H «Κόκκινη Διετία» της Ιταλίας (1919-1920)

Εκατό χρόνια πριν, η Ιταλία συγκλονιζόταν από τα «Δύο Κόκκινα χρόνια» (Biennio Rosso), μια επαναστατική περίοδο κατά την οποία οι ένοπλοι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια. Η διετία 1919-1920, έχει αγνοηθεί συστηματικά από την ιταλική ιστοριογραφία, σε αντίθεση με το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου ή ακόμα και την Ιταλική ενοποίηση, στο 2ο μισό του 19ου αιώνα. Μάλιστα, την ίδια πρακτική ακολουθούν ακόμα και οι εργατικές ομοσπονδίες CGIL (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) και FIOM (Ομοσπονδία Μεταλλεργατών), παρότι πρωταγωνίστησαν κατά την περίοδο αυτή. Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μετάφραση άρθρου των σ. Μάσιμο Αμαντόρι και Τζουλιάνο Μπρουνέτι, μέλη της «Διεθνούς Αντίστασης» (Resistenze Internazionali – αδελφής οργάνωσης του «Ξ» στην Ιταλία), σε επιμέλεια του σ. Γιώργου Κασαμπαλάκου.

Η γέννηση της «Κόκκινης Διετίας», όπως και οι αντίστοιχες επαναστατικές περίοδοι στην Ουγγαρία (1919) ή στη Γερμανία (1918-19), καθορίστηκε από την διεθνή κατάσταση μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πόλεμου. Η Ιταλία πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ (συμμαχία Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας κ.α.), όπου το 3,5% του πληθυσμού (651.000 στρατιώτες και 589.000 πολίτες) βρήκαν το θάνατο. Η φτώχεια και οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης στην αγροτική Ιταλία, διεύρυναν το μίσος απέναντι στον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ, ο οποίος ήταν ήδη αντιδημοφιλής πριν τον πόλεμο.

Σε αντίθεση με τη Γερμανία και τη Γαλλία, όπου τα κυρίαρχα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα συντάχθηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους εγκρίνοντας τους πολεμικούς τους προϋπολογισμούς, στην Ιταλία το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (P.S.I.) τάχθηκε εξαρχής υπέρ της ουδετερότητας και κατήγγειλε την επερχόμενη αιματοχυσία. Στο εσωτερικό του PSI όμως υπήρχε μια δυνατή φιλο-πολεμική πτέρυγα, της οποίας ηγούταν ο τότε διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος, «Avanti», Μπενίτο Μουσολίνι.

Η δημιουργία του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος υπό τις ευλογίες της Αντάντ και τη χρηματοδότηση των βιομηχάνων

Με τη χρηματοδότηση των βιομηχάνων που προμήθευαν πολεμικό υλικό στο κράτος και φυσικά τη στήριξη των χωρών της Αντάντ, ο Μουσολίνι και άλλοι αποχωρήσαντες από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, μαζί με εθνικιστές και διάφορους άλλους πολιτικούς τυχοδιώκτες, ξεκίνησαν να προπαγανδίζουν ανοιχτά τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο.Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε η Λίγκα της Επαναστατικής Δράσης (del Fascio), το μετέπειτα Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Η αντιπαράθεση για την είσοδο ή όχι της Ιταλίας στον πόλεμο, πήρε μάλιστα ένοπλα χαρακτηριστικά το 1915, την περίοδο που ονομάστηκε «οι λαμπρές μέρες του Μάη», με αποτέλεσμα την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάτ.

Οι εργάτες και οι αγρότες πολέμησαν στο μέτωπο, με «κρύα καρδιά», χωρίς προετοιμασία και με ελλιπέστατο εξοπλισμό. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, η Ιταλία βρέθηκε βαθιά διαιρεμένη, παρότι τυπικά συμπεριλαμβανόταν στους νικητές. Οι φαντάροι που γύρισαν από το μέτωπο είχαν συσσωρευμένη οργή που είχε να κάνει με το τεράστιο λουτρό αίματος και τη βαρβαρότητα του πολέμου καθώς και με τον τρόπο που στρατηγοί και αξιωματικοί αντιμετώπιζαν τους φαντάρους σαν αναλώσιμους. Είναι γνωστό το παράδειγμα του φασίστα στρατηγού Γκρατσιάνι, που πυροβόλησε και σκότωσε κατά τη διάρκεια επιθεώρησης τον οπλίτη Αλεσάντρο Ρουφίνι, επειδή είχε τσιγάρο στο στόμα του.

Το ταξικό μίσος, που γιγαντώθηκε στα στρατόπεδα και στα πεδία της μάχης, μεταφέρθηκε στα εργοστάσια και στα μεγάλα αγροκτήματα όπου οι φτωχοί αγρότες δούλευαν σε άθλιες συνθήκες. Ταυτόχρονα, η αγροτική παραγωγή είχε μειωθεί σχεδόν στο μισό σε σχέση με προπολεμικά, όπως και οι μισθοί, σε αντίθεση με τα υπερκέρδη των εταιρειών Fiat, Breda, Ansaldo, κλπ, , που είχαν εκτοξευτεί λόγω των πολεμικών παραγγελιών. Οι υποσχέσεις που είχαν δοθεί στους αγρότες για παραχώρηση γης με την επιστροφή τους από το μέτωπο, αθετήθηκαν κατάφωρα, κι αυτό έκανε την κατάσταση ακόμα πιο εκρηκτική.

Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος και οι αντιφάσεις του PSI

Ας μην ξεχνάμε ότι μόλις 2 χρόνια πριν, ο θρίαμβος της εργατικής επανάστασης στη Ρωσία το 1917, έδειχνε το δρόμο στις εργατικές τάξεις των άλλων χωρών, ειδικά σε αυτές που γύρισαν από τον πολεμικό Αρμαγεδδώνα.

Οι καταλήψεις γης από φτωχούς αγρότες, που είχαν ήδη ξεκινήσει από το 1917, εντάθηκαν αφού πλέον συμμετείχαν και «εξαπατημένοι» βετεράνοι του πολέμου. Πραγματικές μάχες για την αναδιανομή της γης έγιναν σε όλη τη χώρα, από την Εμιλιάνα Ρομάνα και το Βένετο μέχρι την Απουλία και τη Σικελία.

Στο Τορίνο, οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια της FIAT. Τα εργοστασιακά συμβούλια αναλάμβαναν παντού τον έλεγχο και τη διαχείριση, μέσα από τα δημοκρατικά εκλεγμένα εργοστασιακά συμβούλια, που λειτουργούσαν με πρότυπο τα αντίστοιχα σοβιέτ στη Σοβιετική Ένωση. Ένοπλες εργατικές πολιτοφυλακές αναλάμβαναν να διαφυλάξουν τις εργατικές κατακτήσεις από τα φασιστικά αποσπάσματα, που χρηματοδοτούνταν επίσημα από τους εργοστασιάρχες.

Στο κίνημα των καταλήψεων εργοστασίων, κομβικός ήταν ο ρόλος του μαρξιστή Αντόνιο Γκράμσι, ηγετικού στελέχους του σοσιαλιστικού κόμματος και της εφημερίδας «Ordine Nuovo» (Νέα Τάξη).

Η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό του PSI και οι εσωτερικοί συσχετισμοί, εκφράζανε απόλυτα την ριζοσπαστικοποίηση που είχε φέρει ο πόλεμος στη συνείδηση της ιταλικής κοινωνίας. Το κόμμα είχε κάνει σαφή βήματα προς τα αριστερά και την επαναστατική κατεύθυνση, χωρίς όμως να έχει ξεκόψει οριστικά από τη δεξιά και την κεντρώα του τάση, που επιζητούσαν συμβιβαστικές λύσεις και δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να συμβεί ό,τι και στη Ρωσία, 2 χρόνια πριν. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το κόμμα ως κεντριστικό, δηλαδή επαναστατικό ως προς τη ρητορεία και την προπαγάνδα, ρεφορμιστικό και υπέρ της ταξικής συνεργασίας στην πράξη, όπως αποδείχθηκε δυστυχώς στη συνέχεια.

Κατά τη διάρκεια του 16ου συνεδρίου του κόμματος, τον Οκτώβρη του 1919, είχε αποφασιστεί η συμμετοχή του στην 3η Διεθνή που δημιούργησαν οι Μπολσεβίκοι μετά την κατάληψη της εξουσίας στη Ρωσία. Όπως όμως εξηγούσε ο Γκράμσι, η προσχώρηση στην Κομμουνιστική  Διεθνή, δεν συνοδεύτηκε από πλήρη κατανόηση εκ μέρους της ηγεσίας, των επαναστατικών καθηκόντων που συνεπάγονταν. Ήταν μάλλον μια προσπάθεια των ηγετικών κύκλων να ισορροπήσουν ανάμεσα στις αντικρουόμενες τάσεις προς όφελος μιας επίπλαστης ενότητας. Η επαναστατική τάση, στην οποία ανήκε τόσο ο Γκράμσι και η εφημερίδα «Ordine Nuovo» όσο και ο Αμεντέο Μπορντίγκα, εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Il Soviet», επεδίωκε την αποπομπή της δεξιάς τάσης του Τουράτι.

Η αριστερή – φιλοεπαναστατική στροφή του κόμματος, είχε εκτοξεύσει τον αριθμό των μελών από 24.000 σε 200.000, ενώ η CGIL (η αντίστοιχη ιταλική ΓΣΕΕ) μετρούσε 2 εκατομμύρια μέλη – συνδικαλισμένους εργάτες. H αναρχικής επιρροής Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση μετρούσε 800.000 μέλη.  Στις εκλογές του 1919, το PSI θριάμβευσε με 32,4%.

Το 1919, ενδεικτικά, πραγματοποιήθηκαν 1800 περίπου απεργίες, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο εργάτες.

Το κίνημα που προδόθηκε από μέσα

Το κίνημα των καταλήψεων εργοστασίων μεγάλωνε ολοένα, ταυτόχρονα με την επαναστατική διάθεση σε ολόκληρη την ιταλική επικράτεια: Στις 29 Μαρτίου του 1920, 1,2 εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν σε απεργία. Φαντάροι που μεταφέρονταν στην υπό ιταλική κατοχή Αλβανία, στασίασαν ενάντια στους αξιωματικούς τους, στην Ανκόνα.

Οι σιδηροδρομικοί απέργησαν προκειμένου να αποτρέψουν την μεταφορά «νομοταγών» στρατευμάτων εναντίον της πόλης (κάτι που τελικά δεν απετράπη λόγω της παρέμβασης των πυροβόλων του Πολεμικού Ναυτικού). Τον Σεπτέμβριο του 1920, οι περισσότερες μεταλλουργικές βιομηχανίες του Τορίνο ήταν υπό εργατικό έλεγχο.

Οι βιομήχανοι της Confindustria (αντίστοιχο του ΣΕΒ) και οι μεγαλογαιοκτήμονες της Confederation of Agriculture, από την άλλη, οργανώνονταν και δημιουργούσαν τις δομές που θα χρησιμοποιούσαν στην επερχόμενη σύγκρουση, που όλα έδειχναν ότι δεν θα αργούσε.

Ο πρωθυπουργός, Τζιολίτι, έστειλε στο Τορίνο 50.000 στρατιώτες, για να καταστείλει τους εργάτες και την επανάσταση, που έβλεπαν στους εφιάλτες τους οι βιομήχανοι και οι μεγαλογαιοκτήμονες. Οι εργάτες της πόλης, απομονωμένοι από την υπόλοιπη εργατική τάξη, χωρίς επαρκή οπλισμό και προδομένοι από την ηγεσία της CGIL που προχώρησε σε συμφωνία με την Confindustria, εγκατέλειψαν τα εργοστάσια.

Η ήττα αυτή ήταν καταλυτική για το ιταλικό κίνημα, από την οποία στην πραγματικότητα δεν μπόρεσε να ανακάμψει . Ταυτόχρονα, σηματοδότησε την γιγάντωση του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, που με τις ευχές και κυρίως, με τη χρηματοδότηση των βιομηχάνων, επιδόθηκε σε κυνήγι κομμουνιστών και συνδικαλιστών σε όλη τη χώρα, για να ξεριζώσει τον «κόκκινο κίνδυνο». Φασιστικές επιδρομές σε χωριά και πόλεις, παραδειγματικές δολοφονίες αγωνιστών του κινήματος και πυρπόληση των σπιτιών τους, ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Η ήττα του κινήματος των εργοστασιακών καταλήψεων της «Κόκκινης Διετίας», οφείλεται αποκλειστικά στο έλλειμμα ηγεσίας εκ μέρους του PSI και της CGIL. Η έλλειψη ξεκάθαρης επαναστατικής στρατηγικής τη στιγμή που ήταν πιο αναγκαία από ποτέ, παρά τη διάθεση των μαζών, οδήγησε στην τραγική ήττα του ένδοξου κινήματος της «Κόκκινης Διετίας» και τον ερχομό στην εξουσία του Μουσολίνι. Θα είναι όμως για πάντα μια λαμπρή εποχή ηρωϊσμού του ιταλικού και του παγκόσμιου προλεταριάτου.