Η παγκοσμιοποίηση και το Εθνικό Ζήτημα στη Σκωτία

20/06/2016
Comments off
1,024 Views
Άρθρο του συντροφου Φίλιπ Στοτ, του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Σκωτίας (αδελφή οργάνωση του «Ξ»). Το άρθρο αυτό συμπεριλαμβάνεται στο τρέχον τεύχος της Μαρξιστικής Σκέψης (αρ. 20) που είναι αφιερωμένο στην Παγκοσμιοποίηση

 

 

Η εποχή της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» έχει εγείρει νέες θεωρητικές και προγραμματικές προκλήσεις για τους σοσιαλιστές και τους μαρξιστές, όχι λιγότερο όσον αφορά την αντιμετώπιση του εθνικού ζητήματος. Από την Ουκρανία στη Σρι Λάνκα, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη ως τη Νιγηρία, τη Βόρεια Ιρλανδία και το Βέλγιο, οι αποτυχίες του καπιταλισμού και η κληρονομιά της κατάρρευσης των σταλινικών κρατών έχουν προκαλέσει μια έκρηξη των εθνικών, εθνοτικών και θρησκευτικών εντάσεων στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα.

Η παγκοσμιοποίηση, αντί να επιλύσει το εθνικό πρόβλημα, το έχει επιδεινώσει και οξύνει σε ένα προηγουμένως άγνωστο βαθμό. Ακόμη και σε εκείνες τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες όπου το εθνικό ζήτημα είχε υποτίθεται «λυθεί», στην πραγματικότητα απωθήθηκε μόνο στο παρασκήνιο για ένα χρονικό διάστημα και έχει επανεμφανιστεί με εκδικητικότητα. Αυτή είναι σίγουρα η περίπτωση στη Βρετανία, όπου το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας και της πιθανής διάσπασης του Ηνωμένου Βασιλείου έχει γίνει ένα κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα για όλες τις τάξεις της κοινωνίας.

Σε ένα θεμελιώδες επίπεδο, αυτές οι προκλήσεις υπογραμμίζουν ένα καίριο σημείο των μαρξιστών· ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση του εθνικού ζητήματος, όσο θα υπάρχουν ο καπιταλισμός και η ταξική εκμετάλλευση. Πράγματι, ότι ο αγώνας για τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα των Παλαιστινίων, των Κούρδων και των άλλων χωρίς πατρίδα λαών συνδέεται με την ανάγκη να οικοδομήσουμε μια νέα κοινωνική και οικονομική δομή. Μια σοσιαλιστική κοινωνία, η οποία θα εγγυάται τα πληρέστερα δημοκρατικά και οικονομικά δικαιώματα για όλες τις θρησκευτικές, εθνοτικές και εθνικές ομάδες, είναι απαραίτητη. Ωστόσο, υπάρχει μια τεράστια ευθύνη για τους σοσιαλιστές να ασχοληθούν με τον πιο συγκεκριμένο δυνατό τρόπο με την αδυναμία του καπιταλισμού σε αυτή την εποχή να ικανοποιήσει ακόμα και τα πιο βασικά δημοκρατικά δικαιώματα.

Το εθνικό ζήτημα είναι πολύ πιο περίπλοκο σήμερα, από ό,τι όταν ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Τρότσκι έγραφαν και συμμετείχαν στα επαναστατικά γεγονότα στο 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι πρωτοπόροι του μαρξισμού, στην ανάπτυξη ενός προγράμματος για το εθνικό ζήτημα, υπερασπίζονταν το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του αποχωρισμού. Κατά κύριο λόγο έγραφαν για τα καταπιεσμένα έθνη στον αποικιακό κόσμο όπου δεν είχαν πραγματοποιηθεί αστικές επαναστάσεις και όπου η κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και των τοπικών δικτατοριών ενεργούσε ως ένα τεράστιο καταπιεστικό εμπόδιο για την οικονομική και δημοκρατική πρόοδο. Όπως εξηγούσε ο Λένιν:

«Όποιος δεν αναγνωρίζει και δεν υπερασπίζει την ισότητα των εθνών και των γλωσσών και δεν αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εθνική καταπίεση ή ανισότητα δεν είναι μαρξιστής· δεν είναι καν δημοκράτης». (Λένιν, Κριτικές Παρατηρήσεις για το Εθνικό Ζήτημα).

Ταυτόχρονα, τουλάχιστον στα πιο προηγμένα έθνη, ο Λένιν μιλούσε για την

«παγκόσμια ιστορική τάση του καπιταλισμού να σπάει τα εθνικά εμπόδια, να αφομοιώνει τα έθνη – μια τάση που εκδηλώνεται όλο και πιο ισχυρά με κάθε νέα δεκαετία» (Λένιν, Κριτικές Παρατηρήσεις για το Εθνικό Ζήτημα).

Για τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη, έγραφε:

«Η Δυτική Ευρώπη [από το 1871] έχει μετατραπεί σε ένα πάγιο σύστημα αστικών κρατών, τα οποία, κατά γενικό κανόνα, ήταν εθνικά ομοιογενή κράτη» (Λένιν, Το Δικαίωμα των Εθνών στην Αυτοδιάθεση).

Σήμερα, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής στασιμότητας για τον καπιταλισμό, έχουμε να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα την πραγματικότητα της αναστροφής της τάσης που επεσήμανε ο Λένιν.

Όπως έγραφε ο Peter Hadden, ηγετικό μέλος της Επιτροπής για μια Εργατική Διεθνή, στο βιβλίο του για το εθνικό ζήτημα στην Ιρλανδία Ταραγμένοι Καιροί:

«Γενικά, η τάση αφομοίωσης των λαών σε έθνη, εμφανής τον τελευταίο [19ο] αιώνα και ακόμα και τότε πολύ συχνά με τις πιο βίαιες μεθόδους, στη σημερινή εποχή έχει αντικατασταθεί από την αντίθετη τάση – για όξυνση της διαίρεσης, ακόμη και μέχρι το διαχωρισμό».

Σήμερα, ζούμε σε μια περίοδο όπου υφίσταται η τάση προς τη διάλυση των υφιστάμενων εθνικών κρατών, ακόμη και σε ορισμένα από τα πιο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό υπογραμμίζει την απόλυτη ανικανότητα του καπιταλισμού σε αυτή την εποχή να επιλύσει οποιοδήποτε από τα θεμελιώδη ζητήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία. Πράγματι, ακόμη και τα ιστορικά επιτεύγματα του καπιταλισμού, η δημιουργία των εθνικών κρατών και η ανάπτυξη της οικονομίας, έχουν προ πολλού αχρηστευτεί. Στο νεοαποικιακό κόσμο αυτή η διαδικασία, μαζί με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, έχει οδηγήσει σε ανθρωπιστική καταστροφή, όπως υπογραμμίζει η παρούσα προσφυγική κρίση.

Η Σκωτία

Η καπιταλιστική οικονομική κρίση, εγκαινιασμένη από την κατάρρευση μεγάλων τμημάτων του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος κατά την περίοδο 2007-08, ενήργησε ως μια μεγάλη ώθηση στην προώθηση των αιτημάτων για την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Το σκωτσέζικο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία του Σεπτέμβρη 2014 ήταν ένα σεισμικό γεγονός.

Εμείς, στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκωτίας, το περιγράψαμε ως μια «εκλογική εξέγερση ενάντια στη λιτότητα και το πολιτικό κατεστημένο». 1,6 εκατομμύρια, συντριπτικά εργαζόμενοι και νέοι, ψήφισαν «Ναι σε ένα ανεξάρτητο κράτος» απέναντι σε μια άγρια ​​εκστρατεία αντίθεσης από τη βρετανική και τη διεθνή άρχουσα τάξη.

Η «Εκστρατεία Φόβου» [Project Fear] όπως ονομάστηκε από τους υποστηρικτές του, ήταν η κινητοποίηση των ελεγχόμενων από τους δισεκατομμυριούχους ΜΜΕ, των μεγάλων επιχειρήσεων και της πολιτικής ελίτ σε μια μαζική καμπάνια ταξικής εχθρότητας προς την απειλή της διάλυσης του βρετανικού κράτους. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ομπάμα, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Ραχόι, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Πάπας και ο πρωθυπουργός της Κίνας, όλοι πήραν θέση εναντίον της ανεξαρτησίας της Σκωτίας.

Στην πορεία προς το δημοψήφισμα μια δημοσκόπηση έδωσε την πλευρά του «Ναι» μπροστά, στέλνοντας κύματα κλονισμού στο κατεστημένο. Ένας συντάκτης της βρετανικής εφημερίδας Guardian, συνοψίζοντας τη διάθεση της καπιταλιστικής τάξης, έγραφε:

«Αυτό το Σαββατοκύριακο το αδιανόητο έχει βρει το δρόμο του μέσα στο καθοδηγητικό κέντρο της βρετανικής πολιτικής. Κανένα άλλο θέμα δεν έχει σημασία τώρα. Αυτές μπορεί να μην είναι οι 10 μέρες που θα συγκλονίσουν τον κόσμο, όπως αποκάλεσε τη ρωσική επανάσταση ο Τζον Ριντ. Αλλά θα είναι 10 μέρες που θα μπορούσε να αλλάξουν τη ζωή όλων μας, ταρακουνώντας το βρετανικό κράτος και τους πολίτες του στα θεμέλιά τους».

Μία άνευ προηγουμένου προσέλευση 85% –η μεγαλύτερη συμμετοχή στη Σκωτία για οποιοδήποτε δημοψήφισμα ή εκλογές από την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας– είδε εκατοντάδες χιλιάδες να συμμετέχουν που ποτέ δεν είχαν ψηφίσει πριν, ή δεν είχαν ψηφίσει εδώ και δεκαετίες.

Ήταν μια ηρωική προσπάθεια να βρεθεί μια οδός διαφυγής από την ανεργία και τις χαμηλές αμοιβές, τη βάναυση φτώχεια και τις περικοπές. Όχι λιγότερο, ήταν μια δριμεία ετυμηγορία για την πολιτική ελίτ, ορθά θεωρούμενη υπεύθυνη για τα εγκλήματα αυτά.

Οι πόλεις όπου κυριαρχεί η εργατική τάξη, όπως το Νταντί και η Γλασκώβη, ψήφισαν πλειοψηφικά υπέρ της ανεξαρτησίας, όπως και η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων. Ενώ η πλευρά του «Όχι» κέρδισε με 55% έναντι 45%, με τους ηλικιωμένους και τις αγροτικές και μεσοαστικές κοινότητες να ψηφίζουν ισχυρά ενάντια στην ανεξαρτησία, ήταν από πολλές απόψεις μια πύρρεια, άδεια νίκη που δεν έχει «διευθετήσει το ζήτημα για πολλές γενιές», όπως ο τωρινός Συντηρητικός Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον είχε ελπίσει. Αντί αυτού, όπως εξηγούσαμε τότε, οι «νικητές γίνονται χαμένοι και οι χαμένοι νικητές».

Στον απόηχο του δημοψηφίσματος η βάση υποστήριξης για τα υπέρ της ενότητας [με το Ηνωμένο Βασίλειο] κόμματα έχει δραματικά αποδυναμωθεί. Οι Σκωτσέζοι Εργατικοί (το ισοδύναμο του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα) που προώθησαν την καμπάνια του «Όχι», «Καλύτερα Μαζί», υπέστησαν μια εκλογική εξόντωση μόλις 8 μήνες μετά τη «νίκη» τους στο δημοψήφισμα. Οι Σκωτσέζοι Εργατικοί έχασαν 39 από τους 40 βουλευτές τους, καθώς η εργατική τάξη πήρε βίαιη εκδίκηση εναντίον του κόμματος που είχε παραταχθεί δίπλα στους Συντηρητικούς και τις μεγάλες επιχειρήσεις ενάντια στην ανεξαρτησία.

Αντίθετα, μια χιονοστιβάδα υποστήριξης προς το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας (Scottish National Party, SNP), που ηγήθηκε της καμπάνιας για το «Ναι», το είδε να εξασφαλίζει 56 από τις 59 διαθέσιμες θέσεις από τη Σκωτία στο κοινοβούλιο του Ουεστμίνστερ.

Επιπλέον, ένα νέο δημοψήφισμα –το σενάριο του Κεμπέκ, όπου δύο δημοψηφίσματα για την ανεξαρτησία διεξήχθησαν μέσα σε δεκαπέντε χρόνια– είναι επίσης πολύ πιθανό. Άλλα πέντε προγραμματισμένα χρόνια άγριας λιτότητας θα δημιουργήσουν αναπόφευκτα τις προϋποθέσεις για περαιτέρω απαιτήσεις για περισσότερο αποκεντρωμένες εξουσίες και ανεξαρτησία. Επιπλέον, σημαντικές νέες φορολογικές και δημοσιονομικές εξουσίες χρειάστηκε να παραχωρηθούν στο κοινοβούλιο της Σκωτίας, καθιστώντας το «ένα από τα πιο ισχυρά αποκεντρωμένα κοινοβούλια στον κόσμο».

Το δημοψήφισμα του 2014 ήταν μια έκφραση της ίδιας μαζικής αντίθεσης στη λιτότητα, της διάθεσης ενάντια στο κατεστημένο που έχει ιδιαίτερα υπονομεύσει τα πρώην σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη, και έχει επίσης δημιουργήσει τις συνθήκες για την άνοδο κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και οι Ποδέμος στην Ισπανία. Η αντάρτικη εκστρατεία του Bernie Sanders στις ΗΠΑ και η τεράστια υποστήριξη για τον αριστερής απόχρωσης Jeremy Corbyn, ο οποίος πρόσφατα εξελέγη αρχηγός των Βρετανών Εργατικών, είναι επίσης μια αντανάκλαση της ευρείας επιθυμίας για νέα μαζικά εργατικά και ενάντια στη λιτότητα κόμματα.

Ένας καταλύτης για αλλαγή

Γιατί ήταν το εθνικό ζήτημα, ειδικά το δημοψήφισμα της ανεξαρτησίας, ο καταλύτης για μια μαζική πρόκληση κατά της κατεστημένης λιτότητας, έστω και ενός εκλογικού χαρακτήρα; Υπάρχει ένας αριθμός παραγόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Εν μέρει, η απουσία γενικευμένης μαζικής δράσης από τα συνδικάτα στη Σκωτία και σε όλη τη Βρετανία ενάντια στην επίθεση της λιτότητας δημιούργησε ένα κενό που γέμισε με ένα κύμα προς την ανεξαρτησία της Σκωτίας από την εργατική τάξη, τους νέους και τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας.

Αναζητούσαν μια διέξοδο από την εφιαλτική ύπαρξη που ο καπιταλισμός αποτελεί για την πλειοψηφία. Δεν ήταν αυτό ένα τέλειο παράδειγμα της περιγραφής του Τρότσκι στο βιβλίο του Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, ότι ο εθνικισμός των καταπιεσμένων ήταν «το εξωτερικό περίβλημα ενός ανώριμου μπολσεβικισμού»; Ορισμένα τμήματα της Αριστεράς στη Σκωτία και τη Βρετανία απέρριψαν την επιθυμία για ανεξαρτησία μέσα στην εργατική τάξη ως ένα καθαρά αντιδραστικό γνώρισμα. Οι μαρξιστές, ωστόσο, έχουν την ευθύνη να διαχωρίζουν τις γνήσια δημοκρατικές επιθυμίες της εργατικής τάξης που είδε στην ανεξαρτησία μια οδό διαφυγής από τη φτώχεια και τη λιτότητα, από εκείνες της φιλο-καπιταλιστικής ηγεσίας του SNP που υπερασπίζει την ταξική καταπίεση και θα επιδιώξει να τη διαιωνίσει σε μια ανεξάρτητη Σκωτία.

Ο ρόλος των σοσιαλιστών σε αυτή την κατάσταση ήταν να επισημαίνουν ξεκάθαρα τα ανταγωνιστικά και πολικά αντίθετα ταξικά συμφέροντα που ήταν εγγενή στο κίνημα ανεξαρτησίας. Αλλά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να γίνει αυτό ήταν να μην αντιταχθούν στον αποχωρισμό της Σκωτίας από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά να υποστηρίξουν την επιθυμία για ανεξαρτησία, εξηγώντας παράλληλα την ανάγκη να εκπληρωθεί μια ρήξη με τον καπιταλισμό και να αγωνιστούμε για μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική Σκωτία.

Ταυτόχρονα, όπως ο Λένιν και ο Τρότσκι εξήγησαν σε πολλές περιπτώσεις, οι μαρξιστές πρέπει να υποστηρίζουν αταλάντευτα την ενότητα της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της σε όλα τα έθνη. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να υποστηρίζουν όχι μόνο μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική Σκωτία, αλλά και μια εθελοντική δημοκρατική σοσιαλιστική συνομοσπονδία της Σκωτίας με την Αγγλία, την Ουαλία και την Ιρλανδία, ως ένα βήμα προς μια σοσιαλιστική Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να κερδίσουν την υποστήριξη της εργατικής τάξης για ένα σοσιαλιστικό όραμα μιας ανεξάρτητης Σκωτίας, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη στην ηγεσία του SNP που υπερασπίζει την ιδέα ότι μια καπιταλιστική ανεξάρτητη Σκωτία θα προσφέρει μια οδό διαφυγής από τη λιτότητα.

Η προέλευση της εθνικής συνείδησης

Είναι σημαντικό να γίνουν κατανοητοί οι ιστορικοί λόγοι που κάνουν το εθνικό ζήτημα να παίζει ένα τέτοιο σημαντικό ρόλο στη Σκωτία. Αυτή έχει τις ρίζες της στην ανάπτυξη της Σκωτίας ως έθνος και την ενσωμάτωσή της στο αναδυόμενο βρετανικό καπιταλιστικό κράτος από το 1707.

Η πλειοψηφία των Σκωτσέζων το 1707 αντιτάχθηκε στη Συνθήκη που ενσωμάτωσε τη Σκωτία στη Μεγάλη Βρετανία. Μη εκλεγμένοι βουλευτές της Σκωτίας, που αντιπροσώπευαν την ελίτ του καιρού, συμφώνησαν με μια ένωση με την Αγγλία για να επιλύσουν μια οικονομική κρίση και να αποκτήσουν πρόσβαση στις αποικιακές αγορές της Αγγλίας.

Μεγάλες ταραχές και λιθοβολισμοί αμαξών των αρχόντων και των γαιοκτημόνων που ψήφισαν τη Συνθήκη έλαβαν χώρα. Ήταν μια ένωση για να προωθηθούν τα συμφέροντα των πλουσίων και η ανάπτυξη της εμπορικής και καπιταλιστικής τάξης, χωρίς καμία σκέψη για τα συμφέροντα των μαζών. Ο Σκωτσέζος ποιητής και συνθέτης Ρόμπερτ Μπερνς έγραψε διάσημα ότι ο λαός της Σκωτίας είχε «αγοραστεί και πουληθεί για τον αγγλικό χρυσό. Ένα μάτσο λωποδύτες σε ένα έθνος».

Η αντιδημοκρατική φύση της ένωσης με την Αγγλία και ο βάναυσος τρόπος με τον οποίο η σε μεγάλο βαθμό φεουδαρχική Σκωτία ενσωματώθηκε ταχύρρυθμα στο βρετανικό κράτος, άφησε μια κληρονομιά πικρίας. Καθώς οι καπιταλιστικές σχέσεις ρίζωναν, αρχικά ο άνθρακας, ο καπνός και τα λινά υφάσματα και, μετά τη βιομηχανική επανάσταση, ο χάλυβας, η ναυπηγική βιομηχανία και άλλοι τομείς της μεταποίησης και της βιομηχανίας αποτέλεσαν τη βάση της οικονομίας της Σκωτίας, μαζί με τη γεωργία.

Αλλά αυτή η πολιτική της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης ήρθε με ένα κόστος. Η βίαιη συντριβή της παλιάς ζωής των αγροτικών κοινοτήτων συνοψίστηκε με τις απαλλοτριώσεις των λειμώνων. Δεκάδες χιλιάδες οικογένειες εκδιώχθηκαν από τη γη τους για να εργαστούν στους αναπτυσσόμενους καπιταλιστικούς τομείς της οικονομίας. Τέτοια γεγονότα, μαζί με το ότι η Πράξη της Ένωσης είχε ως αποτέλεσμα όλες οι πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη Σκωτία να παίρνονται στο Λονδίνο, στο Ουεστμίνστερ, άφησαν μια πικρή κληρονομιά.

Η Σκωτία αναδείχθηκε σε βασικό εργαστήρι για το βρετανικό καπιταλισμό – που ήταν ο ίδιος το εργαστήρι του κόσμου. Στη δεκαετία του 1770, το 40% των λινών υφασμάτων που εξάγονταν από τη Βρετανία παράγονταν στη Σκωτία. Στη δεκαετία του 1880, στο φόρτε της βιομηχανικής επανάστασης, η Σκωτία παρήγαγε το 85% των εξαγωγών σιδήρου της Βρετανίας. Τα ναυπηγεία του ποταμού Κλάιντ κατασκεύαζαν το 70% του τονάζ των πλοίων, απασχολώντας 20.000 εργαζομένους ναυπηγείων από τις συνολικά 47.000 στη Βρετανία στα τέλη του 19ου αιώνα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το ποσοστό των Σκωτσέζων που απασχολούνταν στην πρωτογενή παραγωγή ήταν 33% υψηλότερο από ό,τι στην Αγγλία και την Ουαλία. Ακόμα και το 1939, η Γλασκόβη –η μεγαλύτερη πόλη στη Σκωτία– ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ατμομηχανών στον κόσμο. Η οικονομική ανάπτυξη ήταν η «κόλλα» που κρατούσε το βρετανικό κράτος ενωμένο και ωθούσε το εθνικό ζήτημα στο παρασκήνιο.

Επιπλέον, ένα σημαντικό τμήμα της σκωτσέζικης μεσαίας τάξης ωφελήθηκε από την ενσωμάτωσή του στη βρετανική κρατική μηχανή, συμπεριλαμβανομένου του στρατού και των δημοσίων υπηρεσιών. Η σκωτσέζικη ελίτ βρήκε ρόλους στις επιχειρήσεις, το ιατρικό επάγγελμα, την πολιτική. Αυτή η απορρόφηση της σκωτσέζικης καπιταλιστικής τάξης και τμημάτων της μεσαίας τάξης στο βρετανικό ιμπεριαλιστικό κράτος, παράλληλα με τον περίοπτο ρόλο του βρετανικού καπιταλισμού στον κόσμο, επέτρεψαν μια σταθερότητα και ορισμένη αποδοχή της διευθέτησης της Ένωσης. Αυτό αντανακλάστηκε στην αυξανόμενη ταύτιση του πληθυσμού με το να είναι Βρετανοί, συμπεριλαμβανομένης ίσως της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στη Σκωτία.

Ωστόσο, ακόμη και τότε, υπήρχε πάντα μια ισχυρή σκωτσέζικη εθνική ταυτότητα, έστω και αν συνυπήρχε παράλληλα με την αναγνώριση τού να είναι Βρετανοί για μια περίοδο. Η χόβολη μιας μελλοντικής πυρκαγιάς έκαιγε ακόμα. Η παρακμή του βρετανικού καπιταλισμού στον 20ό αιώνα και η κατάρρευση της βιομηχανίας, η οποία ιδιαίτερα κατέστρεψε πολλές κοινότητες της σκωτσέζικης εργατικής τάξης, άρχισαν να αφαιρούν την κόλλα που είχε συγκρατήσει την ένωση. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση μιας πιο ισχυρής εθνικής συνείδησης ​​στη Σκωτία.

Η αυξανόμενη υποστήριξη για την ανεξαρτησία και η στάση των επαναστατών σοσιαλιστών

Η υποστήριξη για την ανεξαρτησία της Σκωτίας αυξήθηκε από περίπου 7% στη δεκαετία του 1970 στο ένα τρίτο στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Ένας σημαντικός παράγοντας για την αναζωπύρωση του εθνικού ζητήματος ήταν επίσης η παρακμή του παραδοσιακού κόμματος του καπιταλισμού, των Συντηρητικών, στη Σκωτία. Ο αριθμός των Συντηρητικών βουλευτών μειώθηκε δραματικά στη Σκωτία στη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990, εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης της Θάτσερ, του μισητού κεφαλικού φόρου και της μαζικής αποβιομηχάνισης της Σκωτίας. Ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Συντηρητικών στο Ουεστμίνστερ εκλέγονταν από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο, μόνο μια μικρή μειοψηφία Συντηρητικών βουλευτών εκπροσωπούσαν σκωτσέζικες εκλογικές περιφέρειες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το αυξανόμενο αίτημα για ένα ξεχωριστό σκωτσέζικο κοινοβούλιο που θα αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πολιτικές απόψεις του λαού της Σκωτίας. Το 1997, ούτε ένας βουλευτής των Συντηρητικών δεν εξελέγη στη Σκωτία.

Το αίτημα για συνταγματική αλλαγή μεγάλωσε. Η πλειοψηφία της καπιταλιστικής τάξης αναγκάστηκε, απρόθυμα, να αποδεχθεί την ανάγκη να αλλάξει η πολιτική δομή του Ηνωμένου Βασιλείου ή να αντιμετωπίσει πιο εκτεταμένα αιτήματα για την πλήρη ανεξαρτησία που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ύπαρξη του βρετανικού κράτους.

Το αίτημα για την επανασύσταση ενός σκωτσέζικου κοινοβουλίου, ή τοπικής διακυβέρνησης, είχε κατοχυρωθεί στο εργατικό κίνημα από την αρχή της ύπαρξής του στη Σκωτία. Το Εργατικό Κόμμα υποστήριζε παραδοσιακά την ιδέα ενός κοινοβουλίου για τη Σκωτία.

Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω το 1997, αφού ο Τόνι Μπλερ εξελέγη πρωθυπουργός των Εργατικών, 70% των Σκωτσέζων ψήφισε σε ένα δημοψήφισμα υπέρ της δημιουργίας ενός σκωτσέζικου κοινοβουλίου, ενώ στην Ουαλία η πλειοψηφία υποστήριξε τη δημιουργία μιας ουαλικής συνέλευσης.

Η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (Committee for a Workers’ International, CWI) πήρες θέση υπέρ του «Ναι» στο δημοψήφισμα για ένα αποκεντρωμένο κοινοβούλιο για τη Σκωτία. Αλλά εξηγούσαμε επίσης, ότι το τοπικό Κοινοβούλιο δεν θα είχε πραγματική εξουσία. Ήταν εξαρτημένο από τις ανεπαρκείς οικονομικές επιχορηγήσεις από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν υπήρχε περιθώριο για συλλογή σημαντικά περισσότερων πόρων για τις δημόσιες δαπάνες, την αντιμετώπιση της φτώχειας, κ.λπ. Υποστηρίζαμε τότε, όπως και τώρα, ένα κοινοβούλιο με πλήρεις αρμοδιότητες στην οικονομία, τη φορολογία, την πρόνοια και την άμυνα.

Σε συνδυασμό με την άνοδο του εθνικού ζητήματος στη Σκωτία, το SNP –ένα εθνικιστικό κόμμα υπό την ηγεσία της μεσαίας τάξης, που υποστήριζε μια ανεξάρτητη Σκωτία– άρχισε να έχει εκλογικά κέρδη. Με την ανακάλυψη του πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα, το SNP ήλπιζε να δείξει ότι υπήρχε η οικονομική βάση για να ευημερεί μια ανεξάρτητη καπιταλιστική Σκωτία. Το SNP είχε περιορισμένη απήχηση στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά δεν ήταν σε θέση να εδραιώσει σημαντική υποστήριξη μέσα στην εργατική τάξη, εκτός ως ψήφο διαμαρτυρίας. Η υποστήριξη για το SNP έτεινε να επικεντρώνεται στις αγροτικές, μεσαίων εισοδημάτων περιοχές, από όπου προερχόταν η ηγεσία του κόμματος. Αυτό αντανακλούσε εν μέρει το γεγονός ότι οι μεσαίες τάξεις αισθάνθηκαν την κατάρρευση του βρετανικού ιμπεριαλισμού, με την απώλεια των ευκαιριών και της κοινωνικής τους θέσης, πιο έντονα. Ταυτόχρονα, η εργατική τάξη στη Σκωτία υπέφερε αλλεπάλληλα κτυπήματα με τον αποδεκατισμό των κλάδων εξόρυξης, της ναυπηγικής βιομηχανίας και των μηχανοκατασκευών στην οικονομία.

Ο Θατσερισμός και η νεοφιλελεύθερη επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη αποδεκάτισαν τη βαριά βιομηχανία και χτύπησαν τη Σκωτία ιδιαίτερα σκληρά. Σημαντικές ταξικές μάχες ξέσπασαν. Πιο αξιοσημείωτα, η διάρκειας ενός χρόνου απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων. Καθώς η ταξική πάλη εντάθηκε στο επίπεδο όλης της Βρετανίας το εθνικό ζήτημα ωθήθηκε στο παρασκήνιο. Αλλά η ήττα των ανθρακωρύχων και η δραματική στροφή προς τα δεξιά από τους ηγέτες των συνδικάτων και του Εργατικού Κόμματος μετά την κατάρρευση του σταλινισμού, έκαναν ώστε το εθνικό ζήτημα να επιστρέψει με δύναμη στο προσκήνιο.

Η ενίσχυση της υποστήριξης για την εθνική ανεξαρτησία ήταν, για τμήματα της εργατικής τάξης, μια αναζήτηση για μια διέξοδο από τον εφιάλτη που αντιπροσώπευε ο καπιταλισμός – ένα σύστημα που αφαιρούσε μία μία τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος από το παρελθόν. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη στροφή στον εναγκαλισμό της καπιταλιστικής αγοράς από τους ηγέτες των Εργατικών, άφησε ένα τεράστιο πολιτικό κενό που το SNP άρχισε να γεμίζει τοποθετούμενο στα αριστερά των Εργατικών.

Η άνοδος του SNP ως κύριας εκλογικής δύναμης στη Σκωτία κατά τα τελευταία δέκα χρόνια είναι μια στρεβλή αντανάκλαση της ανάγκης για ένα νέο μαζικό κόμμα της εργατικής τάξης. Αυτό το νέο στοιχείο, και παράλληλα με αυτό η ενισχυμένη υποστήριξη για την ανεξαρτησία, απαιτούσαν μια νέα αξιολόγηση από τις μαρξιστικές δυνάμεις στη Σκωτία.

Σε κάθε στιγμή πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι μεταβαλλόμενες διαθέσεις γύρω από το εθνικό ζήτημα. Ένα από τα βασικά καθήκοντα της σοσιαλιστικής προσέγγισης στο εθνικό ζήτημα είναι να κερδίσουμε εκείνους τους εργαζόμενους και τους νέους που αναζητούν διέξοδο στις εθνικιστικές ιδέες υπέρ μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης που αγωνίζεται για να θέσει τέρμα στον καπιταλισμό. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο οι σοσιαλιστές να αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι μαχητές για τα εθνικά και δημοκρατικά δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα στέκουν αταλάντευτα για την ενότητα της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκωτίας και το πρόγραμμα της CWI έχουν εξελιχθεί καθώς οι διαθέσεις και η συνείδηση ​​της εργατικής τάξης έχουν αλλάξει. Στο δημοψήφισμα του 1979 για το αν θα πρέπει να δημιουργηθεί μια αποκεντρωμένη σκωτσέζικη βουλή οι Σκωτσέζοι Μαρξιστές υποστήριξαν την ψήφο στο «Ναι» και αντιτάχθηκαν στην ιδέα μιας ανεξάρτητης Σκωτίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των πιο πολιτικοποιημένων εργαζόμενων έβλεπαν τον αγώνα για το σοσιαλισμό να προχωρά σε όλη τη Βρετανία μέσω ενός ενωμένου συνδικαλιστικού κινήματος και ενός αριστερού Εργατικού Κόμματος ως την πιο βιώσιμη επιλογή. Προβάλαμε το σύνθημα της σοσιαλιστικής Βρετανίας με αυτονομία για τη Σκωτία. Ωστόσο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και προκειμένου να ληφθεί υπόψη μια ενισχυμένη εθνική συνείδηση, αλλάξαμε την προσέγγισή μας και καλούμε σε μια σοσιαλιστική Σκωτία ως μέρος μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας της Βρετανίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η υποστήριξη στην ανεξαρτησία διαμορφώθηκε στο 30-40%. Ειδικότερα, η πλειοψηφία της νεολαίας και ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης υποστήριζαν την ανεξαρτησία. Έτσι, ήταν απαραίτητο για τους μαρξιστές να επικαιροποιήσουν ξανά το πρόγραμμά τους. Ήταν αναγκαίο το αίτημα για μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική Σκωτία ως ένα βήμα προς μια σοσιαλιστική συνομοσπονδία. Μια αλλαγή αυτού του χαρακτήρα προέτρεχε την πιθανή πορεία των γεγονότων προς την ανεξαρτησία, όπως απέδειξε εκ των υστέρων το δημοψήφισμα του 2014 για την ανεξαρτησία.

Για πολλούς εργαζόμενους και νέους η υποστήριξη της ανεξαρτησίας ήταν στενά συνδεδεμένη με την εξεύρεση λύσης στη φτώχεια και τις ανισότητες του καπιταλισμού. Με άλλα λόγια ήταν μια ταξική προοπτική τυλιγμένη σε μια εθνική συνείδηση. Το να γυρίσουμε την πλάτη μας σε αυτό το πνεύμα θα οδηγούσε στον κίνδυνο της αποκοπής μας από βασικά τμήματα της εργατικής τάξης που θα μπορούσε να κερδηθούν στις σοσιαλιστικές ιδέες.

Η αύξηση του αριθμού των μελών και της εκλογικής υποστήριξης για το SNP, ιδιαίτερα μετά το δημοψήφισμα του 2014, συνδέθηκε με το ότι η ηγεσία του SNP έγινε ευρέως αντιληπτό ότι αντιστάθηκε στο παλιρροϊκό κύμα επιθέσεων από την καμπάνια της «Εκστρατείας Φόβου». Οι καθημερινές απειλές από μεγάλες επιχειρήσεις, ΜΜΕ και πολιτικούς οπαδούς της ένωσης ως προς τις συνέπειες της ανεξαρτησίας πόλωσαν εξαιρετικά το πολιτικό κλίμα στη Σκωτία.

Ωστόσο, ήταν κατά κύριο λόγο μια πόλωση στα αριστερά του κατεστημένου, και μάλιστα στα αριστερά της ίδιας της ηγεσίας του SNP. Υπήρξε ευρεία υποστήριξη, που εκφράστηκε στη διάρκεια της καμπάνιας, για αριστερές ιδέες όπως η δημόσια ιδιοκτησία, η αύξηση των φόρων στους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις και ένα τέλος στην ιδιωτικοποίηση. Η ηγεσία του SNP, αντίθετα, υποστήριξε τη μείωση της φορολογίας των πολυεθνικών και απέρριψε την εθνικοποίηση των εταιρειών ενέργειας κ.λπ.

Η αποτυχία της Αριστεράς και ο ρόλος του SNP

Στις μέρες μετά το δημοψήφισμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκωτίας κάλεσε την υπόλοιπη Αριστερά για τη δημιουργία ενός νέου μαζικού εργατικού σοσιαλιστικού κόμματος που να προσφέρει ένα πολιτικό σπίτι για τους νέους και την εργατική τάξη. Σημαντικοί παράγοντες της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου του Tommy Sheridan, ο οποίος ήταν ο ηγέτης της μαζικής εκστρατείας μη πληρωμής που νίκησε τον κεφαλικό φόρο των Συντηρητικών, καθώς επίσης και πολλές άλλες αριστερές ομάδες, όπως το Σκωτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Scottish Socialist Party, SSP) και, επίσης, η ηγεσία της Ριζοσπαστικής Καμπάνιας Ανεξαρτησίας (Radical Independence Campaign, RIC) απέρριψαν μια τέτοια προσέγγιση.

Αυτό το τμήμα της Αριστεράς στην πράξη συντάχθηκε με την ιδέα ότι τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού θα πρέπει να έχουν δεύτερο ρόλο απέναντι στο έργο της επίτευξης της ανεξαρτησίας. Ο Tommy Sheridan, η πιο γνωστή και δημοφιλής προσωπικότητα της Σκωτσέζικης Αριστεράς, κάλεσε, και εξακολουθεί να καλεί, τους εργαζόμενους να ψηφίσουν το SNP. Το SSP πρότεινε μια εκλογική συμμαχία με το SNP και τους Πράσινους για τις βρετανικές εκλογές του 2015.

Η αποτυχία της σοσιαλιστικής Αριστεράς να δημιουργήσει ένα αριστερό κόμμα αμέσως μετά το δημοψήφισμα, ενώ δεν επέκρινε διόλου την ηγεσία του SNP, σήμαινε ότι μια ιστορική ευκαιρία χάθηκε. Η μαζική εισροή στο SNP πάνω από 80.000 ανθρώπων σε λίγες εβδομάδες μετά το δημοψήφισμα δεν ήταν αναπόφευκτη. Πράγματι, πολλά από τα νέα μέλη στέκονται στα αριστερά της ηγεσίας του SNP.

Εξίσου κακά, αν όχι χειρότερα, ήταν εκείνα τα τμήματα της Αριστεράς που υποστήριξαν μια ψήφο στο «Όχι», πιστεύοντας ότι η υπέρ της ανεξαρτησίας διάθεση ήταν μια αντιδραστική διάθεση και όχι, στη ρίζα της, μια εξέγερση ενάντια στη λιτότητα και την πολιτική ελίτ. Αυτά περιλάμβαναν, δυστυχώς, τον Jeremy Corbyn και τους υποστηρικτές του στη Σκωτία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βρετανίας και η εφημερίδα Morning Star επίσης υποστήριξαν ανοιχτά την ψήφο στο «Όχι». Ένας σημαντικός παράγοντας στη συνεχιζόμενη πτώση της υποστήριξης για τους Εργατικούς στη Σκωτία και την απουσία μιας «αναπήδησης Corbyn» που είναι εμφανής σε άλλα μέρη της Βρετανίας, είναι η εντελώς μονόπλευρη θέση που εξακολουθεί να παίρνει στο εθνικό ζήτημα η ηγεσία των Εργατικών. Η αντίθεσή τους στην ανεξαρτησία αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο για την ανάκτηση της υποστήριξης της εργατικής τάξης στη Σκωτία.

Η εκρηκτική αύξηση των μελών του, δεν έχει οδηγήσει σε οποιαδήποτε σημαντική μετατόπιση προς τα αριστερά τους ηγέτες του SNP. Πάνω απ’ όλα δεν υπάρχει καμία αλλαγή στην επιβολή της συντηρητικής λιτότητας στη Σκωτία από το SNP. Παρά την πρωτοφανή εκλογική εντολή και την εξασφάλιση του 50% της λαϊκής ψήφου το Μάιο του 2015 σε μια πλατφόρμα «αντι-λιτότητας», το SNP συνεχίζει να εφαρμόζει τις περικοπές των Συντηρητικών στο δημοτικό επίπεδο και στο επίπεδο της κυβέρνησης της Σκωτίας.

Επιπρόσθετα, πολλοί από τους βουλευτές του SNP εμφανίζουν συμπεριφορά περισσότερο κοινή με ένα παραδοσιακό φιλο-καπιταλιστικό κόμμα του κατεστημένου, με τρόπο ζωής και εισοδήματα εντελώς ξένα από την πραγματικότητα της ζωής για την πλειοψηφία στη Σκωτία. Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι σχεδόν το ένα τρίτο των πρόσφατα εκλεγμένων βουλευτών του SNP στο Ουεστμίνστερ έχουν επιπλέον εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων, πέρα από τον κοινοβουλευτικό μισθό των £ 74.000. Μια έρευνα στους βουλευτές του SNP βρήκε ότι το 90% από αυτούς προέρχονται από τις τρεις ανώτερες επαγγελματικές ομάδες. Όσοι προέρχονται από ένα ακτιβιστικό συνδικαλιστικό και εργατικό υπόβαθρο είναι μια μικρή μειοψηφία. Επιπλέον, κανένας από τους δημοτικούς συμβούλους ή τους Σκωτσέζους βουλευτές του SNP δεν έχει, μέχρι στιγμής, αρνηθεί να ψηφίσει ενάντια στις περικοπές του προϋπολογισμού.

Ένα πρώην ειδικός σύμβουλος στην ηγεσία SNP σχολίασε πρόσφατα:

«Οι πολιτικοί μας βρίσκονται μέσα ή πολύ κοντά στο κορυφαίο 1% [σημ: εννοεί το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού]. Τα πρόσφατα οικονομικά ”σκάνδαλα” έχουν αποκαλύψει ότι το SNP είναι ακριβώς όπως και τα άλλα βρετανικά κόμματα – αποτελούμενο από εγωκεντρικούς επιχειρηματικούς τύπους, παιδιά της Θάτσερ ως τον τελευταίο».

Τους τελευταίους μήνες η ελεγχόμενη από το SNP τοπική κυβέρνηση της Σκωτίας έχει ιδιωτικοποιήσει μέρος της ‘Υδρευσης. Έχει, επίσης, συνεχίσει την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων στη Σκωτία και προχωρά με την πιθανή ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών πορθμείων.

Το SNP ισχυρίζεται ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να εκποιήσουν αυτές τις υπηρεσίες μεταφορών σύμφωνα με τους υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων κανόνες της ΕΕ. Ωστόσο, ακόμα και από καθαρά «τυπική-νομική» σκοπιά, θα μπορούσαν να έχουν αψηφήσει αυτούς τους κανονισμούς και να χρησιμοποιήσουν επίσης το επιχείρημα των «ζωτικών υπηρεσιών» για να κρατήσουν τις υπηρεσίες αυτές στον δημόσιο τομέα.

Οι ηγέτες του SNP είναι αντίπαλοι της δημόσιας ιδιοκτησίας των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών ενέργειας που αισχροκερδούν.

Σε απάντηση στην κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου της Βόρειας Θάλασσας έχουν ζητήσει φορολογικές ελαφρύνσεις για τις πετρελαϊκές πολυεθνικές που έχουν κερδίσει δισεκατομμύρια, ενώ πετσοκόβουν δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας των εργαζομένων του πετρελαίου και επιτίθενται στους μισθούς και τις συνθήκες κατά το τελευταίο έτος.

Αυτά τα γεγονότα υπογραμμίζουν το χάσμα που χωρίζει πολλές από τις πολιτικές και τις δράσεις των δημόσιων εκπροσώπων του SNP από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης στη Σκωτία, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τα ίδια τα μέλη τους. Είναι λοιπόν απαραίτητο να οικοδομήσουμε ένα νέο εργατικό κόμμα που θα προβάλλει υποψηφίους δεσμευμένους να εκπροσωπούν τους εργαζόμενους και οι οποίοι θα λαμβάνουν μισθό ειδικευμένου εργάτη και θα δεσμεύονται να ψηφίζουν και να παλεύουν ενάντια σε όλες τις περικοπές και υπέρ της δημόσιας ιδιοκτησίας και των σοσιαλιστικών πολιτικών.

Ένα δεύτερο δημοψήφισμα;

Σήμερα, το ζήτημα δεν είναι τόσο αν θα υπάρξει ένα ακόμη δημοψήφισμα, αλλά μάλλον η χρονική στιγμή και οι συνθήκες που θα μπορούσε να το προκαλέσουν. Η ηγεσία του SNP επιχειρεί να συμβιβάσει τις απαιτήσεις ενός μεγάλου τμήματος των νέων μελών τους που θέλουν μια δέσμευση για ένα σχετικά γρήγορο δημοψήφισμα με τη δική τους «βαθμιαία» προσέγγιση. Ο αρχηγός του SNP Nicola Sturgeon έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα υπάρξει άλλη ψηφοφορία, εκτός και αν «είμαστε σίγουροι ότι θα μπορούσαμε να την κερδίσουμε με μεγάλη πλειοψηφία». Ωστόσο, θα υπάρξει η δυνατότητα να διεξαχθεί ένα δημοψήφισμα, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας έξαρσης στην υποστήριξη για την ανεξαρτησία.

Αυτό που η ηγεσία του SNP σίγουρα θα κάνει είναι να χρησιμοποιεί αυξανόμενα το εθνικό ζήτημα για να προσπαθήσει να αποσπάσει την προσοχή από το δικό της ρόλο στην εφαρμογή της συντηρητικής λιτότητας στη Σκωτία. Το SNP είναι τώρα ο κύριος μηχανισμός προώθησης των συντηρητικών περικοπών στη Σκωτία. Η κλίμακα αυτών των περικοπών θα αυξηθεί σημαντικά στα επόμενα δύο ή τρία χρόνια. Κατά κύριο λόγο θα είναι οι βουλευτές και δημοτικοί σύμβουλοι του SNP, παράλληλα με τους Εργατικούς, που θα εκπληρώσουν αυτές τις περικοπές, οδηγώντας σε μια αύξηση της έκθεσης της ηγεσίας του φιλο-επιχειρηματικού SNP.

Οι δράσεις αυτές θα αποτελέσουν αυξανόμενα μια σφήνα μεταξύ των δημόσιων εκπροσώπων του SNP και των νέων μελών του SNP, πολλά από τα οποία υπέθεταν ότι είχαν ενταχθεί σε ένα κόμμα αντιτιθέμενο στη λιτότητα.

Ένα βασικό καθήκον των σοσιαλιστών και των μαρξιστών στη Σκωτία σήμερα είναι να απαιτήσουμε από το SNP, και την υπό τον Corbyn ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, να χρησιμοποιήσουν την εντολή εναντίον της λιτότητας για να αρνηθούν να εφαρμόσουν περικοπές. Αυτό θα παρείχε ένα εφαλτήριο για μια μαζική καμπάνια που θα περιλαμβάνει συνδικαλιστές, κοινότητες και πολιτικούς στον αγώνα για μια επιστροφή των δισεκατομμυρίων που έχουν κλαπεί από τις δημόσιες υπηρεσίες από το 2010 από τους Συντηρητικούς. Αυτή είναι η πολιτική για την οποία παλεύει το Σοσιαλιστικό Κόμμα Σκωτίας. Τα τοπικά συνδικάτα στις πόλεις του Νταντί και της Γλασκώβης, που αντιπροσωπεύουν σχεδόν 30.000 εργαζόμενους, καλούν επίσης τα συμβούλιά τους να αρνηθούν να κάνουν τις περικοπές και να μην ψηφίσουν έναν περικομμένο προϋπολογισμό.

Ο σεισμός που παρήγαγε η πολιτική στροφή προς το SNP στη Σκωτία δεν θα είναι ο τελευταίος. Παραπέρα μετασεισμοί και ανακατατάξεις είναι αναπόφευκτες καθώς η φιλο-καπιταλιστική ηγεσία του SNP είναι εκτεθειμένη στα μάτια της εργατικής τάξης. Αυτό θα προετοιμάσει το έδαφος για την εμφάνιση μιας πραγματικής εναλλακτικής λύσης εναντίον της λιτότητας και για το σοσιαλισμό ως μαζικής δύναμης, με την πάροδο του χρόνου.

Με δεδομένη την ανικανότητα του καπιταλισμού να επιλύσει οποιοδήποτε από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη πλειοψηφία, το εθνικό ζήτημα στη Σκωτία θα συνεχίσει να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σκωτίας υποστηρίζει μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική Σκωτία ως ένα βήμα προς μια εθελοντική σοσιαλιστική συνομοσπονδία κρατών ως το μόνο τρόπο για να δοθεί μια διέξοδος από τον εφιάλτη που αντιπροσωπεύει σήμερα ο καπιταλισμός.

«Σοσιαλισμός σημαίνει την ανάληψη της μεγάλης βιομηχανίας και όλων των βασικών υπηρεσιών σε δημόσια ιδιοκτησία. Σημαίνει τη δημοκρατική λειτουργία τους με τις ανάγκες της κοινωνίας να αποτελούν το κίνητρο της παραγωγικής διαδικασίας αντί του κέρδους. Σημαίνει να μην υπάρχει καμιά προνομιούχα ελίτ, παρά μόνο δικαίωμα του λαού να διαχειρίζεται τις δικές του υποθέσεις. Σημαίνει τη δημιουργία μιας διεθνούς αδελφότητας, μιας ενότητας βασισμένης στο σεβασμό της διαφορετικότητας και η οποία θα διασφαλίζει όλα τα εθνικά και μειονοτικά δικαιώματα» (Peter Hadden – Ταραγμένοι Καιροί).

Θεματικές