Η «εκτροπή» του Όρμπαν στην Ουγγαρία και η μάχη για τα δημοκρατικά δικαιώματα παντού

«Η Ουγγαρία δεν είναι πια δημοκρατία. Έχουμε ένα υβριδικό καθεστώς. Κάποιοι το αποκαλούν εκλογική απολυταρχία, άλλοι “ανταγωνιστικό αυταρχισμό”. Ούτε δημοκρατία ούτε δικτατορία, κάτι ανάμεσα. Αναμένουμε και πιο σοβαρές εξελίξεις, καθώς δεν υπάρχει πολιτικός έλεγχος του Όρμπαν».
Andras Bozoki, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Central European University και υπουργός Πολιτισμού της Ουγγαρίας την περίοδο 2005-2006 

Την ώρα που όλος σχεδόν ο πλανήτης έχει μπει σε καραντίνα, την ώρα που οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν ένα καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» απαγορεύοντας την κυκλοφορία και βγάζοντας στο δρόμο την αστυνομία και σε πολλές περιπτώσεις τον στρατό, η Ουγγαρία του Όρμπαν είναι η πρώτη χώρα που νομιμοποιεί αυτό το καθεστώς επ’ αόριστο.

Τη Δευτέρα 30 Μάρτη με ψήφους 137 υπέρ έναντι 53 κατά το κοινοβούλιο της Ουγγαρίας κατήργησε τον εαυτό του. Η χώρα πλέον θα κυβερνάται με προσωπικά διατάγματα του ίδιου του Όρμπαν ο οποίος εκτός των άλλων θα έχει το δικαίωμα να μην προχωρήσει σε εκλογές «για όσο διάστημα διαρκέσει η κρίση». Επιπλέον, ο συγκεκριμένος νόμος επιβάλλει λογοκρισία με ποινή φυλάκισης έως και 5 χρόνια για οποιονδήποτε μεταδίδει «ψευδείς ειδήσεις» όσον αφορά στον ιό ή στα κυβερνητικά μέτρα.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι θα επιβάλλεται λογοκρισία σε οποιονδήποτε κάνει κριτική. Και την επόμενη μέρα της ψήφισης του νομοσχεδίου ο στρατός βγήκε στους δρόμους των πόλεων για να επιβλέψει την τήρηση των μέτρων.

Τα διεθνή και ελληνικά μέσα εμφάνισαν το γεγονός ως την «πρώτη δημοκρατία, θύμα του κοροναϊού», αποκάλεσαν τον Όρμπαν «κορονοδικτατορίσκο» και έκαναν αναλογίες με τη Γερμανία του 1933 όταν ο Χίτλερ παράκαμψε το γερμανικό κοινοβούλιο και έδωσε επίσης στον εαυτό του το δικαίωμα να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα, ανοίγοντας το δρόμο στην ολοκληρωτική δικτατορία.

Η εξέλιξη που διαμορφώνεται στην Ουγγαρία είναι πολύ επικίνδυνη και είναι αλήθεια ότι οι ιστορικές αναλογίες υπάρχουν. Ωστόσο τα πράγματα σήμερα είναι διαφορετικά από τη δεκαετία του ’30, κυρίως στο ότι δεν υπάρχει μπροστά μας η προοπτική ενός φασιστικού κινήματος που θα πάρει την εξουσία και θα φτάσει μέχρι εκεί που πήγε ο Χίτλερ.  

Ακόμα και το -συνήθως εξαφανισμένο- ευρωπαϊκό κοινοβούλιο «σκέφτεται» εδώ και χρόνια κάποιου είδους κυρώσεις για την Ουγγαρία λόγω της «ύπαρξης σαφούς κινδύνου κατάφωρης παραβίασης των αξιών επί των οποίων ιδρύθηκε η Ένωση». Αυτές αφορούν στην υπερσυγκέντρωση εξουσιών από τον Όρμπαν, στην επίθεση στην ελευθερία του τύπου, στη διαφθορά, ενώ νωπές είναι οι μνήμες από τα μέτρα που πέρασε για τους άστεγους (απαγόρευσης παρουσίας σε δημόσιους χώρους), τις επιθέσεις στα εργασιακά και την αύξηση της υπερωριακής απασχόλησης, τους ξυλοδαρμούς προσφύγων και μεταναστών, τη ρατσιστική πολιτική της κυβέρνησής του απέναντι στους Ρομά . Σήμερα η κυβέρνηση του Όρμπαν εκμεταλλεύεται την κρίση που έφερε ο κορονοϊός για να πάει ένα βήμα παραπάνω.

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί «τι κάνουν τα επιτελεία της ΕΕ;». Όσο «τσιμενταρισμένα» ήταν όλη την προηγούμενη δεκαετία μπροστά στην εφαρμογή μνημονίων και πολιτικών λιτότητας, όταν η κουβέντα πάει στην υπεράσπιση των «ευρωπαϊκών αξιών» της δημοκρατίας, της ελευθερίας κλπ, τόσο περισσότερο μοιάζουν με «σκυλιά που γαβγίζουν αλλά δεν δαγκώνουν».

Δεν είναι μόνο ο Όρμπαν

Η κρίση του κορονοϊού και τα μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων που αυτή επέβαλλε, έχει λειτουργήσει σαν «ευκαιρία» για μια σειρά από καθεστώτα που επιβάλλουν μέτρα «έκτακτης ανάγκης» όχι για να χτυπήσουν τον ιό αλλά τα δημοκρατικά δικαιώματα.

Στην Τσεχία, τις σκέψεις του καθεστώτος να ακολουθήσει το δρόμο του Όρμπαν αποκάλυψε ο Υπουργός Άμυνας Λούμπομιρ Μέτναρ, για να το «μαζέψει» αμέσως μετά τις σφοδρές αντιδράσεις. Και αυτό παρόλο που η Τσεχία είναι από τις χώρες που έχουν πληγεί λιγότερο από τον κορονοϊό. Στη Σερβία ο πρόεδρος Αλεξάντερ Βίσιτς έχει από τις 15 Μάρτη κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς χρονικό περιορισμό και τα μέτρα απαγόρευσης είναι από τα σκληρότερα: η Βουλή δεν συνεδριάζει, η διακυβέρνηση γίνεται με προεδρικά διατάγματα του ίδιου του Βίσιτς, έχει επιβληθεί 12ωρη απαγόρευση της κυκλοφορίας και έχει απαγορευθεί η έξοδος από τα σπίτια όσων είναι πάνω από 65 χρονών.

Την ίδια ώρα στην Τουρκία συλλαμβάνονται δημοσιογράφοι που προσπαθούν να μιλήσουν για τις πραγματικές διαστάσεις που έχει πάρει ο ιός στη χώρα. Στο Ισραήλ, ο Νεντανιάχου προσπάθησε να κλείσει τη Βουλή λόγω κορονοϊού, απόφαση που ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Στις Φιλιππίνες ο Ντουέρτε προέτρεψε στρατό και αστυνομία να σκοτώνουν όποιον παραβιάζει τα μέτρα ασφαλείας.

Είναι μια εικόνα από το μέλλον;

Ο Όρμπαν σήμερα χρησιμοποιεί τον κορονοϊό για να μονιμοποιήσει την κατάργηση βασικών συνταγματικών δικαιωμάτων. Λίγο-πολύ όμως, μια σειρά δημοκρατικά και συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες έχουν ήδη ανασταλεί -έστω προσωρινά- σε όλον τον δυτικό κόσμο στο όνομα της «έκτακτης ανάγκης».

Η ανεπάρκεια των συστημάτων υγείας παγκόσμια, μετά από δεκαετίες περικοπών, έχει -με ένα φυσιολογικό τρόπο- δημιουργήσει τη βεβαιότητα σε πλατιά κομμάτια της κοινωνίας ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο κορονοϊός είναι ο περιορισμός στη μετακίνηση. Αυτός είναι ο λόγος που τα «έκτακτα μέτρα» των κυβερνήσεων βρίσκουν αποδοχή στη βάση της κοινωνίας και μέχρι τώρα θεωρούνται ως κάτι «φυσιολογικό» και αναπόφευκτο. Ωστόσο, τα «έκτακτα μέτρα» λόγω της σημερινής έκτακτης κατάστασης κάνουν και κάτι άλλο. Δημιουργούν και καθιερώνουν την αντίληψη ότι το κράτος, η αστυνομία, ο στρατός, είναι αυτοί που θα μπορούν και θα νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν σε κάθε είδους «έκτακτες καταστάσεις».

Αν κοιτάξει κανείς αυτό που έρχεται μετά τον κορονοϊό, όμως, αυτό που θα δει είναι μια προσπάθεια πολλών αρχουσών τάξεων να επιβάλουν μια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» σε πολλά μέρη του πλανήτη που πλέον δεν θα αφορά την υγεία, αλλά την οικονομία, το βιοτικό επίπεδο, τα δικαιώματα και την ίδια τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων.

Οι ειδήσεις για την οικονομία έρχονται ακόμα φιλτραρισμένες από τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία προβάλουν τα πιο αισιόδοξα σενάρια. Ωστόσο όλο και περισσότεροι παραδέχονται ότι το κραχ που συμβαίνει τώρα στην παγκόσμια οικονομία δημιουργεί νέες συνθήκες για τους εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο, συνθήκες που περιλαμβάνουν δραστική μείωση εισοδημάτων, αλματώδη αύξηση της ανεργίας, πολύ μεγαλύτερη φτώχεια. Τα αστικά επιτελεία βλέπουν ότι οι εξελίξεις στην οικονομία θα επηρεάσουν δραστικά τις εξελίξεις στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Μπροστά σε αυτήν την έκτακτη κατάσταση που θα αποκαλύπτεται μέρα με τη μέρα, τα κράτη θέλουν να έχουν το «χαρτί» των εκτάκτων μέτρων πάνω στο τραπέζι και που, με την επίφαση του οικονομικού ή κοινωνικού χάους, θα μπορεί να παιχτεί.

Θα λογαριαστούμε μετά;

Η απάντηση στο κράτος έκτακτης ανάγκης, στον έλεγχο της κυκλοφορίας από την αστυνομία, στην ίδια την υγειονομική και οικονομική κρίση πρέπει να δοθεί από τώρα. Στην Ελλάδα και σε όλον τον κόσμο οι αγωνιστές της Αριστεράς, οι εργαζόμενοι, ο ανένταχτος κόσμος, όλοι όσοι βλέπουν τους κινδύνους από τον κορονοϊό, προσπαθούν με όποιο μέσο διαθέτουν να δώσουν από τώρα τη μάχη, ακόμα και αν αυτή περιορίζεται προς το παρόν στις περισσότερες περιπτώσεις στα social media.

Είναι ένας αγώνας που προσπαθεί να αναμετρηθεί με το λόγο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης και που καθημερινά αναδεικνύει τους πραγματικούς υπεύθυνους για την κρίση. Μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα είναι που τώρα αναδεικνύονται τα όρια των Εθνικών Συστημάτων Υγείας, γίνονται πλατύτερα γνωστές οι εργοδοτικές αυθαιρεσίες και τα φαινόμενα αισχροκέρδειας, αποκαλύπτονται οι ευθύνες των φαρμακοβιομηχανιών, οι ευθύνες των κυβερνήσεων που καθυστέρησαν να πάρουν μέτρα.

Και σε αυτό το επίπεδο είναι που δίνεται και η μάχη για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Σε μια σειρά χώρες οι εργαζόμενοι στους χώρους εργασίας τους κινητοποιούνται για να διεκδικήσουν μέσα προστασίας ή για να σταματήσει η παραγωγή στους κλάδους που δεν είναι απαραίτητο να λειτουργούν για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες (Πολωνία, Ιταλία), δημιουργούνται πρωτοβουλίες αλληλεγγύης για τα θύματα του κορονοϊού, της καραντίνας, της απουσίας εθνικών συστημάτων Υγείας.

Όταν η κρίση του κοροναϊού υποχωρήσει, όταν θα αναδειχθούν όλες οι αντιφάσεις του συστήματος μέσα από την επερχόμενη οικονομική κρίση, αυτός ο κόσμος, οι εργαζόμενοι και η νεολαία, είναι που θα πρέπει να σταθεί απέναντι στην προσπάθεια του συστήματος να τους «φορτώσει τα βάρη» της οικονομικής κρίσης – και αυτή η μάχη φυσικά θα σχετίζεται άμεσα με την υπεράσπιση και των δημοκρατικών δικαιωμάτων.