Η συνομιλία Τραμπ – Ζούκερμπεργκ και ο σάλος στα social media μετά τη δολοφονία Φλόιντ

Όλα ξεκίνησαν πριν μια βδομάδα όταν ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα το οποίο περιορίζει τις ελευθερίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, παρότι έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδη νόμο για το αμερικανικό ίντερνετ.

«Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την ελευθερία της έκφρασης απέναντι σε έναν από τους χειρότερους κινδύνους»

δήλωσε ο Aμερικανός πρόεδρος προσπαθώντας να παρουσιάσει το άσπρο – μαύρο. Το προηγούμενο διάστημα είχε απειλήσει ότι θα κλείσει τα social media κατηγορώντας τα ότι φιμώνουν τις συντηρητικές φωνές.

Φιμώνουν ότι δεν συμφέρει το κατεστημένο

Ο λόγος γίνεται για το Twitter το οποίο είχε παρέμβει σε δύο αναρτήσεις του Τραμπ το τελευταίο διάστημα, χωρίς όμως να τις κατεβάσει.

Οι αναρτήσεις αφορούσαν την επιστολική ψήφο και την πιθανότητα εκλογικής νοθείας, ενόψει των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου, στις οποίες το Twitter σχολίασε «επαληθεύστε τα γεγονότα» παραθέτοντας αντίστοιχο σύνδεσμο με τις πραγματικές πληροφορίες.

Η ανάρτηση η οποία καλύφθηκε από το Twitter, λόγω προτροπής σε βία, ήταν για τα επεισόδια που ακολούθησαν την δολοφονία του Τζόρτζ Φλόιντ και συγκεκριμένα η φράση «when the looting starts, the shooting starts» (όταν αρχίζει το πλιάτσικο, έρχονται πυροβολισμοί).

Η συγκριμένη φράση ειπώθηκε πρώτη φορά το 1967 από τον αστυνομικό διευθυντή Γουόλτερ Χέντλει, υπέρμαχο των φυλετικών διακρίσεων και φανατικά αντίθετου της διεκδίκησης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων στις ΗΠΑ.

Και άλλες ψηφιακές πλατφόρμες, όπως το Netflix, πήραν στη συνέχεια ξεκάθαρη θέση στέλνοντας μήνυμα στο Twitter «Η σιωπή είναι συνέργεια. Η ζωή των μαύρων έχει αξία».

Οι εργαζόμενοι της εταιρείας Facebook ορθώνουν ανάστημα

Ο δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης του Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ αποφάσισε να κρατήσει την εμπρηστική ανάρτηση του αμερικανού προέδρου στο όνομα «της ελευθερίας της έκφρασης και του δημόσιου συμφέροντος», όπως ο ίδιος δήλωσε.

Για το «δημόσιο συμφέρον» έδωσε παράνομα τα προσωπικά δεδομένα 87 εκατ. χρηστών το 2016 στην εταιρεία πολιτικών συμβούλων Cambridge Analytica,για την «ελευθερία της έκφρασης» επέτρεψε τις αναρτήσεις πολιτικών διαφημίσεων με ψευδείς αναφορές (fake news) και για όλα αυτά πρέπει να συζήτησαν τηλεφωνικά με τον Τραμπ την ημέρα που αποφάσισε να κρατήσει την ανάρτηση του προέδρου!

Οι εργαζόμενοι της εταιρείας Facebook είχαν όμως αντίθετη γνώμη, όπως όλες τις προηγούμενες φορές, και προχώρησαν σε απεργία την περασμένη Δευτέρα 1/6 ενώ δεν έλειψαν και οι παραιτήσεις οργισμένων εργαζόμενων με αφορμή την πολιτική της εταιρείας.

«Με περηφάνια ανακοινώνω ότι από σήμερα δεν εργάζομαι πλέον στη Facebook.»

έγραψε στο Twitter ο Όουεν Άντερσον μηχανικός του ιστότοπου κοινωνικής δικτύωσης.

«Το Facebook προσφέρει μια πλατφόρμα που επιτρέπει στους πολιτικούς να περνάνε τις ακραίες απόψεις τους στους πολίτες και να εξυμνούν τη βία. Βλέπουμε τις ΗΠΑ να βυθίζονται στο ίδιο είδος διχόνοιας που τροφοδοτήθηκε από τους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης και προκάλεσε τον θάνατο ανθρώπων στις Φιλιππίνες, τη Μιανμάρ και τη Σρι Λάνκα

δήλωσε ο μηχανικός Τίμοθι Άβενι, ο οποίος επίσης παραιτήθηκε τη Δευτέρα.

«Δεν ξέρω τι θα κάνω, αλλά ξέρω ότι δεν είναι αποδεκτό να μην κάνω τίποτε. Είμαι υπάλληλος της Facebook σε απόλυτη διαφωνία με την απόφαση του Μαρκ να μην κάνουμε τίποτε για τις πρόσφατες αναρτήσεις του Τραμπ, που υποκινούν ξεκάθαρα την βία»

έγραψε στο Twitter o Τζέισον Στίρμαν, υπεύθυνος έρευνας και ανάπτυξης συνεχίζοντας

«Δεν είμαι μόνος στην Facebook. Δεν υπάρχει ουδέτερη στάση απέναντι στον ρατσισμό».

Η ανάγκη να περάσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα χέρια της κοινωνίας

Το Facebook έχει παίξει αναμφισβήτητα κεντρικό ρόλο στην άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία. Μπορεί ο αμερικανός πρόεδρος να προτιμά να διαχέει την ξενοφοβική και οπισθοδρομική του ρητορική μέσω του Twitter, οι αλγόριθμοι όμως στο χρονολόγιο του λογαριασμού του στο Fb αποδεικνύονται εξαιρετικά επιτυχημένοι.

Η εύρωστη οικονομική του κατάσταση του επιτρέπει να πληρώνει χιλιάδες διαφημίσεις στο Fb καθημερινά και να συλλέγει προσωπικά δεδομένα χρηστών. Ο τρόπος που το κάνει είναι ενθαρρύνοντάς τους να απαντάνε αν θέλουν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για την προσπάθεια του να κρατήσει την Αμερική ασφαλή.

Ο Άντριου Μπόσγουορθ, επιστημονικό στέλεχος της Facebook, έγραψε σε ένα εσωτερικό έγγραφο της εταιρείας, το οποίο διέρρευσε από τους Τάιμς της Νέας Υόρκης:

«Οφείλεται στο Facebook η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ; Νομίζω ότι η απάντηση είναι ναι. Όχι λόγω της Ρωσίας, της παραπληροφόρησης ή της Cambridge Analytica αλλά γιατί κάνει την καλύτερη ψηφιακή προεκλογική καμπάνια που έχω δει.»

Η δήλωση αυτή βέβαια δεν είναι ακριβής και έχει στοιχεία υπερβολής. Η εκλογή του Τραμπ είχε να κάνει με τις κοινωνικές διεργασίες στις ΗΠΑ, την κρίση του 2007-2008 και την εκτίναξη των ανισοτήτων, με το γεγονός ότι το κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα που την διαχειρίστηκε την φόρτωσε στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, με την «εναλλακτική» στον Τραμπ που ήταν η βασική επιλογή του κατεστημένου Χίλαρι Κλίντον και φυσικά με την απουσία μια μαζικής Αριστεράς στην χώρα.

Παρόλα αυτά, η δυνατότητα χειραγώγησης των μαζών από τους εκατομμυριούχους και την άρχουσα τάξη μέσω των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κάνουν ξεκάθαρη την ανάγκη να περάσουν οι μεγάλες επιχειρήσεις τεχνολογίας και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης στα χέρια της κοινωνίας, να κοινωνικοποιηθούν δηλαδή, τελώντας υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

Είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να μας εξασφαλίσει ότι η λειτουργία τους θα βρίσκεται στην υπηρεσία της κοινωνίας, η ενημέρωση θα είναι πραγματικά ελεύθερη και ισότιμη και θα πάψει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών του πλανήτη.