Η εργασιακή ανασφάλεια στα κόκκινα – Η ηγεσία της ΓΣΕΕ σφυρίζει αδιάφορα

Η ΓΣΕΕ και το Ινστιτούτο Εργασίας έδωσαν πρόσφατα στη δημοσιότητα κάποια στοιχεία που αποκαλύπτουν πλήρως την κατάσταση των εργασιακών σχέσεων και συνθηκών στην εποχή της πανδημίας. Είναι γενικευμένη η αίσθηση ότι η κυβέρνηση στρώνει τον δρόμο και η εργοδοσία εξαπολύει επίθεση με στόχο την ανατροπή των εργατικών δικαιωμάτων και για ακόμα μια φορά το φόρτωμα της οικονομικής κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Στα βασικά ευρήματα της έρευνας συμπεριλαμβάνονται:

  • Το 73% των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα θεωρεί ότι η πανδημία θα αποτελέσει αφορμή να κινδυνεύσουν θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα.
  • Μεγάλη επιφύλαξη των εργαζομένων καταγράφεται απέναντι στην ανάπτυξη της τηλεργασίας, ως προς μια σειρά παραμέτρων:
    • 2 στους 3 θεωρούν ότι αποτελεί αρνητική εξέλιξη για τα εργασιακά τους δικαιώματα, τις ώρες εργασίας και την εξέλιξη των αμοιβών του.
    • 1 στους 2 την αξιολογεί αρνητικά ως προς της προσωπική του ζωή αλλά και την επαγγελματική του εξέλιξη.

Τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας καταγράφουν ανάλογες απόψεις με αυτή του Ιουνίου του 2020. Συγκεκριμένα:

  • Το 32% των εργαζομένων δήλωσε ότι έχει μεταβληθεί η σχέση εργασίας τους μετά την πανδημία.
  • Το 20% των εργαζομένων δήλωσε ότι μετά την πανδημία συνεχίζει να εργάζεται με τηλεργασία και το 12% με μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση.
  • Μείωση παρατηρείται στον δείκτη ασφάλειας της απασχόλησης, με το 54% των εργαζομένων να δηλώνουν αισιόδοξοι για τη διατήρηση της θέσης τους στην αγορά εργασίας (-2% σε σχέση με τον Ιούνιο).

Με βάση τα πιο πάνω ένας λογικά σκεπτόμενος εργαζόμενος θα σκεφτόταν ότι η ΓΣΕΕ σκοπεύει να οργανώσει αντιστάσεις απέναντι στα σχέδια κυβέρνησης και εργοδοτών. Όπως γνωρίζουμε, όμως, ΓΣΕΕ και αγώνες έχουν καταντήσει δύο έννοιες ασυμβίβαστες τα τελευταία χρόνια. Η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος όχι μόνο απέχει από τους αγώνες αλλά όλο και περισσότερο ταυτίζεται με τις απόψεις και τα συμφέροντα της άλλης πλευράς. Τελευταία κρούσματα του πλήρους εκφυλισμού της ήταν η άρνησή της να οργανώσει εργατική κινητοποίηση στα πλαίσια της ΔΕΘ και η απουσία της (πέρα από κάποιες χλιαρές ανακοινώσεις) σε μια από τις σημαντικότερες μάχες της σύγχρονης ιστορίας, τη μάχη απέναντι στον φασισμό με το αίτημα που έτεινε να λάβει παλλαϊκά χαρακτηριστικά «Δεν είναι αθώοι – Οι Ναζί στη φυλακή». Βέβαια, εδώ να πούμε ότι άλλες εργατικές οργανώσεις όπως η ΑΔΕΔΥ, ΟΛΜΕ, ΠΕΝΕΝ, ΕΚΑ, κ.α. κάλεσαν σε στάση εργασίας την ώρα της δίκης.

Σύμφωνα με την πιο πάνω έρευνα ο δείκτης εργασιακής απαισιοδοξίας έχει πιάσει κόκκινο. Αυτό είναι κάτι αναμενόμενο αφού η πλειονότητα των εργαζόμενων συνεχίζει να είναι ασυνδικάλιστη, χωρίς πλαίσιο προστασίας και πάνω απ’ όλα χωρίς μια αίσθηση συλλογικότητας στον χώρο εργασίας. Με άλλα λόγια δεχόμαστε μια ολομέτωπη επίθεση και δεν έχουμε επιτελείο, δεν έχουμε σχέδιο, δεν έχουμε μαχητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις ικανές να ηγηθούν μια συντονισμένης απάντησης.

Παρ’ όλα αυτά ένα είναι σίγουρο, η κατάσταση κινηματικής νηνεμίας δεν θα κρατήσει για πάντα. Η τεράστια νίκη του αντιφασιστικού κινήματος έδειξε ότι η κοινωνία όταν παλεύει ενωτικά και αποφασιστικά μπορεί να πετυχαίνει νίκες, μπορεί να αναγκάζει το κατεστημένο σε υποχώρηση και αναδίπλωση. Ήδη την επομένη της ιστορικής 7ης Οκτώβρη είχαμε μια μαζική κινητοποίηση των εργαζομένων σε εταιρείες κούριερ, ντελίβερι, κτλ., ενώ η ΑΔΕΔΥ προχώρησε σε πανελλαδική πανδημοσιοϋπαλληλική απεργία την Πέμπτη 15 Οκτώβρη με αιτήματα όπως η ενίσχυση του ΕΣΥ, η στήριξη της δημόσιας εκπαίδευσης και η προστασία των εργαζομένων. Το χαμόγελο που έφερε στα χείλη μας το άκουσμα της καταδίκης της ναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής είναι ευκαιρία να δώσει το έναυσμα για έναν νέο κύκλο εργατικών διεκδικήσεων. Η στήριξη των κινητοποιήσεων που ξεσπάνε, ο συντονισμός μεταξύ τους και η δικτύωση των μαχητικών συνδικαλιστικών δυνάμεων σε επίπεδο βάσης θα ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα.

Θεματικές

,