Από τη δράση μας (April 28, 2017 12:44 pm)
Kronstadt_attack

Η εξέγερση της Κρονστάνδης το Μάρτη του 1921 – του Καρλ Ράντεκ

17/03/2017
Comments off
517 Views
Τον Μάρτη του 1921 οι ναύτες της Κρονστάνδης, ένα μικρό νησί-φρούριο στην είσοδο του κόλπου της Πετρούπολης, εξεγέρθηκαν με κεντρικό στόχο τη πτώση της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων. Το αίτημα αυτό «καλύφθηκε» πίσω από το αίτημα «έξω τα κόμματα από τα Σοβιέτ» (όταν όλα τα κόμματα πλην των Μπολσεβίκων είχαν ήδη εγκαταλείψει τα Σοβιέτ και είχαν στηρίξει την Αντεπανάσταση στον εμφύλιο πόλεμο και την ιμπεριαλιστική εισβολή που ξεκίνησε τρία χρόνια πριν, το 1918).
Η εξέγερση της Κρονστάνδης κράτησε μέχρι τις 17 Μάρτη (σαν σήμερα) οπότε και κατεστάλη από τους Μπολσεβίκους (είχαν μετονομαστεί σε Κομμουνιστικό Κόμμα). Είχε την υποστήριξη των Αναρχικών (που μόλις είχαν ηττηθεί στην ένοπλη σύγκρουσή τους με τους Μπολσεβίκους στην Ουκρανία) των αντιδραστικών Ρώσων εμιγκρέδων που είχαν φύγει από τη Ρωσία μετά τη νίκη της επανάστασης, καθώς και όλων των καπιταλιστών και των πολιτικών τους εκπροσώπων παντού, στην Ευρώπη και διεθνώς! Αυτή η αντιδραστική συμμαχία προφανώς δεν προβλημάτισε καθόλου τους Αναρχικούς.
Όλοι αυτοί οι υμνητές της εξέγερσης του 21, χρησιμοποίησαν το γεγονός πως οι ναύτες της Κρονστάνδης είχαν συμβάλει ενεργά στην επανάσταση του 1917 και στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, στο πλευρό των Μπολσεβίκων, για να καταδείξουν το επερχόμενο, κατ’ αυτούς, τέλος των Μπολσεβίκων, ελπίζοντας σε επέκταση της εξέγερσης στον πληθυσμό της Πετρούπολης και γενικότερα.
Η πραγματικότητα είναι πως οι ναύτες της Κρονστάνδης το 1921 ήταν ένα διαφορετικό στρώμα από τους ναύτες της Κρονστάνδης του 1917. Οι τελευταίοι, έχοντας παίξει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στην Οκτωβριανή Επανάσταση είχαν φύγει από την Κρονστάνδη για να αναλάβουν όλων των ειδών τα καθήκοντα στα πολεμικά μέτωπα και για να στηρίξουν το νεοδημιούργητο εργατικό κράτος. Η εξέγερση του ’21 βέβαια δεν ήταν μια «αψυχολόγητη ενέργεια» – ήταν αντανάκλαση των δεινών που είχε επιφέρει ο πόλεμος στις εργατικές και τις αγροτικές μάζες της Ρωσίας και των υπόλοιπων χωρών που αποτέλεσαν, μετά τη ρωσική επανάσταση, τη Σοβιετική Ένωση. Η Ρωσία συμμετείχε στον α’ παγκόσμιο πόλεμο, από το 1914. Έχοντας αναλάβει την εξουσία, τον Οκτώβρη του ’17, οι Μπολσεβίκοι έθεσαν τέρμα στον πόλεμο στις αρχές του 1918. Αλλά προτού περάσουν μερικοί μήνες δέχτηκαν την εισβολή πάνω από 20 ιμπεριαλιστικών χωρών (από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, μέχρι τη Βρετανία, τη Γαλλία και την… Ελλάδα) που σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησαν στο εσωτερικό της χώρας οι πρώην στρατηγοί της Τσαρικής εξουσίας, επεδίωκαν την πτώση της εξουσίας των Μπολσεβίκων.
Στο τέλος αυτών των χρόνων, το 1921 το ΑΕΠ της χώρας είχε καταρρεύσει στο 13% σε σχέση με πριν τον α’ παγκόσμιο πόλεμο. Στη χώρα επικρατούσε πραγματική πείνα και συνθήκες ολοκληρωτικής εξάντλησης των μαζών. Η εξουσία κρεμόταν από μια κλωστή. Σ’ αυτές τις συνθήκες η εξέγερση της Κρονστάνδης πρόσφερε για μια στιγμή, στους καπιταλιστές της Ρωσίας, της Ευρώπης και παγκόσμια, την ελπίδα ότι ίσως κατάφερναν να ανατρέψουν την εξουσία των Μπολσεβίκων. Έτσι υιοθέτησαν το σύνθημα των Αναρχικών «ναι στα Σοβιέτ χωρίς τους Μπολσεβίκους». Αυτοί καταλάβαιναν πως σοβιέτ χωρίς τους Μπολσεβίκους θα σήμαιναν, τελικά, επιστροφή της εξουσίας στους καπιταλιστές. Οι Αναρχικοί δεν το καταλάβαιναν – ή απλά αδιαφορούσαν.
Δημοσιεύουμε, με αφορμή την επέτειο αυτών των γεγονότων, άρθρο του Καρλ Ράντεκ, επιφανή Μπολσεβίκου της εποχής, που εξηγεί τι ακριβώς συνέβη στην Κρονστάνδη το 1921. Εξηγεί τι άλλαξε στις αντικειμενικές συνθήκες, ανάμεσα στο 17 και το 21, τι άλλαξε στη σύνθεση των ναυτών της Κρονστάνδης στην πορεία αυτών των χρόνων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι δυνάμεις του καπιταλισμού και της Αντεπανάστασης διεθνώς προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την εξέγερση του 21.
Τελικά οι δυνάμεις της επανάστασης μπόρεσαν να επιβληθούν της αντεπανάστασης. Αυτές οι συνθήκες, συνολικά, όμως, βοήθησαν καταλυτικά στο να αναπτυχθεί στο εσωτερικό του μπολσεβίκικου κόμματος μια ιδιότυπη αντεπανάσταση, που τελικά νίκησε καταργώντας τη δημοκρατία στο κόμμα και στο πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία – ο Σταλινισμός. Αυτό όμως αποτελεί ένα άλλο, τραγικό κεφάλαιο στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος.
Το άρθρο του Καρλ Ράντεκ για την εξέγερση της Κρονστάνδης το Μάρτη του 21, γράφτηκε στη Μόσχα, την 1η Απρίλη του ίδιου χρόνου.

 

Η εξέγερση της Κρονστάνδης

 

Του Καρλ Ράντεκ

 

 

 Kronstadt_attack

«Εγώ σε έφτιαξα, εγώ θα σε σκοτώσω».

Αυτή ήταν η λεζάντα κάτω από ένα σκίτσο που είχε δημοσιευτεί σε μια φυλλάδα που υποστήριζε τους «Λευκούς» [σημ. «Ξ»: «Λευκοί» ή «Λευκοφρουροί» ονομαζόντουσαν οι αντεπαναστάτες υποστηρικτές του Τσάρου και των καπιταλιστών που με την στήριξη των ιμπεριαλιστών επεδίωξαν την ανατροπή των «Κόκκινων» Μπολσεβίκων στον εμφύλιο που ακολούθησε τον επόμενο χρόνο της ρωσικής επανάστασης] στο Παρίσι και που παράσταινε ένα κρεμανταλά ναύτη να στρέφει το πιστόλι του εναντίον του Τρότσκι.

«Οι απαίσιοι ναύτες της Κρονστάντης που είχαν φέρει την επανάσταση σ’ όλες τις γωνιές της Ρωσίας, οι λυσσασμένοι εχθροί της μπουρζουαζίας αποσπάστηκαν από την κυβέρνηση των Σοβιέτ. Πάνω σε ποιον θα στηριχτεί από δω και πέρα;».

Να τι επαναλάμβαναν όλα τα πιθανά και απίθανα όργανα της ρωσικής αντεπανάστασης. Και όχι λίγα απ’ αυτά προβλέπανε κιόλας το τέλος της κυβέρνησης των Σοβιέτ.

Ωστόσο τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν. Αυτοί που προβάλλανε υπερήφανα το ξεσήκωμα της Κρονστάντης καταφύγανε στη χώρα της Χαναάν, στη Φινλανδία, όπου οι τάφοι των 30.000 προλετάριων των δολοφονημένων από τους Φινλανδούς Λευκοφρουρούς αρχίζουν να χορταριάζουν, εγκαταλείψανε τους ναύτες στα επαναστατικά δικαστήρια της Ρωσίας των Σοβιέτ.

Όμως η βίαιη συντριβή αυτής της ανταρσίας δεν εξάλειψε την σημασία της. Ο αληθινός χαρακτήρας της ανταρσίας της Κρονστάντης δεν φωτίζει μόνο την τωρινή κατάσταση στη Ρωσία, φωτίζει σύγκαιρα κι ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα της παγκόσμιας επανάστασης γενικά: το πρόβλημα των σχέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος με τη μάζα του προλεταριάτου και τη μορφή της δικτατορίας: δικτατορία του κόμματος ή ταξική δικτατορία (για να χρησιμοποιήσουμε τη συνηθισμένη και άλλωστε όχι σωστή φόρμουλα).

1. Η ανταρσία

Η ανταρσία της Κρονστάντης δεν ήτανε ένα γεγονός που οφειλόταν σε τοπικές αιτίες, μ’ όλο που έφερνε φυσικά πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνίστανται πρώτα-πρώτα σε τούτο: ότι το ξεσήκωμα δεν το προκάλεσε κάποια πάρα πολύ μεγάλη υλική αθλιότητα. Οι ναύτες της Κρονστάντης ζούνε καλύτερα από τον άλλο στρατό ή την εργατική τάξη, είναι καλοντυμένοι και οι υλικοί όροι διαβίωσης που τους προσφέρθηκαν ξεπερνούν το δίχως άλλο το μέσο όρο διαβίωσης του ρωσικού προλεταριάτου.

Η δυσαρέσκεια των ναυτών είχε κατά πρώτο λόγο για στόχο της την πειθαρχία και την τάξη και που είχε εγκαθιδρύσει η κυβέρνηση των Σοβιέτ. Πράγμα που επιβεβαιώθηκε εκφραστικά από το κεντρικό όργανο των Λευκοφρουρών. «Οι Τελευταίες Ειδήσεις», του Μιλιουκόβ, γράφουν, με βάση τα λεγόμενα ενός φυγάδα ναύτη, πως η δυσαρέσκεια είχε κιόλας εκδηλωθεί τον περασμένο χρόνο κι ότι είχε προκληθεί από τα ριζικά μέτρα της σοβιετικής κυβέρνησης για το σταμάτημα της αποσύνθεσης του στόλου. Παντού, μα ιδιαίτερα στη Ρωσία, οι ναύτες υπήρξαν ανέκαθεν στοιχείο απειθάρχητο και με κλίση στις υπερβασίες. Αυτό είναι μοιραίο επακόλουθο της ζωής τους και της οργανικής ένωσης που δημιουργείται ανάμεσα σ’ αυτούς και τα καράβια τους: δεν προλαβαίνουμε να βγούνε στη στεριά κι αμέσως σαλπάρουνε.

Εξ αιτίας αυτού του πνεύματος απειθαρχίας και από το μεγάλο αριθμό με ανώτερη ειδίκευση εργατών απ’ όπου προέρχονται, οι ναύτες της Κρονστάντης έπαιξαν στις δυο επαναστάσεις του 1905 και του 1917 ρόλο εξαιρετικό σαν φορέας καταστροφής του αστικού κράτους. Αυτοί οι εργάτες με ανώτερη ειδίκευση αποτελούσανε μέσα στο στόλο κάτι σαν ηθική συνδετική ύλη μεταβάλλοντας το πνεύμα της απειθαρχίας της μάζας σε επαναστατικό παράγοντα.

Όμως αυτά τα προλεταριακά επαναστατικά στοιχεία εξασθένησαν σημαντικά τα τρία τελευταία χρόνια. Τα παλιά πληρώματα της Κρονστάντης έδωσαν στην κυβέρνηση των Σοβιέτ ολόκληρες χιλιάδες μαχητές που σ’ όλες τις στρατιές, σ’ όλες τις υπηρεσίες κρατήσανε τον πιο δοξασμένο ρόλο στην υπεράσπιση και την ανοικοδόμηση της Σοβιετικής Ρωσίας.

Έτσι δεν έμεινε στην Κρονστάντη παρά ένα ασήμαντο μέρος από αυτούς τους παλιούς αγωνιστές που όλοι κρατάνε τώρα πόστα διοικητικά, αποτελούνε την κομμουνιστική θωράκιση του στόλου, κι είναι ενάντια σ’ αυτούς που ξεσηκώθηκαν, τα καινούργια πληρώματα.

Από πού στρατολογούνται τα πληρώματα του στόλου; Με βάση το δεδομένο ότι η Φινλανδία κι οι Βαλτικές χώρες δεν ανήκουνε πια στη Ρωσία, μένει μόνο η Νότια Ρωσία και οι ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Έτσι στην πλειονότητά του το ναυτικό αποτελείται από στοιχεία που προέρχονται από Ουκρανούς χωρικούς. Πρωτύτερα οι ειδικευμένοι ναύτες ήτανε κυρίως εργάτες μεταλλουργοί. Η ανάγκη να διατηρηθούν αυτοί οι εργάτες στην πολεμική βιομηχανία είχε για επακόλουθο πολλούς νεαρούς αστούς, που λόγω του πολέμου ή της επανάστασης είχαν αναγκαστεί να διακόψουνε τις σπουδές τους στις ανώτερες τεχνικές σχολές, να τους τραβήξει ο στόλος με τους σχετικά καλούς όρους που τους πρόσφερε. Αν προσθέσουμε ακόμα ότι η Κομμουνιστική Οργάνωση της Πετρούπολης είχε εξασθενήσει πολύ με την αναχώρηση δεκάδων χιλιάδων μελών της που ήτανε κυριολεκτικά φρουροί της Επανάστασης σ’ όλες τις γωνιές της Ρωσίας, καταλαβαίνουμε γιατί η εργασία πολιτικής διαπαιδαγώγησης των ναυτών είχε πάθει μεγάλη ζημιά.

Τέλος πρέπει να πούμε πως οι ναύτες της Κρονστάντης έχουνε μια πολύ ζωηρή αίσθηση της δύναμής τους. Ακτινοβολούν ακόμα το φωτοστέφανο του επαναστατικού παρελθόντος τους, κρατούνε τις πύλες της Πετρούπολης, το νησάκι τους είναι η Ελιγολάντη της επαναστατικής Ρωσίας. Αυτές είναι οι τοπικές ιδιομορφίες που κάνανε δυνατό το ξεσήκωμα της Κρονστάντης και του έδωσαν το ιδιότυπο χρώμα του. Κατά τρόπο γενικό και σε πρώτη γραμμή, είναι η δυσαρέσκεια του χωρικού, του Ουκρανού χωρικού, που εκδηλώθηκε σ’ αυτήν την ανταρσία. Ύστερα απ’ την απόκρουση των εχθρών, οι περισσότεροι ναύτες είχανε φύγει με άδεια για τα σπίτια τους. Παντού είχανε ακούσει πως δεν υπήρχε πια κίνδυνος από τη μεριά των λευκοφρουρών και παντού τους ξάφνιαζαν τα παράπονα για τις επιτάξεις τροφίμων. Στην Ουκρανία τους μιλήσανε για την ανελέητη πάλη της κυβέρνησης των Σοβιέτ ενάντια στις συμμορίες που λεηλατούνε, καίνε, κόβουνε τις σιδηροδρομικές γραμμές κάτω από την αναρχική σημαία του Μάχνο. Σε ένα άρθρο που έγραψε ένας ναύτης φυγάδας, στην εφημερίδα του Μιλιουκόβ, για να χαρακτηρίσει το ξεσήκωμα της Κρονστάντης, αναγνωρίζει ανοιχτά ότι οι εκκλήσεις του Μάχνο στη λεηλασία άρεσαν πολύ στους ναύτες που ανταποκρίνονταν άλλωστε με τον τρόπο τους (Φύλλο 17 Μάρτη 1921). Χαρακτηριστικό γεγονός είναι ότι τέσσερα μέλη της «Επαναστατικής Επιτροπής» της Κρονστάντης είναι παιδιά Ουκρανών χωρικών και ο σημαντικότερος απ’ αυτούς, ο Πετριτσένκο, είχε επονομαστεί «Πετλιούρα» από τους φίλους του.

Ο χωρικός πιστεύει πως δεν έχει πια τίποτε να φοβάται από τους φεουδαλικούς γαιοκτήμονες. Αυτός απαιτεί τώρα από την κυβέρνηση των Σοβιέτ να τον ελαφρώσει από τα βάρη του. Η ίδια τάση είχε το αντίχτυπό της στο νησάκι της Κρονστάντης. Το χωριατόπαιδο, που κρατιόταν εκεί κάτω πάνω στο καράβι του σε τάξη αυστηρή, είδε στους κομμουνιστές γενικά, ανθρώπους που απαιτούσαν απ’ αυτόν υπακοή και πειθαρχία όταν καμιά ναυτική μοίρα της Αντάντ δεν φαινότανε πια στον ορίζοντα. Και οι κομμουνιστές που του επιβάλλουνε πειθαρχία και τάξη είναι οι ίδιοι εκείνοι που ζητάν από το χωρικό το στάρι του. Από το άλλο μέρος ο ναύτης της Κρονστάντης νιώθει σαν γεννημένος επαναστάτης, δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να βοηθήσει τον καπιταλιστή, τον τσαρικό στρατηγό ή το μεγαλογαιοκτήμονα να ξαναποκτήσει την κυριαρχία του. Η διαμαρτυρία του για τα βάρη που επιβάλλονται στους χωρικούς, καθώς και για την επαναστατική πειθαρχία και τάξη, δεν είναι κατά τη γνώμη του εκδήλωση τάσεων αντεπαναστατικών. Αντίθετα, σκέφτεται, δεν είναι παρά μια επέκταση της Οκτωβριανής Επανάστασης. «Εμείς την κάναμε αυτή την επανάσταση, εμείς ανακηρύξαμε την εξουσία των Σοβιέτ, κι ωστόσο ποιος την ασκεί την εξουσία; Το Κομμουνιστικό Κόμμα. Είναι τα Σοβιέτ που πρέπει να κρατούν και να ασκούν την εξουσία, είναι ολόκληρη η μάζα. Πρέπει να θεμελιώσουμε την πραγματική εξουσία των Σοβιέτ».

Αυτή η τάση είχε επηρεαστεί από τη δημόσια συζήτηση που έχει καταπιαστεί, αυτή την περίοδο, με όλα τα ζητήματα που έχουνε συσσωρευτεί στους κόλπους του Κόμματος μέσα στα τρία χρόνια του πολέμου. Στον Τύπο και στις κομμουνιστικές συγκεντρώσεις αναφερόταν ανοιχτά πως μέσα σε αυτά τα χρόνια του πολέμου αγώνα η οργάνωση των Σοβιέτ είχε μολυνθεί από στοιχεία παρασιτικογραφειοκρατικά. Γινότανε συχνά λόγος για την ανάγκη να εκκαθαριστεί το Κόμμα από τα αριβιστικά του στοιχεία.

Η Κρονστάντη τα έχει ακούσει όλα αυτά και η ψυχολογία των ναυτών, η ουσιαστικά χωρική, όμως μεταμορφωμένη από τις βιοτικές συνθήκες, τα πήρε αυτά τα ψεγάδια σαν κάτι σύμφυτο με τη Ρωσία των Σοβιέτ.

Σ’ αυτή τη γενική αντίληψη υπάρχει ένα μίγμα αναρχισμού, που αποκρούει κάθε γραφειοκρατία και κάθε συγκεντρωτισμό, σοσιαλεπαναστατισμού [Σημ «Ξ»: αναφέρεται στις αντιλήψεις του αγροτικού κόμματος των Σοσιαλεπαναστατών που υπήρχε στη Ρωσία εκείνη την εποχή] και συντεχνιασμού, που υποστηρίζει πως ο εργάτης, το ίδιο όπως και ο χωρικός, είναι κύριος των προϊόντων του. Όλες αυτές οι τάσεις συγκεφαλαιώθηκαν στη διεκδίκηση της επανεκλογής των Σοβιέτ, επανεκλογής που θα τα ελευθέρωνε από την επίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος και κάθε κόμματος γενικά. Η συντεχνιακή πλευρά γοήτευσε ένα μέρος από τους εργάτες της Κρονστάντης για τους οποίους η άμεση κυριαρχία του προλεταριάτου πάνω σ’ όλα τα εργοστάσια σημαίνει οικειοποίηση από τον εργάτη του προϊόντος της εργασίας του, το νόμιμο δικαίωμα να ανακουφίζει την ανέχειά του πουλώντας τα όργανα εργασίας και ενδεχόμενα τα προϊόντα του.

Πέρα από αυτό οι άνθρωποι της Κρονστάντης δεν ένιωθαν απομονωμένοι. Είχαν ακούσει να γίνεται λόγος για αγροτικά κινήματα γύρω από τα οποία κυκλοφορούσαν υπερβολικές φήμες (έπαιρναν εφημερίδες των «Λευκών» από την Φινλανδία). Είχαν ακούσει για την ανέχεια και τις απεργίες που έκαναν θραύση στην Πετρούπολη, ανάμεσα στους εργάτες που περίμεναν μια ανακούφιση της θέσης τους ύστερα από το τέλος του πολέμου. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα οι παράνομες οργανώσεις των Σοσιαλεπαναστατών της δεξιάς και της Αριστεράς, των Αναρχικών, των Μενσεβίκων και –ολότελα στο αθέατο παρασκήνιο των ναυτών– η μοναρχοαντεπαναστατική συνωμοσία του διοικητή του πυροβολικού Κοζλόβσκι όλες αυτές οι οργανώσεις κινήθηκαν δραστήρια.

Οι ναύτες αρχικά δεν σκεφτόντανε να ξεσηκωθούν. Οργάνωσαν θυελλώδεις συγκεντρώσεις όπου συναντήθηκαν με τον επίτροπο του στόλου Κούζμιν που πολύ τον εκτιμούσαν, καθώς και με τον Ζηνόβιεφ. Την ημέρα της ανταρσίας ο Καλίνιν, πρόεδρος της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής, που τον μεταχειρίστηκαν με το μεγαλύτερο σεβασμό, τους μίλησε στην πλατεία της Άγκυρας στην Κρονστάντη.

Το μεσημέρι οι αντιπρόσωποι των ναυτών συνήλθαν για να συζητήσουνε πάνω στην επανεκλογή του Σοβιέτ. Πάνω στη συζήτηση έφτασε η είδηση πως, δήθεν, μεγάλα στρατιωτικά αποσπάσματα βάδιζαν εναντίον τους. Αυτό δεν ήτανε παρά προβοκάτσια, το μέσο που είχαν διαλέξει οι Σοσιαλεπαναστάτες ή μάλλον οι μοναρχικοί για να μετατρέψουνε την αντιδικία σε ένοπλη ρήξη. Για να εξασφαλιστούν από κάθε αιφνιδιασμό, οι ναύτες βγάλανε περίπολα. Μα τους υποβάλανε έντεχνα την ιδέα πως αυτό ήταν ολότελα άχρηστο, πως το Σοβιέτ της Πετρούπολης θα χτυπούσε παρ’ όλα αυτά επειδή οι κομμουνιστές δεν ήθελαν να δεχτούν την επανεκλογή. Πρέπει, τους έλεγαν, να πάρετε εχέγγυα για την επανεκλογή των Σοβιέτ στην Πετρούπολη συλλαμβάνοντας τους κομμουνιστές και μη επιτρέποντας πια σε κανέναν από την Πετρούπολη να έρθει στην Κρονστάντη.

Οι ναύτες αποκλείουν την Πετρούπολη και συλλαμβάνουν τους κομμουνιστές αντιπροσώπους. Η σύγκρουση έχει αρχίσει. Η κυβέρνηση των Σοβιέτ δεν μπορούσε φυσικά να ανεχτεί τη σύλληψη των αντιπροσώπων της, την κατάληψη από τους εξεγερμένους του φρουρίου που φυλάει τις προσβάσεις της Πετρούπολης.

Ο ραδιοτηλεγραφικός σταθμός του θωρηκτού «Πέτρος και Παύλος» στέλνει κρυπτογραφικά τηλεγραφήματα στο Ρεβάλ και την Φινλανδία. Είναι ολοφάνερο πως υπάρχει στην Κρονστάντη ένα επιτελείο για το οποίο η επανεκλογή των Σοβιέτ δεν είναι παρά πρόσχημα και το οποίο είναι ικανό να παραδώσει την Κρονστάντη στην Αντάντ. Οι Λευκοφρουροί της Φινλανδίας προσπαθούν να αποκαταστήσουν επαφή με την Κρονστάντη.

Η κυβέρνηση των Σοβιέτ διατάζει τους ναύτες να καταθέσουνε τα όπλα, μα αυτοί ελπίζουνε πως το παράδειγμά τους θα το ακολουθήσουνε στην Πετρούπολη και στη Μόσχα. Οι αρχηγοί τους τους υπόσχονται πως σε μερικές μέρες η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να κάνει καινούργιες εκλογές που θα οδηγήσουν σε μια «ακομμάτιστη κυβέρνηση» των Σοβιέτ που θα βάλει τα πάντα στη θέση τους και θα υποστηρίξει όλο τον κόσμο. Ο χωρικός δεν θα δίνει πια τα προϊόντα του και ο εργάτης δεν θα πεινάει πια.

Τέλος οι ναύτες είναι βέβαιοι ότι, ύστερα από το ξεσήκωμά τους εναντίον της κυβέρνησης των Σοβιέτ, θα έχουν να δώσουνε λόγο για τις πράξεις τους και γι’ αυτό είναι άκαμπτοι στην αντίστασή τους. Μα η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Δεν το μπορεί για τον απλό λόγο πως όταν θ’ αρχίσουνε να λιώνουν οι πάγοι στον Φινλανδικό κόλπο και στο Νέβα, οι αντεπαναστάτες θα μπορούν να σπρώξουνε τους ναύτες στην άμεση πάλη εναντίον της Πετρούπολης. Και η μοίρα τραβάει το δρόμο της: ο γόρδιος δεσμός θα κοπεί με το σπαθί.

Τα φερμένα από το μέτωπο στρατεύματα, οδηγούμενα από το τάγμα κρούσης των ερυθρών δόκιμων διοικητών και των αντιπροσώπων στο Συνέδριο του Κόμματος, περνάνε μια νύχτα πάνω στον πάγο του κόλπου της Φινλανδίας που αρχίζει κιόλας να τρίζει. «Ποτέ ακόμα το πεζικό δεν πολέμησε με πολιτικά καράβια πάνω στον πάγο», φωνάζανε οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Το παράδειγμα του Βοροσίλοβ, του Ζατόνσκι, του Μπούμπνοβ κλπ., το παράδειγμα των δόκιμων αξιωματικών παρέσυρε τα στρατεύματα και στο σκάσιμο της μέρας βρισκόντουσαν πάνω στη στέρεη γη της Κρονστάντης μέσα στη φωτιά των οδομαχιών με τους εξεγερμένους. Η αντίσταση υπήρξε λυσσασμένη, όχι όμως όσο θα μπορούσε να είναι με τα μέσα που είχε στη διάθεσή της η Κρονστάντη. Τις τελευταίες μέρες η πίστη στη νίκη είχε κλονιστεί ανάμεσα στους ναύτες και πολύ πιθανό ακόμα και η πίστη στο δίκαιο της υπόθεσής τους.

Αυτό κυρίως γιατί η αντεπανάσταση, στην αρχή μασκαρεμένη πίσω από το προσκήνιο, αποκαλύπτονταν ολοένα και περισσότερο. Ο Σοσιαλεπαναστάτης Τσερνόβ υπέβαλε στους ναύτες το αίτημα για τη Συντακτική. Από τη Φινλανδία φτάσανε σαν αντιπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού ατόφιοι Ρώσοι Λευκοφρουροί με επικεφαλής της τον πλοίαρχο Γουϊλκινς που οι παλιοί ναύτες τόνε γνωρίζανε σαν τύραννο του στρατιώτη και που είχε μπορέσει να ξεφύγει από την εκδίκησή τους στο 1917 φεύγοντας στο εξωτερικό. Όλα αυτά φωτίσανε τη μάζα και υποσκάψανε την εμπιστοσύνη της στο δίκαιο της υπόθεσής της.

Οι άνθρωποι του Κοζλόβσκι ζητούσαν ολοένα και πιο ανοιχτά υπακοή στις διαταγές τους γιατί χωρίς πειθαρχία η άμυνα των θέσεων δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί. Οι σπιούνοι τους από την Πετρούπολη τους πληροφορούσανε πως το ξεσήκωμά τους όχι μόνο δεν είχε παρασύρει τους εργάτες, μα αντίθετα τους είχε εξαιρετικά ψυχράνει, έτσι που ακόμα και τα εργοστάσια όπου είχε γίνει ζύμωση είχανε ξαναρχίσει τη δουλειά ακούγοντας το κανόνι της Κρονστάντης. Τότε η Κρονστάντη καταλήφθηκε με έφοδο. Καθώς θαβόντανε κιόλας οι νεκροί, οι λευκές εφημερίδες του Παρισιού, του Βερολίνου και της Πράγας άρχισαν να φτάνουνε στη Ρωσία και φάνηκε τότε πόσο δίκιο είχε η κυβέρνηση των Σοβιέτ να μη θεωρήσει την εξέγερση σαν το αρχίνισμα της «τρίτης επανάστασης», μα απλά και μόνο να τη στιγματίσει σαν μια καινούργια απόπειρα αντεπαναστατικής επίθεσης.

2. Το καινούργιο σχέδιο της Αντεπανάστασης

Μόλις οι Ρώσοι αντεπαναστάτες μάθανε τα νέα του ξεσηκωμού, ξέχασαν την άβυσσο που τους χωρίζει από τη Κρονστάντη.

Ο Σαβίνκοφ, ο βοηθός του Κερένσκυ που έσφαξε 16.000 χωρικούς και εργάτες στο μέτωπο της Γαλικίας όταν αυτοί αρνήθηκαν να πάρουνε μέρος στην εγκληματική επίθεση του Ιούνη του 1917, ο Σαβίνκοφ στην εφημερίδα του της Βαρσοβίας «Ζβομπόντα», που βγαίνει με λεφτά της πολωνικής κυβέρνησης, καυχιότανε μ’ αυτά τα λόγια (Φύλλο της 24 του Φλεβάρη):

«Αγωνίζομαι ενάντια στους Μπολσεβίκους, αγωνίζομαι στο πλευρό εκείνων που τους έχουν ήδη πολεμήσει, με τον Κολτσάκ, τον Ντενίκιν, τον Βράγγελ, ακόμα και με τον Πετλιούρα, όσο παράξενο κι αν μπορεί να φαίνεται αυτό».

Ο Σαβίνκοφ, ο φίλος του Μπαλάχοβιτς, ο ήρωας των αντεβραϊκών πογκρόμ της Λευκορωσίας, γράφει στην εφημερίδα του πως οι ναύτες της Κρονστάντης ξεπλύνανε όλες τις αμαρτίες τους με το τελευταίο ξεσήκωμά τους.

«Όταν το καταδρομικό «Αβρόρα» ρίχνει πάνω στην Πετρούπολη (είδηση υποβολιμαία) αυτό είναι εκδήλωση μεταμέλειας για το έγκλημα που έκανε στις 25 του Οκτώβρη 1917 ρίχνοντας πάνω στο Χειμερινό Ανάκτορο όπου έδρευε η κυβέρνηση Κερένσκι».

Το «Ρουλ» του Βερολίνου, όργανο της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος των Καντέ [σημ. «Ξ»: «Συνταγματικοί Δημοκράτες», κόμμα των Ρώσων καπιταλιστών] γράφει:

«Το ξεσήκωμα της Κρονστάντης είναι ιερό γιατί είναι ένα ξεσήκωμα εναντίον της ιδέας της Νοεμβριανής επανάστασης».

Στο Παρίσι ο Σύνδεσμος των Ρώσων Βιομηχάνων και Χρηματιστών, όταν έμαθε τα νέα της Κρονστάντης, έκρινε πως δεν έπρεπε να ανησυχεί για τις εξτρεμιστικές διεκδικήσεις της εξέγερσης, αιτία πρωταρχική της ανταρσίας, επειδή, το μόνο ουσιαστικό σημείο ήταν πως

«οι ναύτες ήταν υπέρ της ανατροπής της κομμουνιστικής κυβέρνησης». («Τελευταίες Ειδήσεις» του Παρισιού, 8 Μάρτη).

Οι ρωσικές τράπεζες, έχοντας επικεφαλής τους τον τσαρικό πρώην υπουργό των Οικονομικών Κοκόβτσεβ, άρχισαν να συγκεντρώνουν χρήματα για την Κρονστάντη. Ο Γκουτσκόβ, αρχηγός του ιμπεριαλιστικού κόμματος, ήρθε σ’ επαφή με την αγγλική και αμερικανική κυβέρνηση για να πάρει τρόφιμα.

Η γαλλική και η αμερικανική κυβέρνηση παραγγείλανε αμέσως στους πράκτορές τους στο Έλσιγκφορς και στην Εσθονία να βάλουν όλα τους τα δυνατά για να βοηθήσουνε με τρόφιμα τους στασιαστές της Κρονστάντης.

Οι Αντεπαναστάτες αντιληφθήκανε με ασυνήθιστη σαφήνεια και ευρύτητα πνεύματος τη βαθειά σημασία των γεγονότων της Κρονστάντης. Το όργανο του Μιλιουκόβ «Τελευταίες Ειδήσεις» καθώς και η «Κοινή Υπόθεση» του Μπούρτζεβ δεν περιοριστήκανε να δώσουν αμέσως και κατηγορηματικά την υποστήριξή τους στους ναύτες της Κρονστάντης μα και καταστρώσανε παρευθύς ολόκληρο τακτικό σχέδιο για την αποδοχή των διεκδικήσεων της Κρονστάντης.

Η ουσία αυτής της τακτικής βρισκότανε στην αναγνώριση του γεγονότος πως κάθε αντεπαναστατική επίθεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία όταν ενεργεί ανοιχτά με τις δυνάμεις της Αντάντ και τους ανθρώπους του παλιού καθεστώτος και έχει επικεφαλής της εκπρόσωπους των μεγαλογαιοκτημόνων και της κεφαλαιοκρατίας. Οι λαϊκές μάζες δεν πιστεύουνε στις αγνές και αφιλόκερδες προθέσεις των Συμμάχων. Γιατί ξέρουνε πολύ καλά πως όταν οι συμμαχικές δυνάμεις βαδίζουν εναντίον της Ρωσίας των Σοβιέτ το κάνουνε με την πρόθεση να την μετατρέψουνε σε αποικία.

Η αιτία της ήττας του Ντενίκιν, του Κολτσάκ κλπ συνίσταται, κατά τον Μιλιουκόβ κυρίως σε τούτο, ότι σαν εκπρόσωποι της τάξης των ευγενών προκαλούσαν την αποστροφή των χωρικών. Το πρώτο συμπέρασμα που βγάζει ο Μιλιουκόβ απ’ αυτό το γεγονός είναι ότι το αντεπαναστατικό κίνημα θα μπορούσε να νικήσει στη Ρωσία μόνο αν προέλθει από το εσωτερικό και είναι απαλλαγμένο, τουλάχιστον φαινομενικά, από κάθε φεουδαλική τάση. Μα με βάση τα γεγονότα της Κρονστάντης ο Μιλιουκόβ κάνει ένα δεύτερο βήμα: αναγνωρίζει πως ούτε για τους χωρικούς, ούτε για τους εργάτες και τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού η διεκδίκηση της Συντακτικής δεν αποτελεί πια δύναμη έλξης. Οι ναύτες ξεσηκώθηκαν στ’ όνομα της αληθινής εξουσίας των Σοβιέτ, μα σύγκαιρα φωνάξανε: Κάτω οι κομμουνιστές! Αυτό το «Κάτω οι κομμουνιστές!» κάνει τον Μιλιουκόβ να αποδεχτεί, στα λόγια, την «αληθινή εξουσία των Σοβιέτ».

Με την πτώση της κομμουνιστικής κυβέρνησης θα πέσει και η μοναδική δύναμη που υποστηρίζει τη Ρωσία των Σοβιέτ στην πάλη τους ενάντια στο παγκόσμιο κεφάλαιο, η μόνη δύναμη που μπορεί, προπαντός τώρα που έχει κερδίσει την ειρήνη, να ξαναφέρει την κανονική ζωή, η μόνη δύναμη που μπορεί σαν το πιο ώριμο τμήμα της μάζας των χωρικών και του επαναστατικού προλεταριάτου να οδηγήσει το καράβι μέσα απ’ όλες τις ξέρες και να εξασφαλίσει τέλος το έργο της επανάστασης.

Σοβιέτ χωρίς κομμουνιστές δεν θα αντιπροσώπευαν άλλο από τις διστακτικές εργατικές μάζες τις κουρασμένες και διασκορπισμένες και θ’ αναγκαζότανε ν’ αφήσουνε να ενεργούν ανεξέλεγκτα όλες οι αστικές δυνάμεις που τις είχε κάτω από τον πιο αυστηρό έλεγχο η κυβέρνηση των κομμουνιστικών Σοβιέτ.

Οι αντεπαναστάτες εμιγκρέδες θ’ άρχιζαν να συρρέουν στη Ρωσία, να κατακλύζουνε με πράκτορές τους ολόκληρο το διοικητικό μηχανισμό αυτών των ακομμάτιστων Σοβιέτ και θα εκπορθούσανε πραγματικά την εξουσία. Και τότε θα ερχόταν η στιγμή να δοθούνε σ’ αυτή την πραγματική δύναμη οι νομικές μορφές που η αντεπανάσταση θα έκρινε αναγκαίες.

Το όργανο του Μιλιουκόβ προχωρεί ακόμα και σε μια πολεμική μ’ ένα Σοσιαλεπαναστάτη θεωρητικό, ως το σημείο να υπερασπίζεται τα Σοβιέτ όχι μόνο σαν όργανα διοίκησης μα και σαν κυβερνητική εξουσία:

«Τα Σοβιέτ δεν είναι μόνο όργανα συμβουλευτικά ή νομοθετικά, είναι και όργανα της κρατικής εξουσίας στο σύνολό της. Και μόνο σαν τέτοια μπορούνε ν’ αντικαταστήσουνε το μπολσεβίκικο κράτος και ν’ αποτελέσουνε τη βάση μιας πιο ομαλής οργάνωσης των επαρχιών χωρίς να ξεκόψουνε με τον πληθυσμό. Είναι αυτονόητο πως θα μπορούσανε να εκπληρώσουν αυτόν το βιώσιμο ρόλο, μόνο ύστερα από την επανεκλογή τους». (Φύλλο της 8 του Μάρτη του 1921).

Ο Μιλιουκόβ, ιδρυτής και ιδεολογικός ηγέτης του φιλελεύθερου κόμματος των Καντέ, που έδειχνε να είναι τυφλός δογματικός του ευρωπαϊκού κοινοβουλευτισμού, κατάλαβε ότι με τη συντριβή του Κομμουνιστικού Κόμματος θα καταστρεφόταν η μόνη δύναμη για τη διατήρηση της Ρωσίας σαν μεγάλου παγκόσμιου επαναστατικού παράγοντα. Η Σοβιετική Ρωσία δίχως τη δικτατορία των κομμουνιστών θα γίνει λεία της αντεπανάστασης. Υποδείχνει λοιπόν σαν αποφασιστικό στόχο για την αντεπανάσταση την εκμηδένιση του Κομμουνιστικού Κόμματος καθώς ξεφωνίζει:

«Μην απωθείτε τις εργατικές και αγροτικές μάζες με διεκδικήσεις επιστροφής στις μορφές του αστικού κράτους. Ελάχιστα ενδιαφέρει η μορφή, εκείνο που ενδιαφέρει είναι το βάθος».

Στην αγροτική Ρωσία ύστερα από τον εκμηδενισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος οι εργαζόμενοι του κάμπου θα στερεώσουν την εξουσία τους κάτω από την μορφή των Σοβιέτ σαν τάξη αστικο-συντηρητική και τα άλλα θα γίνουν από μόνα τους.

3. Τα διδάγματα από το ξεσήκωμα της Κρονστάντης

Η τακτική της ρωσικής Αντεπανάστασης, που τείνει να συντρίψει την εξουσία της Ρωσίας των Σοβιέτ και ν’ ανατρέψει το Κομμουνιστικό Κόμμα ρίχνοντας στη μάχη εναντίον αυτού του κόμματος τις μικροαστικές, αγροτικές και μισοπρολεταριακές μάζες – αυτό το σχέδιο της ρωσικής Αντεπανάστασης, που πασχίζει να θριαμβεύσει στο όνομα μιας κυβέρνησης πραγματικά σοβιετικής και μιας «τρίτης επανάστασης», δεν θα πραγματοποιηθεί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι αρκετά ευέλικτο και συνετό, είναι αρκετά σ’ επαφή με τις μάζες για να κάνει να ναυαγήσει αυτό το σχέδιο.

Επωφελούμενο από την εξωτερική ανάπαυλα για να μειώσει τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού και ν’ ανακουφίσει έτσι το χωρικό από τα βάρη που σηκώνει. Ικανοποιώντας τον σύγκαιρα, δια μέσου της βιομηχανίας και του εμπορίου, αυτό το κόμμα θα μπορέσει να συσφίξει τους δεσμούς του με το χωρικό. Θα κεντρίσει την πρωτοβουλία των προλεταριακών μαζών για να καλυτερέψει την υλική τους κατάσταση και να τραβήξει στην πρώτη γραμμή στο Κόμμα, τα πιο καθυστερημένα στρώματα. Από τώρα, μερικές εβδομάδες μόλις ύστερα από το Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, προτού ακόμα εκδηλωθούν όλα τα επακόλουθα από τη νέα πολιτική του, νιώθει κιόλας κανείς μια καινούργια πνοή να ψυχώνει τις λαϊκές μάζες, νιώθει κανείς χειροπιαστά ότι η κυβέρνηση των Σοβιέτ χάλασε τα σχέδια της Αντεπανάστασης που πήγαινε ν’ ανορθωθεί πάνω στις πλάτες των μικροαστικών στρωμάτων.

Μα το γεγονός ότι η ρωσική Αντεπανάσταση στην πάλη της για την εξουσία έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει τη διεκδίκηση για τα Σοβιέτ που την είχε συντρίψει, να τη χρησιμοποιήσει εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτό το γεγονός έχει παγκόσμια ιστορική σημασία.

Είναι το επαναστατικό ένστιχτο του δυτικού προλεταριάτου που εκφράστηκε όταν, στην αλληλεγγύη του με τη Ρωσία των Σοβιέτ, θεωρούμενη σαν εστία της παγκόσμιας επανάστασης, αυτό το προλεταριάτο φώναξε: «Καλή ,η κακή, είναι η πατρίδα μου – η προλεταριακή πατρίδα μου».

Χωρίς ν’ αφήσει να εντυπωσιαστεί από κανένα παραμύθι για το Κομμουνιστικό Κόμμα, για την «τρομοκρατία» του, ή για τον «οπορτουνισμό» του, κατάλαβε πως το ζήτημα δεν ήτανε σε πιο βαθμό ο κομμουνισμός, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στη Ρωσία –γιατί ο κομμουνισμός δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ούτε βιαστικά ούτε απομονωμένα μέσα σε μια αγροτική χώρα– μα πως το μόνο που ενδιαφέρει είναι ότι η Ρωσία αποσπάστηκε από τα χέρια της ευρωπαϊκής Αντεπανάστασης, ότι 100 εκατομμύρια χωρικοί και οι οικονομικές δυνάμεις της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής χώρας δεν μπορούνε πια να χρησιμοποιούνται για να στηρίξουνε οικονομικά και στρατιωτικά τον καπιταλισμό που πολεμάει για την ύπαρξή του, μα χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουνε το παγκόσμιο προλεταριάτο που παλεύει για μια καινούργια κοινωνική κατάσταση.

Το παγκόσμιο προλεταριάτο κατάλαβε λοιπόν πως αν τα πράγματα ήταν έτσι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα ‘χει πάντα δίκιο αν διατηρήσει την εξουσία στα χέρια του. Όλες οι πράξεις του πρέπει να κρίνονται απ’ αυτή την άποψη, δηλαδή ότι για να νικήσει την αντεπανάσταση που επιτίθεται με οπλισμένο χέρι, αυτό το κόμμα συγκεντρώνει ανελέητα όλους τους πόρους της χώρας, έστω κι αν κάνει ορισμένες παραχωρήσεις στα μικροαστικά στοιχεία (της υπαίθρου) για να τα αποσπάσει από τους γαιοκτήμονες και το κεφάλαιο, φορείς της αντεπανάστασης. Η πρωτοπορία του προλεταριάτου με το επαναστατικό της ένστικτο, τα έχει καταλάβει καλά όλα αυτά και βλέπει τώρα πόσο δίκιο είχαν εκείνοι που λέγανε: «Δεν μπορείς να υποστηρίζεις τη ρωσική επανάσταση και συνάμα να πολεμάς το Κομμουνιστικό Κόμμα». Αυτό που δοκίμασαν να κάνουν οι Χίλφερντιγκ, Ντίμαν, Λονγκέ, Μπάουερ, δηλαδή να υιοθετήσουν διαφορετική στάση απέναντι στη Σοβιετική Ρωσία, ή τη ρωσική επανάσταση –αυτό μπροστά στην τακτική της ρωσικής αντεπανάστασης στα γεγονότα της Κρονστάντης– παρουσιάζεται σαν απάτη και στην πιο ευνοϊκή περίπτωση σαν αυταπάτη.

«Ζήτω η Ρωσική Επανάσταση! Ζήτω η Ρωσία των Σοβιέτ! Κάτω οι Ρώσοι Κομμουνιστές! Κάτω οι δικτάτορες της Μόσχας!»,

φώναζαν οι Χίλφερντιγκ και οι Μπάουερ, οι Λονγκέ και οι Γκρίμ.

«Κάτω οι δικτάτορες της Μόσχας!»,

τους απαντούν ο υπουργός Οικονομικών του τσάρου Κοκόβτσεβ και ο ήρωας των Δαρδανελίων, Μιλιουκόβ, το Χρηματιστήριο του Παρισιού και ο στρατηγός Βράγγελ. Και προσθέτουν:

«Όταν το ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα πέσει, η Αντεπανάσταση θα μπορέσει για κάποιον καιρό τουλάχιστον, να κρυφτεί κάτω από το μανδύα των Σοβιέτ».

Δεν είναι ο μανδύας το ουσιαστικό, το ουσιαστικό είναι αυτός που τον φοράει, και γι’ αυτό αξίζει τον κόπο ο μανδύας να μην αλλάξει.

Οι Χίλφερντιγκ, οι Ντίτμαν, οι Μπάουερ, οι Άντλερ, οι Λονγκέ κι όλοι οι ήρωες της 21/2 Διεθνούς εμφανίζονται σ’ αυτή την περίπτωση όχι σαν δεξιά πτέρυγα του εργατικού επαναστατικού κινήματος, μα σαν αριστερή πτέρυγα της παγκόσμιας καπιταλιστικής αντεπανάστασης. Ο αυριανός ιστορικός της μεγάλης μάχης που οδηγεί στην απελευθέρωση του παγκόσμιου προλεταριάτου δεν θα παραλείψει να υπογραμμίσει αυτό το γεγονός, ότι τη μέρα που οι κομμουνιστές της Ρωσίας σκεπάζανε με τα κορμιά τους το ρήγμα που είχαν ανοίξει στα τείχη της Πετρούπολης οι ναύτες της Κρονστάντης, το «Freiheit» έγραφε «Ζηνόβιεφ, ο διαφθορέας του ρωσικού προλεταριάτου», ότι ο κ. Λονγκέ και ο κ. Μπάουερ εκφράζανε τις συμπάθειές του, όχι στους κομμουνιστές που φτιάχνανε με τα κορμιά τους ένα καινούργιο τείχος γύρω από την Πετρούπολη πάνω στον πάγο του κόλπου της Φινλανδίας, μα στα ασυνείδητα όργανα της παγκόσμιας Αντεπανάστασης στην Κρονστάντη.

Τα γεγονότα της Κρονστάντης υποχρεώσανε το προλεταριάτο της Δύσης να βγάλει και άλλα συμπεράσματα. Αυτά δίνουνε την τελική νότα στην αντιπαράθεσή μας με τη φράξια των κομμουνιστών που ήθελε να αντιτάξει στη ρωσική δικτατορία, στη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος, την ιδέα της δικτατορίας της μάζας ολόκληρου του προλεταριάτου. Οι Λάουφενμπεργκ και οι Βόλφχαϊν που νόμισαν πως μπορούσανε ν’ αντιτάξουνε στα 1919 τη «δικτατορία της μάζας» στη «δικτατορία του κόμματος» πέρασαν ανοιχτά στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Στην τελευταία μπροσούρα τους «Η Μόσχα και η Γερμανική Επανάσταση» ανακηρύσσονται ανοιχτά αντίπαλοι όχι μόνο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας, μα ακόμα και της Σοβιετικής Ρωσίας, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση των Σοβιέτ στις γερμανικές εργατικές μάζες σαν κακή επανέκδοση του τσαρισμού. Οι Ρούλε και Σία έσπρωξαν το μίσος τους εναντίον της ιδέας του επαναστατικού κόμματος ως το σημείο να συμμαχήσουνε με τους Ντίτμαν και Σία για να πολεμήσουνε τάχα το «δεσποτισμό» του ρωσικού ΚΚ. Καταγγέλθηκαν σαν αντεπαναστάτες ακόμα και από τα κομμουνιστικά στοιχεία της Γερμανίας που συμφωνούσαν ως τώρα μαζί τους. Μα αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να αχθεί σε αίσιο πέρας μόνο αν η Κομμουνιστική Διεθνής σ’ όλα της τα τμήματα από τα γεγονότα της Κρονστάντης και την τακτική της ρωσικής Αντεπανάστασης, πέρα από τα ειδικά ρωσικά γνωρίσματα, βγάλει διδάγματα που να ισχύουνε για όλες τις χώρες.

Το ειδικά ρωσικό σ’ αυτά τα γεγονότα είναι ότι: Πρώτο, το προλεταριακό στρώμα είναι πολύ πιο μικρό, σε αναλογία πληθυσμού, στη Ρωσία παρά στη Δύση. Δεύτερο, τα μικροαστικά στρώματα της υπαίθρου είναι πολύ πιο ισχυρά στη Ρωσία απ’ ότι στην Αγγλία, ή τη Γερμανία, κατά συνέπεια η επιρροή τους πάνω στην εργατική τάξη είναι πολύ πιο δυνατή απ’ ότι θα είναι αλλού και γι’ αυτό το λόγο οι μικροαστικές ταλαντεύσεις της εργατικής τάξης είναι μεγαλύτερες στη Ρωσία παρά στην Ευρώπη.

Οι δυσκολίες του επισιτισμού θα είναι δεκαπλάσιες απ’ ότι στη Ρωσία και θα υπάρχουν εκεί κάτω καταστάσεις όπου πλατιές εργατικές μάζες θα φανούν διστακτικές, θα σκεφτούν ακόμα και να συνθηκολογήσουν απέναντι στη μπουρζουαζία και όπου η δικτατορία του προλεταριάτου δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί παρά σαν δικτατορία, στερεή σαν ατσάλι, της κομμουνιστικής πρωτοπορίας του. Ωστόσο, καθώς η δήλωση των κεντριστών που λένε πως είναι υπέρ της δικτατορίας, μα εναντίον της «τρομοκρατίας», σημαίνει μόνο πως αυτά τα στοιχεία δεν είναι διατεθειμένα να παλέψουνε με όλα τα μέσα για τη νίκη των εργατικών μαζών, πως είναι έτοιμα να το στρίψουν και να προδώσουν σ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις, η κραυγή «υπέρ της δικτατορίας ολόκληρης της εργατικής τάξης, εναντίον της δικτατορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος» δεν είναι παρά απόδειξη ότι αυτά τα στοιχεία είναι έτοιμα να αγωνιστούν μόνον όταν τα πιο καθυστερημένα στρώματα της εργατικής τάξης θα είναι κι αυτά στις μαχητικές τους θέσεις, δηλαδή όταν η πάλη θα είναι εύκολη, όταν δεν θα είναι πια αναγκαίο να χύσεις το αίμα σου και να υποφέρεις από την πείνα και το κρύο.

Στη μπροσούρα μας «Δικτατορία της εργατικής τάξης και δικτατορία του ΚΚ», που εκδόθηκε το καλοκαίρι του 1919, απαντώντας στον Λάσυφενμπεργκ και τον Βόλφχαϊν, γράφαμε:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν θ’ απαρνηθεί ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας τα μαχητικά του όργανα. Θα συγκεντρώσει στενά τα μέλη του, τους καλύτερους εκπρόσωπους της δικτατορίας. Θα τους συμβουλεύεται πάντα γύρω από τα ποια μέτρα θα πρέπει να παρθούν για τα όργανα της εξουσίας. Το ΚΚ θα βαδίζει πάντα μπροστά από τις μάζες και τις οργανώσεις τους για να εξασφαλίσει τη δικτατορία. Γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου δεν θα κατακτηθεί μια για πάντα: Ως την οριστική νίκη, θα κατακτιέται και θα ανακατακτιέται καθημερινά. Η εργατική μάζα, σήμερα διαιρεμένη σε στρώματα με άνιση μαχητική ικανότητα, πρέπει να εμψυχώνεται από τη σταθερή απόφαση να παλέψει μέσα στην πορεία της Επανάστασης, ώστε η δικτατορία του προλεταριάτου να γίνει δυνατή. Όμως αυτό το μαχητικό πνεύμα είναι πολύ σχετικό στη γενικότητά του. Ορισμένα μέρη του προλεταριάτου θα κρατάνε πάντα, κατά την οργάνωση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στάση εχθρική, ή το λιγότερο αδιάφορη. Και η μάζα που θα πανηγυρίσει τη μέρα της νίκης, θα μπορεί να διστάζει στις μέρες των μεγάλων δυσκολιών, των ηττών και ακόμα να απελπιστεί για τη νίκη και να σκεφτεί τη συνθηκολόγηση.

»Η προλεταριακή επανάσταση δεν φέρνει άμεση ανακούφιση στη φτώχεια και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμα να επιφέρει προσωρινή επιδείνωση της κατάστασης του προλεταριάτου. Οι αντίπαλοι του προλεταριάτου επωφελούνται απ’ αυτή την κατάσταση για να επικαλεστούν την αυτοκυβέρνηση των εργατών τότε ίσα- ίσα πρέπει να υπάρχει ένα Κομμουνιστικό Κόμμα συγκεντρωτικό, ισχυρό, που να διαθέτει τα μέσα διακυβέρνησης του προλεταριάτου και να είναι αποφασισμένο να διατηρήσει για ορισμένο χρόνο την εξουσία, ακόμα και μόνο σαν κόμμα της επαναστατικής μειοψηφίας, ώσπου να βελτιωθούν οι όροι της πάλης και ανέβει το ηθικό των μαζών.

»Φυσικά, αν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης αφεθεί σε απατηλές ιδέες που θα την κάνουν να πιστεύει ότι θα μπορούσε να ζήσει καλύτερα, ακόμα και με τις αλυσίδες της καπιταλιστικής σκλαβιάς, απ’ ότι παλεύοντας για την απελευθέρωσή της, και αν αυτή η πλειονότητα εκδηλωθεί ενεργά, σε μια δύσκολη κατάσταση, εναντίον της δικτατορίας του προλεταριάτου που πέφτει ολοένα στους ώμους του Κομμουνιστικού Κόμματος, τότε βέβαια αυτό δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τις θέσεις του. Μα όσο μπορεί κανείς να ελπίζει σε μια βελτίωση της κατάστασης, αυτό το κόμμα πρέπει να επιμένει να κρατήσει τις θέσεις του. Όταν θα βελτιωθούν οι συνθήκες, η εργατική τάξη θα είναι και πάλι πίσω από το Κόμμα και θα μπορεί να συνεχίσει την πάλη ως την οριστική νίκη. Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης μπορεί να είναι έργο δικό της, έργο της μαχόμενης πλειοψηφίας του προλεταριάτου. Όμως στην πάλη της για την απελευθέρωση μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις όπου η επαναστατική μειοψηφία της εργατικής τάξης πρέπει να πάρει πάνω της όλο το βάρος του αγώνα κι όπου η δικτατορία των εργατών δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί, προσωρινά τουλάχιστον, παρά μόνο σαν δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Και μια τέτοια κατάσταση παρουσιάστηκε πάνω από μια φορά στη Ρωσία».

Είμαστε βέβαιοι πως στο φως των γεγονότων της Κρονστάντης τα κομμουνιστικά στοιχεία που δεν κατάφεραν ακόμα να εκτιμήσουνε το ρόλο του κόμματος στην επανάσταση, θα μάθουνε τέλος να αποτιμήσουνε στην αληθινή τους αξία αυτές τις εξηγήσεις καθώς και την απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το ρόλο του κόμματος. Δεν θα επωφελούμασταν αρκετά από αυτό το δίδαγμα που μας αποδείχνει ότι το κόμμα του προλεταριάτου μπόρεσε να διατηρήσει την εξουσία στα χέρια του, όταν ξεσηκώθηκε εναντίον του η μικροαστική αντεπανάσταση ακόμα και με τη μορφή της δυσαρέσκειας των εργατών, αν το κρατούσαμε μόνο για τη Ρωσία. Πρέπει να αντιληφθούμε πως αν το Κομμουνιστικό Κόμμα τελικά θα μπορούσε να θριαμβεύσει μόνο στηριζόμενο στη μάζα των εργαζομένων, θα υπάρξουν ωστόσο καταστάσεις στη Δύση όπου θα χρειαστεί για ορισμένο χρόνο να διατηρηθεί η εξουσία μόνο με τις δυνάμεις της πρωτοπορίας. Πρέπει να καταλάβουμε πως σε κάθε περίσταση το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η ψυχή της Επανάστασης και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η πάλη που κάνει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας για το δυνάμωμα της επιρροής του πάνω στις εργαζόμενες μάζες που δεν είναι ακόμα κομμουνιστικές, για την αφύπνιση της πρωτοβουλίας σ’ αυτές τις μάζες, εμφανίζεται σαν το συμπλήρωμα της σταθερής του απόφασης να διατηρήσει την εξουσία με όλα τα μέσα. Και αυτή η απόφαση πρέπει να χρησιμεύσει για παράδειγμα στους κομμουνιστές των άλλων χωρών. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα από τα γεγονότα της Κρονστάντης, το παγκόσμιο δίδαγμά τους.