Η ενασχόληση του Μαρξ με την περιβαλλοντική κρίση στον καπιταλισμό και ο οικολογικός σοσιαλισμός

Του Arne Johansson
Από τη σελίδα της Rättvisepartiet Socialisterna – της αδερφής οργάνωσης του Ξεκινήματος στην Σουηδία

Πολλά ρεύματα της Αριστεράς διεθνώς -ακόμη κι αυτά που αυτοχαρακτηρίζονται ως επαναστατικά- δυστυχώς καθυστέρησαν να ανακαλύψουν και να κατανοήσουν την οικολογική ανάλυση στα γραπτά του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς. Πάνω από δύο αιώνες πριν, οι θεμελιωτές της μαρξιστικής θεωρίας είχαν μιλήσει για την ανεπανόρθωτη «μεταβολική ρήξη» του καπιταλισμού με τον πλανήτη και την φύση.

Μεταβολισμός είναι το σύνολο των βιοχημικών αντιδράσεων που πραγματοποιούνται στους ζωντανούς οργανισμούς και αφορούν την παραγωγή και απελευθέρωση της ενέργειας. Ο Μαρξ μίλησε για την «ρήξη στο μεταβολισμό» (Metabolic rift) που προκύπτει στον καπιταλισμό ανάμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα και την φύση. Με λίγα λόγια περιέγραψε πως ενώ και οι άνθρωποι είναι ένα κομμάτι της φύσης, με τον τρόπο που λειτουργεί η καπιταλιστική οικονομία, καταναλώνουν πολύ μεγαλύτερη ενέργεια από αυτή που επιστρέφουν στη φύση, και με αυτό τον τρόπο δημιουργούν ανεπανόρθωτες ανισορροπίες.

Η αδυναμία αυτή ενός κομματιού της Αριστεράς οδήγησε στην διασπορά της λαθεμένης αντίληψης ότι ο Μαρξισμός είναι αδιάφορος για τα οικολογικά ζητήματα.

Η οικολογία του Μαρξ

Με το βιβλίο του, «Ο Οικο-σοσιαλισμός του Καρλ Μαρξ: το κεφάλαιο, η φύση και η ελλιπής κριτική της πολιτικής οικονομίας» (Monthly Review 2017), ο Ιάπωνας ερευνητής των έργων του Κ. Μαρξ, Kοχέι Σάιτο (Kohei Saito), συνέβαλε σημαντικά στη διόρθωση αυτής της λαθεμένης αντίληψης. Κάτι που ήταν απαραίτητο σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός λειτουργεί αρπακτικά απέναντι στην ανθρωπότητα και τη φύση, και προσεγγίζει ένα σημείο καμπής, απειλώντας να καταστήσει μεγάλα κομμάτια του πλανήτη ακατοίκητα.

Ο Σάιτο (αναπληρωτής καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Οζάκα), στηρίζει την ανάλυση του σε ένα σημαντικό αριθμό αδημοσίευτων σημειώσεων του Μαρξ. Σημειώσεων που μελετά ως συντάκτης στην προσπάθεια για την έκδοση των Απάντων των Μαρξ-Ένγκελς.

Από αυτό το υλικό προκύπτει με λεπτομέρεια το πώς ο Μαρξ ανέπτυξε τεράστιο ενδιαφέρον για την σύγχρονη του έρευνα στις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα στους κλάδους της βιολογίας, της χημείας, της γεωλογίας και της ορυκτολογίας. Το έναυσμα του το είχε δώσει η κρίση που προκάλεσε η καπιταλιστική εκβιομηχάνιση της γεωργίας ή όπως την περιέγραφε η ρήξη στην «μεταβολική σχέση» ανθρώπου και φύσης -αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «οικολογικός κύκλος». Οι αυτορυθμιζόμενες δηλαδή διαδικασίες της φύσης με τις οποίες ανακυκλώνεται η ενέργεια και τα συστατικά που είναι κρίσιμα για την διατήρηση της ζωής στη γη.

Ο Σάιτο δείχνει πώς αυτά ήταν θέματα που απασχόλησαν τον Μαρξ σε μεγάλο βαθμό, μετά την δημοσίευση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» το 1867, κατά την διάρκεια της εργασίας για τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο, που δυστυχώς δεν κατάφερε να τελειώσει. Αν και ο Φρίντριχ Ένγκελς θεωρείται μέχρι και σήμερα πιο γνωστός για τα επιστημονικά του συγγράμματα όπως το «Aντι-Ντίρινγκ» ή η «Διαλεκτική της Φύσης» (που αν και δεν την ολοκλήρωσε ποτέ δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του), ο Σάιτο επισημαίνει ότι ο Μαρξ ενδιαφερόταν εξίσου για αυτά τα ζητήματα – πάντα σε στενή συνεργασία με τον Ένγκελς.

Τουλάχιστον το ένα τρίτο των χειρόγραφων σημειώσεων του Μαρξ -με παραπομπές, αποσπάσματα και σχόλια- γράφτηκαν τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, και από αυτά σχεδόν τα μισά ασχολούνται με επιστημονικά θέματα. Αυτό διαψεύδει τη θέση των λεγόμενων «Δυτικών Μαρξιστών» (μεταξύ άλλων και της Σχολής της Φρανκφούρτης), οι οποίοι έχουν επικρίνει το γεγονός ότι ο Ένγκελς χρησιμοποίησε τους διαλεκτικούς νόμους της κίνησης για να εξηγήσει φαινόμενα του φυσικού κόσμου. Χαρακτήρισαν την αντίληψη του Ένγκελς αντιμαρξιστική, και ισχυρίστηκαν ότι ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην ανθρώπινη κοινωνία.

Ο Σάιτο, στον πρόλογο του βιβλίου του, επαινεί την σημαντική συμβολή των αριστερών καθηγητών Πολ Μπέρκετ και Τζον Μπέλαμι Φόστερ στην επαναφορά στην επιφάνεια της ανάλυσης του Μαρξ για την «μεταβολική ρήξη». Οι δυο τους προετοίμασαν το δρόμο με τα βιβλία τους «Ο Μαρξ και η Φύση» (Π. Μπερκέτ 1999) και «Η Οικολογία του Μαρξ» (Τζ. Φόστερ, 2000).

Η φύση δεν είναι Προμηθέας

Με τη βοήθεια του περιοδικού «Μηνιαία Επιθεώρηση» (Monthly Review), αυτοί οι δύο κατάφεραν αποτελεσματικά να καταρρίψουν την άποψη ότι ο Μαρξ ήταν «αφελής» στα οικολογικά ζητήματα και ότι υποστήριξε την βιομηχανική ανάπτυξη «με κάθε κόστος». Κατέρριψαν την ιδέα ότι ο Μαρξ θεωρούσε την φύση ως άλλο Προμηθέα, που σκοπός της είναι να τροφοδοτεί το ανθρώπινο είδος με πρώτες ύλες, και ότι αναπληρώνει τις απώλειες από μόνη της (θεωρία του «προμηθεανισμού»- prometheanism).

Αυτή η άποψη για τον Μαρξ ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη ανάμεσα σε «Πράσινους» θεωρητικούς και Οικο-σοσιαλιστές του λεγόμενου «Πρώτου Κύματος», όπως ο Τεντ Μπέντον, ο Αντρέ Γκοζ, ο Μίχαελ Λόι, ο Τζέιμς Ο’ Κόνορ και ο Αλέν Λιπιέτς.

Το γεγονός ότι τα γραπτά Μαρξ σήμερα αποτελούν έμπνευση για την οικολογική έρευνα σε όλο τον κόσμο είναι μια σημαντική νίκη αυτού του θεωρητικού αγώνα που προηγήθηκε. Και ο απόηχος του εμφανίζεται όλο και περισσότερο στο έργο περιβαλλοντικών ερευνητών και αναλυτών, όπως το βιβλίο «Αυτό αλλάζει τα πάντα – καπιταλισμός εναντίον κλίματος» της Ναόμι Κλάιν.

Αποκατάσταση της ενότητας ανθρώπου-φύσης

Στο βιβλίο του ο Σάιτο παρουσιάζει την σταδιακή ανάπτυξη της ανάλυσης του Μαρξ για τη «μεταβολική ρήξη» στον καπιταλισμό. Παραδέχεται πως ο νεαρός Μαρξ είχε γοητευτεί από την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έφερε ο καπιταλισμός -κάτι που μπορεί μερικές φορές να παρεξηγηθεί ως εμμονή με την «ανάπτυξη». Όμως, ήδη στα  «Χειρόγραφα του Παρισιού» και στα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα» του 1844, περιέγραφε την αυξανόμενη αλλοτρίωση των εργαζομένων από τα προϊόντα που παράγουν, καθώς και την αποξένωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και του ανθρώπου από τη φύση, όταν οι εργαζόμενοι στην φάση της μαζικής εκβιομηχάνισης αποσπάστηκαν από τη γη για να εργαστούν στις πόλεις.

Ο Μαρξ ήδη σ ‘αυτό το στάδιο είχε διατυπώσει την άποψη ότι αποτελεί καθήκον της κομμουνιστικής κοινωνίας να αποκαταστήσει ολοκληρωτικά και ορθολογικά την ενότητα μεταξύ της ανθρωπότητας και της φύσης, σε ένα υψηλότερο όμως επίπεδο. Αλλά ήταν μετά την συγγραφή του έργου του «Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» το 1847 και μέσα από την εμπειρία των ηττών των επαναστάσεων του 1848, που ο Μαρξ γύρισε την πλάτη του στην αφηρημένη φιλοσοφία των Νέων Χεγκελιανών και άρχισε πιο σοβαρά να εμβαθύνει την υλιστική του μελέτη για το πώς ακριβώς λειτουργεί ο καπιταλισμός.

Ο Μαρξ κατά τη διάρκεια της οικονομικής του μελέτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αστοί οικονομολόγοι της εποχής του στην ανάλυση τους, ξεχνούσαν τις αξίες χρήσης της ίδιας της φύσης, τις οποίες θεωρούσαν ως «ένα δώρο της φύσης προς το κεφάλαιο». Στην πραγματικότητα το κεφάλαιο, στον αγώνα του για διαρκή συσσώρευση για να σταθεί στον ανταγωνισμό, υπονομεύει τόσο τους εργαζόμενους όσο και τη φύση, δηλαδή «τις πρωταρχικές πηγές κάθε πλούτου».

Κριτική στην λεηλασία της γης

Φαίνεται ότι μέσω της επαφής με τον καλό του φίλο και σοσιαλιστή φυσικό Ρόλαντ Ντάνιελ, που ασχολήθηκε με τον οικολογικό κύκλο μεταξύ ζώων και φυτών, ο Μαρξ σημείωσε για πρώτη φορά την έννοια του «μεταβολισμού». Ο άνθρωπος υπάρχει, όπως εξηγεί ο Μαρξ, μέσα στον «καθολικό μεταβολισμό της φύσης» και μπορεί διαμέσου της φύσης να αντλήσει χρήσιμες αξίες ως μέρος και αυτός του «κοινωνικού μεταβολισμού».

Μερικά χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της προκαταρκτικής του μελέτης για το «Κεφάλαιο», και στο πλαίσιο της αυξανόμενης κρίσης της Βρετανικής γεωργίας, ο Μαρξ άρχισε να ενδιαφέρεται σοβαρά για την κριτική της βιομηχανικής λεηλασίας της γης που ανέπτυξε ο Γερμανός αγρο-χημικός Γιούστους φον Λίμπιγκ. Την ίδια περίοδο θεμελίωσε καλύτερα την κριτική του στη αντι-ιστορική μέθοδο ανάλυσης της γεωπροσόδου (του ενοικίου για την χρήση της γης) του Ντέιβιντ Ρικάρντο και στη Μαλθουσιανή θεωρία περί αύξησης του πληθυσμού. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση πάντα άλλαζε καθώς αναπτυσσόταν νέοι μέθοδοι παραγωγής. Αλλά ο καπιταλισμός επέφερε ριζική ρήξη στην σχέση μεταξύ ανθρώπου και φύσης.

Εξαιτίας της επιρροής του Γιούστους φον Λίμπιγκ, το 1865-66 ο Μαρξ άρχισε να αναθεωρεί την προηγούμενη του αισιοδοξία σχετικά με τις θετικές επιπτώσεις της τεχνολογικής εξέλιξης στην πρόοδο των κοινωνιών. Και να κατανοεί πώς η κοντόφθαλμη προσέγγιση του καπιταλισμού για την αντιμετώπιση της φθίνουσας γονιμότητας της γης, τείνει να δημιουργεί νέες και ανεπανόρθωτες «μεταβολικές ρήξεις» σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, ακόμη και σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο Σάιτο σημείωσε ότι ο Λίμπιγκ στο πρωτοποριακό βιβλίο του, «Χημεία στην γεωργία», περιέγραψε πώς η έντονη αστική ανάπτυξη των Βρετανικών πόλεων κατά τη διάρκεια της εκβιομηχάνισης, αύξησε δραματικά την ζήτηση για γεωργικά αγαθά από μια αποδεκατισμένη ύπαιθρο. Το αντιστάθμισμα όμως δεν ήταν η επιστροφή στην γη των υπολειμμάτων της τροφής με την μορφή του λιπάσματος, αλλά με την μορφή αστικών λυμάτων που διαμέσου της οικιακής τουαλέτας μόλυναν τα ποτάμια και την θάλασσα.

Έτσι δεν εξαντλήθηκε μόνο η γονιμότητα των Βρετανικής γης, αλλά και των χωρών από τις οποίες εισήγαγε γκουανό (το αρχαιότερο οργανικό λίπασμα από κόπρανα πτηνών της Νότιας Αμερικής) και οστά ως λίπασμα.

«Η Μεγάλη Βρετανία καταληστεύει όλες τις χώρες από τις πρώτες ύλες για την γονιμότητα τους. Ξεσήκωσε όλα τα κόκκαλα από τα παλιά πεδία μάχης στη Λειψία, το Βατερλώ και την Κριμαία και τους σκελετούς πολλών γενεών στις κατακόμβες της Σικελίας… Μπορούμε να πούμε στον κόσμο ότι η Βρετανία ξεζουμίζει σαν βαμπίρ τον λαιμό της Ευρώπης»

έγραψε ο Λίμπιγκ.

Καταστροφή φύσης και εργαζομένων

Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ συνόψισε τα συμπεράσματα του ως εξής:

«Όλη η πρόοδος στην καπιταλιστική γεωργία είναι μια πρόοδος της τέχνης της καταλήστευσης όχι μόνο του εργαζόμενου, αλλά και της γης. Κάθε πρόοδος στην αύξηση της γονιμότητας της γης για ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, καταλήγει σε πρόοδο της καταστροφής των πιο μακροχρόνιων πηγών αυτής της γονιμότητας».

«Η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει μόνο αυτές τις τεχνικές που σε συνδυασμό με την κοινωνική διαδικασία της παραγωγής, καταλήγουν στην υπονόμευση των πρωταρχικών πηγών κάθε πλούτου -της γης και των εργαζομένων».

Το απελπισμένο κυνήγι Αγγλίας και Ηνωμένων Πολιτειών για περισσότερο γκουανό και  νιτρικό κάλιο ως λίπασμα για την εξαντλημένη τους γη, οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1856 σε προσάρτηση δεκάδων νησιών πλούσιων σε γκουανό.  Όπως σημειώνει ο Σάιτο, η βίαιη καταστολή των αυτοχθόνων λαών της δυτικής ακτής της Νότιας Αμερικής, ήταν η φυσική κατάληξη του Πολέμου για το Γκουανό το 1865-66 και του Πολέμου για το νιτρικό κάλιο το 1879-84.

Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ, περιγράφει πώς η κοινωνική αναγκαιότητα για έλεγχο των φυσικών πόρων, παράλληλα με την ανάγκη της προστασίας τους από την εκμετάλλευση, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην ιστορία. Τα αρδευτικά έργα στην Αίγυπτο, την Λομβαρδία και την Ολλανδία και τα τεχνητά κανάλια στην Ινδία και την Περσία, δεν πότιζαν μόνο την γη, την γονιμοποίησαν κιόλας με τα μεταλλικά στοιχεία που μετάφεραν από τα ιζήματα των λόφων.

«Το μυστικό της άνθησης της βιομηχανίας στην Ισπανία και την Σικελία υπό την Αραβική κυριαρχία, κρύβεται στα αρδευτικά έργα τους».

Μέχρι τότε ο Μαρξ αναφερόταν περιστασιακά στον ρόλο που έπαιξε ο καπιταλισμός την περίοδο της αποικιοκρατίας στο να εκπολιτίσει περιοχές του κόσμου που ήταν σε πρωτόγονη κατάσταση. Τώρα πια όμως έβλεπε -χωρίς να εξιδανικεύει τις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες- τα βάσανα και την δυστυχία πάνω στα ίχνη της διάλυσης των παραδοσιακών τοπικών κοινοτήτων και του σπασίματος της στενής σχέσης ανθρώπων και φύσης. Σύμφωνα με τον Μαρξ, όταν το Βρετανικό καθεστώς κατά την εποχή της αποικιοκρατίας στην Ινδία «εισήγαγε μια καρικατούρα του μοντέλου της μεγάλης ακίνητης περιουσίας από την Αγγλία» εγκαταλείποντας το σύστημα των φραγμάτων και των  αποχετεύσεων που ελέγχονταν ως το 1856 από το κράτος, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ξηρασία και λιμό που προκάλεσε ένα εκατομμύριο θανάτους.

Εξάντληση των φυσικών πόρων στον καπιταλισμό

Σύμφωνα με τον Μαρξ, σε όλες τις κοινωνίες και τους τρόπους παραγωγής, ο άνθρωπος πρέπει να παλέψει να δαμάσει τα στοιχεία της φύσης για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του:

«Η ελευθερία στον τομέα αυτό μπορεί να συνίσταται μόνο στο ότι ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί, θα ρυθμίζουν ορθολογικά την ανταλλαγή τους με τη φύση, θέτοντάς τη κάτω από τον συλλογικό τους έλεγχο, αντί να κυριαρχούνται από αυτή σαν από μια τυφλή δύναμη. Και θα το πετυχαίνουν με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη δυνάμεων και κάτω από συνθήκες ευνοϊκότερες και αντάξιες της ανθρώπινης φύσης τους».

Στα «Οικονομικά χειρόγραφα» του 1864-65 ο Μαρξ προειδοποιεί ότι με τον καπιταλισμό

«αντί της συνειδητής και ορθολογικής μεταχείρισης της γης ως μόνιμης δημόσιας περιουσίας, ως αναντικατάστατης προϋπόθεσης για την ύπαρξη και την αναπαραγωγή της αλυσίδας των ανθρώπινων γενεών, έχουμε εκμετάλλευση και κατασπατάληση των δυνάμεων της γης».

Σε ένα κεφάλαιο σχετικά με την οικολογία του Μαρξ μετά το 1868, ο Σάιτο τονίζει το μεγάλο ενδιαφέρον του Μαρξ για τις συζητήσεις μεταξύ διαφόρων ειδικών στη γεωργία, για παράδειγμα, της «φυσικής» και της «χημικής» σχολής σκέψης σχετικά με το ποιες ουσίες είναι πιο σημαντικές για την αύξηση της γονιμότητας του εδάφους, τα μεταλλικά στοιχεία ή το νιτρικό άλας. Και παρατηρεί την σημαντική εντύπωση που φαίνεται να έκαναν στον Μαρξ ο χημικός Τζέιμς Τζόνστον και ο Γερμανός γεωπόνος Καρλ Φράας. Ο τελευταίος, σε μια πολεμική του με τον Λίμπιγκ, τόνιζε τον σημαντικό ρόλο που παίζει η κλιματική αλλαγή όταν η αποψίλωση των δασών μειώνει την υγρασία του εδάφους και την φυσική παροχή θρεπτικών συστατικών στο έδαφος.

Σε μια επιστολή του προς τον Ένγκελς το 1868, ο Μαρξ περιγράφει τον Φράας ως άνθρωπο που έχει «μια ασυνείδητη σοσιαλιστική κατεύθυνση». Σύμφωνα με τον Μαρξ, στο βιβλίο του «Το κλίμα και ο κόσμος των φυτών διαμέσου των αιώνων. Η ιστορία και των δύο», ο Φράας έδειξε πώς

«η καλλιέργεια όταν εξελίσσεται με έναν πρωτόγονο τρόπο και δεν είναι συνειδητά ελεγχόμενη (ως αστός φυσικά δεν θα καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα), αφήνει ερήμους πίσω της, όπως η Περσία, η Μεσοποταμία, η Ελλάδα, κτλ».

Ο Φράας είχε επίγνωση των συνεπειών της γρήγορης αποψίλωσης των δασών σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία, ακόμη και των ψηλών ορεινών περιοχών που μέχρι τότε ήταν απρόσιτες -κάτι που πίστευε ότι έθετε την ανάγκη να μπουν κάποιοι κανόνες. Μέσα από την ανάγνωση του Φράας και άλλων ερευνητών, όπως ο Τζον Τουκέτ και ο Φρίντριχ Κρίχοφ, ο Μαρξ είχε επίσης σημειώσει στα χειρόγραφα του για τον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» (ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος δημοσιεύθηκαν από τον Ένγκελς μετά τον θάνατο του Μαρξ, με βάση τα ανολοκλήρωτα χειρόγραφα του Μαρξ) ότι ούτε η καπιταλιστική γεωργία ούτε η διαχείριση των δασών ήταν βιώσιμες και ότι η ανεπανόρθωτη «μεταβολική ρήξη» που γεννά ο καπιταλισμός ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση δεν περιοριζόταν μόνο στην εξάντληση του εδάφους.

«Η γενική ανάπτυξη του πολιτισμού και της βιομηχανίας έχει πάρει την μορφή μιας τόσο ενεργητικής καταστροφής των δασών, που όσα κι αν γίνουν για την συντήρηση και την αποκατάσταση τους φαίνονται απειροελάχιστα»

σημειώνει ο Μαρξ στο χειρόγραφο για τον δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου».

Εκμετάλλευση της φύσης πέρα από τα όρια της

Την ίδια τάση του καπιταλισμού για βίαιη εκμετάλλευση της φύσης μέχρι τα όριά της -που είδε στη μη βιώσιμη διαχείριση των δασών- αναγνώρισε, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα ως «αποτρόπαια», και στην κτηνοτροφία. Σε ένα σχόλιο του πάνω στα εγκώμια του Βίλχελμ Χαμ για την εντατική κτηνοτροφία, ο Μαρξ αμφισβήτησε το «σύστημα των φυλακών με κελιά για τα ζώα» και ανέφερε πως η εκτροφή αφύσικων ζώων θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε μια «σοβαρή εξασθένιση της ίδιας της δύναμης της ζωής».

Ο Σάιτο εξηγεί πώς το μεγάλο ενδιαφέρον του Μαρξ για την πολεμική μεταξύ Λίμπιγκ και Φράας και για την γρήγορη εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι χρειάζονται εμπεριστατωμένες μελέτες για να δούμε για πόσο καιρό ο καπιταλισμός θα μπορεί να αποτρέπει την οικολογική του κρίση. Κατά τη γνώμη του Σάιτο, η κατανόηση του Μαρξ πως έπρεπε να αναπτύξει κι άλλο την μελέτη του πάνω σε αυτά τα ζητήματα καθυστέρησε την εργασία του και δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου».

Επίσης, στο μεταγενέστερο έργο του «Εθνολογικά Σημειωματάρια», ο Μαρξ αναφέρει «μια ασυνείδητη σοσιαλιστική κατεύθυνση» στις μελέτες του ιστορικού Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ για τις πρωτόγονες κομμουνιστικές κοινωνίες και τις πληροφορίες για την προσπάθεια τους να ρυθμίσουν την «μεταβολική σχέση» μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Ο Μαρξ εντυπωσιάστηκε από τη «φυσική ζωτικότητα» και την οικολογική βιωσιμότητα των αυτοδιοικούμενων χωριών της Γερμανίας, τα οποία κατά την άποψή του ήταν κατά το Μεσαίωνα «εστιασμένα μόνο στην ελευθερία και τη δημόσια ζωή».

Σε μια επιστολή του προς την Ρωσίδα υποστηρίκτρια των Ναρόντνικων Βέρα Ζασούλιτς, ο Μαρξ δεν απέκλειε ότι μια σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία θα μπορούσε να βασιστεί σε παρόμοιες κοινότητες χωριών και εξηγούσε ότι το καπιταλιστικό σύστημα στη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι

«σε σύγκρουση με τις εργαζόμενες μάζες, με την επιστήμη και με τις παραγωγικές δυνάμεις που δημιούργησε -με λίγα λόγια, βρίσκεται σε μια κρίση που θα τελειώσει με την εξάλειψη του καπιταλισμού και με την επιστροφή των σύγχρονων κοινωνιών σε μια ανώτερη μορφή ενός “αρχαϊκού” τύπου συλλογικής ιδιοκτησίας και παραγωγής».

Ο Σάιτο τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε πλήρως την κριτική του Μαρξ για την Πολιτική Οικονομία αν αγνοήσουμε την οικολογική της διάσταση. Σύμφωνα με τον Σάιτο, τα πρωτότυπα χειρόγραφα του Μαρξ για τον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» παρουσιάζουν κάποιες διαφορές σε σχέση με ότι δημοσίευσε ο Ένγκελς μετά το θάνατο του Μαρξ. Εκτός από τις (μικρές) διευκρινίσεις για το τι εξέφρασε ο Μαρξ σε σχέση με αυτό που δημοσίευσε ο Ένγκελς, ο Σάιτο ισχυρίζεται ότι το τέταρτο μέρος των Απάντων τους θα περιλαμβάνει σημειωματάρια ιδιαίτερα σημαντικά, δεδομένου ότι το «Κεφάλαιο» έμεινε ανολοκλήρωτο.

Η ανάγνωση αυτών των πρωτότυπων πηγών παράλληλα με όσα έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα στο «Κεφάλαιο», σύμφωνα με τον Σάιτο, θα πείσει τους ερευνητές ότι η οικολογία αποτελεί θεμελιώδες μέρος της κριτικής του Μαρξ για την Πολιτική Οικονομία. Πιστεύει μάλιστα ότι

«ο Μαρξ θα είχε τονίσει πιο έντονα το πρόβλημα της οικολογικής κρίσης ως την κεντρική αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τους τόμους δύο και τρία του “Κεφαλαίου”».

Οικολογικός σοσιαλισμός

Ο «Οικο-σοσιαλισμός του Καρλ Μαρξ» του Σάιτο, αναφέρεται ελάχιστα στην σημαντική συμβολή του Ένγκελς ως κομμάτι της γενίκευσης των κοινών συμπερασμάτων του με τον Μαρξ. Στο μεγαλοφυές του κείμενο «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου», ο Ένγκελς εξηγεί ότι τα ζώα απλώς χρησιμοποιούν την φύση γύρω τους ενώ ο άνθρωπος την θέτει υπό τον έλεγχο του, αλλά τονίζει:

«Ας μην κολακευόμαστε όμως υπερβολικά για τις ανθρώπινες νίκες πάνω στην φύση. Για κάθε τέτοια νίκη η φύση παίρνει την εκδίκησή της από μας. Κάθε νίκη, είναι αλήθεια, φέρνει σε πρώτο στάδιο τα αποτελέσματα που περιμέναμε, αλλά στη συνέχεια σε ένα δεύτερο και τρίτο στάδιο έχει εντελώς διαφορετικά, απρόβλεπτα αποτελέσματα που πολύ συχνά ακυρώνουν τα πρώτα αποτελέσματα».

[….]

«Έτσι σε κάθε μας βήμα ας θυμόμαστε ότι δεν ελέγχουμε την φύση όπως ο κατακτητής έναν ξένο λαό, όπως κάποιος που στέκεται έξω από την φύση, αλλά ότι εμείς, με τη σάρκα, το αίμα και το μυαλό μας, ανήκουμε στη φύση και υπάρχουμε μέσα της και ότι όλη η γνώση μας συνίσταται στο γεγονός ότι έχουμε το πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων πλασμάτων πως μπορούμε να μάθουμε τους νόμους της και να τους εφαρμόζουμε σωστά».

Αυτό που απαιτείται προκειμένου να αποκατασταθεί αυτή η «μεταβολική ρήξη», την οποία ο καπιταλισμός έχει ωθήσει σε οριακό σημείο, και να κατακτηθεί αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί βιώσιμη κοινωνία στο «Κεφάλαιο», είναι μια ανώτερη κοινωνία, ο σοσιαλισμός.

«Από την άποψη ενός ανώτερου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, η ατομική ιδιοκτησία συγκεκριμένων ατόμων πάνω στον πλανήτη θα φαίνεται εξίσου παράλογη με την ατομική ιδιοκτησία ενός ανθρώπου πάνω σε άλλους ανθρώπους. Ακόμη και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος ή όλες ταυτόχρονα οι υπάρχουσες κοινωνίες δεν είναι ιδιοκτήτες του πλανήτη. Είναι απλώς οι δικαιούχοι του, και έχουν την υποχρέωση να τον κληροδοτήσουν σε μια καλύτερη κατάσταση στις επόμενες γενιές, όπως κάθε καλός οικογενειάρχης»

Είναι βέβαιο ότι εάν ο Μαρξ και ο Ένγκελς ζούσαν σήμερα -που η ανεπανόρθωτη «μεταβολική ρήξη» του καπιταλισμού εξελίχθηκε σε μια υπαρξιακή απειλή για όλο τον πολιτισμένο κόσμο- θα έδιναν αμέριστη προσοχή στην παρακολούθηση και κατανόηση των πιο πρόσφατων ερευνών για το κλίμα και το περιβάλλον.

Ένα κεντρικό καθήκον των Μαρξιστών σήμερα είναι να ξαναδέσουν το κόκκινο νήμα με τις οικολογικές μελέτες αυτών των πρωτοπόρων και, όπως κι αυτοί, να κατανοήσουν ότι ο σοσιαλισμός είναι το κρίσιμο «κλειδί» για την ορθολογική ρύθμιση του μεταβολισμού της ανθρωπότητας με την φύση.

Θεματικές

,