροσωπούσε, κατά τον Στάλιν, τη συμμαχία με την αγροτιά, και το στόχο της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Ο Στάλιν, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έκανε τίποτε άλλο από το εκπροσωπεί τον λενινισμό, ο Τρότσκι ήταν ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης.

Η θεωρία τους της «Διαρκούς Επανάστασης» ανακηρύχθηκε αντιλενινιστική και ο Τρότσκι κατηγορήθηκε ότι δεν κατανοεί τη σημασία της συμμαχίας του προλεταριάτου με την αγροτιά.[11] Την επόμενη χρονιά ο Τρότσκι θα εξοριζόταν στην Άλμα Άτα (Αλμάτι) στο Καζακστάν και λίγο αργότερα στην Τουρκία.

Από τότε ξεκίνησε το αφήγημα αυτό και συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας: ο Τρότσκι δεν καταλάβαινε τη σημασία της συμμαχίας με την αγροτιά. Ο Λένιν, καταλάβαινε αυτή τη σημασία και γι’ αυτό πρότεινε τη «Δημοκρατική Δικτατορία». Ο Τρότσκι διαφωνούσε με τον Λένιν και πρότεινε τη «Διαρκή Επανάσταση». Η «Διαρκής Επανάσταση» είναι λαθεμένη γιατί υποτιμά την αγροτιά… Ο σταλινισμός έχει τη μοναδική ικανότητα να συνθλίβει το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης…

Η ήττα της κινέζικης επανάστασης ήταν μόνο η πρώτη για την οποία η ευθύνη βάραινε τη σταλινική γραφειοκρατία.

Η διεθνής πτυχή της Διαρκούς Επανάστασης

Η διαρκής επανάσταση έχει όμως και τη διεθνή της πτυχή. Έχοντας προβλέψει τον εξαιρετικό ρόλο που θα έπαιζε η ρωσική εργατική τάξη στην αστική δημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία, η οποία θα επιτελούσε μια δεύτερη επανάσταση μέσα στα πλαίσια της πρώτης, ο Τρότσκι εξήγησε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό για να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός στη Ρωσία κι ότι το πέρασμα στο σοσιαλισμό μπορούσε να γίνει μόνο στο βαθμό που η ρωσική επανάσταση λειτουργούσε σαν σπινθήρας για την εξάπλωση της εργατικής επανάστασης στην υπόλοιπη Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία στην οποία οι συνθήκες φαινόντουσαν πιο ευνοϊκές από οπουδήποτε αλλού.

Αυτό παρουσιάζεται σαν έγκλημα από τη μεριά του Τρότσκι. Κατηγορείται ότι δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του ρωσικού προλεταριάτου ότι μπορούν να κάνουν σοσιαλισμό κλπ. Η κριτική φτάνει σε σημεία που προκαλούν τη νοημοσύνη. Διαβάζουμε για παράδειγμα, σε ένα μη ακραιφνή σταλινικό, τον Κώστα Κάππο[12]:

«Ουσιαστικά, ο Λ. Τρότσκι ζητούσε από τους Μπολσεβίκους να παραιτηθούν από την εξουσία και να την παραχωρήσουν στους εχθρούς της, που μόλις πριν είχαν νικηθεί στον λεγόμενο εμφύλιο πόλεμο.

Κάτι ανάλογο, άλλωστε, συμβαίνει σήμερα και με την Κούβα. Κανονικά οι οπαδοί του Λ. Τρότσκι έπρεπε να ζητούν να φύγει από την εξουσία το ΚΚ της Κούβας και να παραδώσει την εξουσία στους πράκτορες των Αμερικανών που συνωμοτούν στο Μαϊάμι, μιας και δεν μπορεί να οικοδομηθεί σοσιαλισμός σε μια χώρα».

Ο Κώστας Κάππος είναι ένας αγωνιστής ο οποίος όσο ζούσε είχε κάνει θυσίες για την υπόθεση της εργατικής τάξης και του κομμουνισμού έχοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, συλληφθεί και βασανιστεί επί Χούντας. Ωστόσο, η παραπάνω «ανάλυση» δεν παύει να προσεγγίζει επικίνδυνα την ασυναρτησία.

Ο Τρότσκι έπαιξε κορυφαίο ρόλο και στις δύο επαναστάσεις, 1905 και 1917 στη Ρωσία. Ήταν ο πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905 και το 1917. Ήταν Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών το 1917 και αργότερα ο δημιουργός του Κόκκινου Στρατού χωρίς τον οποίο η Σοβιετική Ένωση δεν θα επιβίωνε του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Οι αναλύσεις του πλούτισαν το μαρξισμό με μοναδικό τρόπο, ενώ, πέρα από την κριτική της σταλινικής προδοσίας της κινεζικής επανάστασης, ήταν αυτός που ανέλυσε με επάρκεια την καταστροφική πολιτική του σταλινισμού απέναντι στον Χίτλερ. Αλλά σύμφωνα με τον Κ. Κάππο, «ουσιαστικά ζητούσε από τους Μπολσεβίκους να παραχωρήσουν την εξουσία σ’ αυτούς που μόλις νικήσανε»… Αυτού του τύπου οι κριτικές προσεγγίζουν τις σταλινικές συκοφαντίες που έκαναν στην περίοδο των μαζικών εκκαθαρίσεων τον Τρότσκι έναν πράκτορα των Γερμανών.

Στην ακριβώς προηγούμενη σελίδα (284) ο Κ. Κάππος γράφει:

«Μετά το θάνατο του Β. Ι. Λένιν, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης υποστήριξε τη θέση ότι είναι δυνατή η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα και συγκεκριμένα στην ΕΣΣΔ…»

Δεν μπορεί να κατανοήσει ο Κ. Κάππος ότι αυτή η διαπίστωση του αναιρεί αυτά που γράφει μερικές παραγράφους πιο κάτω; «Μετά το θάνατο του Λένιν…» Ναι, γιατί πριν το θάνατο του Λένιν, ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι είχαν διαφορετική θέση, την ακριβώς αντίθετη: ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα και συγκεκριμένα μόνο στην ΕΣΣΔ, δεν ήταν δυνατή! Μήπως και ο Λένιν ήταν υπέρ του να παραχωρήσουν οι Μπολσεβίκοι την εξουσία στον αντίπαλο που μόλις είχαν συντρίψει στον εμφύλιο;

Η πραγματικότητα είναι πως ο Κ. Κάππος, σ’ αυτό το σημείο, είναι ακριβής! Όχι μόνο ο Λένιν και ο Τρότσκι, όχι μόνο οι Μπολσεβίκοι αλλά κανένας μαρξιστής κανενός ρεύματος, από την εποχή του Μαρξ και μετά δεν θεωρούσε ότι ήταν δυνατό να υπάρξει σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα – και δη σε μια «υποανάπτυκτη» χώρα όπως τη Ρωσία.

Ας θυμηθούμε ξανά το κείμενο του Μαρξ του 1882, που αναφέρουμε πιο πάνω: Μόνο

«…αν η ρωσική επανάσταση γίνει το σύνθημα μιας προλεταριακής επανάστασης στη Δύση, έτσι ώστε και οι δυο να αλληλοσυμπληρώνονται, τότε η τωρινή ρωσική κοινοκτημοσύνη της γης μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία μιας κομμουνιστικής εξέλιξης».

Αλλά αυτό το απόσπασμα, όπως και πολλά άλλα, είναι το λιγότερο γιατί, πάνω απ’ όλα, μετράνε τα έργα κι όχι τα λόγια των επαναστατών. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς από την πρώτη στιγμή που συνέλαβαν τις βασικές ιδέες αυτού που σήμερα ονομάζεται «Μαρξισμός», έβαλαν μπροστά το χτίσιμο όχι ενός επαναστατικού κόμματος των εργαζομένων σε εθνική βάση, αλλά μιας διεθνούς οργάνωσης της εργατικής τάξης: της γνωστής Πρώτης Διεθνούς. Κι αυτό τόσο πίσω όσο το 1864. Αυτό το διεθνιστικό στοιχείο προεξήρχε, άλλωστε, και στη μετέπειτα πορεία του σοσιαλιστικού κινήματος, τόσο με τη Β΄, σοσιαλιστική, Διεθνή, όσο και με τη Γ΄, κομμουνιστική, Διεθνή, η διάλυση της οποίας ήταν έγινε στα 1943 από τον Στάλιν – δείγμα και αυτό της πραγματικής φυσιογνωμίας της γραφειοκρατίας

Γιατί επένδυσαν στο κτίσιμο μιας διεθνούς οργάνωσης κι όχι μιας εθνικής οργάνωσης οι Μαρξ και Ένγκελς και μάλιστα από τα μέσα του 19ου αιώνα;

Για ένα βασικό λόγο. Στην εξέλιξή του, και μάλιστα πολύ γρήγορα, ο καπιταλισμός έσπαγε τα εθνικά σύνορα και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της παγκοσμιοποίησης. Ο Μαρξ, ήταν ο πρώτος που μίλησε γι’ αυτό το φαινόμενο. Για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο «επιστημονική» μαρξιστική ορολογία, οι παραγωγικές δυνάμεις, μέσα από τη δυναμική με την οποία τις ανάπτυσσε ο καπιταλισμός, δεν μπορούσαν πια να «χωρέσουν» στα σύνορα ενός έθνους κράτους, έβγαιναν στην αρένα της διεθνούς και παγκόσμιας οικονομίας όπου και συγκρούονταν για κυριαρχία (αποτέλεσμα, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και αναρίθμητοι τοπικοί). Ο τροχός της οικονομικής εξέλιξης της ιστορίας δεν μπορούσε να γυρίσει προς τα πίσω. Ο σοσιαλισμός ήταν ένα ανώτερο κοινωνικό σύστημα και σαν τέτοιο έπρεπε υποχρεωτικά να στηριχτεί στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

Γι’ αυτό, κι ο Λένιν, όταν κατέβηκε από το τρένο στο σταθμό της Φιλανδίας στην Πετρούπολη, στις 3 Απρίλη του 1917, δεν είπε στους Ρώσους εργάτες και φαντάρους «ζήτω η ρωσική επανάσταση», τελεία. Τους είπε: «Η ρωσική επανάσταση που έγινε από σας άνοιξε μια καινούρια εποχή. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση!».

Αν κοιτάξουμε τις ομιλίες του Λένιν στην πορεία του ’17 και αργότερα θα δούμε ότι δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει, φορτικά, σχεδόν αφόρητα, ότι στόχος της ρωσικής επανάστασης ήταν να αποτελέσει τη σπίθα της διεθνούς επανάστασης, και πρώτα και κύρια της γερμανικής. Κι ότι χωρίς την επέκταση της επανάστασης στην υπόλοιπη Ευρώπη η ρωσική επανάσταση ήταν καταδικασμένη.

Και, ξανά, ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι Μπολσεβίκοι δεν περιορίστηκαν στα λόγια. Αμέσως μετά τη νίκη της επανάστασης του Οκτώβρη έβαλαν μπροστά τη δημιουργία της 3ης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς η οποία είχε σαν στόχο την επέκταση της επανάστασης στην υπόλοιπη Ευρώπη και παγκόσμια.[13]

Όταν ο Τρότσκι λοιπόν μίλαγε για τη διεθνή πτυχή της «Διαρκούς Επανάστασης» στην ουσία δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει αυτό που αποτελούσε κοινό τόπο, για κάθε αγωνιστή που είχε γνώση της άλφα-βήτα της σοσιαλιστικής θεωρίας και του μαρξισμού.

Η αντίθετη άποψη

Είναι εύκολο να φανταστούμε την αντίδραση του νοσταλγού του Στάλιν στα πιο πάνω: «ναι, αλλά κόντρα στις προβλέψεις του Τρότσκι, η ρωσική επανάσταση επιβίωσε»!

Για να βάλουμε τα πράματα σε σειρά, αν θα είχαμε κάτι ενάντια στις προβλέψεις, αυτό δεν αφορά μόνο τον Τρότσκι, αλλά και τον Λένιν και όλους τους Μπολσεβίκους. Ότι η ρωσική επανάσταση επιβίωσε και άντεξε στις επιθέσεις που δέχτηκε το 1918-21, αυτό είναι σωστό. Σ’ ότι αφορά το καθεστώς όμως, τι είναι ακριβώς αυτό που επιβίωσε;

Μετά τον εμφύλιο και τον πόλεμο με πάνω από 20 ιμπεριαλιστικούς στρατούς που είχαν εισβάλει στη σοβιετική ένωση για να ανατρέψουν τους Μπολσεβίκους, η χώρα είχε ερημωθεί και καταστραφεί ολοκληρωτικά. Μέχρι και φαινόμενα ανθρωποφαγίας είχαν αναφερθεί.

Με φρίκη οι πιο σημαντικοί ηγέτες της επανάστασης ο Λένιν και ο Τρότσκι, αλλά και άλλα στελέχη, ανακάλυψαν ότι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες είχε αναπτυχθεί μια εφιαλτική γραφειοκρατία που κινδύνευε να «καταπιεί» και το κόμμα και το κράτος. Και έτσι ξεκίνησαν τη μάχη ενάντια της. Χαρακτηριστικά είναι τα κείμενα του Τρότσκι όπως η «Νέα Πορεία» και «Τα μαθήματα του Οκτώβρη», ενάντια στη γραφειοκρατία και υπέρ της δημοκρατίας στο κόμμα και την κοινωνία καθώς και η «Διαθήκη» του Λένιν (το τελευταίο του κείμενο προτού πεθάνει) στην οποία λέει με τον πιο σαφή και καθαρό τρόπο: ο Στάλιν είναι επικίνδυνος στην θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος, πρέπει να καθαιρεθεί.

Ο νοσταλγός του Στάλιν δεν θέλει να ακούει για τη διαθήκη του Λένιν… Υπάρχει όμως. Και την έγραψε ο Λένιν… Την ίδια στιγμή ο Λένιν προτείνει στον Τρότσκι μια στενή σχέση συνεργασίας για την αντιμετώπιση της αναπτυσσόμενης γραφειοκρατίας που έχει επικεφαλής τον Στάλιν. Όλα αυτά μπορεί να τα βρει κανείς με λίγο ψάξιμο στη συλλογή των Απάντων του Λένιν. Η συμμαχία του Λένιν και του Τρότσκι ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία δεν μπορεί να ευοδωθεί, γιατί εν τω μεταξύ ο Λένιν πεθαίνει. Είναι ένα από αυτά τα «τυχαία» γεγονότα της ιστορίας που αν δεν συμβαίνανε η πορεία της ιστορίας θα μπορούσε, ίσως, να ήταν διαφορετική.

Τελικά η ιστορία μίλησε – έστω με κάποια καθυστέρηση

Από το 1923 και μετά, με τον Λένιν βαριά άρρωστο, ο Τρότσκι παίρνει στους ώμους του το βάρος της μάχης ενάντια στη γραφειοκρατία – μια μάχη την οποία όπως ξέρουμε χάνει.

Είναι συνεπής, όπως ήταν κι ο Λένιν, με την θεμελιακή μαρξιστική θέση ότι η Σοβιετική Ένωση δεν μπορεί από μόνη της να φτάσει στο σοσιαλισμό. Γι’ αυτό, για τον Τρότσκι, ένα κεντρικό καθήκον –παράλληλα με την ισχυροποίηση της εργατικής εξουσίας και της οικονομίας στη Σοβιετική Ένωση– είναι η επέκταση της επανάστασης σε διεθνές επίπεδο.

Και προειδοποιεί πως αν δεν επεκταθεί η επανάσταση τότε η Σοβιετική Ένωση, είτε θα καταρρεύσει κάτω από τα «πυρά» (στρατιωτικά και οικονομικά) του καπιταλιστικού κόσμου, είτε θα εκφυλιστεί. Χρησιμοποιεί τον όρο του «προλεταριακού βοναπαρτισμού» για να περιγράψει ένα κράτος στο οποίο ενώ υπάρχει η εθνικοποιημένη και σχεδιασμένη οικονομία δεν υπάρχει εργατική δημοκρατία και η πραγματική εξουσία ασκείται από μια προνομιούχα γραφειοκρατία-δικτατορία.

Όταν η διαδικασία του εκφυλισμού είναι πια ξεκάθαρη ο Τρότσκι προβλέπει πως αν οι ρωσικές μάζες δεν μπορέσουν να προχωρήσουν σε μια νέα, πολιτική, επανάσταση που να επαναφέρει τη Σοβιετική Ένωση στην πορεία ενός «υγιούς εργατικού κράτους» (στην πορεία του σοσιαλισμού δηλαδή) τότε θα καταρρεύσει από τα μέσα, με τα στελέχη της κομματικής γραφειοκρατίας να επαναφέρουν τη χώρα στον καπιταλισμό και να αποτελούν τους νέους καπιταλιστές, τη νέα άρχουσα τάξη.

Η πρόβλεψη αυτή άργησε να επαληθευτεί. Όμως επαληθεύτηκε. Μετά το 1989 έγινε ακριβώς αυτό. Οι νέοι καπιταλιστές που γέννησε η καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ δεν ήταν άλλοι από τα πρώην στελέχη του «κομμουνιστικού» κόμματος!

Η Σοβιετική Ένωση επιβίωσε λοιπόν, αλλά δεν επιβίωσε ο σοσιαλισμός, γιατί στην πραγματικότητα η Σοβιετική Ένωση δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει στο σοσιαλισμό. Σοσιαλισμός χωρίς εργατική δημοκρατία, κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει – υπάρχει ένα «εκφυλισμένο» ή «παραμορφωμένο» ή «γραφειοκρατικό» εργατικό κράτος. Και σαν τέτοιο είτε θα προχωρήσει, μέσα από μια πολιτική επανάσταση που να ανατρέψει τη γραφειοκρατία στο σοσιαλισμό, είτε θα οπισθοδρομήσει στον καπιταλισμό.

Επιβίωσαν, μέχρι το 1989, κάποιες από τις κατακτήσεις της ρωσικής επανάστασης, όπως η εθνικοποιημένη και σχεδιασμένη οικονομία και το κοινωνικό κράτος, αλλά δεν επιβίωσε ο επαναστατικός χαρακτήρας της ρώσικης επανάστασης. Η εργατική δημοκρατία της πρώτης περιόδου εξοντώθηκε, η Κεντρική Επιτροπή που καθοδήγησε την επανάσταση του Οκτώβρη πέρασε από τα εκτελεστικά αποσπάσματα του Στάλιν[14], ο διεθνισμός εγκαταλείφθηκε. Με την πάροδο του χρόνου η διεφθαρμένη προνομιούχα ελίτ που κατείχε την εξουσία οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση και τις υπόλοιπες χώρες εκεί που είχε προβλέψει ο Τρότσκι: στον καπιταλισμό!

Η επικαιρότητα της «Διαρκούς Επανάστασης» σήμερα

Ιστορικά, τα καθήκοντα της αστικής – δημοκρατικής επανάστασης ήταν η εθνική συγκρότηση, η αναδιανομή της γης, η δημοκρατία, και η βιομηχανική ανάπτυξη. Αν σήμερα ρίξουμε μια ματιά στον πλανήτη, σε πόσο μεγάλο μέρος του έχουν λυθεί αυτά τα προβλήματα; Αν εξαιρέσουμε ένα μικρό αριθμό ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών, βασικά στη Βόρεια Αμερική, τη Δυτική Ευρώπη, την Αυστραλία και την Ιαπωνία, στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη κυριαρχούν προβλήματα που οι αστικές επαναστάσεις στις ανεπτυγμένες χώρες είχαν λύσει αιώνες πριν.

Ζητήματα δημοκρατίας (εννοώντας την στοιχειώδη κοινοβουλευτική δημοκρατία που υπάρχει στη Δύση και που κάθε άλλο παρά πραγματική δημοκρατία είναι) υπάρχουν σε όλη την Ασία, τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Το ζήτημα του θρησκευτικού φανατισμού έχει επιστρέψει απειλητικά με τη μορφή του Ισλαμικού φονταμενταλισμού (χωρίς μ’ αυτό να υποτιμούμε τον αντιδραστικό ρόλο της Εκκλησίας, Ορθόδοξης ή Καθολικής, σε χώρες που θεωρούνται ανεπτυγμένες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πολωνία κλπ). Τα εθνικά ζητήματα παραμένουν εκρηκτικά παντού – από το Κουρδικό και το Μεσανατολικό στη γειτονιά μας, μέχρι την καταπίεση των ιθαγενών στην Αμερική (Βόρεια και Νότια) και την Αυστραλία, τους εθνικούς-θρησκευτικούς πολέμους στην Αφρική και την Ασία, αλλά ακόμα και στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες όπως είναι η Ισπανία, η Σκοτία και η Ιρλανδία. Η ευρωπαϊκή περιφέρεια, οι χώρες του Νότου, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ελλάδα, αποτελούν παραδείγματα ενός νέου αποικισμού («αποικίες χρέους») στα πλαίσια του οποίου οι εκλεγμένες κυβερνήσεις «βαράνε προσοχή» και υπακούν δουλικά σε προσταγές των γραφειοκρατών των Βρυξελών και του ΔΝΤ. Ενώ σε πολλές περιοχές του πλανήτη, και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική υπάρχουν γαιοκτησίες που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις γαιοκτησίες επί φεουδαρχίας.

Στην εποχή μας, επομένως, το ερώτημα τίθεται (και απαντάται) απλά: Ποια δημοκρατία; Ποια εθνική ανεξαρτησία; Ποιος σεβασμός δικαιωμάτων; Ποια οικονομική ανάπτυξη; Για τη συντριπτική πλειοψηφία των λαών του πλανήτη τα βασικά καθήκοντα που είχαν εκπληρώσει οι αστικές επαναστάσεις στην Ευρώπη στους προηγούμενους αιώνες δεν έχουν λυθεί.

Και το ερώτημα βέβαια είναι, ποια κοινωνική δύναμη είναι αυτή που θα φέρει σε πέρας τη λύση αυτών των προβλημάτων; Είναι δυνατό η αστική τάξη στις φτωχές και καταπιεσμένες χώρες του πλανήτη να μπει μπροστά και να καθοδηγήσει το λαό της στο δρόμο της δημοκρατίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, μέσα από μια μετωπική σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό; Είναι δυνατό να παίξει δηλαδή ένα ρόλο που στην πραγματικότητα θα είναι επαναστατικός;

Όσο καιρό υπήρχε η ΕΣΣΔ, τα Κομμουνιστικά Κόμματα διεθνώς, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου, απαντούσαν «ναι». Και ψάχνανε εναγωνίως να βρούνε τα προοδευτικά τμήματα της αστικής τάξης που θα έκαναν μαζί τους διαφόρων ειδών μέτωπα. Ήταν η «Θεωρία των Σταδίων» η οποία αναφέρθηκε πιο πάνω – η ίδια πολιτική που οδήγησε στην ήττα της κινέζικης επανάστασης, στην ήττα της Ισπανικής Επανάστασης, στη Βάρκιζα, στη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή, κλπ.

Αλλού χρειαζόταν ένα «εθνικό μέτωπο» ενάντια στην εθνική καταπίεση (πχ Κούρδοι, Παλαιστίνιοι, Κύπριοι…), αλλού ένα «αντιιμπεριαλιστικό» ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αλλού «αντιφασιστικό», αλλού «για τη δημοκρατία». Στην Ελλάδα το ΚΚΕ τα μάζεψε όλα σε αυτό που ονόμασε «Αντιιμπεριαλιστικό, Αντιμονοπωλιακό, Δημοκρατικό Μέτωπο».[15] Όταν όμως είδε και αποείδε αλλά τέτοιο μέτωπο δεν μπορούσε να πάρει σάρκα κι οστά, κι όταν αυτή η πολιτική οδήγησε στην συγκυβέρνηση με τη ΝΔ (κυβέρνηση Τζαννετάκη) και στη συνέχεια και με το ΠΑΣΟΚ («Οικουμενική») το 1989 έκρυψε τη θεωρία του «μετώπου» του σε κάποια κομματικά συρτάρια κι έκανε ένα άλμα στο αντίθετο άκρο, στον ακραίο σεχταρισμό του «καμία συμμαχία με κανέναν» που το χαρακτηρίζει σήμερα…

Η πραγματικότητα είναι πως οι καπιταλιστές στις «καθυστερημένες» χώρες που έχουν άλυτα εθνικά-δημοκρατικά προβλήματα δεν πρόκειται να σηκώσουν την παντιέρα της επανάστασης για να τα λύσουν! Είναι δεμένοι με χίλια νήματα με τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Είναι εξαρτημένοι από αυτά και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξεκινήσουν ένα πραγματικό και συνεπή αγώνα ενάντια στην ιμπεριαλιστική και νέο-αποικιακή εκμετάλλευση. Θα επιδιώξουν ένα συμβιβασμό ανάμεσα στα αντικρουόμενα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ιδιαίτερα όταν νοιώθουν την πίεση από τις λαϊκές μάζες, που τελικά όμως δεν μπορεί να δώσει μόνιμες και πραγματικές λύσεις στα προβλήματα.

Στις «υποανάπτυκτες», νέο-αποικιακές χώρες τον αγώνα για τα δημοκρατικά και εθνικά δικαιώματα καθώς και για την βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη και ευημερία, που ιστορικά είχε σηκώσει στους ώμους της η αστική τάξη στη «νεανική», επαναστατική της φάση, σήμερα μόνο η εργατική τάξη, σε συνεργασία ασφαλώς με τα φτωχά αγροτικά ή μικρομεσαία στρώματα όπου αυτά έχουν μαζική παρουσία, μπορεί να τον σηκώσει. Και για να «σηκώσει» και να φέρει σε πέρας αυτά τα καθήκοντα, θα πρέπει να είναι έτοιμη να συγκρουστεί με την αστική τάξη και να προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας.

Όποιος συμφωνεί μ’ αυτή την τοποθέτηση τότε έχει αποδεχθεί την ουσία της Διαρκούς Επανάστασης. Όποιος διαφωνεί δεν θα μπορέσει ποτέ να εκπληρώσει αυτά τα καθήκοντα.

Και βέβαια όταν σε μια χαμηλής ή μέσης ανάπτυξης χώρα, με άλυτα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, η εργατική τάξη, μαζί με τους συμμάχους της, προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας, θα έχει κάνει μεν το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής κοινωνίας αλλά δεν θα μπορέσει ποτέ να ολοκληρώσει αυτή τη διαδρομή αν η σοσιαλιστική επανάσταση δεν επεκταθεί και σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα ανεπτυγμένες.

Ο διεθνισμός δεν είναι απλά μια ωραία ιδέα. Είναι ζωτικό ζήτημα για το εργατικό κίνημα και για τη σοσιαλιστική προοπτική. Κι όσοι νομίζουν ότι μπορούν να κτίσουν το σοσιαλισμό απομονωμένοι στη δική τους χώρα, όπως υποστήριζε ο Στάλιν, το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να δουν που κατέληξαν όλοι αυτοί που υποστήριζαν αυτές τις ιδέες: πού κατέληξε η Σοβιετική Ένωση μετά το 89, που κατέληξε η Κίνα στην οποία κυριαρχούν σήμερα οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και μαζί τους που κατέληξαν όλες οι χώρες που τις ακολουθούσαν στην (Ανατολική) Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.

Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης έχει δοκιμαστεί ιστορικά και έχει δείξει ότι μπορεί να προβλέψει σωστά και να προετοιμάσει σωστά τις δυνάμεις που παλεύουν συνειδητά για την ανατροπή του καπιταλισμού και για μια εναλλακτική σοσιαλιστική κοινωνία.

Δεν αποτελεί μια στεγνή συνταγή, που επαναλαμβάνεται με τυπολατρικό τρόπο, παντού και πάντα. Είναι εργαλείο ανάλυσης, όπως είναι από τη φύση του ο Μαρξισμός, και λαμβάνει υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, τον τόπο, τον χρόνο, τις παραδόσεις και τις ιδιομορφίες, για να θέσει μπροστά στις δυνάμεις της κοινωνικής επανάστασης τα συγκεκριμένα καθήκοντα που προκύπτουν.

Οι ιδέες του Λ. Τρότσκι, συνολικά, παραμένουν ένα εξαιρετικό «εργαλείο» ανάλυσης, πρόβλεψης και προετοιμασίας των μελλοντικών επαναστάσεων. Στον αντίποδα, έχουμε τη χρεοκοπία όλων των άλλων ρευμάτων που μιλούν στο όνομα της Αριστεράς. Κατ’ αρχήν του Σταλινισμού (και του δίδυμου αδελφού του, του Μαοϊσμού) που έχει πια τελειώσει σαν ιστορικό ρεύμα σε διεθνές επίπεδο και όσες προσπάθειες και να κάνουν οι νοσταλγοί του για να νεκραναστήσουν το πτώμα του είναι μάταιες. Αυτό δεν σημαίνει πως σε περιπτώσεις χωρών στις οποίες ο Σταλινισμός παραμένει ισχυρός, όπως στην Ελλάδα, δεν είναι σε θέση να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στο μαζικό κίνημα. Ο ρεφορμισμός από την άλλη τείνει να αναπαράγεται, από την παραδοσιακή Σοσιαλδημοκρατία έχει περάσει σε «νέους σχηματισμούς» του είδους του ΣΥΡΙΖΑ. Πολιτικά ο ρεφορμισμός είναι γυμνός, κι αυτό είναι σημαντικό στοιχείο στην εποχή μας, όμως στο βαθμό που δεν χτιστούν μαζικά κόμματα της επαναστατικής Αριστεράς, θα συνεχίσει να είναι εμπόδιο στην ιστορική εξέλιξη και να παίζει ένα αντεπαναστατικό ρόλο, όπως είδαμε με το πρόσφατο παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο πρέπει να περιμένουμε να επαναληφθεί διεθνώς.

Όπως κάθε σημαντική θεωρία, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης διατηρεί την επικαιρότητα της πολλές δεκαετίες ή και αιώνες αργότερα. Αποτελεί κρίσιμο συστατικό στοιχείο του μαρξισμού της εποχής μας. Απαραίτητο για την κατανόηση των προοπτικών, για το πρόγραμμα, τη στρατηγική και την τακτική που πρέπει να έχει η μαζική επαναστατική Αριστερά που χρειάζεται να κτίσουμε, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει η ανθρωπότητα, να ξεφορτωθεί το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα και να φτάσει σε μια ανώτερη, σοσιαλιστική κοινωνία, στηριγμένη στην εργατική δημοκρατία και την ελευθερία.

 

 

Σημειώσεις
[1] Η πιο αναλυτική παρουσίαση της θεωρίας της «διαρκούς επανάστασης» βρίσκεται στο βιβλίο του Τρότσκι, «Η Διαρκής Επανάσταση» το οποίο αποτελεί απάντηση στις επιθέσεις που δέχεται, γραμμένο στο τέλος του 1929.
[2] Δείτε: Το μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδόσεις «Θεμέλιο» 1983, Πρόλογος στη ρωσική έκδοση, σελ. 14.
[3] Δείτε: Λέον Τρότσκι, Προδομένη Επανάσταση, εκδόσεις Αλλαγή, σελ. 152
[4] Παναγιώτη Βογιατζή, Απρίλης 1917 – οι «Θέσεις» του Λένιν (http://net.xekinima.org/aprilis-1917-oi-theseis-tou-lenin/)
[5] Λένιν, Οι θέσεις του Απρίλη
[6] Τρότσκι, Μαθήματα του Οκτώβρη
[7] Ανδρέα Παγιάτσου, Στην υπεράσπιση του Τρότσκι (http://www.xekinima.org/arthra/view/article/stin-yperaspisi-toy-trotski-ki-enantia-stis-katigori/)
[8] Ανδρέα Παγιάτσου, Η Θεωρία των Σταδίων – κριτική στο πρόγραμμα του ΚΚΕ, μετά το 15ο συνέδριο (http://net.xekinima.org/η-θεωρία-των-σταδίων/)
[9] Judy Beishon, Oι «Μέρες του Ιούλη» του 1917: μάχες με την αντεπανάσταση, (http://net.xekinima.org/category/rosiki-epanastasi-1917/)
[10] Παναγιώτης Βογιατζής, Αύγουστος 1917: Το κίνημα του στρατηγού Κορνίλοφ, (http://net.xekinima.org/augoustow-1917-to-kinima-tou-stratigou-ko/)
[11] Θόδωρου Μαράκη, ΚΚΕ: «Ο Τρότσκι υποτιμούσε την αγροτιά». Ένα αισχρό ψέμα! (http://net.xekinima.org/kke-o-trotski-upotimouse-tin-agrotia/)
[12] Κώστας Κάππος, Κριτική του Σοβιετικού Σχηματισμού, εκδόσεις Αλφειός, σελ 285
[13] Το ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς έγινε το Μάρτη του 1919.
[14] Π. Βογιατζή, 26 Ιούλη 1917, το 6ο συνέδριο των Μπολσεβίκων: αριθμοί, ονόματα και συμπεράσματα (http://net.xekinima.org/26-iouli-1917-to-6o-sunedrio-ton-mpolsevikon/)
[15] ΚΚΕ – η θεωρία των Σταδίων